Dimitris Damaskinos

Μερικές επισημάνσεις για την ταινία «Κουεμάδα», του Τζίλο Ποντεκόρβο

Μερικές επισημάνσεις για την ταινία «Κουεμάδα», του Τζίλο Ποντεκόρβο
Decrease Font Size Increase Font Size Text Size Print This Page
Η εκπαιδευτικός Δ.Ε. Βίκυ Παπαναγιώτου, που έκανε τη μετάφραση-υποτιτλισμό από τα αγγλικά της ταινίας «Κουεμάδα» του Τζίλο Ποντεκόρβο, την προλόγισε πριν προβληθεί στα πλαίσια του θεματικού αφιερώματος του πολιτιστικού συλλόγου: «ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΕΧΝΩΝ» την Κυριακή, 15 Ιανουαρίου στα Χανιά, επισημαίνοντας τα εξής:
Καλησπέρα σε όλες τις φίλες και φίλους του καλού κινηματογράφου,
Σήμερα θα παρακολουθήσουμε την εξαιρετική ταινία Κουεμάδα/Queimada (Burn!), παραγωγής 1969, του Τζίλο Ποντεκόρβο (Tzilo Pontecorvo), η οποία δεν έχει προβληθεί ποτέ στις ελληνικές αίθουσες κινηματογράφου.
Ας ξεκινήσουμε με λίγα λόγια για την υπόθεση: Ο σερ Γουίλιαμ Γούκερ είναι ένας τυχοδιώκτης που τον υποδύεται ο Μάρλον Μπράντο (Marlon Brando). Είναι μυστικός πράκτορας της βρετανικής κυβέρνησης, απεσταλμένος γύρω στα 1840 σ’ ένα μικρό νησί των Αντιλλών, την Κουεμάδα. Το νησί, αποικία των Πορτογάλων, είχε καεί ολοσχερώς, όταν το είχαν καταλάβει οι Πορτογάλοι πριν 300 χρόνια στην προσπάθειά τους να καταστείλουν την εξέγερση των ιθαγενών, γι’ αυτό ονομάστηκε «Κουεμάδα», δηλαδή «καμμένη» στα πορτογαλικά.
Η αποστολή του Γουόκερ είναι να υποδαυλίσει την επανάσταση εναντίον των Πορτογάλων στηρίζοντας και καθοδηγώντας έναν χωρικό, τον Χοσέ Ντολόρες, που ηγείται της εξέγερσης. Ο απώτερος στόχος του Γουώκερ δεν είναι βέβαια η ανεξαρτησία αυτού του μικρού νησιού της Καραϊβικής μα -μετά την αποτίναξη της πορτογαλικής αποικιοκρατικής διοίκησης- να περάσει ο έλεγχος του νησιού στους Βρεταννούς.
Η ταινία είναι βαθύτατα πολιτική και συνεπώς είναι μεγάλες και οι πολιτικές της φιλοδοξίες. Σ’ αντίθεση με την προηγούμενη ταινία του «Η μάχη του Αλγερίου», που το θέμα της είναι η αποικιοκρατία και ο αγώνας για την ανεξαρτησία, ταινία στην οποία ο σκηνοθέτης δεν εξετάζει το οικονομικό-κοινωνικό σύστημα που εγκαθιδρύεται και την πολιτική συνείδηση που δημιουργείται ως αποτέλεσμα της επανάστασης, στην «Κουεμάδα» ο Τζίλο Ποντεκόρβο προχωράει τον προβληματισμό του πολύ μακρύτερα, θέτοντας το ερώτημα «μετά την επανάσταση τί;» Ο σκηνοθέτης αναγνωρίζει δηλαδή ότι η άμεση αποικιοκρατία δεν είναι παρά μονάχα ένα είδος ελέγχου. Παρά τη φυσική απουσία του αποικιακού στρατού και των αποικιακών αρχών διοίκησης, στην «ανεξάρτητη» Κουεμάδα η οικονομική και κοινωνική εκμετάλλευση διατηρείται υπηρετώντας ξένα -κυρίως- συμφέροντα και η «ανεξαρτησία» καταντά ένα αδειανό πουκάμισο, είναι μόνο κατ’ όνομα. Η νεοαποικιοκρατία που στην ταινία εξυπηρετεί κυρίως τα αγγλικά συμφέροντα, εμφανίζεται σαν ένας πολύ πιο ύπουλος και έξυπνος εχθρός. Άλλωστε στην ταινία ακούγεται η φράση του Μάρξ πως: «ένας άνθρωπος δουλεύει για κάποιον άλλο, ακόμα κι αν ονομάζεται εργάτης, θα παραμείνει σκλάβος».
Αυτός είναι και ο λόγος που παρά την μεγαλοφυή σκηνοθεσία του Τζίλο Ποντεκόρβο, την εξαιρετική ερμηνεία του Μάρλον Μπράντο και την έξοχη μουσική του Έννιο Μορρικόνε (Ennio Morricone) η ταινία στην κυριολεξία «θάφτηκε», γιατί:
  1. Πρώτα-πρώτα η εταιρεία παραγωγής United Artists, ανάγκασε τον σκηνοθέτη ν’ αλλάξει την ταυτότητα του κατακτητή και από Ισπανό να τον μεταμφιέσει σε Πορτογάλο ύστερα από τις απειλές που δέχτηκε από την ισπανική κυβέρνηση πως θα μποϋκοτάρει τη συγκεκριμένη ταινία, γεγονός που έθετε σε κίνδυνο όλες της τις ταινίες όχι απλά στην ισπανική, μα ευρύτερα στην ισπανόφωνη αγορά της Λατινικής Αμερικής.
  2. Γι’ αυτό η εταιρεία παραγωγής άλλαξε τον αγγλικό τίτλο της ταινίας και από «Burnt» ( = καμμένη) που αναφέρεται στην τραγωδία του ιθαγενούς πληθυσμού, η οποία αποτυπώνεται ανάγλυφα στην ταινία του Ποντεκόρβο, τον μετέτρεψε στην προστακτική «Burn» ( = κάψτε, αυτό ήταν το σύνθημα των εξεγέρσεων στα γκέτο των μαύρων) αντιστρέφοντας πλήρως το νόημα: στην ταινία του Ποντεκόρβο: οι Πορτογάλοι και οι Άγγλοι έκαψαν το νησί στην προσπάθειά τους να καταστείλουν την εξέγερση του μαύρου πληθυσμού και όχι φυσικά οι εξεγερμένοι που σε καμία περίπτωση δεν θα έκαιγαν τα φτωχόσπιτά τους και τη γη απ’ την οποία με χίλια βάσανα βιοπορίζονταν.
  3. Ας σημειωθεί σ’ αυτό το σημείο πως την εποχή που γυρίζεται η ταινία διεξάγεται ο πόλεμος του Βιετνάμ. Η ταινία του Ποντεκόρβο θίγει το ζήτημα του ιμπεριαλισμού που ακόμα χειρότερα συνδέεται με τον κληρονομημένο φυλετικό ρατσισμό της λευκής αποικιοκρατίας κι αυτός από μόνος του είναι ένας πολύ σοβαρός λόγος για να πεταχτεί στο καλάθι των αχρήστων η ταινία. Και αν «Η μάχη του Αλγερίου» δείχνει τον αγώνα για ανεξαρτησία, το «Burn» πηγαίνει πολύ παραπέρα, αφού τονίζει πως η νίκη των επαναστατών είναι για λίγο, μιας και δεν έχουν τα μέσα για ν’ ασκήσουν την εξουσία. Όπως λέει στο τέλος της ταινίας ο Χοσέ Ντολόρες: «ο πολιτισμός ανήκει στους λευκούς, αλλά μέχρι πότε;» Ο Ποντερκόρβο, άλλωστε, είχε πει πως: «ο τρίτος κόσμος πρέπει να παραγάγει το δικό του πολιτισμό, αφού μια από τις αδυναμίες του πολιτισμού του (τρίτου κόσμου) είναι πως δεν είναι ένα καινούργιο προϊόν απαλλαγμένο από τον δυτικό πολιτισμό των λευκών, αλλά ένα παράγωγο αυτού του πολιτισμού».
  4. Επιπρόσθετα, εκτός από την εταιρεία παραγωγής United Artists που είχε σοβαρές ενδείξεις ότι η ταινία δε θα πήγαινε εισπρακτικά καλά τουλάχιστον στην αγγλική και πορτογαλική αγορά, και οι εταιρείες διανομής είχαν σοβαρούς λόγους να μη θέλουν να δείξουν ιδιαίτερο ζήλο στη διακίνηση της ταινίας εξαιτίας της φύσης του θέματος, με το οποίο δεν ήθελαν βέβαια να ταυτιστούν. Άλλωστε, ήδη όταν είχε βγει στις αίθουσες το 1966 «Η μάχη του Αλγερίου» είχε υπάρξει black out στις Η.Π.Α. στην προώθηση, διανομή και προβολή της ταινίας, με αποτέλεσμα να μείνει άγνωστη στο αμερικανικό κοινό για πάνω από τρεις δεκαετίες. Όσο, όμως, και να θάφτηκε στην εποχή της παραγωγής της η ταινία, επειδή αξίζει, πάντα θα βρίσκει τον τρόπο να έρχεται στην επιφάνεια και να προβάλλεται, ώστε να τη γνωρίζουν και να την απολαμβάνουν οι φίλοι και φίλες του ποιοτικού κινηματογράφου.
Η ταινία, άλλωστε, μιλά για ένα πολύ επίκαιρο ζήτημα: αναδεικνύει αφενός τη φύση του καπιταλισμού-ιμπεριαλισμού και της κουλτούρας του και αφετέρου απεικονίζει με ιδιαίτερο συναίσθημα την τραγωδία των θυμάτων της νεοαποικιοκρατίας. Τελειώνει δείχνοντας τα θυμωμένα πρόσωπα των μαύρων. Για τον Ποντεκόρβο -πράγματι- οι βίαιες επαναστατικές αλλαγές είναι αναπόφευκτες, μιας και όσο θα υπάρχουν καταπιεστές, θα υπάρχει η διαρκής επανάσταση.
Όπως και στην ταινία «Η μάχη του Αλγερίου» ο Ποντεκόρβο -εκτός από τον Μάρλον Μπράντο και τον Ρέντο Σαλβατόρι (Rento Salvatori) (= που υποδεύεται τον Σοσιαλδημοκράτη ηγέτη Τέντυ Σάντσες)- δε χρησιμοποιεί επαγγελματίες ηθοποιούς. Ο Μάρκες (Marquez), ένας χωρικός που δεν ειχε δει ποτέ του ταινία πριν γνωρίσει τον Ποντεκόρβο, επιλέχτηκε τελικά γιατί το πρόσωπό του ταίριαζε με τον χαρακτήρα του Χοσέ Ντολόρες, όπως τον είχε φανταστεί ο σκηνοθέτης. Στα γυρίσματα, όμως, φάνηκε σε τέτοιο βαθμό η αδυναμία του Μάρκες να αντιληφθεί το περιεχόμενο της ταινίας και να υποδυθεί το ρόλο του χωρικού που μεταμορφώνεται σε επαναστάτη, ώστε να κάνει τον Μάρλον Μπράντο να δηλώσει -σχολιάζοντα σκωπτικά τις υποκριτικές ικανότητες του συμπρωταγωνιστή του- πως «αν κατάφερνε ο Μάρκες να γυρίσει κάποια ιδιαίτερα απαιτητική σκηνή στην ταινία, θα έκανε ακόμα και τον μεγάλο δάσκαλο της θεατρικής τέχνης, τον Στανισλάφσκι, να σηκωθεί από τον τάφο του», θα γινόταν δηλαδή ένα θαύμα…
Ωστόσο, παρά τις αδυναμίες της ταινίας το «Burn» έχει ένα έξοχο κινηματογραφικό ύφος. Ο Ποντεκόρβο σκηνοθετεί με την κάμερα στο χέρι. Η εικόνα και ο ήχος είναι τα εργαλεία του σκηνοθέτη, για να αποδώσει κινηματογραφικά τα συναισθήματα των χαρακτήρων και τις αλλαγές στη δράση. Παραδείγματος χάρη στην αρχή της ταινίας η άφιξη του Γουώκερ στο νησί αποτυπώνεται με γαλήνιες, σχεδόν ειδυλλιακές εικόνες: η κάμερα δείχνει ένα καταπράσινο νησί στις Μικρές Αντίλλες. Στην επιστροφή, όμως, του άγγλου πράκτορα μετά από δέκα χρόνια με στόχο την εξόντωση του Χοσέ Ντολόρες υπάρχει ομίχλη. Στις τελευταίες μάλιστα σκηνές -σε πλήρη αντίθεση με τις πρώτες- έχει εξαφανιστεί το χρώμα, μόνο τα πουλιά πετούν ψηλά για να ξεφύγουν από τη φωτιά και τους καπνούς, η οθόνη γεμίζει πτώματα και τα δένδρα είναι μαύρα και καμμένα.
Η κάμερα κάνει zoom ( = εστιάζει) πολύ συχνά στην ταινία, κεντράροντας ιδιαίτερα στα μάτια, για να δείξει την αλλαγή στη συνείδηση και τα συναισθήματα των χαρακτήρων. Αυτή την τεχνική με ταυτόχρονο πάγωμα της εικόνας και της μουσικής χρησιμοποιεί ο Ποντεκόρβο, για να δώσει έμφαση στη στιγμή. Για παράδειγμα η εικόνα παγώνει όταν ο Γουίλιαμ Γουόκερ βλέπει τον Χοσέ Ντολόρες (τη στιγμή που σηκώνει μια πέτρα εναντίον του πορτογάλου στρατιώτη) σαν τον μελλοντικό επαναστάτη, στοιχείο που προδιαγράφει τη μοίρα του στην εξέλιξη του έργου. Με τον ίδιο τρόπο χρησιμοποιεί και τη μουσική του Έννιο Μορρικόνε, πολλές φορές κόβοντας απότομα ένα μουσικό θέμα για να το συνεχίσει αργότερα, θέλοντας να αποδώσει την ιδιαιτερότητα της στιγμής.
Το «Burn» ξεκινάει μ’ έναν πυροβολισμό και τους τίτλους να πέφτουν σε μια κομματιασμένη οθόνη με εικόνες από την ταινία που διαδέχονται η μία την άλλη, με τη βία να τονίζεται από το κόκκινο φόντο και τη μουσική. Ξέρουμε τί θα δούμε. Ο Ποντεκόρβο διασφαλίζει μ’ αυτόν τον τρόπο από την αρχή ότι το μήνυμα της ταινίας θα γίνει σαφές και θ’ ακουστεί.
Σας ευχαριστώ που με ακούσατε,
Ελπίζω να χαρείτε την ταινία που θα προβάλλουμε σήμερα, όσο κι εμείς που την επιλέξαμε.
Βίκυ Παπαναγιώτου, 
μέλος του πολιτιστικού συλλόγου: «ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΕΧΝΩΝ»

Share This Post

Τελευταίες Ειδήσεις

Απάντηση