Sinogeorgos Dim - ©Mynima-Hellas.com

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Το EG ενέκρινε την τεχνική συμφωνία μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και των θεσμών

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Το  EG ενέκρινε την τεχνική συμφωνία μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και των θεσμών
Decrease Font Size Increase Font Size Text Size Print This Page

Η ενημέρωση των πολιτικών συντακτών και ανταποκριτών ξένου Τύπου από τον  Υπουργό Επικρατείας και Κυβερνητικό Εκπρόσωπο, Δημήτρη Τζανακόπουλο

Αθήνα, 23/05/2017

 

 

 

 

 

Κυρίες και κύριοι καλησπέρα,

 

Πριν ξεκινήσω την επίσημη ενημέρωση θέλω να εκφράσω εκ μέρους της ελληνικής κυβέρνησης τη θλίψη και τον αποτροπιασμό μας για την χθεσινή τρομοκρατική επίθεση στο Μάντσεστερ της Μεγάλης Βρετανίας. Σήμερα είμαστε όλοι μας στο πλευρό του βρετανικού λαού και δηλώνουμε την αμέριστη συμπαράσταση και αλληλεγγύη όλων των Ελλήνων και των Ελληνίδων. Επιμένουμε στη σταθερή θέση μας ότι η δημοκρατία και η ελευθερία ούτε εκβιάζονται, ούτε τρομοκρατούνται.

 

 

Στην ενημέρωση. Γνωρίζετε ότι στη χθεσινή συνεδρίαση του EG αναγνωρίστηκε από όλους ότι η Ελλάδα έχει ανταποκριθεί πλήρως στις υποχρεώσεις της και έχει τηρήσει τα συμφωνηθέντα.

 

Το  EG ενέκρινε την τεχνική συμφωνία μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και των θεσμών και δρομολόγησε την εκταμίευση της προβλεπόμενης δόσης το αμέσως επόμενο διάστημα.

 

Σε ό,τι αφορά τη συζήτηση για το χρέος που απασχόλησε επί μακρόν τις χθεσινές συνεδριάσεις όπως είχε διαφανεί εξάλλου και τα προηγούμενα εικοσιτετράωρα, δεν κατέστη εφικτό να γεφυρωθούν στο σύνολό τους οι διαφορές ώστε να καταλήξουμε σε μια συγκεκριμένη λύση.

 

Η απόσταση ανάμεσα στις θέσεις του ΔΝΤ και του Γερμανικού ΥΠΟΙΚ, παρά το γεγονός ότι τις τελευταίες εβδομάδες έχει μειωθεί, παραμένει.

 

Η λύση εξάλλου που παρουσιάστηκε κατά τη χθεσινή συνεδρίαση δεν αντιστοιχούσε ούτε στους στόχους που είχαν τεθεί το προηγούμενο διάστημα ούτε όμως και στις θυσίες του ελληνικού λαού.

 

Ήταν λοιπόν απολύτως σαφές για την ελληνική πλευρά αλλά και για πολλούς από τους εταίρους μας ότι ήταν προτιμότερη μια απόφαση αναβολής λίγων ημερών, που μας δίνει χρόνο για να δουλέψουμε περισσότερο και να προετοιμάσουμε μια καλύτερη λύση, παρά να πάρουμε αποφάσεις που μεταθέτουν το πρόβλημα και δεν προσφέρουν ασφαλή διέξοδο για την ελληνική οικονομία.

 

Η ελληνική κυβέρνηση το επόμενο διάστημα θα εξαντλήσει κάθε δυνατότητα σε όλα τα επίπεδα με στόχο στο προσεχές EG να έχουμε μια καθαρή λύση για τον προσδιορισμό των μεσοπρόθεσμων μέτρων ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους, χωρίς γκρίζες ζώνες και χωρίς ασάφεια.

 

Μια λύση που θα ανοίγει το δρόμο για την οριστική έξοδο από την κρίση και φυσικά θα αντιστοιχεί στις θυσίες του ελληνικού λαού.

 

Και όταν λέμε καθαρή λύση, εννοούμε καθαρή λύση.

 

Εννοούμε τον προσδιορισμό των μεσοπρόθεσμων μέτρων για το χρέος, σε τέτοιο βαθμό, ώστε το ΔΝΤ να έχει την δυνατότητα άμεσα να καταλήξει σε θετική μελέτη βιωσιμότητας του χρέους και να συμμετέχει πλήρως στο πρόγραμμα χωρίς αστερίσκους.

 

Αυτός εξάλλου ήταν ο στόχος που είχε τεθεί από την αρχή της διαπραγμάτευσης και σε αυτό το στόχο οφείλουμε να επιμείνουμε. Από την πλευρά μας, κάναμε όσα οφείλαμε για να ανοίξουμε το δρόμο για μια τέτοια επιτυχή κατάληξη και επομένως αναμένουμε αλλά και δικαιούμαστε το ίδιο να πράξει και το σύνολο των εταίρων και δανειστών.

 

Διότι δεν είναι δυνατόν από τη μια μεριά να υφίσταται η απαίτηση για συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα, αλλά και η απαίτηση για την υιοθέτηση των δημοσιονομικών αλλά και άλλων μέτρων που το Ταμείο προτείνει και από την άλλη να μην γίνεται αποδεκτή η θέση του για την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη σαφήνεια στον προσδιορισμό των μεσοπρόθεσμων μέτρων για το χρέος.

 

Δεν μπορεί η συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα να είναι αλα καρτ.  Δεν μπορεί κάποιοι να λένε ναι στις μεταρρυθμίσεις αλλά όχι στη ρύθμιση του χρέους.

 

Η ελληνική κυβέρνηση επομένως, θα εργαστεί εντατικά την αμέσως επόμενη περίοδο και θα πάρει πρωτοβουλίες, τόσο σε τεχνικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο, για την καλύτερη δυνατή κατάληξη των συζητήσεων.

 

Και έχουμε τη βεβαιότητα ότι τα επιχειρήματα με τα οποία προσερχόμαστε σε αυτές τις συζητήσεις είναι αδιαμφισβήτητα.

 

Όπως ανέφερα και προηγουμένως και όπως έχει ήδη αναγνωρίσει το EG, η Ελλάδα έχει υλοποιήσει τις δεσμεύσεις της. Τώρα είναι οι εταίροι και δανειστές μας που έχουν ηθικό, πολιτικό και νομικό καθήκον να υλοποιήσουν τις δικές τους.

 

 

Παρακαλώ για τις ερωτήσεις σας.

 

ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ: Κύριε Εκπρόσωπε, πώς εκφράζετε τη βεβαιότητα ότι θα βρεθεί λύση το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα, καθώς απ` ό,τι καταλάβαμε χθες, ο κ. Σόιμπλε εμφανίζεται να είναι αδιαπραγμάτευτος και να μην κάνει βήμα πίσω από τις θέσεις τις οποίες έχει εκφράσει δημοσίως όλο το προηγούμενο χρονικό διάστημα. Πέρα, δηλαδή, από τα ευχολόγια, έλεγε ότι δεν θα υπάρξει καμία ρύθμιση για το χρέος. Τι σας κάνει εσάς να πιστεύετε ότι τώρα θα βρεθεί η ρύθμιση; Και θα ήθελα και μια διευκρίνιση. Οι ενστάσεις της ελληνικής κυβέρνησης αφορούσαν τι; Τα πρωτογενή πλεονάσματα ή κάτι άλλο σε ό,τι αφορά το χρέος;

 

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Κατ` αρχήν, να σας πω ότι τη βεβαιότητα για την επιτυχή κατάληξη των διαπραγματεύσεων στο προσεχές Eurogroup δεν την εκφράζει η ελληνική κυβέρνηση. Την εκφράζει η χθεσινή απόφαση του Eurogroup που θέτει ένα πολύ συγκεκριμένο ορόσημο, λέγοντας ότι θα υπάρξει η τελική συμφωνία στην επόμενη συνεδρίαση, γιατί χρειάζεται ακόμα λίγος χρόνος, έτσι ώστε να γεφυρωθούν οι διαφορές οι οποίες απομένουν μεταξύ του ΔΝΤ, της Γερμανίας, αλλά και των υπόλοιπων εμπλεκόμενων στο ελληνικό πρόγραμμα.

Το δεύτερο σχόλιο που θέλω να κάνω, αφορά τη θέση του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών, την οποία εσείς, κατά τη γνώμη μου, μεθερμηνεύετε με λανθασμένο τρόπο. Το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών έχει δηλώσει κατ` επανάληψη ότι είναι απαραίτητη η συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα.

Και γνωρίζουν όλοι ότι η συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα προϋποθέτει τον ακριβή προσδιορισμό ή εν πάση περιπτώσει τον προσδιορισμό σε όσο το δυνατόν πιο σαφή βάση των μεσοπρόθεσμων μέτρων που θα εφαρμοστούν μετά τη λήξη του προγράμματος. Και αυτό εκτιμώ ότι εννοεί ο κ. Σόιμπλε, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών, όταν λέει ότι δεν επίκειται τώρα η ρύθμιση του ελληνικού χρέους.

Αυτό το οποίο τώρα συζητάμε, είναι ο προσδιορισμός των μεσοπρόθεσμων μέτρων, τα οποία θα εφαρμοστούν, όπως όλοι αποδέχονται –και η ελληνική πλευρά- μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος, δηλαδή μετά τον Αύγουστο του 2018. Επομένως, ως προς αυτό το σημείο, δηλαδή ως προς τις βασικές αρχές της συζήτησης, η οποία διεξάγεται, δεν υπάρχει καμία απολύτως διαφωνία.

Αυτό το οποίο απομένει να προσδιοριστεί και ο λόγος για τον οποίο χρειάζεται δουλειά τις επόμενες ημέρες, είναι να γεφυρωθούν οι διαφορές μεταξύ της Γερμανίας και του ΔΝΤ, ως προς την ακρίβεια, ως προς το πόσο συγκεκριμένος θα είναι ο προσδιορισμός, ακριβώς αυτών των μεσοπρόθεσμων μέτρων για το χρέος.

Σε ό,τι αφορά το τρίτο σκέλος του ερωτήματός σας, η ελληνική πλευρά όπως και πολλοί από τους συμμετέχοντες στο χθεσινό Eurogroup, θεώρησαν ότι η λύση η οποία προτάθηκε, έχει ασάφειες, ενέχει τον κίνδυνο να μεταθέσει το πρόβλημα για το μέλλον. Και είναι ακριβώς γι` αυτόν τον λόγο που δεν αντιστοιχεί ούτε στους στόχους που είχαν τεθεί το προηγούμενο διάστημα –δηλαδή για μια οριστική και καθαρή λύση μέσα στο καλοκαίρι- αλλά δεν αντιστοιχεί και στις θυσίες του ελληνικού λαού. Και πολύ περισσότερο δεν αντιστοιχεί στις δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει οι εταίροι μας απέναντι στην Ελλάδα, η οποία όπως σας έχω εξηγήσει, αναγνωρίζεται απ` όλους ότι έχει υλοποιήσει πλήρως όλα όσα είχε δεσμευτεί να υλοποιήσει. Με αυτή την έννοια, θεωρώ ότι ήταν ορθή η πολιτική επιλογή να δώσουμε μια αναβολή λίγων ημερών, έτσι ώστε να μπορέσουμε να εξασφαλίσουμε την όσο το δυνατόν πιο καθαρή λύση, η οποία θα δώσει και οριστική διέξοδο στην ελληνική οικονομία και θα ανοίξει έναν καθαρό διάδρομο, έτσι ώστε να βγούμε από το πρόγραμμα οριστικά και αμετάκλητα τον Αύγουστο του 2018.

 

ΑΛΕΙΦΕΡΟΠΟΥΛΟΣ: Κύριε Εκπρόσωπε, ήθελα να σας ρωτήσω, αν για την κυβέρνηση το πλεόνασμα του 3,5% του ΑΕΠ για μια πενταετία, είναι ένα πλεόνασμα πολιτικά και κοινωνικά διαχειρίσιμο και υπό ποιες προϋποθέσεις;

Και επίσης, θέλω να σας ρωτήσω – επειδή υπάρχει ένα χρονοδιάγραμμα, ένας οδικός χάρτης για την ελληνική κυβέρνηση που περνάει μέσα από το κλείσιμο της συμφωνίας, τα μεσοπρόθεσμα, την ποσοτική χαλάρωση ή αλλιώς QE και την έξοδο στις αγορές – σας ανησυχεί το ενδεχόμενο στο επόμενο Eurogroup, δηλαδή μέσα σε 20 ημέρες, να μην έχουν προετοιμαστεί όλες οι πλευρές, ώστε να προτείνουν τη συγκεκριμενοποίηση των μέτρων, όπως τη ζητά σήμερα, σε άτυπη ενημέρωση, ο Τόμσεν;

 

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Σε ό,τι αφορά τα πρωτογενή πλεονάσματα, οφείλω να σας πω ότι η ελληνική κυβέρνηση πάντοτε θεωρεί ότι το 3,5% είναι ένα υψηλό πλεόνασμα, το οποίο, όμως, αναγκαστήκαμε να αποδεχθούμε κατά την υπογραφή της Συμφωνίας του Αυγούστου του 2015. Και όλοι γνωρίζετε υπό ποιες προϋποθέσεις υπογράφηκε η συγκεκριμένη Συμφωνία. Ωστόσο, αυτό που πρέπει να υπενθυμίζουμε, κάθε φορά, είναι ότι το πρωτογενές πλεόνασμα του 3,5% για το 2018, είναι χαμηλότερο του πλεονάσματος, το οποίο είχε συμφωνήσει η προηγούμενη κυβέρνηση, το οποίο –να σας θυμίσω- ότι προέβλεπε στόχους πρωτογενών πλεονασμάτων 4,5% για το 2016, ενώ στη δική μας περίπτωση ο στόχος ήταν 0,5%, 4,2% για το 2017, ενώ στη δική μας περίπτωση ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα το 2017 είναι 1,75%, ενώ για το 2018 και για τη συνέχεια, προέβλεπε πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 4,5% και φθάναμε σε έναν μέσο όρο πρωτογενών πλεονασμάτων, με βάση την προηγούμενη Συμφωνία, 4% μέχρι το 2030. Επομένως, νομίζω ότι ο προσδιορισμός των στόχων πρωτογενούς πλεονάσματος, δεν έχει κανείς την παραμικρή αμφιβολία, ότι αποτελεί μια επιτυχία της ελληνικής κυβέρνησης, παρά το γεγονός –επιμένω- ότι τα πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% είναι πράγματι υψηλά.

Στη συνέχεια, υπήρξε μια συζήτηση στο Eurogroup και κατά τη διάρκεια της πρώτης αξιολόγησης, η οποία αφορούσε, τι ακριβώς; Το για πόσο καιρό θα πρέπει να διατηρηθούν τα πρωτογενή πλεονάσματα στο 3,5%. Έλεγαν οι συγκεκριμένες αποφάσεις ότι θα έπρεπε σε μεσοπρόθεσμο διάστημα να διατηρηθούν τα πρωτογενή πλεονάσματα της ελληνικής οικονομίας στο 3,5%. Και αυτό το οποίο έμενε να προσδιοριστεί ήταν, πόσο είναι αυτό το μεσοπρόθεσμο διάστημα. Γνωρίζετε ότι η Γερμανία προσήλθε στη διαπραγμάτευση, λέγοντας ότι το μεσοπρόθεσμο διάστημα, έτσι ώστε το ελληνικό χρέος να καταστεί βιώσιμο κατά τις εκτιμήσεις της γερμανικής πλευράς, είναι τουλάχιστον 10 έτη. Βεβαίως, αυτό ήταν μια θέση, την οποία απορρίψαμε από την πρώτη στιγμή και ακολούθησε μια διαπραγμάτευση πολύμηνη και αυτή τη στιγμή φαίνεται ότι προσεγγίζουμε μια λύση, που θα προβλέπει ότι το πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 3,5% θα πρέπει να διατηρηθεί για τέσσερα χρόνια μετά το 2018. Ξαναλέω ότι είναι ένας δύσκολος στόχος. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, αποτελεί έναν συμβιβασμό και αποτελεί και μια υποχώρηση της γερμανικής πλευράς, σε σχέση με τις αρχικές της απαιτήσεις.

Σε ό,τι αφορά, τώρα, το χρονοδιάγραμμα, το οποίο θέτει η ελληνική κυβέρνηση, είχαμε πει, καθ΄ όλη την προηγούμενη περίοδο, ότι θα προσπαθήσουμε να έχουμε μια επιτυχή κατάληξη των διαπραγματεύσεων στις 22 Μαΐου.  Ωστόσο και εμείς όσο και οι Ευρωπαίοι εταίροι, αλλά και οι εκπρόσωποι του ΔΝΤ, έλεγαν ότι είναι πάρα πολύ πιθανό να χρειαστούν μερικές ημέρες ακόμα, έτσι ώστε να μπορέσουν να γεφυρωθούν οι διαφορές μεταξύ των εμπλεκόμενων πλευρών και να μπορέσουμε να καταλήξουμε στην επιθυμητή λύση. Ακριβώς αυτό συνέβη χθες. Δηλαδή, είχαμε μια γεφύρωση της απόστασης. Ωστόσο, έχουν ακόμη μείνει πράγματα που πρέπει να συζητηθούν. Και αυτά ακριβώς θα συζητηθούν μέσα στις επόμενες τρεις εβδομάδες, έτσι ώστε στις 15 Ιουνίου να καταλήξουμε σε μια λύση, η οποία θα δίνει οριστική διέξοδο από την κρίση.

Σε ό,τι αφορά το χρονοδιάγραμμα της ελληνικής κυβέρνησης, αυτό, κατά κανένα τρόπο, δεν επηρεάζεται. Είμαστε ακόμα εντός του βασικού σεναρίου, στο οποίο δουλεύαμε καθ΄ όλη την προηγούμενη περίοδο.

 

ΜΑΝΗ: Κύριε Εκπρόσωπε, αναφερθήκατε προηγουμένως στην επίσημη θέση του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών για τη συμμετοχή του ΔΝΤ. Υπάρχει, ωστόσο, και η δήλωση του κ. Σόιμπλε, αν δεν κάνω λάθος, τον Ιανουάριο, που άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να μην συμφωνήσουν με το ΔΝΤ, να αποχωρήσει το ΔΝΤ, λέγοντας ότι σε αυτή την περίπτωση το τρέχον πρόγραμμα τερματίζεται και ξεκινούν οι διαπραγματεύσεις από την αρχή. Μια τέτοια εξέλιξη, την αποκλείετε; Δηλαδή, να μην υπάρξει τελικά γεφύρωση του χάσματος Βερολίνου-ΔΝΤ, να αποχωρήσει το Ταμείο, να τερματιστεί το πρόγραμμα και να το ξαναπιάσουμε από την αρχή. Και σε αυτό το πλαίσιο, η στάση των υπολοίπων εταίρων και κυρίως του Νότου, ποια ήταν χθες και ποια πιστεύετε ότι θα είναι στο μέλλον;

 

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Σε ό,τι αφορά την ακριβή δήλωση του κυρίου Σόιμπλε –διότι σε αυτές τις περιπτώσεις ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες- δεν μπορώ να σχολιάσω διότι δεν θυμάμαι τις ακριβείς διατυπώσεις. Αυτό που μπορώ να σας πω εγώ, είναι ότι το βασικό σενάριο πάνω στο οποίο δουλεύουμε όλοι, είναι ο προσδιορισμός των μεσοπρόθεσμων μέτρων για το χρέος σε τέτοιο βαθμό ώστε το ΔΝΤ να καταλήξει σε μια θετική μελέτη βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους και να συμμετέχει πλήρως στο ελληνικό πρόγραμμα. Από εκεί και πέρα, εφόσον δεν υπάρξουν οι αναγκαίες υποχωρήσεις από όλες τις πλευρές για να βρεθεί μια τέτοια λύση, το σύνολο των παραμέτρων του προγράμματος θα τεθεί επί τάπητος. Η γνώμη μου, ωστόσο, είναι ότι δεν είναι αναγκαίο ένα νέο πρόγραμμα, αλλά αντιθέτως θα χρειαστεί να υπάρξουν κάποιες τροποποιήσεις στο τρέχον πρόγραμμα, που λήγει τον Αύγουστο του 2018. Και αυτό είναι και μία πολιτική, αλλά και μία νομική τοποθέτηση. Σε ό,τι αφορά τη στάση των εταίρων, σας είπα και προηγουμένως, πως ήταν αρκετοί εκείνοι που κατά τη διάρκεια του Eurogroup εξέφρασαν την πολιτική άποψη ότι η λύση η οποία προτείνεται δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, καθώς μεταθέτει το πρόβλημα και δεν δημιουργεί τις συνθήκες εκείνες, έτσι ώστε να σταθεροποιηθεί άμεσα η ελληνική οικονομία και να εμπεδωθεί το κλίμα της ανάκαμψης. Και ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο προτιμήσαμε την αναβολή για την οποία έκανα λόγο νωρίτερα.

 

ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΥ: Θα επιμείνω λίγο. Στην περίπτωση που δεν ευοδωθεί το βασικό σενάριο, σε μια τέτοια περίπτωση που το Ταμείο αποχωρεί, τυχόν έκθεση βιωσιμότητας από τον ESM θεωρείτε ότι παρέχει τα ίδια εχέγγυα στις αγορές, για να επιχειρηθεί η έξοδος;

 

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Μπαίνουμε σε μία εξαιρετικά τεχνική συζήτηση. Αυτό το οποίο μπορώ να σας πω είναι: Εφόσον δεν υπάρχει συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα, η ΕΚΤ, αλλά και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί που θα είναι πλέον αποκλειστικά υπεύθυνοι για την παρακολούθηση του ελληνικού προγράμματος και την αξιολόγηση των όσων έχουν συμφωνηθεί τον Αύγουστο του 2015, θα πρέπει να προχωρήσουν στη βάση των δικών τους κανόνων, αλλά και των κανόνων που περιγράφει η Συμφωνία σε όλα όσα απαιτούνται. Είτε αυτό αφορά την ολοκλήρωση των εναπομεινασών αξιολογήσεων, είτε αυτό αφορά την ένταξη των ελληνικών ομολόγων της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, που, όμως, αποτελεί μια εντελώς διαφορετική συζήτηση.

 

ΑΝΤΩΝΙΟΥ: Κύριε Εκπρόσωπε, πως φτάσαμε από την εκτίμηση του να αναμένουμε μία πρόταση πολύ καλή για να είναι αληθινή, σε μία πρόταση που είναι αναντίστοιχη των θυσιών του ελληνικού λαού. Υπήρξε λανθασμένη πληροφόρηση προς την ελληνική κυβέρνηση ή λάθος ανάγνωση της εμπειρίας;

 

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Δεν ξέρω σε τι ακριβώς αναφέρεστε. Από την ελληνική κυβέρνηση ήδη και μετά την ψήφιση των προαπαιτούμενων την Πέμπτη, και από  τον ίδιο τον Πρωθυπουργό, είχε γίνει σαφές ότι επιδιώκουμε μια λύση, η οποία θα είναι αντίστοιχη, ακριβώς, των θυσιών του ελληνικού λαού. Μάλιστα, ακριβώς αυτήν ήταν η φράση την οποία χρησιμοποίησε την Πέμπτη ο Έλληνας Πρωθυπουργός. Γνωρίζαμε, ωστόσο, ότι από την μεριά του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών προετοιμαζόταν, τουλάχιστον τα τελευταία 24ωρα, μια λύση η οποία δεν θα έδινε έναν καθαρό διάδρομο. Και ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο, όλες τις προηγούμενες ημέρες λέγαμε ότι «βεβαίως θα προσπαθήσουμε για να καταλήξουμε σε μία θετική συμφωνία στις 22 Μαΐου». Ωστόσο, είναι πάρα πολύ πιθανό να χρειαστούμε λίγο περισσότερο χρόνο. Και ακριβώς αυτό έγινε. Δηλαδή, δεν θεωρώ ότι υπήρξε οποιαδήποτε λανθασμένη εκτίμηση της συγκυρίας ή οποιαδήποτε υπεραισιόδοξη δήλωση εκ μέρους της ελληνικής κυβέρνησης. Γνωρίζουμε πάρα πολύ καλά ότι η σύγκρουση ή μάλλον η διαφωνία μεταξύ του ΔΝΤ και του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών είναι μια πραγματική διαφωνία. Είναι μια διαφωνία, η οποία αφορά μια σειρά από παραμέτρους του ελληνικού προγράμματος, αλλά και των προβλέψεων για την πορεία της ελληνικής οικονομίας και των πρωτογενών πλεονασμάτων για ένα μεσομακροπρόθεσμο διάστημα. Και ακριβώς αυτές τις διαφορές προσπαθούμε να γεφυρώσουμε, έχοντας ως κύριο στόχο να καταλήξουμε σε μία καθαρή λύση. Νομίζω, λοιπόν, ότι δεν έχετε δίκαιο να λέτε ότι από την ελληνική κυβέρνησης υπήρξε υπεραισιόδοξη ρητορική τις προηγούμενες ημέρες.

 

ΣΒΕΡΚΟΣ: Χθες η συζήτηση στο Eurogroup, και από την ενημέρωση που είχατε και εσείς από τον υπουργό Οικονομικών, μπήκε σε νούμερα; Και το ρωτάω αυτό για το εξής: Το ΔΝΤ επιμένει ότι θέλει τόσα συγκεκριμένα μέτρα, θέλει νούμερα, θέλει να τα βάλει κάτω και αμέσως μετά να κρίνει εάν θα μπει στο ελληνικό πρόγραμμα με πλήρη συμμετοχή ή θα παραμείνει ως τεχνικός σύμβουλος. Και το ρωτώ αυτό και για έναν ακόμα λόγο. Επειδή είδαν το φως της δημοσιότητας διάφορα δημοσιεύματα που έκαναν λόγο για συζητήσεις περί πρωτογενών πλεονασμάτων μέχρι το 2060, είδαμε για δεσμεύσεις που λαμβάνει η κυβέρνηση. Ακούσαμε, επίσης, και κάποιες δηλώσεις για περίπου το 15% του άνω ορίου αποπληρωμής του χρέους. Ισχύουν όλα αυτά;

 

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Ξαναμπαίνουμε σε τεχνικά ζητήματα, εξαιρετικά πολύπλοκα και με πάρα πολλές μεταβλητές. Να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: Όπως γνωρίζετε από το Eurogroup της 24ης Μαΐου του 2016, έχει τεθεί ως κριτήριο βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους το όριο του 15% στις ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδας. Δηλαδή, πότε το χρέος της Ελλάδας θα θεωρείται βιώσιμο; Αν οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές της ανάγκες στο μεσοπρόθεσμα διάστημα δεν υπερβαίνουν το 15% του ΑΕΠ της. Αυτό είναι ένα πρώτο κριτήριο από το οποίο εξαρτάται και το μέγεθος των μεσοπρόθεσμων μέτρων για το χρέος. Ένα δεύτερο κριτήριο, το οποίο, επίσης,  επηρεάζει άμεσα τον προσδιορισμό των μεσοπρόθεσμων μέτρων για το χρέος, είναι το ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων τα οποία εκτιμώνται, από την μεριά των θεσμών, στις αναλύσεις βιωσιμότητας του χρέους. Ένα τρίτο ζήτημα αφορά τις εκτιμήσεις που έχουν οι θεσμοί στις αναλύσεις βιωσιμότητας του χρέους τους, σε ό,τι αφορά τους ρυθμούς ανάπτυξης. Και βεβαίως υπάρχει και άλλη μια σειρά από μεταβλητές, οι οποίες καθορίζουν και παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στο τελικό ύψος των μεσοπρόθεσμων μέτρων για το χρέος, τα οποία θα απαιτούνται έτσι ώστε να θεωρηθεί το ελληνικό χρέος βιώσιμο. Όλοι αυτοί οι αριθμοί, όπως καταλαβαίνετε, έχουν μπει στο τραπέζι της συζήτησης. Όμως, θέλω να πω κάτι που είναι εξαιρετικά σημαντικό πολιτικά: Οι παραδοχές που γίνονται σε μια μελέτη βιωσιμότητας του χρέους σε σχέση με τα πρωτογενή πλεονάσματα, δεν αποτελούν πολιτικές δεσμεύσεις. Αποτελούν εκτιμήσεις εκείνου ο οποίος κάνει την ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους για το ποιο πρέπει να είναι το πρωτογενές πλεόνασμα, έτσι ώστε να θεωρείται, από τη δική του σκοπιά, το χρέος βιώσιμο. Διότι ξέρετε ότι μπορεί τελικά το ύψους των πρωτογενών πλεονασμάτων, τα οποία  προβλέπει αυτός που κάνει την ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους, να μην χρειαστεί να πιαστούν, διότι θα είναι πολύ υψηλότεροι οι ρυθμοί ανάπτυξης. Άρα, λοιπόν, αυτό που γίνεται στις αναλύσεις βιωσιμότητας του χρέους είναι ένα μοντέλο, ένα βασικό σενάριο εργασίας και όχι μια πολιτική δέσμευση για τις κυβερνήσεις ή τις χώρες τις οποίες αφορά η μελέτη βιωσιμότητας του χρέους. Με αυτήν την έννοια, λοιπόν, απαντώ στην ερώτησή σας ότι βεβαίως έχουν μπει οι αριθμοί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και ακριβώς πάνω στις διαφορετικές προβλέψεις που γίνονται από τις γερμανικές Αρχές, από το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών και από το ΔΝΤ, ειδικά στο ζήτημα των ρυθμών ανάπτυξης, έχουν εμφανιστεί και οι διαφορές τις οποίες πρέπει να γεφυρώσουμε το επόμενο διάστημα.

 

ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΣ: Κύριε Εκπρόσωπε, δύο ερωτήσεις. Θα ξεκινήσω από αυτό που ρώτησε η κυρία Μάνη πριν. Έχουμε ανάγκη, βλέπω μια παραμετροποίηση της βασικής διαφωνίας που υπάρχει αυτή τη στιγμή από την πλευρά της Γερμανίας, δηλαδή σε ποιο ακριβώς; Λύσεις έχουμε γράψει όλοι, τα έχουμε πει, τα έχουμε διαβάσει, τα έχετε διαβάσει και εσείς. Ποια είναι ακριβώς η διαφωνία της Γερμανίας, σε ποιο θέμα διαφωνεί αυτή τη στιγμή η Γερμανία ή συνολικά στο θέμα των μεσοπρόθεσμων μέτρων; Η πρώτη ερώτηση είναι αυτή.

Και η δεύτερη ερώτηση: Η Ν.Δ. σας κατηγορεί ότι με βάση τα όσα έγιναν χθες, τα δώσατε όλα και δεν πήρατε τίποτα. Μάλιστα, ο κύριος Κικίλιας σας χαρακτήρισε και «ανίκανους να κλείσετε μια συμφωνία». Τι απαντάτε;

 

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Νομίζω ότι σας εξήγησα. Η βασική διαφωνία που υπάρχει μεταξύ του ΔΝΤ και του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών αφορά τις προβλέψεις για τους ρυθμούς ανάπτυξης, αλλά και για το ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων μετά το 2023. Και είναι ακριβώς αυτές οι διαφορές στις προβλέψεις, που πρέπει να γεφυρωθούν, έτσι ώστε να καταλήξουμε στον τελικό προσδιορισμό των μεσοπρόθεσμων μέτρων για το χρέος. Και ένα δεύτερο ζήτημα αφορά το γεγονός ότι το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών δεν θέλει να προχωρήσει σε τόσο μεγάλο βαθμό συγκεκριμενοποίησης όσο θα χρειαζόταν το ΔΝΤ για τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος. Και εκτιμούμε ότι τις επόμενες εβδομάδες θα έχουμε τη δυνατότητα να δουλέψουμε εντατικά, έτσι ώστε να καλυφθούν αυτές οι διαφορές και να υπάρξει η επιθυμητή, η ευκταία λύση που θα δίνει την καθαρή διέξοδο με την πλήρη συμμετοχή του ΔΝΤ στο πρόγραμμα, με τον ακριβή προσδιορισμό των μεσοπρόθεσμων μέτρων για το χρέος, χωρίς αστερίσκους.

Τώρα, σε ό,τι αφορά τη Ν.Δ.: Όταν ο κύριος Σόιμπλε λέει σε μας «forget it», εμείς δεν το ξεχνάμε. Και αυτή είναι μια βασική διαφορά που έχουμε εμείς από τη Ν.Δ.. Χθες, προτάθηκε μια λύση, την οποία τόσο εμείς, όσο και πολλοί από τους εταίρους μας δεν θεωρήσαμε ότι μπορούμε να κάνουμε αποδεκτή και είναι ακριβώς γι’  αυτόν το λόγο που προτιμήσαμε την επέκταση της συζήτησης τις επόμενες ημέρες.

Ένα δεύτερο σχόλιο που πρέπει να κάνω είναι ότι, αν δεν κάνω λάθος, χθες ο κ. Χατζηδάκης μας κατηγόρησε ότι θα κάνουμε «την τρίχα, τριχιά». Και αποδείχθηκε από τα ίδια τα πράγματα ότι δεν επιλέξαμε να πάρουμε μια κακή συμφωνία και να τη διαχειριστούμε επικοινωνιακά, κάνοντας ακριβώς «την τρίχα, τριχιά» και αυτό νομίζω ότι εκθέτει πολιτικά τον ίδιο τον κύριο Χατζηδάκη.

Όσο για το αν μπορούμε να κλείσουμε συμφωνίες, για το αν μπορούμε ή αν είμαστε ικανοί στη διαπραγμάτευση και τη διακυβέρνηση, εγώ νομίζω ότι ο κύριος Κικίλιας εμφανίστηκε σήμερα πιο Γερμανός από τους Γερμανούς. Διότι, αν δεν κάνω λάθος, το σύνολο του γερμανικού Τύπου, αλλά και το σύνολο του διεθνούς Τύπου, δεν επιρρίπτει την ευθύνη για την μη ύπαρξη συμφωνίας στην ελληνική κυβέρνηση. Οι περισσότεροι αναλυτές, αλλά και τα περισσότερα μεγάλα ειδησεογραφικά πρακτορεία, καθώς και οι περισσότεροι και μεγαλύτεροι τίτλοι γερμανικών εφημερίδων αναφέρουν ότι κύριος υπεύθυνος για τη χθεσινή κατάληξη ήταν ο κύριος Σόιμπλε. Και ο κύριος Σόιμπλε, στο πρόσωπο του κυρίου Κικίλια, βρίσκει έναν αναπάντεχο; -δεν ξέρω αν είναι τόσο αναπάντεχος- σύμμαχο.

 

ΤΣΙΚΡΙΚΑ: Κύριε Εκπρόσωπε, να ξεκαθαρίσουμε κάτι: Υπήρξε πρόταση που απορρίψαμε χθες και αυτή η πρόταση ήταν κοινή πρόταση ΔΝΤ-Βερολίνου και τι περιείχε, ποιο ήταν το περιεχόμενό της ακριβώς;

 

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Σας ξαναλέω ότι χθες υπήρξε μια πρόταση, η οποία κατατέθηκε στο τραπέζι μέσα από τις συνήθεις διαδικασίες με τις οποίες κατατίθενται προτάσεις στο Eurogroup και κατά την άποψη της ελληνικής κυβέρνησης, αλλά και πολλών από τους εταίρους μας, ήταν μια πρόταση που δεν έδινε σαφή και καθαρή λύση στο πρόβλημα. Αντιθέτως, θα μπορούσε να ερμηνευθεί ότι μεταθέτει τη λύση του προβλήματος στο μέλλον. Και ήταν ακριβώς αυτό, το οποίο δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτό, διότι θεωρήθηκε ότι δεν αποδίδει αυτά τα οποία θα έπρεπε να αποδοθούν στην ελληνική κυβέρνηση, μετά από την υλοποίηση των δικών της δεσμεύσεων. Νομίζω ότι ως προς αυτό το σημείο είμαι αρκετά σαφής ή μάλλον όσο σαφής μπορώ να γίνω, διότι δεν μπορούμε, αυτή τη στιγμή, να περιγράφουμε αναλυτικά τις τεχνικές λεπτομέρειες της πρότασης που κατατέθηκε.

Σας λέω, λοιπόν, ότι κατά τη γνώμη πολλών από τους συμμετέχοντες στο Eurogroup, η πρόταση αυτή δεν έδινε καθαρή λύση στο πρόβλημα. Αντιθέτως, το μετέθετε στο μέλλον και ακριβώς γι’ αυτό το λόγο δεν έγινε αποδεκτή.

 

ΖΟΡΜΠΑ: Κύριε Εκπρόσωπε, είπατε πριν ότι αν τελικώς το ΔΝΤ δεν επιλέξει να συμμετάσχει στο πρόγραμμα, θα χρειαστούν κάποιες τροποποιήσεις στο υπάρχον. Αυτό θα το γνωρίζουμε στις 15 Ιουνίου; Είναι τέλος του χρόνου η 15η Ιουνίου; Μπορεί να χρειαστεί να συρθούμε μέχρι το φθινόπωρο, μέχρι τις γερμανικές εκλογές; Και αν χρειαστούν αυτές οι τροποποιήσεις, θα είναι η παρούσα κυβέρνηση που θα τις κάνει ή θα θεωρεί ότι δεν αποδίδουν το δικό της χάρτη και θα αναζητήσει πολιτικές λύσεις άλλες;

 

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, καταλαβαίνετε ότι τα αποτελέσματα δεν μπορούν ποτέ να είναι εγγυημένα. Σας ξαναείπα ότι δουλεύουμε πάνω στο βασικό σενάριο που θέλει τη συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα, χωρίς αστερίσκους, έτσι ώστε να ακολουθήσουμε το χρονοδιάγραμμα και να πάρουμε τις πρωτοβουλίες που έχουμε κατά καιρούς ανακοινώσει. Από εκεί και πέρα, εφόσον δεν καταστεί εφικτό να γεφυρωθούν οι διαφορές μεταξύ Γερμανίας και ΔΝΤ, αυτό το οποίο θα πρέπει να γίνει θα είναι να ληφθεί άμεσα η απόφαση για τη μη συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα, όχι δηλαδή να μετατεθεί ο χρόνος της απόφασης για αργότερα. Και από εκεί και πέρα, να συνεννοηθούμε με τους Ευρωπαίους εταίρους για το πώς θα συνεχιστεί το τρέχον πρόγραμμα. Και όλα αυτά, φυσικά, δεν χρειάζεται να γίνουν μετά τη μεσολάβηση οποιασδήποτε πολιτικής επιλογής ή πολιτικής πρωτοβουλίας. Η παρούσα κυβέρνηση θα συνεχίσει τη διαδικασία των διαπραγματεύσεων με τον τρόπο που το κάνει και μέχρι σήμερα.

 

ΤΣΑΚΙΡΗΣ: Ήθελα να σας ρωτήσω το εξής: Από τη στιγμή που η κυβέρνηση, η Ελλάδα έχει καλύψει τις υποχρεώσεις της και τις δεσμεύσεις της, γιατί δεν έκλεισε η αξιολόγηση και γιατί εμφανιζόμαστε να έχουμε γύρω στα 20 με 25 προαπαιτούμενα, που δεν έχουμε τηρήσει μέχρι τώρα;

 

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Δεν είναι ακριβές. Αυτό το οποίο έχει γίνει είναι ότι υπάρχουν 104 προαπαιτούμενα από τα 140, τα οποία είχαν ολοκληρωθεί κατά τη διαδικασία του Eurogroup. Υπήρξαν άλλα 15 με 20 προαπαιτούμενα, τα οποία ολοκληρώθηκαν κατά τη χθεσινή ημέρα, διότι αυτό το οποίο απαιτούνταν ήταν απλώς η δημοσίευση προεδρικών διαταγμάτων ή η έκδοση κάποιων άλλων κανονιστικών πράξεων, υπουργικών αποφάσεων και τα λοιπά. Και από εκεί και πέρα, υπάρχουν και κάποια άλλα προαπαιτούμενα, τα οποία χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να υλοποιηθούν. Ωστόσο, θα πρέπει να σας αναφέρω ότι όλα αυτά δεν θέτουν σε κανένα κίνδυνο ούτε την τεχνική συμφωνία, αλλά ούτε και την εκταμίευση της δόσης, καθώς θεωρείται ότι πλέον η δεύτερη αξιολόγηση του ελληνικού προγράμματος έχει ολοκληρωθεί. Το μόνο το οποίο απομένει είναι να περάσει ο αναγκαίος χρόνος, έτσι ώστε να ολοκληρωθούν και οι υπόλοιπες δράσεις, οι οποίες προβλέπεται να ολοκληρωθούν μέχρι το τέλος του μήνα. Μην έχετε, λοιπόν, καμία ανησυχία σε σχέση με αυτό.

 

ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΥ: Κύριε Εκπρόσωπε, επειδή αναφερθήκατε στο θέμα της εκταμίευσης της δόσης, διαβάσαμε τις προηγούμενες ημέρες ευρωπαϊκές πηγές που συνέδεαν το θέμα της εκταμίευσης της δόσης με τη συμμετοχή ή όχι του ΔΝΤ στο πρόγραμμα. Θα ήθελα να το ξεκαθαρίσουμε λίγο αυτό.

 

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Δεν υπάρχει κανένα θέμα σε σχέση με την εκταμίευση της δόσης. Δεν υπάρχει σύνδεση της εκταμίευσης της δόσης με την κατάληξη των διαπραγματεύσεων για το ελληνικό χρέος. Το ζήτημα της δόσης έληξε κατά τη χθεσινή συνεδρίαση του Eurogroup, όπου αναγνωρίστηκε από όλους ότι η τεχνική συμφωνία, στην οποία έχουμε καταλήξει με τους θεσμούς, έχει εγκριθεί. Από εκεί και πέρα, υπάρχει συζήτηση που αφορά το ελληνικό χρέος και η οποία θα συνεχιστεί. Και είμαστε βέβαιοι ότι στις 15 Ιουνίου θα έχουμε μια θετική κατάληξη αυτών των συζητήσεων. Τώρα, το να μου ζητείτε να σχολιάσω ευρωπαϊκές πηγές, μου φαίνεται λίγο δύσκολο. Δηλαδή, δεν ξέρω σε ποιον ακριβώς αναφέρεται η ερώτηση και σε ποιο πλαίσιο έγινε η συγκεκριμένη διαρροή, αν υπήρξε. Προφανώς, δεν σας αμφισβητώ, αλλά απλά δεν ξέρω ποιος μπορεί να έκανε αυτή την εκτίμηση.

 

ΒΙΤΑΛΗΣ: Επ΄ αυτού. Στο σύνολο της δόσης αναφέρεστε; Υπάρχει, μήπως, σενάριο…

 

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Δεν υπάρχει καμία συζήτηση και κανένα σενάριο για σπασμένη δόση ή για οποιαδήποτε τέτοια άλλη αλλαγή σε όλα όσα έχουν συμφωνηθεί με τους Ευρωπαίους εταίρους.

 

ΠΕΡΔΙΚΑΡΗΣ: Μιλάτε για ένα βασικό σενάριο για το χρέος μέχρι τις 15 Ιουνίου και τη Σύνοδο του Eurogroup. Εναλλακτικό σενάριο υπάρχει και αυτό, τι περιλαμβάνει; Είναι μέσα σε αυτό η κατάργηση των μέτρων για το 2019 και το 2020, όπως έχει πει ο Πρωθυπουργός;

 

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Σας είπα ότι εφόσον δεν υπάρξει συμφωνία μεταξύ ΔΝΤ και γερμανικού υπουργείου Οικονομικών, τότε αυτό το οποίο θα πρέπει να γίνει θα είναι μια άμεση απόφαση του ΔΝΤ, για να προστατεύσει δηλαδή και το ίδιο την αξιοπιστία του, για αποχώρηση από το ελληνικό πρόγραμμα. Και εφόσον αυτό γίνει, θα τεθεί το σύνολο των παραμέτρων της συμφωνίας στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, έτσι ώστε να γίνουν οι απαραίτητες τροποποιήσεις –επαναλαμβάνω για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις- στο τρέχον πρόγραμμα.

 

ΓΚΑΝΤΩΝΑ: Δηλαδή, το ενδεχόμενο να μην μπούμε στο QE, εσάς δεν σας ανησυχεί καθόλου; Διότι αν δεν έχουμε στις 15 του μήνα συνολική συμφωνία, φαντάζομαι ότι αρχίζουμε και μετράμε αντίστροφα μετά και για την ένταξη των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Πόσο μπορούμε να περιμένουμε γι’ αυτό;

 

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Το ζήτημα της ένταξης των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, αφορά την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και θα πρέπει να αποφασιστεί στη βάση ακριβώς των κανόνων που η ΕΚΤ χρησιμοποιεί για όλα τα κράτη που εποπτεύει και για τα οποία είναι αρμόδια. Αυτό το οποίο νομίζω είναι ότι εφόσον υπάρξει μια κατάληξη σε ό,τι αφορά το μέλλον του ελληνικού προγράμματος στις 15 Ιουνίου, η ΕΚΤ θα έχει και το χρόνο, αλλά και την τεχνική δυνατότητα να αποφασίσει τι ακριβώς θα κάνει με τα ελληνικά ομόλογα. Από τη δική μας πλευρά, θεωρούμε ότι αυτό το οποίο θα μπορούσε να εμπεδώσει τη σταθερότητα της ελληνικής οικονομίας, θα ήταν η ένταξη των ελληνικών ομολόγων ακριβώς στο πρόγραμμα της ποσοτικής χαλάρωσης, πράγμα για το οποίο υπάρχει και η τεχνική δυνατότητα. Ωστόσο, από τη θέση του Κυβερνητικού Εκπροσώπου, δεν έχω τη δυνατότητα ούτε να συμβουλεύσω, ούτε πολύ περισσότερο να επιβάλω οποιαδήποτε απόφαση στην ΕΚΤ, η οποία λειτουργεί στη βάση του Καταστατικού της και στη βάση των αρμοδίων οργάνων της.

 

ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ: Επ΄ αυτού, με βάση την ερώτηση της κυρίας Γκαντώνα: Χρονικά τι σημαίνει αυτό; Δηλαδή, εάν ξαναρχίσει η συζήτηση για το νέο πρόγραμμα, τι σημαίνει αυτό χρονικά; Φτάνουμε πού;

 

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Κυρία Καλογεροπούλου, εγώ δεν μίλησα για νέο πρόγραμμα. Μίλησα για κάποιες τροποποιήσεις στο τρέχον πρόγραμμα.

 

ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ: Ωραία, οι τροποποιήσεις…

 

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Δεν θα χρειαστεί να φτάσουμε πάρα πολύ μακριά. Θα είμαστε εντός των χρονοδιαγραμμάτων, που μέχρι αυτή τη στιγμή έχουμε θέσει.

 

ΜΟΥΡΕΛΑΤΟΣ: Κύριε Εκπρόσωπε, θέλω να ρωτήσω, από τη στιγμή που η κυβέρνηση υπερψήφισε το μεσοπρόθεσμο, στο οποίο περιλαμβάνονται μέτρα και για την περίοδο πριν το τέλος του προγράμματος το 2018 και μετά το χθεσινό Eurogroup, θέλω να ρωτήσω εάν η κυβέρνηση θα εφαρμόσει τα μέτρα αυτά, ενόσω εκκρεμεί η απόφαση για τα μεσοπρόθεσμα για το χρέος και αν τον Ιούνιο δεν έρθει αυτή η ευκταία λύση που εσείς περιγράφετε, αν παραμένει σε ισχύ η πολιτική δέσμευση του Πρωθυπουργού ότι χωρίς τα μέτρα για το χρέος, δεν θα εφαρμοστεί κανένα μέτρο.

 

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Σε ό,τι αφορά το πρώτο ζήτημα, δηλαδή για το αν θα εφαρμόσουμε τις μεταρρυθμίσεις, οι οποίες –να υπενθυμίσω- δεν εμπεριέχονται στο μεσοπρόθεσμο, το μεσοπρόθεσμο αποτελεί ένα δημοσιονομικό οδικό χάρτη για την πορεία της ελληνικής οικονομίας. Οι δεσμεύσεις, οι οποίες ψηφίστηκαν στην ελληνική Βουλή και είναι σήμερα νόμοι του κράτους, αποτελούσαν το βασικό κορμό της τελικής συμφωνίας μεταξύ της Ελλάδας και των θεσμών. Δεν είχαν καμία σχέση με το μεσοπρόθεσμο. Τώρα, από εκεί και πέρα, σε ό,τι αφορά τα μέτρα, λοιπόν, μέχρι το 2018, είναι προφανές ότι τα μέτρα αυτά μας δεσμεύουν. Από εκεί και πέρα, εφόσον δεν υπάρξει επιτυχής κατάληξη και δεν έχουμε γεφύρωση των διαφορών, όπως σας είπα, μεταξύ Γερμανίας και ΔΝΤ, το σύνολο των παραμέτρων του ελληνικού προγράμματος θα μπει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, έτσι ώστε να γίνουν και οι αναγκαίες τροποποιήσεις. Επομένως, νομίζω ότι η δέσμευση του Πρωθυπουργού ότι, δηλαδή, δεν πρόκειται να εφαρμοστούν τα μέτρα που έχουν παρθεί για το 2019 και για το 2020, εφόσον δεν πάρουμε τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος, τελεί σε πλήρη ισχύ.

 

ΠΑΠΑΔΗΜΑΣ: Θα ήθελα να ρωτήσω, αν η κυβέρνηση κατά κάποιο τρόπο νιώθει λίγο προδομένη από τη συμπεριφορά των δανειστών, μετά την ψήφιση όλων αυτών των μέτρων στη Βουλή. Και μια δεύτερη ερώτηση: Όταν λέτε ότι αν αποχωρήσει το ΔΝΤ και υπάρξει κάποια τροποποίηση του υφιστάμενου προγράμματος, αυτό θα μπορούσε να εμπεριέχει και κάποια χρονική μετάθεση-επέκταση ορισμένων μηνών;

 

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Σας είπα ότι θα συζητήσουμε για τις αναγκαίες τροποποιήσεις που θα αφορούν τις μεταρρυθμίσεις στο τρέχον πρόγραμμα. Το τρέχον πρόγραμμα λήγει τον Αύγουστο του 2018. Ένα είναι αυτό. Το δεύτερο είναι για το αν είμαστε «προδομένοι». Έχουμε πει πάρα πολλές φορές ότι γνωρίζουμε καλά πως το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών προσέρχεται πάρα πολλές φορές στις διαπραγματεύσεις, είτε με αιφνιδιαστικές προτάσεις, είτε με πολύ σκληρές θέσεις, διότι έτσι διαπραγματεύεται και σε αυτό είμαστε συνηθισμένοι. Επομένως, δεν έχουμε κανένα αίσθημα ότι έχουμε προδοθεί. Γνωρίζουμε πάρα πολύ καλά τη δυσκολία των διαπραγματεύσεων. Γνωρίζουμε πάρα πολύ καλά ποιες είναι οι διαφωνίες. Γνωρίζουμε πάρα πολύ καλά ότι η αντίθεση, σε σχέση με το ελληνικό χρέος, ακολουθεί το ελληνικό πρόγραμμα από τις πρώτες ημέρες που ξέσπασε η ελληνική κρίση. Επομένως, είμαστε απολύτως προετοιμασμένοι για οποιαδήποτε εξέλιξη. Από εκεί και πέρα, σας ξαναλέω ότι θεωρούμε πως εφόσον εμείς έχουμε υλοποιήσει τις δεσμεύσεις, τις οποίες συμφωνήσαμε να υλοποιήσουμε, πρέπει και οι δανειστές μας να κάνουν το ίδιο, διότι το «pacta sunt servanda» που αρέσει στον κύριο Σόιμπλε πάρα πολύ, δηλαδή ότι «οι συμβάσεις πρέπει να τηρούνται», θα πρέπει να μην χρησιμοποιείται a la carte, αλλά θα πρέπει να δεσμεύει και τον ίδιο.

 

ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ: Ήθελα να σας ρωτήσω το εξής, για να πάμε και κάπου αλλού: Με δεδομένο το θετικό κλίμα μεταξύ των ελληνοαμερικανικών σχέσεων, το οποίο εκπέμπεται τουλάχιστον με πυκνές δηλώσεις από τον Αμερικανό Πρέσβη στην Αθήνα, τον κ. Πάιατ, είναι ώριμο το κλίμα για μια επίσκεψη του Έλληνα Πρωθυπουργού στον Λευκό Οίκο; Ατζέντα υπάρχει. Σας το ρωτώ αυτό, γιατί έχουμε πρόσφατη δήλωση διακεκριμένου μέλους της Ομογένειας, με συνέντευξή του στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ, που επαναφέρει το σενάριο ότι δεν υπάρχει καμία επικοινωνία μεταξύ Λευκού Οίκου και Μεγάρου Μαξίμου. Μάλιστα, χρησιμοποιούνται και κάποιοι χαρακτηρισμοί για το πρόσωπο του Έλληνα Πρωθυπουργού. Ήθελα μια συγκεκριμένη απάντηση σε αυτό το ζήτημα. Είναι ώριμο το κλίμα -ατζέντα είναι βέβαιο ότι υπάρχει- για μια επίσκεψη στον Λευκό Οίκο;

 

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Σας έχω πει, πολλές φορές, ότι οι διπλωματικές επαφές μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και της φίλης αμερικανικής κυβέρνησης είναι διαρκείς και γίνονται σε πάρα πολύ καλό κλίμα. Από εκεί και πέρα, επίσκεψη του Έλληνα Πρωθυπουργού στον Λευκό Οίκο,  προγραμματισμένη αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει. Εφόσον υπάρξει, θα γίνουν και οι επίσημες σχετικές ανακοινώσεις.

 

ΒΙΤΑΛΗΣ: Θα ήθελα διευκρινιστικά να σας ρωτήσω εάν, τουλάχιστον μέχρι τώρα που μιλάμε, έχει εξηγηθεί επισήμως δια της διπλωματικής οδού από την τουρκική πλευρά, γιατί υπήρξε αυτή η ματαίωση της συνάντησης του κυρίου Ερντογάν με τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας και με τους άλλους προφανώς επισήμους, αλλά εμάς μας αφορά το θέμα αυτό.

 

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Νομίζω ότι αυτή την ερώτηση πρέπει να την απευθύνετε στην Προεδρία της Δημοκρατίας και όχι στον Κυβερνητικό Εκπρόσωπο.

Σας ευχαριστώ.

 

 

 

Share This Post



Τελευταίες Ειδήσεις

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.