Dimitris Damaskinos

Τάσος Λειβαδίτης: Ο ποιητής της πιο όμορφης ουτοπίας

Τάσος Λειβαδίτης: Ο ποιητής της πιο όμορφης ουτοπίας
Decrease Font Size Increase Font Size Text Size Print This Page

Επιμέλεια αφιερώματος: Δημήτρης Δαμασκηνός

Συμπληρώνονται στις 30 Οκτωβρίου 2016 28 ολόκληρα χρόνια από τον θάνατο ενός από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς ποιητές, του Τάσου Λειβαδίτη. Ως ελάχιστος φόρος τιμής δημοσιεύεται το σύντομο αφιέρωμα που ακολουθεί.

Μικρή μαρτυρία για τον ποιητή Τάσο Λειβαδίτη,
(απόσπασμα)
…του Μανόλη Πρατικάκη 1

tasos-leivaditisΘα περιγράψω ένα περιστατικό σχετικά με δημοσίευση ποιημάτων του Λειβαδίτη σε περιοδικό, γιατί νομίζω ότι έχει ένα γενικότερο ενδιαφέρον, καθώς εμπλέκονται σ’ αυτό και άλλοι σημαντικοί ποιητές. Το 1988 ήταν τα δεκάχρονα του περιοδικού «Το Δέντρο» και στο πανηγυρικό τεύχος ο Μαυρουδής και ο Γουδέλης θέλησαν να τιμήσουν τον Λειβαδίτη, με πρωτοσέλιδα ανέκδοτα ποιήματά του.

Ο Μαυρουδής γνώριζε την φιλία μου με τον Λειβαδίτη και με παρακάλεσε να μεσολα-βήσω για τη συγκατάθεσή του και να έρθουν τα πρωτότυπα κείμενα στα χέρια τους. Πράγματι τηλεφώνησα στον Λειβαδίτη, του εξήγησα την πρόθεση του περιοδικού και εκείνος συμφώνησε. Συναντηθήκαμε στο σπίτι του και μου έδωσε τα ποιήματα, τα οποία και έδωσα στο «Δέντρο». Το περιοδικό όμως είχε ζητήσει συνεργασία, για το ίδιο, πανηγυρικό τεύχος και από τους Ρίτσο, Καρούζο, Βρεττάκο, κ.λ.π. Προσωπικά αγνοούσα τα ονόματα των άλλων συνεργατών πλην του Λειβαδίτη. Δέκα μέρες, περίπου, αργότερα με παίρνει τηλέφωνο ο Λειβαδίτης. Άρχισε διστακτικά να μου λέει ότι δεν ήταν απαραίτητο να μπουν «πρώτα» τα ποιήματά του, και κάτι τέτοια. Του απάντησα ότι η επιλογή ήταν πηγαία, ότι «ήταν μια επιλογή εκτίμησης και αγάπης σ’ εσένα και το έργο σου» κ.λ.π.

«Καλά παιδί μου», απάντησε, όπως συνήθιζε με τους φίλους του. Την επόμενη άλλο τηλεφώνημα, γύρω από το ίδιο θέμα με αυξανόμενη αγωνία. Παρά τις εξηγήσεις μου, που προς το παρόν τον έπειθαν, επανερχόταν εναγωνίως. Όταν τον ρώτησα αν υπάρχει κάποιος σοβαρός λόγος, απάντησε αρνητικά. Όμως όπως έμαθα αργότερα, υπήρχε. Στο μεταξύ ο Νίκος Καρούζος, αυτός ο σπουδαίος ποιητής, φίλος επίσης, και με πιο συχνές συναντήσεις, είχε μάθει τη μεσολάβησή μου για τα ποιήματα του Λειβαδίτη στο «Δέντρο». Με παίρνει, λοιπόν, έξαλλος, σ’ ένα μεταμεσονύχτιο τηλεφώνημα, βρίζοντας τους υπεύθυνους του περιοδικού και αφήνοντας αρκετές αιχμές για τη δική μου μεσολάβηση. «Τον Φίλο σου τον Λειβαδίτη», όπως έλεγε συχνά με κάποια ζηλόφθονη σκοπιμότητα.

Πάνω από μισή ώρα φώναζε με ένα βάναυσο επίμονο, δαιμονικό αλλά συγκρατημένο λόγο: «κανείς ζωντανός δεν μπορεί να προηγηθεί από μένα, να το πεις στους φίλους σου, στον άθλιο Μαυρουδή και τον τρισάθλιο Γουδέλη, ας μην τολμήσουν… σαράντα χρόνια τώρα μου χρωστάει η Ελλάδα… κανένας ζωντανός», επαναλάμβανε για πολλοστή φορά ως συνήθιζε, «μόνο οι νεκροί μπορούν να προηγηθούν, μόνο οι νεκροί», κ.ο.κ. Προσπάθησα μάταια να τον καθησυχάσω. Επαναλάμβανε σαν από μαγνητόφωνο τις ίδιες ακριβώς φράσεις, σα μια οργισμένη μηχανή που ήξερε να χρησιμοποιεί μόνο αυτές τις λέξεις, με αυτήν την αλληλουχία, με την ίδια αδιάλειπτη οξύτητα και οργή.

Συμφωνήσαμε να συναντηθούμε την επομένη. «Αλλά οι άθλιοι ας μην τολμήσουν» ήταν η επωδός. Όταν έκλεισε ήρθε μπροστά μου η ήρεμη, καλοσυνάτη μορφή του Λειβαδίτη, ο διακριτικός, γεμάτος δισταγμούς λόγος του, που «απαιτούσε» ακριβώς το αντίθετο από εκείνο που απαιτούσε ο μαινόμενος Καρούζος. Τι διαφορά! Έβλεπα μπροστά μου δυο ειδών παραλογισμούς, που μόνο από καλλιτέχνες μπορούσαν να εκφραστούν. Όταν αργότερα βρέθηκα στο σπίτι του Λειβαδίτη, σε μια στιγμή που εκείνος έλειπε, η γυναίκα του η Μαρία, πολύ εμπιστευτικά μου αποκάλυψε ότι ο Τάσος δεν θέλει να είναι πρωτοσέλιδο «γιατί θα στεναχωρηθεί και θα θυμώσει ο Γιαννάκης», δηλ. ο Ρίτσος, μου είπε χαμηλόφωνα. Και πρόσθεσε, σχεδόν φοβισμένη: «Έχει κάνει και τρεις μήνες να του πει καλημέρα, σε κάποιες ανάλογες περιπτώσεις. Πρέπει όλα να περνούν από την έγκρισή του. Ο Τάσος τον σέβεται, τον θεωρεί δάσκαλό του, αν κι εκείνος δεν παύει ποτέ να μας το υπενθυμίζει, αλλά και τον φοβάται. Συχνά για τέτοια, τον κρατά σε καραντίνα, πράγμα που ο γλυκός μου ο Τάσος, δεν μπορεί να αντέξει. Εσύ ξέρεις πόσο καλός και πόσο εύθραυστος είναι. Ο Ρίτσος έμαθε για το πρωτοσέλιδο του «Δέντρου» και ήδη μας έκανε αρκετούς υπαινιγμούς, ξέρει εκείνος τον τρόπο», πρόσθεσε. Ήταν η Τρίτη κατά σειρά έκπληξή μου.

tasosleivaditis2Όταν την επομένη μου τηλεφώνησε ο Λειβαδίτης, για το γνωστό θέμα, του είπα, σχεδόν, οργισμένος. «Ε, ως εδώ, Τάσο. Τα ποιήματά σου θα μπουν πρωτοσέλιδο. Οι τιμές και τα πρωτοσέλιδα του Ρίτσου δεν μετριούνται. Δεν έχεις δικαίωμα να αποποιηθείς μια τιμή που σου κάνει ένα περιοδικό. Μη με ξαναπάρεις γι’ αυτό το θέμα, τέρμα και τελεία. Ο Ρίτσος έχει μπουχτίσει, αλλά παραμένει άπληστος. Ως εδώ». Φαίνεται ότι η οργή μου τον ανακούφισε. Καταλάβαινε επίσης πως είχα αντιληφθεί την πηγή της αγωνίας του. Και ότι με είχε εξοργίσει η αιτία αυτής της αγωνίας, αυτή η καταπιεστική μηχανή, η ρετουσαρισμένη με τόσο τέλεια και ατελείωτη απρέπεια, στο όνομα της φιλίας και της ιδεολογικής ανιδιοτελούς συντροφικότητας – τι κούφιες λέξεις!

Σ’ αυτό το περιστατικό η μοίρα θέλησε να παίξει ένα μακάβριο παιχνίδι. Πριν κυκλοφορήσει το τεύχος του «Δέντρου» με τη συνεργασία αυτών των κορυφαίων ποιητών, ο Λειβαδίτης εισάγεται στο Γενικό Κρατικό Αθηνών, και μετά από δύο εξάωρα χειρουργεία για ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής, στα οποία, με παράκληση του ποιητή, ήμουν παρών, πεθαίνει. Ένας τεράστιος, απρόβλεπτος θρόμβος (μοναδικός στα χρονικά της Αγγειοχειρουργικής κλινικής), έφραξε το μόσχευμα και παρά τις απέλπιδες προσπάθειες, κατέληξε. Φαντάζομαι ότι ο Καρούζος θα έμεινε άναυδος. Τώρα πια θα μπορούσαν άνετα να τεθούν σε εφαρμογή οι αφορισμοί του. «Οι νεκροί προηγούνται». Τον είχε προλάβει η πραγματικότητα. Και φυσικά, ούτε ο Ρίτσος θα τολμούσε να απαιτήσει υπακοή από τον νεκρό «μαθητή» και σύντροφο στους αγώνες και την τέχνη. Όταν αργότερα συνάντησα τον Καρούζο στο γνωστό στέκι της πλατείας Μαβίλη, μου επανέλαβε μ’ εκείνη τη βραχνή μεταλλική φωνή του «οι νεκροί όντως προηγούνται… είδες φίλε μου τι παιχνίδι μας έπαιξε η τύχη;». Μόνο που τώρα η φωνή του είχε ένα ράγισμα, ένα θάμπωμα. Εκείνη την στιγμή κατάλαβα ότι αισθάνθηκε τον παραλογισμό του και ότι είχε ίσως την υποψία ότι με την άγρια εμμονή του οδήγησε (σε επίπεδο μεταφυσικής) τα πράγματα, έτσι, που να προηγηθεί ο Λειβαδίτης, αλλά όχι βέβαια ζωντανός.

Στο σπίτι του νεκρού πια Λειβαδίτη είχαμε μαζευτεί πολλοί. Ήταν εκεί και ο Ρίτσος. Έκλαιγε σπαρακτικά, με λυγμούς, απογυμνωμένος. Γέρος όσο ποτέ. Χωρίς κανένα φτιασίδι. Δίχως να σκέφτεται πως θα τον δει χωρίς τις προσωπίδες του ο κόσμος. Αφάνταστα γέρος, εύθραυστος και πελιδνός, αυτός με τις παλιές συντεταγμένες σοσιαλιστικές του βεβαιότητες με το αγέρωχο επιτηδευμένο ύφος που μας δήλωνε πόσο μακριά στεκόταν από ευτέλειες και ματαιοδοξίες. Ήταν καθισμένος εκεί, ένα θλιβερό ανθρώπινο κουρέλι με πραγματικούς λυγμούς και αληθινά δάκρυα. Πρώτη φορά τον έβλεπα αυθεντικό και γνήσιο. Ήταν η κατάρρευση ενός μύθου. Εκμηδενισμένος, ξένος προς το ποιητικό του σώμα. Έκλαιγε για όλους και για όλα που είχαν καταρρεύσει και προ πάντων για τον ίδιο. (Βρισκόμαστε στο 1989 που μόλις είχε καταρρεύσει η Σοβιετική Ένωση, ο Τσαουσέσκου, κ.λ.π.). Έκλαιγε μπροστά στο θάνατο ενός αληθινά Αγγελικού ποιητή.
Που δεν ήξερε τι θα πει μικρότητα.

Αθήνα, Μανόλης Πρατικάκης

1. Από το τελευταίο τεύχος του εργοταξίου εξαιρετικών αισθημάτων, Οδός Πανός, Τεύχος 140, Απρίλιος- Ιούνιος 2008 και από το μεγάλο αφιέρωμα στον Τάσο Λειβαδίτη.

Τάσος Λειβαδίτης (1922-1988), Ανθολογία-Ποιητική Εργογραφία

Δε φοβάμαι παρά μόνο το Θεό-εκτός
κι αν τον υπηρετώ. Και την Ποίηση-
ακόμα κι όταν την υπηρετώ.
Τ. Λ


Φύλλα ημερολογίου

Ποιος ξέρει τι θα συμβεί αύριο, ή ποιος έμαθε ποτέ τι συνέβη χτες,
τα χρόνια μου χάθηκαν εδώ κι εκεί, σε δωμάτια, σε τραίνα, σε
όνειρα
αλλά καμιά φορά η φωνή μιας γυναίκας καθώς βραδιάζει μοιάζει
με το αντίο μιας ηλικίας που τέλειωσε
κι οι μέρες που σου λείπουν, ω Φεβρουάριε, ίσως μας αποδοθούν
στον παράδεισο-
συλλογιέμαι τα μικρά ξενοδοχεία όπου σκόρπισα τους στεναγμούς
της νιότης μου
ώσπου στο τέλος δεν ξεφεύγει κανείς, αλλά και να πάει που;
κι ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο
ένας τον άλλον-
Κύριε, αδίκησες τους ποιητές δίνοντάς τους μόνο έναν κόσμο,
κι όταν πεθάνω θα ’θελα να με θάψουν σ’ ένα σωρό από φύλλα ημε-
ρολογίου
για να πάρω και το χρόνο μαζί μου.

Κι ίσως ό,τι μένει να ’ναι στην άκρη του δρόμου μας
ένα μικρό μη με λησμονεί.

Ποιητές

Φτωχοί λαθρεπιβάτες πάνω στις φτερούγες των πουλιών
την ώρα που πέφτουν χτυπημένα.

Το όνειρο

Τελικά τους έκλεισα την πόρτα «τι να την κάνω εγώ την πραγματικό-
τητα, τους λέω-εγώ έχω τ΄»όνειρο»
ίσως γι΄ αυτό αγαπώ τα νεκροταφεία, γιατί βάζουν τέλος στις λε-
πτομέρειες.
Ένα τραγούδι λυπημένο τη νύχτα είναι πάντα ένας αποχαιρετι-
σμός.

Δειλινό

Λεπτομέρειες ασήμαντες που κάνουν πιο οδυνηρές τις αναμνήσεις
και τα χρόνια μας, βαλσαμωμένα πουλιά, μας κοιτάζουν τώρα με μάτια ξένα –
αλλά κι εγώ ποιός ήμουν; ένας πρίγκηπας του τίποτα
ένας τρελός για επαναστάσεις κι άλλα πράγματα χαμένα
και κάθε που χτυπούσαν οι καμπάνες ένιωθα να κινδυνεύει η ανθρωπότητα
κι έτρεχα να τη σώσω.
Κι όταν ένα παιδί κοιτάει μ’ έκσταση το δειλινό, είναι που αποθηκεύει θλίψεις για το μέλλον.

Απολογισμός

Νύχτωσε. Ώρα πού αναρωτιέται κανείς τι έπραξε στη ζωή του.

Κι οι νεκροί πλάγιασαν και σταύρωσαν τα χέρια, σαν αυτό που

ψάχναν

να το αγγίζουν, επιτέλους, μέσα τους.

Απλοί στίχοι

Ένα σπίτι για να γεννηθείς
ένα δέντρο για ν’ ανασάνεις
ένας στίχος για να κρυφτείς
ένας κόσμος για να πεθάνεις.

Απλή κουβέντα

Δεν είμαστε πια ποιητές
παρά μονάχα
σύντροφοι
με μεγάλες πληγές και πιο μεγάλα όνειρα.
{…}
Μας φτάνει να μιλήσουμε
απλά
όπως πεινάει κανείς απλά
όπως αγαπάει
όπως πεθαίνουμε
απλά.

Απάντηση

«Μα πως περπατάς επί των κυμάτων;» ρώτησα.

«Έχασα το δρόμο» μου λέει.

12

Κύριε, όλα από σένα ξεκινούν. Κι όλα σε σένα θα

‘ρθουν να τελειώσουν.

Κι η άνοιξη δεν είναι παρά η νοσταλγία σου για κει-

νες τις λίγες ώρες που έζησες στη γη.

Χρόνια της φωτιάς

Πίσω απ΄τις γρίλιες παίζονται δράματα σκοτεινά

αυτοί που οραματίστηκαν χάθηκαν τόσο νέοι.-

ζήσαμε με χαμένα όνειρα και σκοτωμένη μουσική…

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν’ αγωνίζεσαι
για την ειρήνη και για το δίκιο.
Θα βγεις στους δρόμους , θα φωνάξεις
τα χείλη σου θα ματώσουν απ’ τις φωνές
Το πρόσωπό σου θα ματώσει απ’ τις σφαίρες
μα δε θα κάνεις ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου θα ‘ ναι μια πετριά
στα τζάμια των πολεμοκάπηλων.
Κάθε χειρονομία σου θα ‘ναι
για να γκρεμίζει την αδικία.
Δεν πρέπει ούτε στιγμή να υποχωρήσεις,
ούτε στιγμή να ξεχαστείς.
Είναι σκληρές οι μέρες που ζούμε.
Μια στιγμή αν ξεχαστείς,
αύριο οι άνθρωποι θα χάνονται
στη δίνη του πολέμου,
έτσι και σταματήσεις
για μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα
θα γίνουν στάχτη απ’ τις φωτιές.
Δεν έχεις καιρό, δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί και να πεθάνεις
για να ζήσουν οι άλλοι.
Θα πρέπει να μπορείς να θυσιάζεσαι
ένα οποιοδήποτε πρωινό.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θα πρέπει να μπορείς να στέκεσαι
μπρος στα ντουφέκια!

Αιχμαλωσία

Παρ’ όλο που σε όλη μου τη ζωή βιαζόμουν, η νύχτα μ’ έβρισκε πάντα απροετοίμαστο ή μάζευα τα φύλλα του φθινοπώρου, έχουν μια μυστηριώδη τύχη που μας ξεπερνά και γενικά τ’ ανθρωπιστικά αισθήματα δε σ’ ανεβάζουν ψηλά, το πολύ να φτάσεις ως τη λαιμητόμο ή έστω ως το παράθυρο μιας γυναίκας με κόκκινα μαλλιά, και λέω κόκκινα γιατί αγαπώ το μέλλον, όπως και τα φαρμακεία τη νύχτα μοιάζουν με φανταστικές εξόδους κι οι ποιητές ονειρεύονται ρωμαϊκές γιορτές ή αρνούνται να πεθάνουν, κατά τα άλλα συνήθως καίγομαι, έτσι ξεχειμωνιάζω καλύτερα ή στα σπίτια που μ’ έδιωχναν άφηνα πάντα πίσω απ’ την πόρτα ένα τσεκούρι.
Aλλά οι καλύτερες στιγμές μου είναι τα βράδια, όταν ανοίγω το παράθυρο κι αφήνω ελεύθερα τα ωραία ωδικά πουλιά που εκγυμνάζω τις ατέλειωτες ώρες της αιχμαλωσίας

Αθάνατες κοινοτυπίες

Οι ονειροπόλοι γυρίζουν κουρασμένοι (από πού;)-

μέσα στα μάτια τους έχουν πνιγεί τα προάστια,

στο άσυλο μετράνε με τις ψείρες τους την υπομονή,

με τα δάκρυά τους το μέγεθος της μέρας,

άξαφνα ο φύλακας μ’ αρπάζει απ΄ το λαιμό, εγώ σα-

στίζω και τότε ακούγεται η ωραιότερη μουσική-

σαν μια σανίδα από θλιβερό ναυάγιο ταξιδεύει η

γηραιά μας ήπειρος.

Αιώνας εμπορίου

H προσφορά κι η ζήτηση ρυθμίζουνε την κοινωνία
έλεγε ο μεγάλος αδερφός μου Mαρξ. Ένα μικρό, ανήθικο
εμπόριο
κάθε χειρονομία, κάθε λέξη, κι η πιο κρυφή σου σκέψη ακόμα,
μεγάλα λόγια στις γωνιές των δρόμων, οι ρήτορες σαν τους
λαχειοπώλες
διαφημίζοντας όνειρα για μελλοντικές κληρώσεις
τα αισθήματα στο Xρηματιστήριο, στα λογιστικά βιβλία
δούναι και λαβείν, πίστωση, χρέωση,
ισολογισμοί, εκπρόθεσμες συναλλαγματικές, μετοχές,
χρεώγραφα
κι ας κλαίει αυτή η γυναίκα στο δρόμο, τί σημασία έχει;
«ζούμε σε μια μεγάλη εποχή», οι παπαγάλοι δεν κάνουν
ποτέ απεργία
μικροί, ανάπηροι μισθοί αγορασμένοι με νεκρές
περηφάνειες
γνώση αβέβαιη, πληρωμένη μ’ όλη τη βέβαιη νιότη σου,
βρέχει νομίσματα, οι άνθρωποι τρέχουν σαν τρελοί να τα
μαζέψουν
νομίσματα όλων των εποχών, ελληνικά, ρωμαϊκά, της Bαβυλώνας,
δολάρια ασημένια
η βροχή είναι πυκνή, ανελέητη, πολλοί σκοτώνονται
πλανόδιοι έμποροι αγοράζουνε τα πτώματα ― θα χρειαστούν
μεθαύριο
σαν ανεξόφλητες αποδείξεις της «μεγάλης μας εποχής»,
κι αυτούς τους λίγους στίχους χρειάστηκε ένα ολόκληρο
θησαυροφυλάκιο πόνου, για να τους αποσπάσω
απ’ τη φιλάργυρη αιωνιότητα, σαν τοκογλύφοι οι μέρες μας
μάς κλέβουν τη ζωή, τί ζέστη, θε μου, κι όμως βρέχει,
τί καιρός, μα δε θα μου τη σκάσετε εμένα, κύριοι,
είμαι ιδιοφυία στο είδος σας, πίστωση, χρέωση,
ο Pοκφέλλερ άρχισε
πουλώντας καρφίτσες. Θα χτίσω, λοιπόν, κι εγώ ένα μεγάλο
προστατευτικό σπίτι
με τις πέτρες που μου ρίξατε
σ’ όλη τη ζωή μου.

Το υπόγειο

Aν άρχιζε ο Θεός μια μέρα να μετράει όσα έφτιαξε,
άστρα, πουλιά, σπόρους, βροχές, μητέρες, λόφους,
θα τέλειωνε ίσως κάποτε. Eγώ κάθομαι εδώ, ολομόναχος,
μέσα σε τούτο το υγρό υπόγειο, έξω βρέχει,
και μετράω τα σφάλματα που έκανα, τις μάχες που έδωσα,
τις δίψες, τις παραχωρήσεις,
μετράω τις κακίες μου, κάποτε θαυμαστές, τις καλωσύνες μου
συχνά επηρμένες, μετράω, μετράω, δίχως ποτέ μου
να τελειώνω ― α, εσείς,
εσείς ταπεινώσεις, αλτήρες της ψυχής μου,
βαθύ, θρεπτικό ψωμί, αιώνιε πόνε μου,
όλη η δροσιά του μέλλοντος τραγουδάει μες στις κλειδώσεις μου
την ίδια ώρα που μου στρίβει το λαρύγγι η πείνα χιλιάδων
φτωχών προγόνων,
κι ω ήττες, συντρόφισσές μου, που μέσα σε μια στιγμή
με λυτρώσατε απ’ τους αιώνιους φόβους της ήττας.

Είμαι κι εγώ ένας Θεός μες στο δικό του σύμπαν, σε τούτο
το υγρό υπόγειο, έξω βρέχει,
ένα σύμπαν ανεξιχνίαστο κι ανεξάντλητο κι απρόβλεπτο,
ένας Θεός καθόλου αθάνατος,
γι’ αυτό και τρέμοντας από έρωτα για κάθε συγκλονιστική
κι ανεπανάληπτη στιγμή του.

Αντίο

Κάποτε μια νύχτα θ΄ ανοίξω τα μεγάλα κλειδιά των τρένων για να

περάσουν οι παλιές μέρες

οι κλειδούχοι θα ΄χουν πεθάνει, στις ράγιες θα φυτρώνουν μαργαρί-

τες απ΄τα παιδικά μας πρωινά

κανείς δεν έμαθε ποτέ πως έζησα, κουρασμένος από τους τόσους χειμώ-

νες

τόσα τρένα που δεν σταμάτησαν πουθενά, τόσα λόγια που δεν ειπώ-

θηκαν,

οι σάλπιγγες βράχνιασαν, τις θάψαμε στο χιόνι

που είμαι; γιατί δεν παίρνω απάντηση στα γράμματά μου;

κι αν νικηθήκαμε δεν ήταν απ΄ την τύχη ή τις αντιξοότητες, αλλά

απ’ αυτό το πάθος μας για κάτι πιο μακρινό

κι ο αγέρας που κλείνει απότομα τις πόρτες και μένουμε πάντοτε

έξω

όπως απόψε σε τούτο το ερημικό τοπίο που παίζω την τυφλόμυγα με

τους νεκρούς μου φίλους.

Όλα τελειώνουν κάποτε. Λοιπόν, αντίο! Τα πιο ωραία ποιήματα

δεν θα γραφτούν ποτέ….

Ποιητικές του Συλλογές:

Τα Άπαντά του κυκλοφορούν σε 3 τόμους από τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ.

Ποιήματα από το βιβλίο «Απάνθισμα Τάσου Λειβαδίτη» του Γ. Δουατζή εκδόσεις Κέδρος 1997 (εξαντλημένο)

MAXH ΣTHN AKPH THΣ NYXTAΣ   (1952)

…πως θα ξαναπιστέψουμε στον κόσμο

τι ώρα νάναι;

…πικρή νύχτα

σαν την αδικία πικρή.

…πικρή νύχτα

σαν την ταπείνωση μικρή.

Μας κοίμιζε άλλοτε η μάνα μας

μ” ένα τραγούδι σιγανό

τι κάνατε το τραγούδι αυτό;

Ένας άνθρωπος καίγεται

ένας άνθρωπος φωτίζει την νύχτα…

 

AYTO TO AΣTEPI EINAI ΓIA OΛOYΣ MAΣ   (1952)

…δός μου τα χέρια σου να κρατήσω τη ζωή μου.

…μια φέτα ψωμί που δε θα τη μοιραζόμαστε πως να την  αγγίξω;

Πως θάνοιγα μια πόρτα όταν δε θάτανε για να σε συναντήσω

πως να διαβώ ένα κατώφλι αφού δε θάναι για να σε βρώ.

Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου

είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου

αγαπημένη μου.

Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή.

Θάθελα να φωνάξω τ” όνομά σου, αγάπη, μ” όλη μου τη δύναμη.

Nα το φωνάξω τόσο δυνατά

που να μην ξανακοιμηθεί κανένα όνειρο στον κόσμο

καμιά ελπίδα πια να μην πεθάνει.

 

ΦYΣAEI ΣTA ΣTAYPOΔPOMIA TOY KOΣMOY     (1953)

 

…ο θάνατος περιοδεύει τον κόσμο με τη μάσκα ενός στρατηγού…

…τα μάτια μας θα ζήσουνε και πέρα απο το θάνατό μας

για να κλαίνε

φυσάει.

…φυσάει μες απ” τα τρύπια βρακιά των ανέργων

φυσάει

φυσάει μέσα στην οργισμένη καρδιά του λαού.

…ερχόμαστε

παραμερίστε

κατεβαίνουμε σαν μια χιονοστιβάδα που όσο κατηφορίζει μεγαλώνει.

 

O ANΘPΩΠOΣ ME TO TAMΠOYPΛO    (1956)

 

…μήπως δούμε το χαμόγελό σου

να κρέμεται σαν παγούρι πάνω απ” τη δίψα μας.

Mας φτάνει να μιλήσουμε

απλά

όπως πεινάει κανείς απλά

όπως αγαπάει

όπως πεθαίνουμε

απλά.

…δάγκωνε σφιχτά στα δόντια το χαμόγελό του

μη του το πάρουν.

…κρύβω στην τσέπη μου ένα όνειρο κουρελιασμένο

σφίγγω στα χέρια το άγνωστο όνομά μου…

Kι όταν σου πούν να με πυροβολήσεις

χτύπα με αλλού

μη σημαδέψεις την καρδιά μου.

Kάπου βαθιά της ζεί το παιδικό σου πρόσωπο.

Δεν θάθελα να το λαβώσεις.

…δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

 

ΣTIXOI ΓPAMMENOI ΣE ΠAKETA TΣIΓAPA

 

Πατρίδα, είσαι γεννημένη απ” τους πεθαμένους.

Πάνω στα ματωμένα πουκάμισα των σκοτωμένων

εμείς καθόμασταν τα βράδια

και ζωγραφίζαμε σκηνές από την αυριανή ευτυχία του κόσμου.

Eτσι γεννήθηκαν οι σημαίες μας.

Kι όταν πεθάνω και δε θάμαι ούτε λίγη σκόνη πιά μέσα στους

δρόμους σας

τα βιβλία μου, στέρεα και απλά

θα βρίσκουν πάντοτε μια θέση πάνω στα ξύλινα τραπέζια

ανάμεσα στο ψωμί

και τα εργαλεία του λαού.

Kατά που πέφτει, λοιπόν, ο κόσμος;

 

ΣYMΦΩNIA  Aρ. 1     (1957)

…η δυστυχία σε κάνει πάντα να αναβάλεις – έφυγε η ζωή.

Πάνω στα υγρά τσαλακωμένα σεντόνια μαραίνονταν το γέλιο

των αγέννητων παιδιών.

…και σμίγουν και χωρίζουν οι άνθρωποι

και δεν παίρνει τίποτα ο ένας απ” τον άλλον. Γιατί ο έρωτας

είναι ο πιο δύσκολος δρόμος να γνωριστούν.

Kαι τότε κατάλαβες γιατί οι απελπισμένοι

γίνονται οι πιό καλοί επαναστάτες.

 

Συχώρα με, αγάπη μου, που ζούσα πριν να σε γνωρίσω.

…χωρίς όνειρα να μας ξεγελάσουνε και δίχως φίλους πια

να μας προδώσουν…

Kι ύστερα μπήκατε ορθοί στη γη, όπως μπαίνει ο άντρας στη

γυναίκα.

Έτσι γεννήθηκαν τα στάχυα κι οι σημαίες.

Γιατί οι άνθρωποι υπάρχουν απ” τη στιγμή που βρίσκουνε

μια θέση

στη ζωή των άλλων.

OI  ΓYNAIKEΣ  ME  TA  AΛOΓIΣIA  MATIA   (1958)

 

…γι αυτό και μέσα σε κάθε ζωή υπάρχει πάντα κάτι πιο βαθύ

απ” τον εαυτό της – η ζωή των άλλων.

…η μοναξιά είναι τόσο απέραντη

ώστε έρχονται δυο – δυο για να την υπομείνουν.

Δεν ήξερε,

πως το κλειδί της φυλακής του καθένας το κρατάει στην τσέπη του…

Γιατί οι γυναίκες έχουν προαιώνιους,

μυστικούς δεσμούς με το αίμα

αίμα της ήβης, αίμα της παρθενιάς, αίμα της γέννησης…

 

Γιατί η ζωή είναι ατελείωτη και μπορεί κανείς να ξαναρχίσει

και δυο φορές – να ξαναρχίζει κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή…

…ένα καινούργιο ζευγάρι ανεβαίνει κιόλας τη σκάλα

έτοιμο να ριψοκινδυνέψει την ψυχή του στη μεγάλη

αβεβαιότητα του έρωτα.

…τους μιλούσε για την ελπίδα και το μέλλον  – κι άλλες

τέτοιες βλασφημίες.

Kαι μόνο εκείνη η γυναίκα, θάρθει η αναπότρεπτη ώρα,

μια νύχτα, που θα νιώσει με τρόμο ξαφνικά,

πως στέρησε τον εαυτό της απ” την πιο βαθιά, την πιο μεγάλη ερωτική πράξη

μην αφήνοντας έναν άντρα να κλάψει στα πόδια της.

Kι ο άνεργος που γυρίζει αργά, για νάχουν όλοι κοιμηθεί

στο σπίτι…

 

25η PAΨΩΔIA THΣ OΔYΣΣEIAΣ   (1963)

 

Kαι νάμαι τώρα

διασχίζοντας το Άπειρο

πιο ανάλαφρος απ” τους τρελούς και τα παιδιά…

…όσα δε ζήσαμε

αυτά μας ανήκουν…

…αγαπημένες μου,

εσείς, που ριχτήκατε τη νύχτα πάνω στα μαχαίρια της γύμνιας μου…

…κι ολόδροσος

σαν ένα χωριάτικο κοιμητήρι που διασχίζει το χρόνο.

 

ΠOIHMATA   (1958 – 1964)

 

…οι ερωτικές κραυγές μας

τινάζονταν μέσα στον ουρανό σα μεγάλα γιοφύρια

απ” όπου θα περνούσαν οι αιώνες…

…ά, για να γεννηθείς εσύ,

κι εγώ για να σε συναντήσω,

γι” αυτό έγινε ο κόσμος.

…αφού έζησα όλο

το μαρτύριο της ελπίδας, έφτασα στο πιο ανθρώπινο

έγκλημα: να πιστέψω στους ανθρώπους.

Kι ο άντρας είπε: θάθελα νάμαι Θεός. Kι η γυναίκα είπε:

θα γεννήσω σε λίγο.

…αδερφωμένοι ξαφνικά

μες στην παμμέγιστη αρετή της Tέχνης.

…κι η γριά πόρνη που σηκώνει τα φουστάνια της, για ένα γιαούρτι

δείχνοντας έναν ολόκληρο γκρεμισμένο Παράδεισο…

Oι εραστές είναι ακριβά, ένδοξα κύπελλα, όπου ο ένας πίνει

τον άλλον.

Kι εσύ, αγαπημένη, όταν με διώχνεις, κλείνεις έξω απ” την πόρτα σου

έναν ολάκαιρο πικραμένο κόσμο.

…σταθήκαν τίμιοι, μα Aπόντες.

 

OI TEΛEYTAIOI  (1966)

 

Tα μαλλιά της γεράσανε και πάνω στα ωχρά της χείλη

σαπίζουν αρχαία μακρόσυρτα φιλιά και πολλά ανοιξιάτικα λόγια.

…και μέναμε κι οι δυο μετέωροι κι ολομόναχοι, κρεμασμένοι

απ” την αρπαγή

μιας ασυνάντητης ηδονής…

Oλα όσα αρνηθήκαμε – αυτό είναι το πεπρωμένο μας.

…κάθε τόσο σηκωνόταν κι έβγαζε το καπέλο του

σαν να ζητούσε συγνώμη που υπήρχε.

 

NYXTEPINOΣ EΠIΣKEΠTHΣ (1972)

 

Σε τι χρησίμεψαν λοιπόν οι αμαρτίες μου;

… όταν βράδιασε, άδειασα τα παπούτσια μου απ” όλους τους δρόμους κι έπεσα να κοιμηθώ…

O ίδιος γύριζε σπίτι του τώρα δίχως πρόσωπο – σαν το Θεό.

…είχαμε κάποτε γκρεμίσει όλους τους τοίχους για να χωρέσουν εκείνοι που έφευγαν

…σε τι είχα φταίξει, εμένα το μόνο μου έγκλημα ήταν ότι δεν μπόρεσα να μεγαλώσω, κυνηγημένος πάντα, που να βρεις καιρό…

…γιατί την ώρα που πεθαίνεις, σαν ένας φονιάς που απομακρύνεται βιαστικά,

φεύγει από μέσα σου ο άγνωστος που υπήρξες.

…» τώρα, μου λέει, θα πάμε μακριά», » μα δεν βλέπεις, του λέω, μας ξέχασαν», » γι” αυτό» μου λέει…

…στο βάθος του δρόμου το άγαλμα διηγιόταν στα πουλιά το αληθινό ταξίδι.

» μητέρα, ρώτησα κάποτε, που μπορούμε να βρούμε λίγο νερό για τ” άλογό μου΄», «μα δε βλέπω κανένα άλογο», «κι εσύ, μητέρα!»…

Kανείς δε θα μάθει ποτέ με πόσες αγρύπνιες συντήρησα τη ζωή μου…

 

ΣKOTEINH ΠPAΞH (XOPIKO) 1974

 

Kάτω απ” το μανδύα ενός άλλου πηγαίνουμε, που προχωράει σιωπηλός, δίχως όνομα, ίσως γι” αυτό και πιο αληθινός…

Kαι μόνο ο τυφλός χαμογελούσε καθώς το ραβδί του, σοφό, τον πήγαινε πέρα απ” τη ματαιότητα, μες στο σκοτάδι.

…κι έπρεπε σαν έναν άλλο, πιό μεγάλο ουρανό, ν” αντέξουμε

την καθημερινή μας ιστορία.

…ακόμα κι άν δεν υπήρχε ουρανός εμείς εκεί θα πηγαίναμε.

…ζήσαμε έξω απ” τη θλίψη μας για να μη μας βρίσκουν.

OI TPEIΣ  (1975)

 

…άνθρωπος ασήμαντος δεν είχα φτιάξει ποτέ στη ζωή μου επισκεπτήρια…

…αυτοί, που έζησαν χωρίς ιστορία, σαν τον Θεό…

…έτσι η πιο αλησμόνητη ιστορία δε θα γραφτεί ποτέ, αφού πρέπει να την ξεχάσουμε, για να ζούμε ακόμα…

…κι εκείνος ο θλιμμένος άντρας, στο γειτονικό θάλαμο, ήθελε να πετάξει, έλεγε, και τρεφόταν μόνο με ψίχουλα…

…ίσως αργότερα μάθουν πως έζησα…

…ώρα που ο αιμομίχτης πρέπει να ονειρευτεί τη μητέρα του, ο φονιάς το άλλο του χέρι, η πόρνη να γυρίσει επιτέλους, στο πλευρό της, και ν” ανάψει το λύχνο του ο τυφλός.

 

O ΔIABOΛOΣ ME TO KHPOΠHΓIO  (1975)

 

Σκέφτομαι, αλήθεια, γιατί όλα αυτά, αφού με πολύ λιγότερα μπορεί κανείς να χαθεί.

…η εξέγερση θα γίνει τα μεσάνυχτα, έλεγαν, «έτσι θα μάθουμε και την ώρα», είπε κάποιος…

Είμαι άντρας, και με μια φτωχή βιογραφία πρέπει να ετοιμάσω

μια δίκαιη αναχώρηση.

…στις έγκυες μάλιστα σήκωναν το φόρεμα

κι έβρισκαν πανάρχαια κλοπιμαία…

Υπάρχουν, αλήθεια, χιλιάδες τρόποι να κερδίσει κανείς τη ζωή του

μα ένας μόνο για να τη χάσει.

…ή να πονέσω τόσο πολύ που ο Θεός να υπάρξει…

…κάθε φορά που κάποιος μπαίνει στη ζωή σου,

είναι σαν να σου παίρνει μια βελόνα γραμμοφώνου, ώσπου, τελικά,

πρέπει να τραγουδήσεις μόνος σου…

 

BIOΛI ΓIA MONOXEIPA  (1976)

 

…ακόμα κι η ζωή μου αποχτά σημασία

όταν τη διηγούμαι σε κάποιον…

…ή ο παιδικός μας φίλος, που καθισμένοι στο πεζούλι τα βράδια

μοιράζαμε τον κόσμο – αλλά εγώ τον έκλεβα.

…έτσι δεν μπόρεσα ν” αποτελειώσω καμιά ηλικία…

…σαν ένα παιδί που το αθώωσαν για να μην έχει τίποτα δικό του…

…ώ έρημοι δρόμοι, που μπορείς όλα να τους τα πείς, χωρίς να

τ” ακούσουν…

…το πιό θανάσιμο αμάρτημα είναι να μήν αγαπάς τον εαυτό σου…

… ακριβώς όπως ένας άνθρωπος, ίσως, μπορεί να παίξει και μ” ένα χέρι βιολί, όταν με τ” άλλο πρέπει να κρατήσει τη ζωή του…

… και το πρωί θα πρέπει να ξαναντυθείς, μόνο και μόνο για να πονέσεις…

ANAKAΛYΨH (1977)

 

… οι άγιοι φοβισμένοι είχαν καταφύγει στα ημερολόγια…

… ίσως γιατί υπάρχει κάτι που γι” αυτό δε μίλησε ποτέ κανείς – και μόνο εκεί ζήσαμε…

… έτσι έμεινα χωρίς ηλικία σαν τα παλιά σφάλματα….

… και ξεκινάει μια μέρα καλή, όταν παραδεχτείς απ” το πρωί τη νύχτα που φτάνει…

Και κάθε τόσο ανοίγω το ερμάρι και βεβαιώνομαι πως το παιδικό μου χέρι είναι ακόμα εκεί και κάποτε θα μου χτυπήσει το τζάμι.

… κινδύνεψα μπρος σε μια λέξη…

Κανείς δε μας συγχώρησε που ζήσαμε σιωπηλοί…

… τις νύχτες κοιμόμουν στο πάτωμα, αφήνοντας το κρεβάτι για τον εφιάλτη…

… τα σκυλιά, το βράδυ, κοιτάζουν δακρυσμένα προς τα κει πού ήμαστε κάποτε παιδιά

 

Πόσες ψευδομαρτυρίες δεν έσωσαν μιά ζωή.

… «μην τον ακούς, είπε η γριά, αυτός είναι ο πεθαμένος – αφού κρύβει ακόμα τα λεφτά του».

… οι λέξεις είναι η ποινή μου, ο ύπνος η βιογραφία μου

 

EΓXEIPIΔIO EYΘANAΣIAΣ  (1979)

 

Τόσα άστρα κι εγώ να λιμοκτονώ.

… όπως μια γυναίκα που δεν τη γνώρισες ποτέ κι όμως θα πρέπει κάποτε να “χατε αγαπηθεί πολύ…

… γιατί αλίμονο αν μαθαίναμε όσα μας έχουν συμβεί.

. ή μια χειρονομία απαλή, όπως καρφιτσώνεις ένα ρόδο στο στήθος μιας γυναίκας

που ποτέ δεν υπήρξε.

… έχω τόσες ωραίες ιδέες να συντηρήσω…

… ίσως όταν ξαναΐδωθούμε να μην ξέρει πια καθόλου ο ένας τον άλλον.

Έτσι που επιτέλους να μπορέσουμε να γνωριστούμε.

… κι αφού ποτέ δεν είχα ζήσει φανερά

θ” ακούτε το τραγούδι κι όταν λείπω.

 

… κι η ειλικρίνεια αρχίζει πάντα εκεί, που τέλειωσαν όλοι οι άλλοι τρόποι να σωθείς.

O TYΦΛOΣ ME TO ΛYXNO  (1983)

 

Έρχομαι από μέρες που πρέπει ν” αποσιωπηθούν, από νύχτες που θέλω να τις ξεχάσω…

… εξάλλου άνθρωπος είμαι κι εγώ, χρειάζομαι λίγη μέριμνα: ένα όνειρο ή μια μητέρα ή έστω μια ξαφνική περιφρόνηση…

…παλιά, ρυτιδωμένη γη που μόνο έναν αιώνιο ύπνο υποσχόταν –

κι ώ σοφή προνοητικότητα των παιδιών, που πιάνουν από νωρίς φιλίες με το χώμα.

Aν έχασα τη ζωή μου είναι γιατί πάντα είχα μίαν άλλη ηλικία απ” την αληθινή…

…ώσπου ξημέρωνε

κι ερχότανε ένας καινούριος πόνος να με σώσει απ” τον παλιό.

…ζήσαμε με χαμένα όνειρα και σκοτωμένη μουσική…

Οπωσδήποτε  θα είχα κάνει μεγάλα πράγματα στη ζωή μου, αλλά είχα γεννηθεί πολύ απασχολημένος…

… οι πιο ωραίες ιστορίες θα ειπωθούν για μας

όταν δε θα “ναι πια κανείς να τις ακούσει.

Aν ρίχναν ένα καράβι μες στο μυαλό μου θα ναυαγούσε.

… αλλά τι να “κανα που υπήρξα πάντα

απ” την άλλη μεριά της ζωής.

 

BIOΛETEΣ ΓIA MIA EΠOXH  1985

 

… μόνον η ανωνυμία μας διατηρεί μακριά από μύθους ή λεηλασίες…

… ένας μικροδιεκπεραιωτής του ανέφικτου μες στην αιώνια λησμονιά…

… οι φτωχοί κατακτούν αναίμακτα τα πάρκα…

… μια γυναίκα πιο κει τόσο θλιμμένη που ο κόσμος θα “πρεπε να ξαναρχίσει…

… ρωτάμε αλλά η απάντηση υπάρχει μόνο όσο δεν τη γνωρίζουμε

είμαστε τ” όνειρο ενός μανιακού, η μεγαλοφυΐα ενός τρελού που

δραπετεύει μέσα σε μια λέξη…

… θα “δινα ένα βασίλειο για μια παιδική νύχτα…

… άνθρωποι αθώοι σαν άγραφες σελίδες

άνθρωποι ανυπεράσπιστοι σαν τις σελίδες που γράφτηκαν πια.

…πάνω στις τζαμαρίες των σταθμών δεν είναι η βροχή, αλλά τα απραγματοποίητα ταξίδια που κλαίνε…

…έξω απ” τα ορφανοτροφεία σωπαίνουν τα διωγμένα παραμύθια…

…οι άλλοι φτιάχνουν από μας ένα πρόσωπο για δική τους χρήση…

… ζήσαμε μεγάλα χρόνια, όμως πράγματα ασήμαντα μας πέθαναν…

…όπως τα παιδικά παιχνίδια που μια μέρα εξαφανίζονται άξαφνα σα να τα πήρε μαζί του το παιδί – καθώς πέθαινε, περίλυπο, μέσα στον άντρα.

 

MIKPA ΓYMNAΣMATA ΛHΣMONIAΣ

 

…δεν είχε πού να πάει,

ώσπου σηκώθηκε και με αργά, αβέβαια βήματα ανέβηκε στον ουρανό.

«Mα πως περπατάς επί των κυμάτων;» ρώτησα.

«Eχασα τον δρόμο» μου λέει.

Oι άνθρωποι βιάζονται: έγνοιες, βιοτικές συνθήκες, όνειρα συμβιβασμοί – πού καιρός να γνωρίσουν τη ζωή τους.

…αλλά τι αθλιότητα, κάθε φορά που έχω κάτι σπουδαίο να πω, τα χάνω, έτσι μένει στο σκοτάδι η ανθρωπότητα.

Kι, ώ αναμνήσεις, που συγκρατείτε κάτι πιο πολύ απ” αυτό που ζήσαμε…

Γι” αυτό, σας λέω, ας κοιτάξουμε τη ζωή μας με λίγη περισσότερη συμπόνια

μιας και δεν ήταν ποτέ πραγματική…

 

ΜIKPO BIBΛIO ΓIA MEΓAΛA ONEIPA  (1987)

 

…στάθηκα πάντα ανυπεράσπιστος μπροστά στους άλλους όπως οι νεκροί

έτσι έμαθα τι θα πει αιωνιότητα.

A, έχασα τις μέρες μου

αναζητώντας τη ζωή μου.

…μίλησα πάντοτε με λόγια απλά για να επιδέχονται όλες τις ερμηνείες…

Kαι πεθαίνουμε στερημένοι σ” έναν παράδεισο από λέξεις.

Εξάλλου, εγώ έχω το άπειρο, τι να τις κάνω τις γνωριμίες.

…η οικογένειά μου, από τις πιο ευυπόληπτες, διατηρούσε όλες τις μεγαλοαστικές συνήθειες μόνο που το σπίτι δε χωρούσε τόσες μικρότητες κι είχαμε κι ένα άλλο στην εξοχή.

Kι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον

είμαστε κιόλας νεκροί.

…η νεότητα πέθανε, ας σκεπάσουμε τους καθρέφτες…

 

TA XEIPOΓPAΦA TOY ΦΘINOΠΩPOY 1990 (εκδόθηκε μετά το θάνατό του ποιητή)

 

…η σιωπή κάνει τον κόσμο πιο μεγάλο, η θλίψη πιο δίκαιο…

…κι ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλο…

Oλόκληρη η ζωή μου δεν ήταν παρά η ανάμνηση ενός ονείρου μέσα σε ένα άλλο όνειρο.

Tα ρολόγια σημαίνουν τις χαμένες ώρες, αλλά κανείς δεν τα πιστεύει…

…οι ερωτευμένοι παντρεύτηκαν και τώρα γερνάνε πλάι σε ανθρώπους ξένους…

…ω μα γιατί άφησα να μεγαλώσω, πώς ξεγελάστηκα…

O κόσμος μόνο όταν τον μοιράζεσαι υπάρχει…

Kάποτε θα μας πνίξουν τόσα ανείπωτα λόγια.

…κορίτσια που βγάζουν το φουστάνι τους για να μπουν στον ουρανό…

H ελπίδα που κάνει ακόμα πιο αβέβαιο τον κόσμο.

T” άστρα ήταν το πρώτο μας αναγνωστικό.

 

 

 

Τελευταίες Ειδήσεις

Απάντηση