Dimitris Damaskinos

Κραυγή στα πέρατα (1954), του Μενέλαου Λουντέμη

Κραυγή στα πέρατα (1954), του Μενέλαου Λουντέμη
Decrease Font Size Increase Font Size Text Size Print This Page

του Δημήτρη Δαμασκηνού, εκπαιδευτικού Δ.Ε.-ιστορικού 1

Ω, εσύ, γυναίκα, οπτασία λησμονημένη…
Μικρή παιδούλα, μάνα, κόρη αυριανή…
Μέσα στα σπλάχνα σου βογγούνε οι σκοτωμένοι
Και τραγουδούν οι αυριανοί μας ζωντανοί!

(Μενέλαος Λουντέμης, απόσπασμα από το ποίημα

«Έρχονται οι γυναίκες στη Μακρόνησο» 2

AI 04

Γυναίκες εξόριστες στο Τρίκερι. (Αρχείο Σόνιας Τζωρτζάκη)

    Τον Ιανουάριο του 1950 μεταφέρθηκαν και οι γυναίκες εξόριστες από το Τρίκερι στη Μακρόνησο και εγκαταστάθηκαν στο Ειδικόν Σχολείον Αναμορφώσεως Γυναικών που ανήκε στη δικαιοδοσία του Α’ Ειδικού Τάγματος Οπλιτών. «Εκεί η κατάσταση ήταν χειρότερη από οπουδήποτε αλλού. Από την πρώτη στιγμή οι αρχές του στρατοπέδου φανέρωσαν πλήρως τις προθέσεις τους. Διέξοδος πέραν της δήλωσης δεν υπήρχε για τις εξόριστες. «Ελληνίδες – φώναζαν τα μεγάφωνα – δεν ταιριάζουν στα χέρια σας οι αλυσίδες του κομμουνισμού – Ελληνίδες γυρίστε πίσω στα σπίτια σας – Ζητήστε συγνώμη από την πατρίδα» 3.

   …Οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν ήταν πολλές. Χωρίστηκαν οι μάνες από τα παιδιά τους, χρησιμοποιήθηκαν φαντάροι που είχαν υπογράψει δηλώσεις για να περιγράψουν στις κρατούμενες τα βασανιστήρια που τις περίμεναν και να τις τρομοκρατήσουν, οι πιο «επικίνδυνες» κομμουνίστριες απομονώθηκαν από τις υπόλοιπες. Κατόπιν άρχισαν τα βασανιστήρια: Εφοδοι από τους αλφαμίτες μέσα στη νύχτα, καψώνια, βρισιές, εξευτελισμοί, ανακρίσεις επί ώρες, ξυλοδαρμοί» 4. Κάτω από αβάστακτες συνθήκες βίας, οι γυναίκες θα χωριστούν κι αυτές σε «ανανήψασες» και αμετανόητες.

image00312

Ένα σπάνιο ντοκουμέντο, αδιάψευστος μάρτυρας της βάρβαρης εκτόπισης γυναικών, ακόμη και μικρών παιδιών, στο κολαστήρι της Μακρονήσου. Σε μια σκάφη η μικρή της φωτογραφίας προσπαθεί να δροσιστεί με τα νερά της βροχής.

    Χαρακτηριστική από την άποψη των συνθηκών που επικρατούσαν στη Μακρόνησο είναι η ακόλουθη μαρτυρία: «Η 30 Ιανουαρίου 1950 είναι η μέρα του ξυλοδαρμού των εξορίστων γυναικών στο κολασμένο νησί της Μακρονήσου…» θα πει η Νίτσα Γαβριηλίδου, εξόριστη στο Μακρονήσι. «Στο ημερολόγιο, η μέρα αυτή είναι των Τριών Ιεραρχών, μα για μας τις εξόριστες, ήταν η χειρότερη μέρα της ζωής μας… Τις γυναίκες… τις μεταχειρίστηκαν με τον ίδιο βάναυσο τρόπο που μεταχειρίστηκαν και τους άντρες. Άλλωστε, ο Βασιλόπουλος μας το δήλωσε κατηγορηματικά μόλις φτάσαμε: «Να μην έχουμε αυταπάτες πως σαν γυναίκες θα μας σεβαστούν. Στη Μακρόνησο δεν υπάρχουν εύνοιες και διακρίσεις. Μας περιμένει αυτό που πάθαν χιλιάδες άντρες. Στο χέρι μας είναι να διαλέξουμε» και με έμφαση αποτελείωνε: «Πάντως, να ξέρετε πως εδώ είναι Μακρόνησος και όποιος δεν υπογράφει πεθαίνει». Κι όπως μας το είπαν έτσι και το πραγματοποίησαν. Οι μαστόροι αυτοί της βίας και του εγκλήματος δε σεβάστηκαν ούτε ηλικιωμένες γυναίκες, ούτε άρρωστες κατάκοιτες, ούτε παιδιά και μωρομάνες. Μας πέρασαν όλες από το ίδιο κόσκινο. Καμιά μας δε θα ξεχάσει το φτερούγισμα εκείνο της ψυχής μας, όταν μας πλησίαζαν μέσα στη νύχτα οι Αλφαμίτες με τους φακούς κι αρπάζανε ανάμεσά μας, άλλες να τις πάνε στα γραφεία του Α2 για αλφάδιασμα, άλλες τις απομόνωναν σε σκηνές και τις χτυπούσαν κι άλλες τις στήναν και μπροστά μας για να βλέπουμε το βούρδουλα να πέφτει στα κορμιά τους. Το βράδυ εκείνο που αποφάσισαν να χτυπήσουν τις γυναίκες, όλες οι σκηνές των φαντάρων, όλοι οι κλωβοί 5 των ιδιωτών, ακόμη κι οι χαράδρες, όλα είχαν βουβαθεί παντελώς. Τη νύχτα εκείνη η σκέψη του καθενός πετούσε στις γυναίκες. Ο πατέρας που είχε την κόρη του, ο γιος τη μάνα, την αδελφή του, όλων η σκέψη βρισκόταν στον κλωβό των γυναικών. Το βράδυ εκείνο της 30 Ιανουαρίου του 1950 μία μόνο σκέψη κυριαρχούσε στη Μακρόνησο: «ΑΠΟΨΕ ΧΤΥΠΟΥΝΕ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ» 6.

    Ο Μενέλαος Λουντέμης θα αφιερώσει ένα ποίημα σ’ αυτά τα αγέρωχα αγριοπούλια που φτάνουν σ’ αυτόν τον τόπο του μαρτυρίου μεσ’ στην καρδιά του χειμώνα:

Έρχονται οι γυναίκες στη Μακρόνησο 7

image0051

Γυναίκες εξόριστες στη Μακρόνησο (ΑΣΚΙ-Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας).

Απ’ τ’ ακρωτήρι που κυττάει προς τα πελάγη
μες’ σ’ ένα σύννεφο απ’ αμμόσκονη και φως,
Με τ’ ανοιξιάτικου πρωινού τις ηλιαχτίνες
κινούνε, κι έρχονται, και φτάνουνε, καθώς
-σμήνος χαρμόσυνο- οι μικρές μας χρυσαϊτίνες.

Ξαναγυρνούν οι ουρανοί οι λησμονημένοι…
Μεθυστικός δονεί στα στέρνα μας σεισμός.
Στ’ ακροθαλάσσι μας φτεροκοπούν αλκυόνες 8.
Περνάει φλογάτη μια βραγιά 9 από ανεμώνες,
που τις μαστίγωσε ο χιονιάς, κι’ ο φασισμός.

Καλωσορίσατε. Σα φύλλα από βιολέττες,
τα λόγια αυτά από τα τραγούδια μου μαδώ,
καθώς ο μπάτης 10 το μαντήλι μου φουσκώνει
Πάω να σας δείξω ουρανό –και δείχνω σκόνη…
Δεν έχουμε άλλο τίποτα εδώ.
Περνάει η γυναίκα, -η Ανδρομάχη 11, η Ηγερία… 12
Περνάει μαζί της η φωτιά κα το νερό.
Μα οι ραβδισμοί βαρειά τα γόνατα λυγάνε.
Ά! Τη γυναίκα, που δεν πρέπει να τη χτυπάνε
ούτε και με της μύγας το φτερό.

Πρώτη περνά –παραμερίστε να διαβεί-
Περνάει πικρή, βαλαντωμένη 13, η νέα μητέρα.
Μικρή τρυγόνα, δίχως ταίρι και φωλιά.
Η αυγουστιάτικη περνάει μοσκοβολιά,
της νέας μας θρησκείας η πλατυτέρα.

Περνάει η Μάνα –γονατίστε- η μαύρη Μάνα-
Στήθος κλειστό σαν ιερό εκκλησιάς βουβής.
Μερονυχτίς ηχολογάνε νοερά της,
τα Σκοπευτήρια που ματώσαν τα όνειρά της,
καταμεσίς στο πανηγύρι της ζωής.

Περνούν οι ωραίες –ωραίες όλες, ως τη μια:
Τα έκθαμβα μάτια, τ’ ανυπόμονα τα χείλη..
Περνάει η νέα Ελληνίδα η ανθοστήλη.
Όλες ωραίες –ωραίες όλες- ως τη μια.
Για να περάσουνε πετούμε τις πληγές μας-
γιασεμιά…
Λεύκες ολόρθες που εθροούσατε μακρυά μας
τρεις αργοκίνητους αιώνες, τρεις χρονιές.
Σήμερα θύελλα, αύριο πείνα –οι παγωνιές.
Ζούσατε κάτω απ’ τη βροχή κι’ απ’ τη στοργή μας
(μια βαρβαρότητα όλη η μέρα σας ωμή)
Με λίγα ψίχουλα από ελπίδα και ψωμί.

Ά, τα τραγούδια που θα λέαμε στη χαρά μας…
Τάπαμε κλάματα τρεις χρόνους στη σειρά,
για τα χαμένα καλοκαίρια –τα παιδιά μας,
που άφησαν βίαια τη ζωή με μια κραυγή,
και το γαρούφαλο του έρωτα απ’ το στόμα
τους το φορέσανε στο στήθος μια πληγή.

Και τα κορίτσια, τ’ ανθισμένα, ωραία, κορίτσια.
Που ακινητούν σε κοιμητήρια βραδυνά,
λιγνά φυτά, κεραυνωμένα απ’ το δρολάπι 14,
πούφυγαν άξαφνα απ’ το πλάι σας με ένα «αχ»!…
πριν να προφτάσουν να στενάξουν απ’ αγάπη.

Μα ας τη σκορπίσουμε τη θλίψη αυτή την ώρα.
Κι ας ξεδιπλώσουμε στον ήλιο τη χαρά.
Καλωσορίσατε! Κι’ οι γάζες μας μαντήλια!
(Ά, τι γλυκά η πληγή μας τώρα που πονεί…)
Καλωσορίσατε! Ξεβράχνιασε η φωνή!

Ω, εσύ, γυναίκα, οπτασία λησμονημένη…
Μικρή παιδούλα, μάνα, κόρη αυριανή…
Μέσα στα σπλάχνα σου βογγούνε οι σκοτωμένοι
Και τραγουδούν οι αυριανοί μας ζωντανοί!

    Παρά την αίγλη που η κυβέρνηση προσπαθούσε να δώσει στη Μακρόνησο όσον αφορά την επιτυχία στην «αναμόρφωση» των πολιτικών αντιπάλων, το εγχείρημα αποδείχθηκε ότι δεν είχε πολύ μέλλον. Το πλήθος των καταγγελιών στον Tύπο για τις συνθήκες που επικρατούσαν στη Μακρόνησο την έφερναν σε δύσκολη θέση. Η ίδια η επιτυχία της «αναμόρφωσης» διαψευδόταν, άλλωστε, από τα γεγονότα, όπως στις εκλογές της 5ης Μαρτίου του 1950 όπου η πλειονότητα των πολιτικών εξορίστων ψήφισε υπέρ της Δημοκρατικής Παράταξης που υποστηριζόταν από την Αριστερά 15, μιας και το ΚΚΕ ήταν ήδη εκτός νόμου και δεν είχε συγκροτηθεί ακόμη η ΕΔΑ 16. «Οι χιλιάδες των κρατουμένων, οι «Δελτα-πίτες», όλα τα παιδιά αυτά, που ζητωκραύγαζαν πότε υπέρ του Βασιλόπουλου κι άλλοτε υπέρ του Μπαϊρακτάρη, όλα τα παιδιά που τραγουδούσαν συντεταγμένα: «Μολυσμένη ως τώρα η ψυχή μας / θέλει βάπτισμα ξανά εθνικό, ναι εθνικό / φόβο πια δε θα έχει η φυλή μας / απ’ τον άτιμο κομμουνισμό».

    Όλα τα παιδιά αυτά της ΕΠΟΝ και της Εθνικής Αντίστασης, που κάτω από άγρια βασανιστήρια είχαν κάνει τη δήλωση μετανοίας και που με τη νοσηρή κι εγκληματική του φαντασία ο Βασιλόπουλος πίστευε και μας έλεγε: «πως είχαν αποβάλει τον παλιό τους εαυτό για να ενταχθούν στους κόλπους της πατρίδας». Ψήφισαν όλα τη Δημοκρατική Παράταξη – το σύνθημα της ομάδας κρατουμένων – και τίναξαν τη Μακρόνησο και το σύστημά της στον αέρα» 17.

1M2

«Η επιβίωση στον Αη- Στράτη προϋποθέτει ένα συνεχή και σκληρό αγώνα με τα στοιχεία της φύσης και η θαλασσοταραχή εμποδίζει πολύ συχνά το καράβι να πλησιάσει» 19. (Η φωτογραφία είναι από το αρχείο Βασίλη και Βύρωνα Μανικάκη) 20.

    Η κυβέρνηση του Νικολάου Πλαστήρα, τον Μάιο του 1950 αποφάσισε την κατάργηση των στρατοπέδων για πολίτες στη Μακρόνησο. Το καλοκαίρι του 1950 2.815 άνδρες εξόριστοι μεταφέρθηκαν στον Άγιο Ευστράτιο και 532 γυναίκες στο Τρίκερι» 18.

    Ανάμεσα σ’ αυτούς τους «αμετανόητους» που μεταφέρονται από το κολαστήριο της Μακρονήσου στον Άη Στράτη 21 ήταν και ο Μενέλαος Λουντέμης που δεν είχε υπογράψει δήλωση μετανοίας, μαζί με τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Γιάννη Ρίτσο. Στο ποίημά του «Ταξίδι στον Άη-Στράτη» ο συγγραφέας περιγράφει το ταξίδι του και αποτυπώνει τις πρώτες εντυπώσεις του στον νέο τόπο της εκτόπισης και του μαρτυρίου του:

Ταξίδι στον Άη-Στράτη 22

Χτες την αυγή φουντάραμε
στο νέο πετρονήσι μας.

Ο «Αλφειός» («Μεταγωγόν ο Αλφειός»),

εσύρθηκε νωθρά στ’ ακροθαλάσσι…
Άνοιξε τις μασέλες του. Και ξέρασε-

μιαν αμπαριά καινούργιους Ιωνάδες 23.

Βαρύ ήταν το ταξίδι μας. Ενάντιο.

Κι’ η θάλασσα ένα πέλαγο χολή.

Το πλοίο οκνό, κι’ ολονυχτίς μας εσεργιάνιζε
στα βορινά σοκάκια του Αιγαίου.
-Μεταλλικό κιβούρι 24
που έψαχνε για το νεκροταφείο μας.
Είμαστ’ ένα φορτίο αγύριστα μυαλά,

παραδομένα με το μέτρο.
Ένα φορτίο αντίγνωμοι,
Φερέοικοι 25 Ροβινσώνες του Αιγαίου.
Που ζαλωθήκαμε 27 στην πλάτη την τιμή μας,
και πάμε στης θυσίας το Μαραθώνιο.

… Πίσω στο βράχο του Μακρονησιού

ακόμη κυματίζει,
η διψασμένη ανάσα μας.

Και στο γιαλό απ’ την πέτρινην εξέδρα της

μ’ ένα γυμνό κλαρί,
μας ξεπροβόδισε ξεφούσκωτη η Ιστορία.
Είχαμε κάτι μάτια θεονήστικα για πράσινο.
Κάτι χείλια ραγισμένα για νερό.
Και κάτι χέρια κόκκαλα…

Και χτες πρωί, με την αυγή
φουντάραμε στον Κόσμο μας,
σε νέο καταστρωμένο ανθρωποστάσι.
Νησί μικρό χαμένο στα νερά
(«κλωβός επικινδύνων»).

Μα ο κόσμος ήταν πάλι χωροφύλακες…
Αμπαρωμένα σπίτια και τουφέκια.
Σπίτια τεφρά. Και βράχοι κυματόδαρτοι.
Βράχοι ξανά. Όλο βράχοι. Και βοριάδες.
(Η Μακρόνησο μας πήρε το κατόπι…)

FARSAKIDIS_TO-AI-STRATISweb

Στ’ αρματαγωγό. Από το Μακρονήσι για τον Αϊ-Στράτη (Γιώργος Φαρσακίδης: σχέδιο του 1950) 25 .

Μα σαν επήραμε σιγά τη ρεματιά,
πατώντας στο εμβατήριο που μας έψελναν
οι ραψωδοί της ζέστης – τα τζιτζίκια.
Σαν πήραμε το ρέμα για το πλάτωμα.
Εκεί που βούιζε το πάνινο χωριό μας.
Εκεί που πρασινίζαν και μας προσμέναν
κάτι γρηούλες μυγδαλιές
λίγου νερού ζητιάνες
Σαν πήραμε το ρέμα-ρέμα για το πλάτωμα…
Μια λυγαριά καταμεσίς στη ρεματιά,
(προσκυνητάρι της πανώριας Άνοιξης)
Αγκάλιασε τη μέση μας σαν αδελφή.
Και μας θυμιάτισε με τη μοσκοβολιά της…

Κι’ εκεί… Αυτή η ψυχή…

Αυτή η ψυχή που ελύγισε τα σίδερα.
Αυτή η ψυχή η ορθή, αυτή η ψυχή μας,
(μπροστά στο τέμπλο της πανώριας Άνοιξης).
Ανάσανε βαθειά. Βαθειά πολύ.
Ανάσανε για όλες τις ανάσες.
Και προσκύνησε.
Ήταν η πρώτη φορά…

Ο Άη Στράτης ήταν τότε ένα απομονωμένο νησί στην άγονη γραμμή του Βορείου Αιγαίου, που δεν μπορούσε να ζήσει τους λιγοστούς κατοίκους του, που συνέχεια ξενιτεύονται 29. Ήταν μια γη που της έλειπε το νερό, όμως μόνιμα η ατμόσφαιρά της ήταν κορεσμένη από υγρασία. Οι γυμνές πλαγιές που τις έδερναν ολοχρονίς οι άνεμοι οδηγούσαν στη χαράδρα. Εκεί στήνονταν τα τσαντίρια των εξόριστων…» 30.

image0141

Εξόριστοι στον “Αη-Στράτη. (Αρχείο Βασίλη και Βύρωνα Μανικάκη) Ο άδηλος χρόνος: Εκτοπίσεις επ” αόριστον: Οι Επιτροπές Δημοσίας Ασφαλείας μπορούσαν να επιβάλουν εκτοπίσεις μέχρι 12 μήνες. Είχαν όμως τη δυνατότητα να παρατείνουν την εκτόπιση «δι’ εν εισέτι έτος». Με αυτόν τον τρόπο εκατοντάδες άνδρες και γυναίκες έμειναν στην εξορία για πέντε, δέκα ή και περισσότερα χρόνια. «Ο διωγμός μας οφείλεται σε καθαρά πολιτικά ελατήρια. Στο πρόσωπό μας, η κυβέρνηση τιμωρεί όχι τους παραβάτες κανενός ιδιαίτερου νόμου, αλλά τους πολιτικούς της αντιπάλους. Ο λόγος που μας έστειλαν εξορία για τρία περίπου χρόνια, και μερικούς μάλιστα για τέσσερα, είναι γιατί αρνηθήκαμε να υπογράψουμε τις λεγόμενες ‘δηλώσεις μετανοίας’, αρνηθήκαμε, δηλαδή, να υπογράψουμε γραφτές δηλώσεις με τις οποίες να απαρνιόμαστε ορισμένες απόψεις και πεποιθήσεις». (Υπόμνημα πολιτικών εξορίστων, 1950)

Το στρατόπεδο των εξόριστων βρισκόταν σε κάποια απόσταση από τον παλιό οικισμό μέσα σε δύο μικρές κοιλάδες που σχηματίζουν οι χείμαρροι Παραδείσης και Τενεδιώτης πριν να ενωθούν για να καταλήξουν στην παραλία του οικισμού. Ολόγυρα στις πλαγιές και τα υψώματα, όπως του Αγίου Μηνά που βρίσκεται ανάμεσα στις δυο κοιλάδες, υπήρχαν φυλάκια και σκοπιές της χωροφυλακής που επιτηρούσαν νυχθημερόν τους εξόριστους. Η δύναμη της φρουράς αποτελούνταν από ένα λόχο χωροφυλακής με 100-120 άνδρες ενώ υπήρχε και Τμήμα Ασφαλείας. Οι εξόριστοι ζούσαν συλλογικά και χωρισμένοι σε μικρές ομάδες, κυρίως με βάση την καταγωγή τους, μέσα σε σκηνές από καραβόπανο και αυτοσχέδια πλινθόκτιστα καλύβια. Για τους ηλικιωμένους και τους άρρωστους είχαν ενοικιαστεί μικρά σπιτάκια και δωμάτια στον οικισμό.

Στον Άη Στράτη την περίοδο 1948-1963 οι εξόριστοι μαζί με τους φρουρούς-χωροφύλακές τους ξεπέρασαν τους 4.000: «Οι αγέρηδες κουρελιάζουν τα τσαντίρια…, πρέπει ν’ αγωνιστούμε για ν” αυξηθεί το επίδομα πείνας…, να σταματήσει η λογοκρισία, να σπάσει η απομόνωσή μας από το χωριό και τους κατοίκους του, να επιτραπεί το επισκεπτήριο…, να σταματήσουν οι ψυχολογικές πιέσεις, οι απειλές και οι ‘υποσχέσεις’… Κάθε χρόνο… οι επιτροπές δημόσιας ασφάλειας συνεδριάζουν και υπογράφουν τις στερεότυπες παρατάσεις της εκτόπισης (που) συνέχεια ανανεώνονται… Πρέπει να οργανώσουμε την ‘επ” αόριστον’ ζωή μας εδώ… Ανοίγουμε πηγάδια και προσπαθούμε με το γλυφό νερό να εξασφαλίσουμε μια μικρή παραγωγή σε λαχανικά» 31.

    Το κρατικό επίδομα μόλις και μετά βίας αρκούσε στους εκτοπισμένους για ένα γεύμα την ημέρα. Ωστόσο, με τη συλλογική οργάνωση εξασφάλιζαν τρόφιμα από την καλλιέργεια λαχανικών, την εκτροφή πουλερικών, την αλιεία και άλλες ασχολίες. Οι εξόριστοι οργάνωσαν κουζίνα και αρτοποιείο, δημιούργησαν συνεργεία τσαγκάρηδων, ραπτών, κουρέων κλπ., λειτούργησαν λευκοσιδηρουργείο και μηχανουργείο, στελέχωσαν οικοδομικά συνεργεία και συνεργεία υλοτόμων, ενώ οι εξόριστοι γιατροί και φοιτητές της Ιατρικής στον Άη Στράτη πρόσφεραν πολύτιμες υπηρεσίες στους εκτοπισμένους, αλλά και στους μόνιμους κατοίκους του νησιού, που σε πολλές περιπτώσεις σώθηκαν από βέβαιο θάνατο.
image016

‘Aποψη του στρατοπέδου του ‘Αη-Στράτη στη δεκαετία του 1950 (Αρχείο Βασίλη και Βύρωνα Μανικάκη).

    Εκτός από τον Μενέλαο Λουντέμη βρίσκονταν εκεί οι Βάρναλης, Ρίτσος, Καρούζος, Κατράκης, Πατρίκιος, Λειβαδίτης κ.α. Ανάμεσα στους εκτοπισμένους βρέθηκαν σημαντικές προσωπικότητες του θεάτρου, όπως οι Τζαβαλάς, Κώστας Μπαλαδήμας, Φάνης Καμπάνης, καθώς και λογοτέχνες, όπως οι “Aρης Αλεξάνδρου, Μανώλης Φουρτούνης, Νίκος Παπαπερικλής. Πολλοί ήταν και οι μουσικοί και μουσικολόγοι, μεταξύ των οποίων οι Φοίβος Ανωγειανάκης, Νίκος Μάργαρης, Κώστας Τριανταφύλλου και Στάθης Αλημίσης. Υπήρχαν επίσης ζωγράφοι και χαράκτες, όπως ο Χρίστος Δαγκλής και άλλοι. Κοντά τους εκπαιδεύτηκαν και αργότερα διακρίθηκαν στη ζωγραφική και τη χαρακτική ο Γιώργος Φαρσακίδης, ο Τάκης Τζανετέας και πολλοί άλλοι εκτοπισμένοι.

    Εξόριστος στον Άη-Στράτη ήταν εκείνη την εποχή και ο Κώστας Γαβριηλίδης 32, πρώτος βουλευτής Θεσσαλονίκης στις εκλογές του 1951 με το ψηφοδέλτιο της ΕΔΑ 33.

    Εκεί ο Μενέλαος Λουντέμης συντάσσει με τους άλλους πολιτικούς εξόριστους του Άη-Στράτη ένα άρθρο καταγγέλλοντας το απαράδεκτο καθεστώς της εκτόπισης και κάνοντας έκκληση στη δημοκρατική συνείδηση των λαών όλου του κόσμου να αφυπνιστεί και να διαμαρτυρηθεί για να σταματήσει αυτό το απάνθρωπο καθεστώς της τρομοκρατίας και των στερήσεων που με την εφεύρεση του νόμου 511 επιβάλλουν στους εξόριστους και τους εκτοπισμένους στα ξερονήσια του Αιγαίου:

 «Αδέλφια όλου του κόσμου,

Ελεύθεροι άνθρωποι της Γης, απευθυνόμαστε σε εσάς. Στην συνείδησή σας, στην αγάπη σας για την ανθρωπότητα, ζητώντας να μας βοηθήσετε.
Σας καλούμε να μας βοηθήσετε σαν ανθρώπους, σαν φίλους της ειρήνης και της ευτυχίας των ανθρώπων.
Σας καλούμε σαν γονιούς, που δεν θέλετε να βρεθούν τα παιδιά σας σε μια τέτοια τρομακτική κατάσταση.
Σας καλούμε σαν γυιούς, που δεν θα θέλατε η πείνα και η δυστυχία να καταφάει τα μέτωπα των γονιών σας σταλιά-σταλιά
image008Σας καλούμε σαν ανθρώπους, που η συνείδησή σας δεν μπορεί να μείνει ασυγκίνητη στο τραγικό δράμα χιλιάδων ανδρών και γυναικών που πεινάνε και φθίνουνε 34 και πεθαίνουν σε όλα τα άγονα νησιά του Αιγαίου.
ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΗΘΕΙΤΕ σε όλες τις αρχές, σε όλες τις ελληνικές και ξένες πρεσβείες και τον Ερυθρό Σταυρό.
Να σταματήσει αυτό το απάνθρωπο καθεστώς της τρομοκρατίας και των στερήσεων που με την εφεύρεση του νόμου 511 μας επιβάλλουν. Για να μας αυξήσουν το επίδομα εφόσον μας κρατούν σε ένα στοιχειώδες ανθρώπινο επίπεδο, τουλάχιστον 8.000 ελληνικές δραχμές.
Για να ματαιωθεί ο μαρτυρικός θάνατος, ο αργός μαρτυρικός θάνατος από την πείνα.
Για να καταργηθούν τα Στρατόπεδα στην Ελλάδα.
Για να απολυθούν όλοι οι εξόριστοι…»

    Εκεί, στις 17 Σεπτέμβρη 1952, ο Κώστας Γαβριηλίδης, γραμματέας της ΕΔΑ, και διευθυντής της εφημερίδας «Δημοκρατική», θα αφήσει μέσα σε αφάνταστες κακουχίες την τελευταία του πνοή 35. Ο συνεξόριστός του Μενέλαος Λουντέμης θα του αφιερώσει το ποίημά του «Ολόρθος»:

Ολόρθος! 36

(Στη Σκιά του Κ. Γαβριηλίδη)

Η στάση αυτή του αιώνιου ύπνου δε σου ταίριαζε,
αγαπημένε φίλε.
Εσύ ολόρθος ήσουν πάντα.
Ολόρθος στους αφρούς της λύσσας και της θάλασσας,
εκεί στο Μακρονήσι.
Ολόρθος πλάι στο κοντάρι το στητό
με τη σημαία «αδελφωθήτε».
Ολόρθος στην πλώρη της ζωής. Κι’ ολόρθος –μάθε το-
-σ’ όποια στάση κι’ αν σ’ έδωκαν στη γη-
ολόρθος στη μνήμη μας θα μένεις.

Θάθελα ακόμη να το πω. Κι’ άλλη φορά: Ολόρθος!
Σα θρύλος. Σαν αγρύπνια. Σα λόχη της φωτιάς.
Ολόρθος. Σαν τον ήλιο του καταμεσήμερου.
Σαν τις κολόνες των Ναών,
που ζούνε και πεσμένες.

image009Το φέρετρό σου το κρατήσαμε με τα δόντια,
ορκισμένοι υπήκοοι της καρδιάς σου.
Σ’ ένα διάβα σπαραχτικό μες στα δρομάκια,
τα μουσκεμένα απ’ τα δάκρυα του χωριού,
(οι γρηές κι’ οι κοπελούδες τ’ Άη-Στράτη
Για τις γρηές και κοπελούδες της Ελλάδας).

Α, ηλιοκαμένες χωριάτισσες του τόπου μας.
Εσείς που του χαρίσατε ψωμί κι’ αλάτι,
κι’ αργαλίσια πετσέτα 37 να πλυθεί …
Πως βλέπω τα μαλλιά σας λυμένα καταγής
ν’ ανεμίζουν σαν τα στάχυα της Θεσσαλίας.
Χωριάτισσες της πικραμένης Ρούμελης.
Της Ήπειρος γρηές – ξεραγκιανά 38 εικονίσματα.
Και του Μωρηά βαβάδες… 39
Του Πόντου Παναγιές –«ρίζα μ’ Κωστή…»
Και της Μακεδονίας μυροφόρες…
Έφυγ’ ο δικός σας, έφυγε πρωινός.
Και πάει πικρό ταξίδι.
Πάει. Μ’ άφησε πίσω τον ίσκιο τον πλατύ,
να σας δροσολογάει στα λιοπύρια.
Πάει ταμένος κουρμπάνι 40 στη σφαγή

Η πλημμύρα στον “Αη-Στράτη. Χαρακτικό του Γ. Φαρσακίδη σε όρθιο ξύλο που αναπαριστά μια από τις νυχτερινές πλημμύρες που σάρωσαν το στρατόπεδο των εξόριστων στον Άη-Στράτη. Πάνω από τα αντίσκηνα, η σκοπιά του Αγ. Μηνά και ο τάφος των νεκρών εξόριστων της κατοχής. «…και με τις πρώτες δυνατές βροχές οι σκηνές και το στρατόπεδο πλημμυρίζουν μέσα σε ένα ορμητικό ποτάμι που παρασύρει τα πάντα στη θάλασσα… 42». Μετά τις πλημμύρες αρχίζουν επιδημίες ασθενειών, όπως η δυσεντερία και ο τύφος 43.

Η πλημμύρα στον “Αη-Στράτη. Χαρακτικό του Γ. Φαρσακίδη σε όρθιο ξύλο που αναπαριστά μια από τις νυχτερινές πλημμύρες που σάρωσαν το στρατόπεδο των εξόριστων στον Άη-Στράτη. Πάνω από τα αντίσκηνα, η σκοπιά του Αγ. Μηνά και ο τάφος των νεκρών εξόριστων της κατοχής. «…και με τις πρώτες δυνατές βροχές οι σκηνές και το στρατόπεδο πλημμυρίζουν μέσα σε ένα ορμητικό ποτάμι που παρασύρει τα πάντα στη θάλασσα… 42». Μετά τις πλημμύρες αρχίζουν επιδημίες ασθενειών, όπως η δυσεντερία και ο τύφος 43.

για να στεριώσει το γιοφύρι της αγάπης.

Έφυγε πρωινός. Μα θα ξανάρθει.
Σα θα μεστώσει το δέντρο του καρπό,
Το δέντρο της αυλής του –της Ειρήνης…
Και πάρουν να βουίζουν οι αυλακιές,
Να κελαϊδούν ξετρελλαμένα τα δρεπάνια…
Θάρθει, σα γνώριμος αχός 41 πα στα σπαρτά,
να σκουπίσει ανασασμένος τον ιδρό του.
Και να σφυρίξει το σκοπό του θεριστή
στον πρότυπον αγρό «Κώστας Γαβριηλίδης».

    Στα 1954 είχε διακοπεί προσωρινά η εκτόπιση του Μενέλαου Λουντέμη στον Αη-Στράτη και ο ίδιος βρισκόταν στην Αθήνα. Εκεί παίρνει ένα γράμμα από κάποιον συνεξόριστό του που τον είχε αφήσει πίσω σ’ αυτόν τον άγονο βράχο του Βόρειου Αιγαίου. «Απόψε είχαμε πλημμύρα…», του γράφει, ανασύροντας στον συγγραφέα βιώματα, συγκινήσεις και εμπειρίες από τις κακουχίες που είχε μοιραστεί με τους εκτοπισμένους αγωνιστές, τις οποίες μετουσίωσε ποιητικά στο: «Η ψυχή μου έμεινε εξορία».

Η ψυχή μου έμεινε εξορία 44

«Απόψε είχαμε πλημμύρα…»
(Από γράμμα τους)

Ακούστε εσείς.
Εσείς που κοιμηθήκατε κι’ απόψε στα ζεστά,
σβήνοντας με μια κίνηση το φώς.
Σαν τους θεούς που παίζουν τη «Δημιουργία»:
(«Γεννηθήτω φως» -και εγένετο). Ακούστε με!

Τούτη την άναρθρη νύχτα που σωπαίνουν οι λύκοι –
Γιατί ουρλιάζουν οι άνθρωποι. Ακούστε με.
Εσείς, που κοιμάστε αγκαλιά με τα όνειρα.
Εσείς, που σας φιλά στο στόμα η Ζωή.
Που σας χαϊδεύει με το μετάξι της. Εσείς.
Ακούστε με!

Λίγες μόνο ώρες απ’ τη στεργιά,
Και χίλια χρόνια μακρυά απ’ την Οικουμένη.
Παλεύει ένα ολομόναχο νησί,
-πέτρινος αφαλός στο χάος της θάλασσας-
στο ασίγαστο Αιγαίο, που σηκώθηκε ορθό.
Και χύθηκε πάνω στα γκρεμνά του.
Απόψε έφτασε εκεί ο Κατακλυσμός,

Ξεκολλημένος απ’ τις σελίδες της Μυθολογίας.
Κι’ έσπασε τους μύλους του Νησιού.
Και χόρεψε στην πέτρινη ράχη του
τον πυρρίχιο 45 της λύσσας.
Απόψε βρέχει μαχαίρια η βροχή,
Και σκίζουν τις κοιλιές των τσαντηριών τους.
Ο βοριάς δείχνει ολόϊσα το νησί.
Και τα κύματα αδειάζουν τις άγριες δεξαμενές τους
ίσα πάνω του.
Και σκάβουν, σκάβουν, την πλαγιά.
(Κι’ ο κόσμος εγέμισε ρυτίδες…)

Νεκροί από κεραυνό που χτύπησε τη σκηνή τους στον 'Αη Στράτη το 1947. Προσπαθούσαν να συγκρατήσουν τον ορθοστάτη της σκηνής. Aρχείο Βασίλη και Βύρωνα Μανικάκη.

Νεκροί από κεραυνό που χτύπησε τη σκηνή τους στον ‘Αη Στράτη το 1947. Προσπαθούσαν να συγκρατήσουν τον ορθοστάτη της σκηνής.
Aρχείο Βασίλη και Βύρωνα Μανικάκη.

Α, τι κυλούν τις νύχτες οι κατεβασιές.
Τι παίρνουν, και τι φέρνουν, και τι κυνηγούν.
Τι μπόγους, τι σοδειές, και τι υπάρχοντα.
Τι αίματα, τι δέματα, και τι φυλαχτά…
Το γράμμα της μανούλας… Που βράχηκε,
Και δε θα διαβάζεται πια
(Κι ήταν τόσο λίγη η ορθογραφία της…)

Κι’ όλα αυτά, γιατί; Μα γιατί;
Γιατί η ματιά τους είναι απλή και φεγγερή.
Γιατί ζεσταίνει τις πληγές του κόσμου.
Γιατί η μιλιά τους είν’ γλυκειά και ταπεινή.
Σαν την «επί του όρους» ομιλία.

Απόψε πάλι δε θα κοιμηθώ.
Απόψε πάλι θα βραχώ με τους βρεγμένους.
Και θα βογγήξω με τους άρρωστους.
Γιατί η ψυχή μου έμεινε εκεί.
Γιατί ο Γολγοθάς που με κάρφωσε
μούδωσε το σταυρό του μαζί μου…

    Όντας στην Αθήνα ο Λουντέμης λαμβάνει γράμμα από τη γυναίκα του που έχει πια υπογράψει δήλωση και έχει φύγει με το παιδί τους, τη Μυρτώ, για τη Γερμανία. Η είδηση τον συγκλονίζει. Το παιδί είναι νεκρό…… Τού έγραφε ψέματα όπως θα μάθει χρόνια αργότερα… Ο ποιητής συγκλονίζεται και γράφει το ποίημα «Η Μυρτώ χάθηκε»:

Η Μυρτώ χάθηκε 46

Πού χάθηκες κοριτσάκι;
«Μυρτώ … Μυρτώ…» Γέμισα τον κόσμο.
Έσπειρα τον κόσμο με τ’ όνομά σου.
Μα εσύ δεν βρέθηκες.
Ποιοι σε πήραν κοριτσάκι;
Ποια φτερά σε σήκωσαν απ’ τη ζωή;
Ρωτώ τους δρόμους:
«Μην ακούσατε κάτι βηματάκια; -ήταν πολύ αλαφρά».
Κείνοι πνίγονται στη σκόνη.
Δεν απαντούν.
image027Ποιοι σε πήραν κοριτσάκι;
Αν μου το “καναν αυτό οι ουρανοί,
πώς μπόρεσαν;
Πώς μπόρεσαν κείνοι να σ’ αγαπήσουν
πιο πολύ απ’ τον πατέρα;

Ρωτώ τους αέρηδες – αυτούς που “ρχονται απ’ τα δάση,
απ’ τη γη, απ’ τις θάλασσες.
«Ήταν κάτι λογάκια που μύριζαν πασκαλιά –
μην τ’ άκουσε κανείς;»
Κείνοι βογκούν –σαν λαίμαργα πουλιά – Και φεύγουν.

Πού χάθηκες κοριτσάκι;
Ρωτώ τα φύλλα, τα καΐκια, τους ατμούς.
Τα μπουμπούκια που ξεκίνησαν απ’ την ανυπαρξία.
Τα σύννεφα …
«Μην είδατ’ ένα προσωπάκι; – Ήταν πολύ αχνό».
Σωπαίνουν.
Πού χάθηκες κοριτσάκι;
Τα μάτια μου θα σ’ έβρισκαν –
και δίχως φως.

Και δίχως ήλιο – θα σ’ έπιαναν τα δάχτυλά μου.
Πώς χάθηκες λοιπόν μικρό μου;
Πότε μεγάλωσε τόσο πολύ ο κόσμος,
ώστε να μπορέσεις να χαθείς εσύ;
Εγώ θα σ” έβρισκα…
Ας είσαι μικρό σαν το χνουδάκι.
Σαν πεταλούδα ας είσαι αλαφρό
Αδύνατο, σαν τη φλογίτσα του κεριού, ας είσαι.
Εγώ θα σ’ έβρισκα.

Γιατί σωπαίνεις; Γιατί σωπαίνεις, λοιπόν, κοριτσάκι;
Αν δεν μπορείς να τραγουδήσεις.
Αν δεν μπορείς να τους πεις να με φωνάξουν.
Τότε κλάψε, κοριτσάκι. Κλάψε!
Και τ’ αυτιά μου θα σ’ ακούσουν
Κι ύστερα ας μην ακούσουν πια
άλλην μουσική στον κόσμο.

Ωστόσο, πολλοί στον Αη Στράτη κατάφεραν να επιβιώσουν και να αντεπεξέλθουν στις αντιξοότητες, χάρη στη δημιουργικότητα, την εφευρετικότητα, την οργάνωση και την αλληλεγγύη τους, φθάνοντας να διοργανώνουν αθλητικές και γιορταστικές εκδηλώσεις και να ανεβάζουν ακόμη και θεατρικές παραστάσεις, όπως οι «Πέρσες» του Αισχύλου, ο «Ποπολάρος» του Ξενόπουλου, ο «Οθέλος» και πολλές άλλες με πρωτεργάτη τον Μάνο Κατράκη. Πολύ δημοφιλείς ήταν και οι παραστάσεις με σατιρικά σκετς ή με έργα επιθεωρησιακού χαρακτήρα.

«Μετά τη δοκιμασία της Μακρονήσου, θα πει ο Γιώργος Φαρσακίδης 47 με τη φωνή σπασμένη απ’ τη συγκίνηση και τα μάτια να λάμπουν στη θύμηση εκείνης της εποχής, το στρατόπεδο εξoρίστων του Άη-Στράτη -παρά τις στερήσεις και τα εμπόδια που μας επέβαλε το επίσημο κράτος- θα γνωρίσει έναν πρωτόγνωρο μορφωτικό και πολιτιστικό οργασμό».

Να ένα ευτράπελο 48 περιστατικό που σημειώθηκε εκεί: «Το 1953, ο Καρούζος είχε επιστρέψει από άδεια και αναζητούσε ένα λεπτό νεανικό πρόσωπο για το ρόλο της «Δυσδαιμόνας» στον «Οθέλλο» 49. «Μα και βέβαια υπάρχει» του λέει ο Λουντέμης, «είναι ο Αυδίκος, στον τρίτο τομέα». Πάει τρέχοντας, στη σκηνή του ο Καρούζος. «Ποιος είναι ο Αυδίκος», ρωτάει. «Φωνάξτε τον γρήγορα, τον θέλω να παίξει στο θέατρο».

«Πέρασε μια βδομάδα τώρα που δόθηκε η δεύτερη παράσταση των Περσών… Την ανέβασε ο Κατράκης. Οι άνθρωποι που παίζανε, για πρώτη φορά ανεβαίνανε στη σκηνή. Όμως η παράσταση στάθηκε τόσο καλή που ακόμη η ίδια θα μπόραγε να σταθεί και έξω περίφημα. Πρώτος Κορυφαίος ο Καρούσος, Εξάγγελος ο Κατράκης…. Χορός από 18 γέρους. Δουλειά σκληρή και βασανιστική. Κοντεύει η ώρα της παράστασης…. Κάποια ανησυχία επικρατεί. Η παράσταση αρχίζει. Απλώθηκε τέλεια σιγαλιά. Η όραση και η ακοή βρίσκονται στη μεγαλύτερή τους ένταση. Η ανάσα σταματάει και οι καρδιές των ανθρώπων ριγούν από τη συγκίνηση. Οι αθάνατες αλήθειες, ξαναζωντανεμένες, μπαίνουν ίσια στην ψυχή όλων…» 51.

«Πέρασε μια βδομάδα τώρα που δόθηκε η δεύτερη παράσταση των Περσών… Την ανέβασε ο Κατράκης. Οι άνθρωποι που παίζανε, για πρώτη φορά ανεβαίνανε στη σκηνή. Όμως η παράσταση στάθηκε τόσο καλή που ακόμη η ίδια θα μπόραγε να σταθεί και έξω περίφημα. Πρώτος Κορυφαίος ο Καρούσος, Εξάγγελος ο Κατράκης…. Χορός από 18 γέρους. Δουλειά σκληρή και βασανιστική. Κοντεύει η ώρα της παράστασης…. Κάποια ανησυχία επικρατεί. Η παράσταση αρχίζει. Απλώθηκε τέλεια σιγαλιά. Η όραση και η ακοή βρίσκονται στη μεγαλύτερή τους ένταση. Η ανάσα σταματάει και οι καρδιές των ανθρώπων ριγούν από τη συγκίνηση. Οι αθάνατες αλήθειες, ξαναζωντανεμένες, μπαίνουν ίσια στην ψυχή όλων…» 51.

«Εγώ είμαι» του απαντάει εκείνος, κολακευμένος για την προτίμηση. «Εσύ είσαι! Νερό, βρε παιδιά. Ρίξτε μου νερό να συνέλθω. Βρε τον άτιμο, βρε τον κοντυλοφόρο του σατανά». Κι ο Αυδίκος μπροστά του, μαυριδερός, τριχωτός και πελώριος. «Όχι παιδί μου», του λέει ο Καρούζος, «μην απελπίζεσαι. Θα σε προτιμήσω σε μια άλλη παράσταση, για Δερβέναγα, με την χαντζάρα στο χέρι». Στιγμές απείρου κάλλους ξετυλίγονταν από εξαίσιους ανθρώπους, εκείνα τα δύσκολα χρόνια» 50.

Σημειώσεις-Παραπομπές

1. Το κείμενο αυτό στην ουσία του αποτελεί ανάπτυξη ενός άρθρου που δημοσιεύθηκε το 2012 στην εφημερίδα Χανιώτικα Νέα (βλ. Δαμασκηνός Δημήτρης, Κραυγή στα πέρατα (1954) (Λογοτεχνικό αφιέρωμα στον Μενέλαο Λουντέμη), εφημερίδα Χανιώτικα Νέα, ένθετο Διαδρομές, Σάββατο, 28 Απριλίου 2012.

2. Το ποίημα «Έρχονται οι γυναίκες στη Μακρόνησο» εμπεριέχεται στην ποιητική συλλογή του Μενέλαου Λουντέμη: «Κραυγή στα πέρατα», που πρωτοκυκλοφόρησε στην Αθήνα το 1954 από τον εκδ. οίκο Παλμός. Περιλαμβάνει ποιήματα από τέσσερις δημιουργικές περιόδους του λογοτέχνη: Α’ 1932-1940. Β’ 1941-1944 (Η ΚΑΤΟΧΗ). Γ’ 1947-1953 (ΜΑΚΡΟΝΗΣΙ). Δ’ 1954 ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ. Το συγκεκριμένο απόσπασμα είναι αντλημένο από την 4η έκδοση των εκδόσεων Δωρικός, Αθήνα 1977, σελ. 93-95.

3. Συλλογικό έργο, Μακρόνησος – Ιστορικός τόμος, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Μάρτιος 2006, τόμος β΄, σελ. 466.

4. Γιώργος Πετρόπουλος, Γυναίκες στην εξορία στα χρόνια του Εμφυλίου, εφημερίδα Ριζοσπάστης, ένθετη έκδοση «7 Μέρες Μαζί», Κυριακή 3 Φλεβάρη 2008, σελ. 11.

5. κλωβός ο: (εδώ) ειδική περίφρακτη κατασκευή. [λόγ. < αρχ. κλωβός «κλουβί»].

6. Βλ. Νίτσα Γαβριηλίδου, ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ-30 ΓΕΝΑΡΗ 1950, Απόψε χτυπούνε τις γυναίκες, εφημερίδα Ριζοσπάστης, Παρασκευή 30 Γενάρη 2004, σελ. 16.

7. Μενέλαος Λουντέμης, Κραυγή στα πέρατα, ποιήματα, εκδόσεις Δωρικός (έκδοση τέταρτη), Αθήνα 1977, σελ. 93-95.

8. Η αλκυόνη είναι θαλάσσιο αποδημητικό πτηνό, το ψαροπούλι ή θαλασσοπούλι ή και ακόμα μπιρμπίλι της θάλασσας. Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν πως το πουλί Αλκυόνη ήταν κόρη του θεού των ανέμων Αίολου, που ο Δίας μεταμόρφωσε σε πτηνό μετά την αυτοκτονία της λόγω του θανάτου του αγαπημένου της, Κύηκα. Μάλιστα επειδή οι αλκυόνες γεννούν τα αυγά τους τον Ιανουάριο σε φωλιές μέσα στους βράχους, ο Δίας επέτρεψε στον ήλιο να λάμπει δυνατά και να ζεσταίνει τις αλκυόνες μέχρι να επωαστούν τα αυγά τους. Οι ζεστές αυτές μέρες του Γενάρη ονομάστηκαν γι’ αυτό το λόγο αλκυονίδες μέρες.

Χορωδία στον 'Αη-Στράτη. Διευθύνει ο Νίκος Μάργαρης. Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ).

Χορωδία στον ‘Αη-Στράτη. Διευθύνει ο Νίκος Μάργαρης.
Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ).

9. βραγιά η: 1. το καθένα από τα καλλιεργημένα τμήματα κήπου που είναι φυτεμένος με άνθη ή λαχανικά: Mια ~ φυτεμένη με ντομάτες / λουλούδια. Σκαλίζω / ποτίζω τη ~. 2. φυσικός φράχτης κήπου. [ίσως ιταλ. (διαλεκτ.) bra(ia) -ιά].

10. μπάτης ο: ελαφρός και δροσερός άνεμος που έρχεται από τη θάλασσα· θαλασσινή αύρα: Φυσάει / δροσίζει ο ~. [ίσως τουρκ. bati [batí] «δυτικός άνεμος» (μετακ. τόνου;)].

11. Ανδρομάχη (μυθολογία): Στην ελληνική μυθολογία η Ανδρομάχη ήταν η σύζυγος του Έκτορα, η κόρη του Ηετίωνα, βασιλιά της «Υποπλακίης Θήβης», όπως την ονομάζει ο Όμηρος στην Ιλιάδα. Γιος της Ανδρομάχης και του Έκτορα ήταν ο Αστυάνακτας, ή Σκαμάνδριος, που μετά τον Τρωικό πόλεμο οι νικητές τον κρέμασαν από τα τείχη της Τροίας. Ο Έκτορας σκοτώθηκε επειδή δεν είχε ακούσει τη συμβουλή της Ανδρομάχης να μη μονομαχήσει με τον Αχιλλέα. Η Ανδρομάχη θρήνησε για τον θάνατό του όταν ο Αχιλλέας τον έσερνε πίσω από το άρμα του στο `Ιλιον Πεδίον, και πάλι όταν ο πεθερός της Πρίαμος, βασιλιάς της Τροίας, έφερε τη σορό του στο ανάκτορο, πρώτη εκείνη, κρατώντας το κεφάλι του μέσα στις χούφτες της (Ιλιάδα, Ω 725-745). Μετά την άλωση της Τροίας, η Ανδρομάχη πιάστηκε αιχμάλωτη και, στη διανομή ανάμεσα στους νικητές, έπεσε στον κλήρο του Νεοπτόλεμου, γιού τού νεκρού πια Αχιλλέα.

12. Η Ηγερία λεγόμενη και Εγερία ήταν πρόσωπο της Ρωμαϊκής Μυθολογίας. Πρόκειται για την «Egeria» των Λατίνων. Αρχικά ήταν Νύμφη και αργότερα σύζυγος του μυθικού Βασιλιά και νομοθέτη Νουμά Πομπιλίου, του δεύτερου βασιλιά της Ρώμης, ο οποίος για να προσδώσει περισσότερο κύρος στους νόμους του έλεγε ότι αυτούς τους υπαγόρευε σ’ αυτόν η Νύμφη Ηγερία που τη συναντούσε στο δάσος. Η Ηγερία λατρευόταν επίσης και ως προστάτις των γυναικών κατά τον τοκετό. Το όνομα «Ηγερία» χρησιμοποιείται σήμερα σε εκφράσεις προς ένδειξη φίλης που διακρίνεται στις τέχνες και ειδικότερα σ’ εκείνες που ασκούν ιδιαίτερη επιρροή στο δημόσιο βίο κυρίως επιφανών ανδρών.

13. βαλαντωμένος, -ή, -ο (μτχ. παθ. πρκ. του ρ. βαλαντώνω): (προφ., λαϊκότρ.) 1. κουρασμένη, καταβεβλημένη, εξαντλημένη σωματικά (κυρ. από κόπο ή ζέστη): Tη βρήκα βαλαντωμένη απ΄ το κλάμα, καταβεβλημένη από το πολύ κλάμα. 2. στενοχωρημένη υπερβολικά, θλιμμένη, καταβεβλημμένη ψυχικά.

14. δρολάπι το (ουδέτερο): ισχυρή βροχή με δυνατό άνεμο. Συνώνυμα: ανεμοβρόχι.

15. «Στη Μακρόνησο (7ος Λόχος) ο Κώστας Γαβριηλίδης με το μεγάλο κύρος του και τη μεγάλη κοινωνική και πολιτική του ευρύτητα συντέλεσε καθοριστικά, στο πολύ δύσκολο -στη φάση εκείνη- πρόβλημα, πραγματοποίησης της αγωνιστικής ενότητας μεταξύ όλων των πολιτικών κρατουμένων, και εκείνων που άντεξαν περισσότερο και εκείνων που άντεξαν λιγότερο, μέσα από τη σκληρή δοκιμασία και τα ανείπωτα βασανιστήριά τους, με αποτέλεσμα στις εκλογές που επακολούθησαν μεταξύ Λαϊκού Κόμματος και Πλαστήρα, να υπερψηφιστεί από όλο το στρατόπεδο, το κόμμα το Πλαστήρα». (Βλ. Κώστα Νάσης, ΚΩΣΤΑΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, Λαϊκός αγωνιστής και άξιος ηγέτης της αγροτιάς, εφημερίδα Ριζοσπάστης, Τρίτη 30 Σεπτέμβρη 1997, σελ. 12).

16. Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά.

17. Νίτσα Γαβριηλίδου, ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ-30 ΓΕΝΑΡΗ 1950, Απόψε χτυπούνε τις γυναίκες, εφημ. Ριζοσπάστης, Παρασκευή 30 Γενάρη 2004, σελ. 16.

18. Πολυμέρη Βόγλη, Εξόριστοι στα χρόνια του Εμφυλίου, εφημερίδα Καθημερινή, Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2012.

Άη-Στράτης 1951

Άη-Στράτης 1951

19. Βαρδής Βαρδινογιάννης, Οι μισοί στα σίδερα: Όταν άνοιξαν οι βαριές αμπάρες κι έκλεισαν μέσα τους το μισό έθνος/Βαρδή Β. Βαρδιρογιάννη, Παναγιώτη Γ. Αρώνη, εκδόσεις Φιλίστωρ, 1η έκδοση, Αθήνα 1996, (Ιστορία και Μνήμη·5).

20. Όλες οι φωτογραφίες από το αρχείο Βασίλη και Βύρωνα Μανικάκη είναι αντλημένες από το λεύκωμα που εξέδωσε το 1999 το Υπουργείο Αιγαίου, ΑΗ ΣΤΡΑΤΗΣ Φωτογραφικά Ίχνη (1940-1970), Αρχείο Βασίλη Μανικάκη.

21. Ο αγωνιστής Χρίστος Ιακωβίδης βρέθηκε στον Αη-Στράτη στον τρίτο κλωβό, στην ίδια σκηνή με τον Μενέλαο Λουντέμη. (βλ. Διονύσης Γεωργάτος, Πέθανε ο αγωνιστής Χρίστος Ιακωβίδης, εφημερίδα Ριζοσπάστης, Κυριακή 27 Γενάρη 2008, σελ. 29).

22. Μενέλαος Λουντέμης, Κραυγή στα πέρατα, ποιήματα, εκδόσεις Δωρικός (έκδοση τέταρτη), Αθήνα 1977, σελ. 104-106.

23. Ο Ιωνάς ήταν προφήτης ο οποίος αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη. Έζησε τον 8ο αιώνα π.Χ., την εποχή του βασιλιά Ιεροβοάμ του Β’. Ο Θεός τον πρόσταξε να πάει στη Νινευή και να πείσει τους αμαρτωλούς κατοίκους της να μετανοήσουν. Ο Ιωνάς όμως δεν υπάκουσε. Μπήκε σ’ ένα καράβι κι αντί να πάει στη Νινευή, τράβηξε για την Θαρσείς. Τότε, από την οργή του Θεού, ξέσπασε τέτοια τρικυμία, που το πλοίο κινδύνευε να βουλιάξει. Ταραγμένοι, πλήρωμα κι επιβάτες, περίμεναν μοιρολατρικά το χαμό τους. Ο καπετάνιος, πάνω στην απελπισία του, πρότεινε να ρίξουν κλήρο για να δουν ποιος φταίει για το κακό που τους βρήκε. Κι ο κλήρος έπεσε στον Ιωνά, που έτσι ομολόγησε το βαρύ παράπτωμά του απέναντι στο Θεό. Τον έριξαν λοιπόν στη θάλασσα, που αμέσως ηρέμησε και τον κατάπιε ένα τεράστιο κήτος. Το μεγάλο ψάρι εξέμεσε τον απρόθυμο να υπακούσει στον Θεό Ιωνά. Τρεις μέρες έμεινε στην κοιλιά του κήτους και στο διάστημα αυτό προσευχόταν ακατάπαυστα στο Θεό, παρακαλώντας να τον συγχωρέσει. Την τρίτη μέρα το κήτος πλησίασε στη στεριά και τον έβγαλε από το στόμα του. Ο Ιωνάς ευχαρίστησε το Θεό που τον συγχώρεσε και πήγε κατόπι στη Νινευή, όπου κήρυξε στους κατοίκους τη μετάνοια και τους έσωσε.

24. κιβούρι (ουδέτερο): 1. το φέρετρο, 2. ο τάφος.

25. φερέοικος (επίθετο): 1. (εδώ) αυτός που κουβαλάει το σπίτι του, ο περιπλανώμενος. 2. αυτός που έχει κέλυφος ή καβούκι, ιδίως για το σαλιγκάρι. [< φέρω + οίκος] (επίθετο).

26. Ο Ροβινσώνας Κρούσος (Robinson Crusoe) είναι μυθιστόρημα του Ντάνιελ Νταφόε, το οποίο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1719. Επιστολικό, εξομολογητικό και διδακτικό στη μορφή του, το βιβλίο είναι μία φανταστική αυτοβιογραφία του ομώνυμου χαρακτήρα -ενός ναυαγού που πέρασε 28 χρόνια σε ένα απομακρυσμένο τροπικό νησί κοντά στο Τρινιντάντ, αντιμετωπίζοντας κανίβαλους, αιχμαλώτους και στασιαστές πριν διασωθεί.

27. ζαλώνομαι [< παθητική φωνή του ζαλώνω]: φέρνω ένα φορτίο στους ώμους μου για να το μεταφέρω. Συνώνυμα: φορτώνομαι, ζαλικώνομαι.

28. Γιώργου Φαρσακίδη, Μακρόνησος. Α.Ε.Τ.Ο.-Ε.Σ.Α.Ι. 1949-1950, σχέδια και κείμενα Γιώργου Φαρσακίδη, επιμέλεια-διόρθωση: Ν. Καρτσάς-Μ. Βλαχοπούλου, καλλιτεχνική επιμέλεια: Γιώργος Φαρσακίδης, εκδόσεις Σκυτάλη, 4η έκδοση, σελ. 67. (ΕΣΑΙ = σημαίνει Ειδικό Στρατόπεδο Αναμορφώσεως Ιδιωτών).

Εξόριστοι στον Αη Στράτη (Αρχείο Βασίλη και Βύρωνα Μανικάκη).

Εξόριστοι στον Αη Στράτη (Αρχείο Βασίλη και Βύρωνα Μανικάκη).

29. Την ίδια περίοδο στο Τρίκερι του Παγασητικού, τόπο εξορίας των γυναικών, βρισκόταν μαζί με την κόρη τους Μυρτώ η γυναίκα του Μενέλαου Λουντέμη αλλά και η δημοφιλής καλλιτέχνης της εποχής Καίτη Ντιριντάουα, σύζυγος του ηθοποιού Κώστα Χατζηχρήστου (Βλ. Στέλλα Κεμανετζή, Γέμισαν με… τουρίστες οι τόποι εξορίας, εφημερίδα Το Έθνος, Τρίτη 28/02/2012).

30. Βαρδής Βαρδινογιάννης, Οι μισοί στα σίδερα, ο.π., σελ. 209-210.

31. Βαρδής Βαρδινογιάννης, Οι μισοί στα σίδερα, ο.π., σελ. 209-210.

32. Ο Κώστας Γαβριηλίδης γεννήθηκε στις 31/12/1897 στο Κάτω Τσαπίκ του Νομού Καρς στον Νότιο Καύκασο. Στα 20 χρόνια του υπηρετεί την θητεία του στον τσαρικό στρατό κι εκεί τον βρίσκει και η επανάσταση του 1917. Το καλοκαίρι του 1920 θα εγκαταλείψει με την οικογένειά του την Ρωσία και θα εγκατασταθεί στο χωριό Κοκκινιά του Κιλκίς. Το 1923, με την ίδρυση του ΑΚΕ (Αγροτικό Κόμμα Ελλάδας) o Γαβριηλίδης θα ενταχθεί στις γραμμές του. Aπό το 1932 έως το 1935, ο Κώστας Γαβριηλίδης, εκλέγεται βουλευτής του ΑΚΕ στην Θεσσαλονίκη. Με την ίδρυση του Παλλαϊκού Μετώπου, το 1936 από το ΚΚΕ και το ΑΚΕ, ο Γαβριηλίδης κατέρχεται στις δημοτικές εκλογές του Κιλκίς και κερδίζει την έδρα του δημάρχου. Αργότερα, και με την κήρυξη της μεταξικής δικτατορίας, συλλαμβάνεται και εξορίζεται στην Ανάφη. Το 1937 δραπετεύει και συλλαμβάνεται ξανά το 1938 στην Αθήνα. Μετά από σύντομη δίκη στέλνεται στα μπουντρούμια της Κέρκυρας. Με την είσοδο των Γερμανών στη Ελλάδα συλλαμβάνεται εκ νέου στις 02/07/1941 και κλείνεται στα στρατόπεδα της Λάρισας και των Τρικάλων. Αργότερα θα αφεθεί ελεύθερος σαν ασθενής και θα ανέβει στα βουνά μαζί με τους αντάρτες του ΕΛΑΣ. Εκεί θα του δοθεί μια θέση στην ΚΕ του ΕΑΜ καθώς και το Υπουργείο Γεωργίας στην ΠΕΕΑ (Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης). Είχε συλληφθεί αρχικά απ’ τον Ζέρβα και είχε σταλεί εξορία στην Ικαρία, την Μακρόνησο και τον Άη-Στράτη. Λόγω της κακής κατάστασης της υγείας του θα αφεθεί το 1950 προσωρινά ελεύθερος.

33. Αυτός και ακόμα έξι εξόριστοι θα αποτελέσουν την πρώτη κοινοβουλευτική ομάδα της ΕΔΑ. Το εκλογοδικείο σύντομα θα ακυρώσει την βουλευτική τους ιδιότητα και ολόκληρη η κοινοβουλευτική ομάδα θα εκτοπιστεί εκ νέου στον Άη-Στράτη.

34. φθίνω (μόνο στο ενεστ. θ.) : 1. υφίσταμαι, βρίσκομαι σε συνεχή ή σταδιακή φθορά, παρακμή, μαρασμό. 2. βρίσκομαι σε μια πορεία μείωσης, ελάττωσης.

35. Και στο διάστημα από τότε που έπαθε το εγκεφαλικό επεισόδιο στις 17 του Σεπτέμβρη 1952 (συνέπεσε στην κακιά εκείνη ώρα να είμαι και εγώ μαζί του) ως τις 27 του ίδιου μήνα και μετέπειτα ολόκληρο το στρατόπεδο των εξορίστων μαζί και όλο το χωριό του Άη-Στράτη βυθίστηκαν σε μεγάλο πένθος. Κανένας όμως δε θα μπορέσει να ξεχάσει την τόσο απάνθρωπη συμπεριφορά και τη σκληρότητα των Αστυνομικών Αρχών και της κυβέρνησης, της εποχής εκείνης, που παρ’ όλες τις διαμαρτυρίες των συνεξορίστων του, αρνήθηκαν επίμονα να τον μεταφέρουν στην Αθήνα, όταν έπαθε το εγκεφαλικό επεισόδιο. Αλλά και όταν τον μετέφεραν πεθαμένο, δεν άφησαν καμιά συνοδεία των εξορίστων να τον ακολουθήσει. Στο δραματικό αυτό ταξίδι, σ’ ένα παλιοκάικο, μόνο του, μες στο πέλαγος, συνόδεψε τη σορό του, μόνο η κόρη του Νίτσα μαζί με τον απεσταλμένο – τότε – από την ΕΔΑ γιατρό – αείμνηστο – Γιώργο Σπηλιόπουλο. Και όχι μόνο αυτό, αλλά δεν τον πέρασαν καθόλου από την προκυμαία του Πειραιά που τον περίμενε ο κόσμος. Τον μετέφεραν ινγκόγκνιτο στο λιμάνι της Αθήνας και από κει στο 3ο Νεκροταφείο Νίκαιας και κηδεύτηκε, όπως όπως, ενώ είχε προγραμματιστεί να ταφεί στο Πρώτο Νεκροταφείο. Αλλά ο Κώστας Γαβριηλίδης συνεχίζει να παραμένει, αθάνατος στη μνήμη, όλων όσοι τον γνώρισαν και σύμβολο της αγροτιάς στους παραπέρα αγώνες της. (Βλ. Κώστα Νάσης, ΚΩΣΤΑΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, Λαϊκός αγωνιστής και άξιος ηγέτης της αγροτιάς, εφημερίδα Ριζοσπάστης, Τρίτη 30 Σεπτέμβρη 1997, σελ. 12).

36. Μενέλαος Λουντέμης, Κραυγή στα πέρατα, ποιήματα, εκδόσεις Δωρικός, 4η έκδοση, Αθήνα 1977, σελ. 107-109.

37. αργαλίσια πετσέτα: πετσέτα υφασμένη σε αργαλ(ε)ιό.

38. ξερα(γ)κιανός -ή -ό: για άνθρωπο πολύ αδύνατο, λιπόσαρκο, συνήθ. ψηλό, με όψη στεγνή: Ήταν ένας άνθρωπος πενήντα χρονών πια, ψηλός και ~. || Ξερακιανό κορμί. Ξερακιανά πόδια. [ξέρακ(ας) «ξερό δέντρο» (< ξερ(ός) -ακας) -ιανός].

Άη-Στράτης. Οι εργαζόμενοι στον φούρνο των εκτοπισμένων. Η πινακίδα «Αρτοποιείον Ο.Σ.Π.Ε.Α.Σ.» δεν ήταν δυνατόν να αναρτηθεί, γιατί οι Ομάδες Συμβίωσης Πολιτικών Εξορίστων ήταν πλέον παράνομες. (Αρχείο Βασίλη και Βύρωνα Μανικάκη).

Άη-Στράτης. Οι εργαζόμενοι στον φούρνο των εκτοπισμένων. Η πινακίδα «Αρτοποιείον Ο.Σ.Π.Ε.Α.Σ.» δεν ήταν δυνατόν να αναρτηθεί, γιατί οι Ομάδες Συμβίωσης Πολιτικών Εξορίστων ήταν πλέον παράνομες.
(Αρχείο Βασίλη και Βύρωνα Μανικάκη).

39. βάβα η & βάβω η: (λογοτ., λαϊκότρ.) γιαγιά. [μσν. *βάβα, βαβά < σλαβ. baba· μσν. *βάβω (πρβ. μσν. μπάμπω) < σλαβ. babo, κλητ. της λ. baba].

40. κουρμπάνι το: (λαϊκότρ.) στην έκφραση έχουμε κουρμπάνια, χαρές και πανηγύρια. [τουρκ. kurban «σφάγιο θυσίας» (αραβ. guraban) -ι (η ελλην. σημ. από τη μεγάλη γιορτή των Οθωμανών kurban bayrami `μπαϊράμι΄ που συνοδευόταν από θυσία ζώων).

41. αχός ο: (λογοτ., λαϊκότρ.) συγκεχυμένος, ακαθόριστος ή υπόκωφος ήχος: Ο ~ της τρικυμισμένης θάλασσας / της θύελλας / της μάχης.

42. Βαρδής Βαρδινογιάννης, Οι μισοί στα σίδερα, ο.π., 1996.

43. Γιώργου Φαρσακίδη, Μακρόνησος. Α.Ε.Τ.Ο.-Ε.Σ.Α.Ι. 1949-1950, ο.π., σελ. 68.

44. Μενέλαος Λουντέμης, Κραυγή στα πέρατα, ποιήματα, εκδόσεις Δωρικός, 4η έκδοση, Αθήνα 1977, σελ. 118-120.

45. πυρρίχιος -α -ο: ~ χορός και ως ουσ. ο πυρρίχιος, ονομασία χορού, του οποίου οι κινήσεις μιμούνται αντίστοιχες κινήσεις αρχαίου πολεμιστή σε ώρα μάχης: Ο ποντιακός / αρχαίος ελληνικός ~. || (μετρ.) Ο ~ πόδας. Tο πυρρίχιο μέτρο. [λόγ. < ελνστ. πυρρίχιος «που αναφέρεται στο χορό πυρρίχη (αρχ.)»].

46. Μενέλαος Λουντέμης, Κραυγή στα πέρατα, ποιήματα, εκδόσεις Δωρικός, 4η έκδοση, Αθήνα 1977, σελ. 116-117.

47. Ο Γιώργος Φαρσακίδης ήταν σκηνογράφος περισσοτέρων από 20 θεατρικών παραστάσεων που δόθηκαν στον Αη-Στράτη κατά την περίοδο 1950-1960, μαζί με πολλούς άλλους εξόριστους Έλληνες καλλιτέχνες.

48. ευτράπελος -η -ο: (εδώ) για κτ. που είναι αστείο, που προκαλεί γέλιο: Ευτράπελες ιστορίες / διηγήσεις.[λόγ. < αρχ. εὐτράπελος].

49. Ο μαύρος Οθέλος στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Σαίξπηρ ήταν αξιωματικός του στρατού της Δημοκρατίας της Βενετίας. Κρυφά παντρεύτηκε την όμορφη νεαρή και εύγλωττη Δυσδαιμόνα χωρίς τη συναίνεση του πατέρα της, Βραβάντιου.

50. Γρηγόρης Χαλιακόπουλος, Μνήμες από το θέατρο του Αϊ-Στράτη, Μοναδικές στιγμές σπουδαίων Ελλήνων καλλιτεχνών που δημιούργησαν στην εξορία κατά την περίοδο 1950-1960, εφημερίδα Καθημερινή, 13/08/2011.

51. Απόσπασμα από γράμμα του Χρίστου Δαγκλή (29 Σεπτεμβρίου 1951) προς τη Βικτωρία Θεοδώρου, επίσης εξόριστη στο Τρίκερι.

Δείτε ακόμα:
Μουσείο Δημοκρατίας στον Αη Στρατη

 

Share This Post

Τελευταίες Ειδήσεις

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.