Dimitris Damaskinos

Μενέλαος Λουντέμης: Από την Ικαρία της συμπόνιας και της αλληλεγγύης στο πέτρινο φίμωτρο της Μακρονήσου…

Μενέλαος Λουντέμης: Από την Ικαρία της συμπόνιας και της αλληλεγγύης στο πέτρινο φίμωτρο της Μακρονήσου…
Decrease Font Size Increase Font Size Text Size Print This Page
Ξέρω. Το μαξιλάρι σου καίει / Σαν τον μαρτυρικό τροχό. /Το γέμισαν από βραδύς / Οι δήμιοι των ύπνων μας / Με αναμμένα καρφιά / Μα εσύ κοιμήσου. Κοιμήσου. / Έστω κι αν στέκουν από πάνω σου / Με το όπλο “επί σκοπόν” / Και με το δάχτυλο στη σκαντάλη / Δύο διμοιρίες εφιάλτες. / Εσύ κοιμήσου. / Κοιμήσου. / Και στην άκρη του ορίζοντα / Ακούονται οι ρωγμές / Που κάνει η ήλιος / Στα κάστρα της νύχτας. / Μα εσύ κοιμήσου. (Μενέλαος Λουντέμης, Θα ξημερώσει ). 6

Ξέρω. Το μαξιλάρι σου καίει / Σαν τον μαρτυρικό τροχό. /Το γέμισαν από βραδύς / Οι δήμιοι των ύπνων μας / Με αναμμένα καρφιά / Μα εσύ κοιμήσου. Κοιμήσου. / Έστω κι αν στέκουν από πάνω σου / Με το όπλο “επί σκοπόν” / Και με το δάχτυλο στη σκαντάλη / Δύο διμοιρίες εφιάλτες. / Εσύ κοιμήσου. / Κοιμήσου. / Και στην άκρη του ορίζοντα / Ακούονται οι ρωγμές / Που κάνει η ήλιος / Στα κάστρα της νύχτας. / Μα εσύ κοιμήσου. (Μενέλαος Λουντέμης, Θα ξημερώσει ). (6)

Του Δημήτρη Δαμασκηνού,

εκπαιδευτικού Δ.Ε.-ιστορικού, negreponte2004@yahoo.gr

    Στις πρώτες σελίδες του αυτοβιογραφικού μυθιστορήματος  Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα 1 ο Μενέλαος Λουντέμης το 1949 λιπόσαρκος 2 και σακατεμένος από το ξύλο 3, βρίσκεται ακόμα εξόριστος στην Ικαρία 4, περιμένοντας μέρα τη μέρα να τον μπαρκάρουν για τη Μακρόνησο 5.

    Τα πάθη του ο συγγραφέας τα διηγείται σε πρώτο πρόσωπο: «Εμείς είμαστε ακόμα στην Ικαρία», θα γράψει χρησιμοποιώντας εμφαντικά το εμείς, για να εντάξει  βέβαια το ταπεινό του σαρκίο στην πολυπληθή ομάδα των συνεξόριστων συντρόφων του που έχουν κατακλύσει το νησί 7 και μεταφέρονται «συνοδεία» με τα βαπόρια που πύκνωσαν τα δρομολόγιά τους στη Μακρόνησο.

    «Κι είναι Άνοιξη! Ντροπαλά αεράκια μαλώνουν συναμεταξύ τους. Σηκώνουν χνούδια και πουλιά. Και χαρτάκια μ’ ανορθογραφίες: ‘Όσον περί εμέ… βρίσκομαι στα τελευταία μου. Κατά τ’ άλλα… είμαι καλά! Τρομαγμένα ξεμύτισαν φέτος τα μπουμπούκια. Η αγάπη κρυβόταν στις γωνίες και σκέπαζε με την απαλάμη τα φιλιά της. Φέτος δε θάχουμε φρούτα. Τα σκότωσαν όλα πάνω στον ανθό. Μόνο τα πουρνάρια πρασινίζουν άφοβα -άγρια μες στην ασκήμια τους. Αυτά μόνο. Κι οι χωροφύλακες.» 8, που έχουν κατακλύσει το νησί, δούλοι: «που κάποτε γίνονται αφέντες. Κι οι αφέντες που προέρχονται από δούλους είναι σκληρότεροι από τους αφέντες των δούλων» 9.

    Ο Μενέλαος Λουντέμης ζώντας ως εξόριστος στην Ικαρία, όλο αυτόν τον καιρό μετά την ήττα του Δεκέμβρη, έχοντας σε πρώτη φάση τις εμπειρίες και τα βιώματα του καταδιωκόμενου και ύστερα του πολιτικού εξόριστου, καταγράφει προσεκτικά τις δραματικές του αναμνήσεις σ’ ένα χειρόγραφο που -για να μη χαθεί- έχει αντιγράψει σε δύο αντίγραφα. Το ένα, προσεκτικά κρυμμένο στο κούφωμα μέσα στο καρφωμένο τακούνι του παπουτσιού του, το κουβαλάει συνέχεια πάνω του, ενώ το άλλο το εμπιστεύεται στην ασπρομάλλα Ζωίτσα, μιαν Ικαριώτισσα που έδινε πολλές φορές τα λιγοστά ραδίκια από τον κήπο της στον Μενέλαο Λουντέμη, τη μόνη του τροφή, «γιατί δεν δέχονταν τίποτ’ άλλο το στομάχι μου» 10.

    «Η Ικαρία… Πρέπει να τη βαφτίσουμε ‘Συμπόνοια'», γράφει ο συγγραφέας 11 και συνεχίζει για την παροιμιώδη αλληλεγγύη των Iκαριωτών στους πολιτικούς εξόριστους επισημαίνοντας: «Οι Ικαριώτες… Θυμούμαι πέρσι πούμασταν στο  άλλο χωριό, το Mαυράτο. Γη δεν είχε ούτε κείνο… Λίγη αλεσμένη πέτρα όπου φυτεύανε δέκα μαρούλια και πέντε κρεμμύδια. Mα κανένας τους δεν τα γεύτηκε. Όλα τα τάιζαν σ’ εμάς. Tα πετούσαν κρυφά τις νύχτες απ’ τα μεσότοιχα. Mια μέρα μας έστειλαν αγγαρεία στην πέτρα. Tα πεζούλια απ’ όπου περνούσαμε ήταν στρωμένα με φρεσκοκομμένα σύκα. Tάχαν αφηγμένα στιβίτσες στιβίτσες απάνω στα συκόφυλλα για να τα βρούμε γυρνώντας απ’ τη σκληρή δουλειά. Aλλά τι να πρωτοθυμηθώ; Tο γάλα… Tο κάθε σπίτι είχε από μια κατσικίτσα, κι ένα σωρό παιδιά. Tα παιδιά αυτά από τότε που πήγαμε εμείς χάσανε το γάλα τους. Mας τόδιναν με χίλιες πονηριές για τους αρρώστους μας. Το ξέρανε πως ο Χλαμούτσης ήταν ικανός να τους εκτελέσει επί τόπου αν τους έπιανε. Το ξέρανε. Αλλά δεν έκαναν πίσω» 12.

38

Pάχες 1947. Oμάδα εξορίστων και ανάμεσά τους με το ραβδί 0 Mίκης Θεοδωράκης. Ακριβώς πίσω από τον Θεοδωράκη ο Μένιος Τσερώνης. Στην Ικαρία το ίδιο διάστημα βρέθηκαν ως εξόριστοι και ο Λάκης Σιάντας 15 , ο Ρούσος Κούνδουρος, ο Μήτσος Παρτσαλίδης, ο Φοίβος Ανωγιαννάκης και πολλοί άλλοι γνωστοί αγωνιστές του ΕΑΜικού κινήματος. Ανάμεσά τους και ο Ευάγγελος Μαχαίρας που αναφέρει πως, όταν το καλοκαίρι του 1948 μεταφέρθηκε από τον Χρυσόστομο στο Μαυράτο της Ικαρίας, βρήκε εκεί τον Μενέλαο Λουντέμη κι έκαναν καθημερινή παρέα «σ’ ένα «θάλαμο» Ποντίων, που είχαν μια λύρα και μας τραγουδούσαν ποντι¬ακά τραγούδια ή μας έλεγαν ποντιακά ανέκδοτα» 16.

    «Από την άλλη πλευρά», θα σημειώσει η κ. Ελένη Μαμουλάκη, «οι εξόριστοι πρόσφεραν τις γνώ­σεις και τις υπηρεσίες τους σε πολλούς τομείς της κα­θημερινής ζωής στο νησί. Αυτός ήταν ένας τρόπος να «ανταποδώσουν» τη φιλοξενία των ντόπιων και να κάνουν πράξη το όραμα μιας κοινωνία ισότητας και αλληλεγγύ­ης. Υπήρχαν πολλοί εκπαιδευτικοί που έκαναν μαθήματα στα παιδιά του νησιού, γιατροί που πρόσφεραν τις υπη­ρεσίες τους στους ντόπιους, άνθρωποι του θεάτρου που ανέβασαν παραστάσεις τις οποίες παρακολουθούσαν και οι ντόπιοι, μουσικοί και ζωγράφοι που δίδαξαν και δημι­ούργησαν, αλλά και ένας τεράστιος αριθμός εργαζομέ­νων από όλα τα επαγγέλματα που πρόσφερε εργασία σε κοινωφελή τεχνικά έργα όπως πλακοστρώσεις δρόμων, έργα ύδρευσης, κατασκευές κ.α 13. Έχουμε, λοιπόν, έναν εντυπωσιακό βαθμό αυτοοργάνωσης των ντόπιων και των εξορίστων, με πρακτικές, που στο πλαίσιο της φιλο­ξενίας, οδήγησαν σε κοινωνικές και πολιτισμικές ζυμώ­σεις που επηρέασαν τη ζωή τόσο των μεν όσο και των δε» 14.

    Ο ίδιος ο Μενέλαος Λουντέμης παραμένει στην Ικαρία μέχρι «το έμπα του Ιούνη» 17. Τότε μεταφέρεται σιδηροδέσμιος από δύο όργανα της τάξεως στο Διοικητήριο του Άη-Κήρυκα, παραδίδεται στον υπομοίραρχο με τα «συνοδευτικά» του έγγραφα και εγκλείεται σ’ ένα γεμάτο από θανατοποινίτες αγωνιστές, βρώμικο και σκοτεινό κελλί «που βράζει σα σκουληκοφωλιά» 18.

    Το επόμενο πρωί, απ’ τα χαράματα κιόλας, οδηγείται σ’ ένα βαρυεστημένο καϊκάκι που τον περίμενε υπομονετικά στο αραξοβόλι 19 του. Το μοτόρι σε λίγο βάζει μπρος με κατεύθυνση τον Εύδηλο, για να επιβιβαστεί το βραδάκι με τη συνοδεία του χωροφύλακα Σκουπίδα στο βαπόρι με προορισμό το Λαύριο. Η θαλασσοταραχή, ωστόσο, αναγκάζει τον καπετάνιο ν’ αναζητήσει ασφαλές καταφύγιο στο Βαθύ της Σάμου, όπου φτάνουν αργά το βράδυ της επόμενης μέρας:

     Γι’ αυτή του την εμπειρία γράφει χαρακτηριστικά ο Μενέλαος Λουντέμης: «… Το βαπόρι αργά, βουβά, ήρθε και φουντάρησε 20 αντίκρυ από το Λιμεναρχείο. Άδεια ήταν όλη η παραλία. Η κυκλοφορία απαγορευόταν μετά τη δύση του ήλιου. Τα σπίτια όλα μανταλωμένα 21. Οι μόνοι που κυκλοφορούσαν ελεύθερα ήταν εκείνοι που απαγόρευαν την ελεύθερη κυκλοφορία.

    Με κατέβασαν σε μια βάρκα μαζί με το φρουρό μου. Το κέφι του Σκουπίδα ήταν μαύρο.

-Τί μας έφεραν εδώ; μουρμούριζε και κυττούσε ολοένα κατά τα βουνά. Τα τηράς 22; μου λέει… όλα τούτα είναι γιομάτα κατσαπλιάδες 23 & 24. Μην τους χαίρεσαι. Κλάφτους. Όπου νάναι τελειώνουν τα ψωμιά τους. Στραβωμάρα είχαν και μας έφεραν μες στη μύτη τους; » 25.

    Σε λίγο ο Μενέλος Λουντέμης οδηγείται εξαντλημένος στο κρατητήριο και σπρώχνεται σ’ ένα μπουντρούμι 26 μπουκωμένο βαριά αποφορά από τσιγαρίλες και ποδαρίλες, να περάσει τη νύχτα ανάμεσα σε μεροκαματιάρηδες που έχουν συλληφθεί για μικροπαρανομίες από ένα ανάλγητο στη φτώχεια τους κράτος.

Πολιτικοί εξόριστοι στα Θέρμα πλένουν τα ρούχα τους στο ποτάμι, Ικαρία 1947 (φωτογραφία του Γ. Καπετάνου).

Πολιτικοί εξόριστοι στα Θέρμα πλένουν τα ρούχα τους στο ποτάμι, Ικαρία 1947 (φωτογραφία του Γ. Καπετάνου).

    Το πρωί που ξυπνά συναναστρέφεται με τους συγκρατούμενούς του και δέχεται τις περιποιήσεις και μοιράζεται το προσφάι με τον μπαρμπα Θαλή Αληφασκή,  έναν γέρο ψαρά που τον έπιασε η αστυνομία ένεκα «αλιείας μετά της δυναμίτιδος» 27. Όταν πέφτει ξανά το σκοτάδι τον βαρύ και τρομαγμένο ύπνο των κρατουμένων διακόπτουν σεισμοί, μπαταριές 28, χαλασμός:

    «Στα όπλα! ούρλιαζαν από παντού. Στα όπλα! Συναγερμός. Καλυφθήτε! Πυρ!

    Τί έτρεξε; «Το αντάρτικο, λέει, έκανε έφοδο στην πόλη». Βλακείες. Κάποιος χωροφύλακας θα τρόμαξε ως φαίνεται από τον ίσκιο του κι άρχισε να πυροβολεί. Κι εδώ λοιπόν τα ίδια. Κι έδώ έκανε έφοδο μεσ’ στην ψυχή τους ο φόβος 29.

    Μα ο χαλασμός ωστόσο ήταν τόσος που λες πως έπεσε η πόλη σε χέρια άγριων κουρσάρων που τώρα περνούσαν τον πληθυσμό από σφαγή και λεηλασία. Ποδοβολητά ακούγονταν από παντού, κλαγγές 30, λαχανιάσματα. Φαίνεται πως όλοι, ο στρατός κι η χωροφυλακή, συγκεντρώνονταν για επίθεση. Τώρα θα συντάσσονται για να τρέξουν κατά τα βουνά. Μα… τα ποδοβολητά αντί ν’ ακουστούν στο πλακόστρωτο ακούστηκαν μέσα, στο διάδρομό μας. Και κει -απομείναμε όλοι!- οι μπούκες 31 των ντουφεκιών αντί να στραφούν προς τα έξω στράφηκαν προς τα μέσα και μας σημάδευαν.

    -Αλτ!.. να μη σαλέψει κανείς… μας φώναξαν πίσω απ’ τους φεγγίτες. Τα κινητά ουραία 32 ετοιμάστηκαν.

    Θα σας καθαρίσουμε όλους!.. ξαναφώναξαν.

    Τα χέρια τους δε φαίνονταν για να δούμε αν έτρεμαν αλλά έτρεμαν οι κάννες τους… Έτρεμαν σα να ήσαν κρεμασμένες στον αέρα.

13836

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μανώλη Διακογιάννη, για να αντιμετωπίσουν οι κυβερνητικοί τον Δημοκρατικό Στρατό στη Σάμο: «στο τέλος, αναγκάστηκαν, μαζί με τον Παπάγο και τον επικυρίαρχο Αμερικανό Βαν Φλιτ, να ‘ρθουν οι ίδιοι στη Σάμο, φέρνοντας μαζί τους εικοσαπλάσιες στρατιωτικές δυνάμεις. Έδωσαν δε αυστηρές εντολές να αδειάσουν όλα τα χωριά, για να μπορέσουν να μας αντιμετωπίσουν με την καμένη γη. Επόμενο ήταν, βέβαια, ότι δε θα αντέχαμε στην άνιση αυτή αναμέτρηση. Ετσι, όταν έγινε η μεγάλη μάχη του Κέρκη στις 21 Ιούλη του ’49, ο αρχηγός μας, Γιάννης Μαλαγάρης, μπροστά στον κίνδυνο να πιαστεί αιχμάλωτος, αυτοκτόνησε 34 μαζί με τους άλλους συντρόφους του» 35.

    Πέρασε ώρα. Η σάλπιγγα κάποτε βουβάθηκε. Οι κάννες αποσύρθηκαν. Είχε σταματήσει και το τρεμούλιασμα. Έξω βασίλευε πάλι ησυχία. Τα πολυβόλα είχαν σταματήσει. Τα βήματα των χωροφυλάκων σύρθηκαν στο διάδρομο. Σε λίγο ξανάγινε ησυχία. Ξημέρωνε. Απ’ έξω ακούστηκαν να κυλούν κάτι ρόδες. Οι βρύσες άρχισαν να τρέχουν» 33 και μπήκε φρικιαστική, άυπνη από το παραθυρόνι η φάτσα του χωροφύλακα Σκουπίδα, για να οδηγήσει τον Μενέλαο Λουντέμη ως τη σκάλα του βαποριού.

    Το βαπόρι πραγματικά ήταν γεμάτο από νέα παιδιά, 20 ως 25 χρονών, που τους πήγαιναν σιδηροδέσμιους για «κατάταξη» στη Μακρόνησο. Ο Μενέλαος Λουντέμης κατέβηκε στο αμπάρι που έβραζε σαν καζάνι, για να υποβληθεί από τους δεσμώτες του, όπως και όλοι οι υπόλοιποι, στο μαρτύριο της δίψας για καμιά εικοσαριά ώρες, όπως σαδιστικά ανακοίνωσε ο ανθυπομοίραρχος από το καπάκι, όσο δηλαδή θα διαρκούσε το ταξίδι για το Λαύριο. Από τις διαμαρτυρίες και τα ξεφωνητά οι ναύτες άνοιξαν τα δύο καπάκια και με τη μάνικα από τη θάλασσα άρχισαν έναν άγριο, αλμυρό καταιονισμό 36 που κράτησε ως μισή ώρα.

    «Φαίνεται ότι η διαταγή ήταν: ‘Φέρτε τους εξαντλημένους, αποκαμωμένους, αλλά όχι νεκρούς. Από τους νεκρούς δεν αποσπώνται δηλώσεις’. Απουσίαζε λοιπόν κι απ’ αυτήν την πράξη κι η παραμικρή υποψία συμπόνιας. Ο σκοπός τους αποκαλύφθηκε γυμνός στα μάτια μας. Οι σφαίρες τους πέφτανε απάνω μας όχι για να μας εξοντώσουν αλλά να μας αχρηστέψουν. Οι νεκροί μεγαλώνουν μια ιδεολογία, δεν την αχρηστεύουν.

    Αυτές τις αλήθειες τις ξέρανε απέξω κι ανακατωτά οι δεσμώτες μας. Γι΄αυτό και τ’ αποσπάσματα δεν έρριχναν πιο πολλούς από είκοσι την ημέρα. Το ποσοστό της φυσικής εξόντωσης το κράτησαν ως το τέλος σ’ αυτά τα μέτρα.

    Τον ηθικό όμως αφανισμό τον άπλωσαν παντού… Τον κάνανε εθνικό πρόγραμμα. Γενικό μαστίγωμα του λαού. Το θύμα θα δέρνεται ώσπου να γίνει ερπετό. Θα φτάνει ως το χείλος του λάκκου που του ανοίγεις… αλλά δε θα τον αφήνεις να πέφτει μέσα. Θα περάσει ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή του δίπλα σ’ αυτόν τον λάκκο. Δίπλα, όχι μέσα. Θάναι πάντα κατάλληλος για θάψιμο, αλλά θα του το αναβάλλετε κάθε μέρα. Αν, τώρα στη διάρκεια αυτής της ‘επεξεργασίας’, μείνει και κανένας στα χέρια σου δε χάλασε ο κόσμος. Δεν είναι το μικρότερο κακό. Είναι το μικρότερο καλό» 37.

    Το βαπόρι άραξε στο Λαύριο κοντά στα ξημερώματα. Τότε ανέβηκαν όλοι στο κατάστρωμα. Το Μακρονήσι ορθωνόταν αντίκρυ ως πέτρινο φίμωτρο.

Σημειώσεις-Παραπομπές

  1. Μενέλαος Λουντέμης, Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα (Σαρκοφάγοι ΙΙ), εκδόσεις Δωρικός, έκδοση Γ’, Αθήνα 1974.
  2. «Τους βλέπεις πώς με κάνανε», θα πει στον πονόψυχο χωροφύλακα Μπαντούνα, που έρχεται και τον βρίσκει στο αναρρωτήριο. «Από εβδομήντα κιλά δεν μ’ αφησανε ούτε σαράντα» (βλ. Μενέλαος Λουντέμης, Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα, ο.π., σελ. 20).
  3. Όχι μόνο στην περίπτωση του Μενέλαου Λουντέμη μα και στους άλλους πολιτικούς εξόριστους στην Ικαρία συχνοί ήταν οι εντελώς αναίτιοι, αδικαιολόγητοι και συστηματικοί ξυλοδαρμοί. Σ’ αυτούς, ερχόταν να προστεθούν η σκόπιμα κακή εξυπηρέτηση της ταχυδρομικής υπηρεσίας καθώς και ο πόλεμος των νεύρων που γινόταν ένας σκελετός καλομελετημένου σχεδίου, για να κάνει τη ζωή των εξορίστων δυσκολότερη, ώστε να παρασυρθούν στον ηθικό και φυσικό ξεπεσμό. «Ο στόχος της Χωροφυλακής, που είχε την ευθύνη για τον έλεγχο και την… αναμόρφωση των εξορίστων, ένας: Η «δήλωση»», όπως αναφέρει το κεντρικό άρθρο της εφημερίδας της ΟΣΠΕ Αγ. Δημήτρης. (Αναστασία Μοσχόβου, Πολιτικοί Εξόριστοι της Ικαρίας. Κυψέλες ζωής και δημιουργίας μέσα στην εξορία, εφημερίδα Ριζοσπάστης, Κυριακή 3 Οχτώβρη 2004, σελ. 18).
  4. «Στην Ικαρία δεν υπήρχαν στρατόπεδα συγκέντρωσης εξορίστων όπως σε άλλες περιοχές. Οι εξόριστοι έφθαναν στο νησί με πολεμικά πλοία που ξεφόρτωναν το «φορτίο» των αμπαριών τους σε μικρά καΐκια ντόπιων ψαράδων του Εύδηλου ή του Αγίου Κήρυκου. Από εκεί η χωροφυλακή αναλάμβανε τη συγκέντρωση των εξορίστων, την καταλογογράφησή τους και την αποστολή τους σε διάφορα χωριά όπου θα παρέμεναν. Πολλά χωριά του νησιού φιλοξένησαν πολιτικούς κρατουμένους, χωριά όπως οι Ράχες, το Γυαλισκάρι, ο Αρμενιστής και ο Νας, και σε όλα τα χωριά οι πολιτικοί εξόριστοι γνώρισαν τη φιλοξενία και τη ζεστασιά του ικαριώτικου λαού». [βλ. Σκίντσας Γιώργος, Μίκης Θεοδωράκης: Στα χρόνια της εξορίας στην Ικαρία (1947-1948), εφημερίδα Το Βήμα, 13/03/2015].
  5. Είναι, επίσης, αξιοσημείωτο πως ο οικονομολόγος και μέλος του ΔΣ του ΠΟΔΕ (Πολιτιστικός Οργανισμός του Δήμου Ευδήλου) Σ. Φράγκος στο συνέδριο «Το πολιτιστικό ταξίδι των εξορίστων στο Αιγαίο», με επίκεντρο το χρονικό διάστημα 1947-1949, το οποίο πραγματοποιήθηκε το 2004 στον Εύδηλο της Ικαρίας, μετά από πρωτοβουλία του ΠΟΔΕ ανέδειξε το στοιχείο που καταγράφεται στα «Ικαριακά» (Δεκέμβρης 1987), εφημερίδα που εξέδιδε η Πανικαριακή Κοινότητα Αθηνών, σύμφωνα με την οποία ο Μ. Λουντέμης έγραψε το μυθιστόρημα Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα, το διάστημα της εξορίας του στην Ικαρία.  (βλ. Αναστασία Μοσχόβου, Πολιτικοί εξόριστοι της Ικαρίας. Κυψέλες ζωής και δημιουργίας μέσα στην εξορία, εφημερίδα Ριζοσπάστης, Κυριακή 3 Οχτώβρη 2004, σελ. 18).
  6. Βλ. Μενέλαος Λουντέμης, Οι εφτά κύκλοι της μοναξιάς, εκδόσεις Δωρικός, Αθήνα 1977, σελ. 87.
  7. Χμ… Σε γνωρίζω εγώ εσένα. / Σε ξέρω απ’ έξω κι’ ανακατωτά / Όχι απ’ την “όψη του σπαθιού την τρομερή” / Μα από την όψη τη χοντρή και βρωμερή. / Και μη θαρρείς πως γεννήθηκες σήμερα, / Είσαι πιο παλιός κι’ από το μπιστόλι σου / Κι’ απ’ το καουτσικένιο σου ρόπαλο / Το γεμάτο ξερά αίματα. / Είσαι πιο παλιός κι’ απ’ το μίσος σου / Κι’ απ’ το δικαίωμα ζωής και θανάτου / Πάνω στις ζωές μας. / Επάγγελμά σου το ξύλο. / Καρδιά σου το ξύλο. / Ξύλινος ο κόσμος σου / Ξυλοκοπημένος ο κόσμος σου. / Δεν είσαι αποδώ / Δεν είσαι μόνο εδώ. / Έρχεσαι από παντού. / Απ’ τη Χιλή και το Περναμπούκο / Απ’ το Σικάγο και το Τέξας. / Κι’ απ’ τον κάθε τόπο όπου οι άνθρωποι / Ζητούν ψωμί. Ενώ / Πρέπει να το ζητιανεύουν. / (Μενέλαος Λουντέμης, Ο φύλαξ άγγελος). (28)

    Χμ… Σε γνωρίζω εγώ εσένα. / Σε ξέρω απ’ έξω κι’ ανακατωτά / Όχι απ’ την “όψη του σπαθιού την τρομερή” / Μα από την όψη τη χοντρή και βρωμερή. / Και μη θαρρείς πως γεννήθηκες σήμερα, / Είσαι πιο παλιός κι’ από το μπιστόλι σου / Κι’ απ’ το καουτσικένιο σου ρόπαλο / Το γεμάτο ξερά αίματα. / Είσαι πιο παλιός κι’ απ’ το μίσος σου / Κι’ απ’ το δικαίωμα ζωής και θανάτου / Πάνω στις ζωές μας. / Επάγγελμά σου το ξύλο. / Καρδιά σου το ξύλο. / Ξύλινος ο κόσμος σου / Ξυλοκοπημένος ο κόσμος σου. / Δεν είσαι αποδώ / Δεν είσαι μόνο εδώ. / Έρχεσαι από παντού. / Απ’ τη Χιλή και το Περναμπούκο / Απ’ το Σικάγο και το Τέξας. / Κι’ απ’ τον κάθε τόπο όπου οι άνθρωποι / Ζητούν ψωμί. Ενώ / Πρέπει να το ζητιανεύουν. / (Μενέλαος Λουντέμης, Ο φύλαξ άγγελος). 38.

    Χιλιάδες άλλοι αγωνιστές της Αριστεράς στάλθηκαν εξόριστοι κατά την περίοδο 1938-1954. Το 1946-1949 σ’ αυτό το νησί των 11.000 κατοίκων υπήρχαν 14.000 εξόριστοι! (Βλ. Θ. Λ., Οι εννιά της Νικαριάς. Τιμή στους αλύγιστους της ταξικής πάλης, εφημερίδα Ριζοσπάστης, Κυριακή 28 Ιούνη 2015 – 2η έκδοση, σελ. 26).

  8. Μενέλαος Λουντέμης, Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα, ο.π., σελ. 15.
  9. Μενέλαος Λουντέμης, Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα, ο.π., σελ. 15.
  10. Μενέλαος Λουντέμης, Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα, ο.π., σελ. 23.
  11. Μενέλαος Λουντέμης, Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα, ο.π., σελ. 23.
  12. Μενέλαος Λουντέμης, Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα, ο.π., σελ. 26-27.
  13. «Στον Ξυλοσύρτη βρίσκεται ο μοναδικός νερόμυλος της Ικαρίας με δύο καμάρες. Τον έχτισαν εξόριστοι. Στο Χρυ­σόστομο οι εξόριστοι έφτιαξαν το μόλο, στο δρόμο δί­πλα στο γιαλό. Στο Μαυράντο επισκεύασαν τις πλύστρες. Στην Αράτουσα, ειδικοί μαστόροι κατάφεραν να φέρουν νερό στην κεντρική πλατεία. Στις Ράχες επισκεύασαν το δρόμο προς τον Αρμενιστή. Εξόριστος γεωπόνος, από τον Πόντο, ήταν εκείνος που έμαθε τους ντόπιους να καλλιεργούν πατάτες με νέα μέθοδο». (Βλ. Αναστασία Μοσχόβου, Πολιτικοί εξόριστοι της Ικαρίας. ο.π., σελ. 18).
  14. Μαμουλάκη Ελένη, «Το σπίτι των εξορίστων», Κέντρο Έρευνας και Τεκμηρίωσης στους Βρακάδες Ικαρίας, περιοδικό της Εταιρείας Ικαριώτικων Μελετών, τριμηνιαία έκδοση, αριθμ. φύλλου 14, έτος 5ον, σελ. 14.
  15. Βλ. Λάκης Σάντας, Στην εξορία, περιοδικό της Εταιρείας Ικαριώτικων Μελετών, τριμηνιαία έκδοση, αριθμ. φύλλου 14, έτος 5ον, σελ. 8-9.
  16. Βλ. Ευάγγελος Μαχαίρας, Ικαρία-Μακρόνησος-Στρατοδικεία. Εξόριστος στην Ικαρία και στη Μακρόνησο, περιοδικό της Εταιρείας Ικαριώτικων Μελετών, τριμηνιαία έκδοση, αριθμ. φύλλου 14, έτος 5ον, σελ. 25.
  17. Μενέλαος Λουντέμης, Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα, ο.π., σελ. 28.
  18. Μενέλαος Λουντέμης, Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα), ο.π., σελ. 31.
  19. αραξοβόλι το: (λογοτ.) 1. μέρος κοντά στην ακτή, προφυλαγμένο από ανέμους, όπου αγκυροβολούν τα πλοία· αγκυροβόλιο. 2. (μτφ.) καταφύγιο.
  20. φουντάρω μππ. φουνταρισμένος: (εδώ, προφ.) ρίχνω άγκυρα, αγκυροβολώ.
  21. μανταλώνω -ομαι: (λαϊκότρ., συνήθ. για πόρτα ή παράθυρο) κλείνω με το μάνταλο || (επέκτ.) κλείνω καλά, κλειδώνω: Mανταλώθηκαν όλοι στα σπίτια τους, κλείστηκαν μέσα.
  22. τηράω: (λαϊκότρ.) βλέπω.
  23. κατσαπλιάς ο: (εδώ) υβριστικός χαρακτηρισμός για τους αντάρτες, κυρίως κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου.
  24. Η Σάμος, πράγματι, ήταν το νησί όπου ακόμα και τον Ιούνιο του 1949 συνεχιζόταν ο εμφύλιος πόλεμος,  οι διαστάσεις του οποίου για μια περίοδο δεν υπολείπονταν σε σφοδρότητα από εκείνες στα άλλα μέτωπα της ημειρωτικής Ελλάδας: «Εκτός από τις οικονομικές δυνατότητες του νησιού, που επέτρεπαν τη συντήρηση ενός μικρού σχετικά αλλά σημαντικού αντάρτικου σώματος, ήταν οι ιδιομορφίες της περιόδου της Κατοχής που είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός αποφασισμένου σώματος του ΔΣΕ στο νησί. Όπως και στην περίπτωση του Έβρου, και εδώ χιλιάδες άνθρωποι έφυγαν για τη Μέση Ανατολή, την περίοδο που οι Γερμανοί επανακατέλαβαν το νησί μετά την ιταλική συνθηκολόγηση. Η πλειοψηφία τους εντάχτηκε στο ΕΑΜ και πήρε μέρος στις κινητοποιήσεις στο στράτευμα τον Απρίλιο του 1944 με αποτέλεσμα να βρεθούν στα βρετανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Οι αρχές του νησιού τους υπολόγιζαν σε 4.500 άτομα, τα οποία επέστρεψαν στη Σάμο μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας». (βλ. Γιάννης Σκαλιδάκης, Οι μεγάλες μάχες του εμφυλίου πολέμου: Ιανουάριος-Ιούλιος 1949, άρθρο δημοσιευμένο στο συλλογικό έργο Ελλήνων Ιστορικά: 1946-1949 οι μεγάλες μάχες του Εμφύλιου Πολέμου, εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 2012). Σύμφωνα -τέλος- με τη μαρτυρία του Μανώλη Διακογιάννη μέχρι και τον Απρίλη του 1949, ο Δημοκρατικός Στρατός Σάμου αριθμούσε 700 αντάρτες με πέντε συγκροτήματα, ένα στον Κέρκη και τέσσερα στον Καρβούνη. (βλ. Μανώλης Διακογιάννης, Η ηρωϊκή δράση του Δημοκρατικού Στρατού Σάμου, εφημερίδα Ριζοσπάστης,  Παρασκευή 6 Οχτώβρη 2000, σελ. 32).
  25. Μενέλαος Λουντέμης, Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα, ο.π., σελ. 40.
  26. μπουντρούμι το: (εδώ παρωχ.) κρατητήριο ή φυλακή.
  27. Μενέλαος Λουντέμης, Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα, ο.π., σελ. 43.
  28. μπαταριά η: (παρωχ.) ομοβροντία.
  29. Ο φόβος για μια ενδεχόμενη επίθεση των δυνάμεων του ΔΣΕ στο Βαθύ της Σάμου, αν και υποτιμάται από τον Μενέλαο Λουντέμη σ’ αυτό το σημείο του μυθιστορήματος, εντούτοις σε κάποιον βαθμό  ήταν πραγματικός, αφού από τις αρχές του 1948, ο ΔΣΕ είχε πραγματοποιήσει ήδη μια σειρά επιθέσεις σε πόλεις και χωριά της Σάμου, για να αναπληρώσει τα εφόδια του, που είχαν εξαντληθεί στις συγκρούσεις του φθινοπώρου του 1947. Στις 20 προς 21 Ιανουαρίου του 1948 -για παράδειγμα- ο ΔΣΕ μπήκε στο Καρλόβασι και κατέσχεσε όχι μόνο μια σειρά υλικών αλλά και χρήματα από το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας, με αποτέλεσμα να είναι σε θέση να αγοράζει ό,τι του χρειάζεται. (βλ. Γιάννης Σκαλιδάκης, Οι μεγάλες μάχες του εμφυλίου πολέμου: Ιανουάριος-Ιούλιος 1949, ο.π., εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 2012). Είχαν προηγηθεί, άλλωστε, επιθέσεις του ΔΣΕ στο Καλαμπάχτασι (12 Αυγούστου 1947) και στους Γκιναίους (29 Αυγούστου 1947), η συντριβή της φρουράς της Υδρούσας (4 Σεπτεμβρίου 1947), η εξουδετέρωση της φρουράς του Πλατάνου (6 Σεπτεμβρίου 1947), προπάντων, όμως, ο πετυχημένος ελιγμός των ανταρτών του Καρβούνη μέσα από το ίδιο το Καρλόβασι τη νύχτα της 16ης προς 17η Σεπτεμβρίου, για να περάσουν στον Κέρκη αποφεύγοντας την περικύκλωση τους από τις κυβερνητικές δυνάμεις. (βλ. Α[νυπόγραφο] Ά[ρθρο], Άτιτλο (άρθρο που αφορά στη δράση του ΔΣΕ στη Λέσβο, Σάμο και Ικαρία), εφημερίδα Ριζοσπάστης, ένθετη έκδοση: «7 Μέρες Μαζί», Κυριακή 3 Σεπτέμβρη 2006, σελ. 11).
  30. κλαγγή η: ήχος που ακούγεται, όταν συγκρούονται σιδερένια όπλα, κυρίως ξίφη.
  31. μπούκα η: (εδώ) το στόμιο, ιδίως του πυροβόλου όπλου.
  32. ουραίος -α -ο: (ως ουσ.) το κινητό ουραίο, ονομασία του κλείστρου στα οπισθογεμή επαναληπτικά τουφέκια.
  33. Μενέλαος Λουντέμης, Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα, ο.π., σελ. 48-49.
  34. Βλ. Αριστούλα Ελληνούδη, Ηρωϊκός αυτόχειρας της Σάμου, εφημερίδα Ριζοσπάστης, Κυριακή 2 Νοέμβρη 2003, σελ. 4 & Έπης Χριστοδούλου, Γιάννης Μαλαγάρης, Ιστορική βιογραφία, Σάμος 1908-1949, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2003.
  35. Βλ. Μανώλης Διακογιάννης, ο.π., σελ. 32.
  36. καταιονισμός ο: (λόγ.) κατάβρεγμα με συσκευή που εκτοξεύει το νερό από ψηλά, σαν βροχή. || (ειδικότ.) ντους.
  37. Μενέλαος Λουντέμης, Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα, ο.π., σελ. 52-53.
  38. Μενέλαος Λουντέμης, Οι εφτά κύκλοι της μοναξιάς, εκδόσεις Δωρικός, Αθήνα 1977, σελ. 58-59.

Save

Share This Post

Τελευταίες Ειδήσεις

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.