VASILIOS GIKAS -Oικονομολογος Αθηνα

Ζαν Πολ Μαρά και Φρανσουά Νοέλ Μπαμπέφ: Οι ρίζες της Αριστεράς.*

Ζαν Πολ Μαρά και Φρανσουά Νοέλ Μπαμπέφ: Οι ρίζες της Αριστεράς.*
Decrease Font Size Increase Font Size Text Size Print This Page

Άρθρα ,απόψεις ,Σχόλια ,

…γράφει ο Βασίλειος Γκίκας

Πρόεδρος ,

Αγροτικού Κόμματος (ΑΚΕ)

Το 1796 το Διευθυντήριο, η Κυβέρνηση των Αστών που μιλούσε ακόμα εξ ονόματος της Επανάστασης, εξάρθρωσε τη Συνωμοσία των Ίσων: μιά Οργάνωση μ’ επικεφαλής τον «Γράκχο» Μπαμπέφ, που είχε στόχο την ένοπλη ανατροπή του Διευθυντηρίου και το χτίσιμο μίας Κοινωνίας με Συλλογική Ιδιοκτησία του Πλούτου.
Όπως κάθε Επανάσταση, η Γαλλική δεν ήταν υπόθεση μίας μεγάλης νύχτας, αλλά χρόνων. Σε αυτό το διάστημα κάθε μέρα μετρούσε γιά χρόνια από την άποψη των πολιτικών κ’ ιδεολογικών μετατοπίσεων. Έτσι η Γαλλική Επανάσταση απέκτησε την Αριστερά και την Άκρα Αριστερά της, αυτοί οι όροι γεννήθηκαν τότε. Τον Αύγουστο του 1790 οι Στρατιώτες της Φρουράς στη πόλη Νανσί στη βορειοανατολική Γαλλία εκλέξαν Επιτροπές στα τρία Συντάγματά τους και παρουσίασαν τα Αιτήματά τους στους Αξιωματικούς: κυρίως ζητούσαν την καταβολή καθυστερούμενων Μισθών. Οι Αξιωματικοί Αριστοκράτες απάντησαν με μαστιγώματα. Οι Στρατιώτες συνέλαβαν τους Αξιωματικούς και τους φυλάκισαν. Η Εθνοσυνέλευση, στην οποία κυριαρχούσαν οι Μετριοπαθείς, έστειλε ένα Σώμα 5.000 ανδρών από το Μετς να καταστείλει την Ανταρσία, ύστερα από μία σύγκρουση που κόστισε 500 νεκρούς ήρθαν οι εκτελέσεις: δεκάδες πρωταίτιοι οδηγήθηκαν στην αγχόνη και στον τροχό. Οι περισσότεροι ανήκαν στο Σύνταγμα των Ελβετών Μισθοφόρων, που μέχρι τότε θεωρούνταν Επίλεκτες κι εντελώς αφοσιωμένες στον Βασιλιά Μονάδες.

Ένα άλλο θύμα της καταστολής ήταν η τοπική Λέσχη των Ιακωβίνων που είχε σταθεί στο πλευρό της εξέγερσης. Στο Παρίσι, μία φωνή είχε σταθεί με αποφασιστικότητα στο πλευρό των Στρατιωτών ήδη από τις αρχές του Καλοκαιριού, του Μαρά (Ζαν Πολ Μαρά (Jean-Paul Marat, 24 Μαΐου 1743 – 13 Ιουλίου 1793) κι η Εφημερίδα του «Ο Φίλος του Λαού». Ο Μαρά δεν έπαυε να καταγγέλλει τους Αξιωματικούς, ν’ αποκαλύπτει τη βαρβαρότητά τους. «Ο Φίλος του Λαού», εκτός από καταγγελίες, είχε και προτάσεις γιά δράση: όχι μόνο δεν έπρεπε να εφαρμοστούν τα Μέτρα απόλυτης υπακοής στον Στρατό, που σχεδίαζε η Κυβέρνηση, αλλά οι Αξιωματικοί θα πρέπει να εκλέγονταν από τους Στρατιώτες. Όσο γιά τους παλιούς Αξιωματικούς, που λιποτακτούσαν προς την Αντεπανάσταση, ο Μαρά είχε μία πρόταση: να ξυπνήσουν οι Στρατιώτες και να τους πνίξουν στο αίμα.

Η Εφημερίδα που εξέδιδε -και σε μεγάλο βαθμό έγραφε- ο Μαρά, συχνά σε συνθήκες βαριάς παρανομίας, πρόσφερε μιά οργανωτική ραχοκοκαλιά για το κίνημα των από κάτω, των Αβράκωτων του Παρισιού. Εκατοντάδες άνθρωποι εμπλέκονταν στο τύπωμα, τη μεταφορά, τη διακίνηση της Εφημερίδας και στην αφισοκόλληση, μιά άλλη καινοτομία του Μαρά και της Γαλλικής Επανάστασης. Το κατάφερνε αυτό διότι πάντα προσπαθούσε να παίρνει τον σφυγμό του πεζοδρομίου και να μην χαϊδεύει αυταπάτες: πολλές φορές δεν δίστασε να είναι μία μοναχική φωνή.

Ο Μαρά έγινε ο συνδετικός κρίκος των Ιακωβίνων με την Αριστερά των Αβράκωτων. Το Πρόγραμμα αυτής της Αριστεράς, πέρα από τον Εκδημοκρατισμό και το ξερίζωμα των Αριστοκρατών, επικεντρωνόταν γύρω από το ζήτημα της καταστολής της Κερδοσκοπίας, ιδιαίτερα στα Τρόφιμα. Οι Εκπρόσωποι αυτής της Αριστεράς έχουν μείνει στην Ιστορία ως Enragés, Λυσσασμένοι, -λυσσασμένοι και λυσσασμένες-, διότι πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξαν οι Γυναίκες Επαναστάτριες. Ήταν μικρή Παρισινή Εξτρεμιστική Ομάδα μέσα στις τάξεις των Αβράκωτων, Sans-Culottes της Γαλλικής Επανάστασης, με βασική θέση ότι η Ελευθερία του Λαού αποκτάται όχι μέσα από Συνταγματικές Διακηρύξεις, αλλά με την άμεση Βία ενάντια στους καταπιεστές κι εκμεταλλευτές τους. Με βασική τους πεποίθηση ότι η Ελευθερία κι η ευτυχία όλου του Λαού ήταν πιό σημαντική από τη σταδιακή χορήγηση Συνταγματικών Δικαιωμάτων και με κυριότερο Αίτημά τους την άμεση καταστολή κάθε Αντεπαναστατικής Δράσης, λεηλάτησαν τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 1793 πολλά Καταστήματα Τροφίμων και φούρνους του Παρισιού, διαμαρτυρόμενοι γιά την Αισχροκέρδεια όσων εμπορεύονταν Τρόφιμα εις βάρος του λαού, που υπέφερε από την έλλειψη Τροφών κι άλλων Βασικών Αγαθών. Χαρακτηριστική υπήρξε η δήλωση του Ρου ότι η ελευθερία δεν είναι παρά ένα άδειο κέλυφος όταν επιτρέπεται ατιμώρητα σε μία Τάξη να λιμοκτονήσει μιά άλλη.

Οι Λυσσασμένοι δεν ήταν Οργάνωση, ήταν Ρεύμα. Ο πιό γνωστός Ηγέτης τους ήταν ο Ζακ Ρου ((Jacques Roux, 21 Αυγούστου 1752 – Παρίσι, 10 Φεβρουαρίου 1794).), πρώην Ρωμαιοκαθολικός Κληρικός, μετέπειτα Άθεος κόκκινος παπάς, cure rouge, Μέλος της Παρισινής Κομμούνας κι Ηγέτης της Παράταξης των Λυσσασμένων. Les Enragés κι ο άνθρωπος που οδήγησε τον Λουδοβίκο 16ο στο ικρίωμα: τσακίστε τους Κερδοσκόπους, τους Μονοπωλιστές, την Αριστοκρατία του χρήματος, ήταν το σύνθημά του.

Ο Βαρλέ ήταν Τραπεζικός Υπάλληλος, σε κείμενό του υποστήριζε ότι οι Εκπρόσωποι του Λαού πρέπει να εκλέγονται με Άμεση Ψηφοφορία από όλους και να είναι άμεσα Ανακλητοί από τους Εκλογείς τους. Η Κλερ Λακόμπ (Claire – Rosa Lacombe, ονομαζόμενη και Κόκκινη Ρόζα, Rosa la Rouge, Pamiers – Ariège, 4 Μαρτίου 1765 – μετά το 1798) ήταν Ηθοποιός (ένα καθόλου αξιοπρεπές Επάγγελμα εκείνη την εποχή) κι Επαναστάτρια Φεμινίστρια του 18ου αιώνα, Μέλος των Λυσσασμένων κ’ Ιδρύτρια της Εξτρεμιστικής Εταιρείας Επαναστατριών Δημοκρατισσών, Société des Révolutionaries Républicaines. Τα Μέλη της Ένωσης έμπαιναν μπροστά στις Διαδηλώσεις που κατέληγαν σε λεηλασίες των μεγάλων φούρνων κι άλλων Εμπορικών Καταστημάτων το 1793.

Επιτροπές από Γυναίκες μοίραζαν με τάξη τα Τρόφιμα κι επέβαλλαν τις Τιμές που θεωρούσαν δίκαιες. Έτσι, η Κυβέρνηση των Ιακωβίνων αναγκάστηκε να επιβάλει τον Νόμο του μάξιμουμ στις Τιμές των Τροφίμων και σύντομα να εθνικοποιήσει τα Δίκτυα Διανομής τους στην Πρωτεύουσα και σε άλλες μεγάλες πόλεις. Ήταν η μεγάλη κατάκτηση των Αβράκωτων, αλλά οι Ιακωβίνοι του Ροβεσπιέρου στράφηκαν εναντίον των Λυσσασμένων. Συνέλαβαν και φυλάκισαν τους Ηγέτες τους και στράφηκαν γενικά ενάντια στα πιό ριζοσπαστικά τμήματα των Αβράκωτων.

Οι Ιακωβίνοι του Ροβεσπιέρου, του Σεν Ζιστ και του Μαρά ήταν Αστοί. Οι Ηγέτες τους θεωρούσαν ότι η Ελεύθερη Αγορά είναι η Φυσική Τάξη Πραγμάτων, αλλά ήταν κι Επαναστάτες και δεν δίσταζαν να πάρουν τ’ απαραίτητα Μέτρα γιά τη νίκη της Επανάστασης. Από τη δεύτερη ιδιότητά τους πήγαζε ο Ριζοσπαστισμός τους. Από την πρώτη η θέλησή τους να στρέψουν την καταστολή προς τα κάτω. Ο Νόμος του μάξιμουμ αφορούσε τις Τιμές των Τροφίμων και τα Μεροκάματα των Εργατών και των Εργατριών κι αρνήθηκαν (με την εξαίρεση του Μαρά όσο ζούσε) να καταργήσουν το Νόμο Λε Σαπελιέ που είχε περάσει η Εθνοσυνέλευση το 1791 κι απαγόρευε τις Απεργίες και τα Συνδικάτα. Από πολλούς Μελετητές οι Λυσσασμένοι θεωρούνται Κομμουνιστές ή Πρόδρομοί τους. Όμως, οι Λυσσασμένοι δεν είχαν στο Πρόγραμμά τους τη Συλλογική Ιδιοκτησία των Μέσων Παραγωγής και του Κοινωνικού Πλούτου: γενικότερα, οι Αβράκωτοι ήταν, εκτός από Εργάτες, κυρίως Μικροϊδιοκτήτες, Μικροί Έμποροι και Βιοτέχνες – Μάστορες.

Γι’ αυτό η Εταιρεία των Ίσων του Γάλλου Πολιτικού, Συγγραφέα, Αρχειονόμου, Πολιτικού και Δημοσιογράφου της Γαλλικής Επαναστατικής περιόδου Φρανσουά-Νοέλ Μπαμπέφ (François-Noël Babeuf, 23 Νοεμβρίου 1760 – 27 Μαΐου 1797) [προερχόμενος από πτωχή πολυμελή Οικογένεια γεννήθηκε στις 23 Νοεμβρίου του 1760.

Ο πατέρας του ήταν λιποτάκτης του Γαλλικού Στρατού, που παρά την Αμνηστία που του δόθηκε επιστρέφοντας στη Γαλλία, περιέπεσε σε μεγάλη φτώχεια. Παρά ταύτα κατάφερε να παράσχει στον γιό του τη Βασική Εκπαίδευση, ο οποίος στη συνέχεια ανέλαβε αρχικά να υπερασπίζεται τα Δικαιώματα των Ευγενών πριν εκδηλωθεί η Γαλλική Επανάσταση. Το 1780, όταν πέθανε ο πατέρας του, ανέλαβε τη φροντίδα της μητέρας του, των αδελφών του και της δικής του οικογένειας. Αρχικά εγκατεστημένος στο Παρίσι, εργάσθηκε ως Συγγραφέας σοσιαλιστικών αποκλίσεων, μ’ έντονη κριτική κατά του Γαλλικού Κτηματολογίου και της τότε Φορολογίας.

Στη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης που ακολούθησε ήταν πλέον Εκδότης διαφόρων Εφημερίδων, μέσω των οποίων υποστήριζε τις περί Ισότητας αντιλήψεις του, δημιουργώντας παράλληλα το Κίνημα των Ίσων, του οποίου κι υπήρξε ένας των Ιδρυτών του, φθάνοντας στο σημείο να επικρίνει και το νέο Καθεστώς της Επανάστασης. Από αυτές τις Δράσεις του θεωρήθηκε κι η Οργάνωσή του ως Συνωμοτική, με κίνδυνο να εξεγερθεί κι ο Στρατός κατά της Κυβέρνησης. Συνελήφθη μαζί με άλλους Επαναστάτες Συνεργάτες του και, μετά από μια δίμηνη Δίκη, που ξεκίνησε στις 20 Φεβρουαρίου του 1797, στις 26 Απριλίου καταδικάστηκε σε θάνατο δι’ αποκεφαλισμού, χωρίς Δικαίωμα Έφεσης. Ίδια θανατική ποινή επιβλήθηκε και σ’ έναν ακόμη Συνεργάτη του, ο οποίος και καρατομήθηκε την επόμενη ημέρα (27 Απριλίου 1797)], γνωστός κι ως Γράκχος Μπαμπέφ (Gracchus Babeuf, ως Φόρος Τιμής στους Ρωμαίους Μεταρρυθμιστές αδερφούς Γράκχους) ήταν τόσο διαφορετική.

Η Δράση τους ήταν το κύκνειο άσμα του Ριζοσπαστισμού που είχε γεννήσει η Επανάσταση, αλλά και το υψηλότερο σημείο του. Σε μιά επιστολή του από τη φυλακή το 1795 ο Μπαμπέφ καταδίκαζε τον Καπιταλισμό -τον Ανταγωνισμό, όπως αποκαλούσε το νέο Κοινωνικό Σύστημα- με Όρους που προσεταιρίστηκε ο Μαρξ: «ο Ανταγωνισμός πετυχαίνει Χαμηλές Τιμές αναγκάζοντας τον Εργάτη να σπαταλάει τα ταλέντα του σε βαρετή δουλειά, εξουθενώνοντάς τον, οδηγώντας τον στην πείνα. Ο Ανταγωνισμός παράγει τυχαία και διατρέχει τον κίνδυνο, σε περίπτωση που δεν βρίσκει Αγοραστές, να καταστρέψει ένα μεγάλο μέρος Πρώτων Υλών κι Αγαθών που διαφορετικά θα μπορούσαν ν’ αξιοποιηθούν επωφελώς, μα που πλέον είναι άχρηστα».

Ένας Σύντροφος του Μπαμπέφ, ο Συλβαίν Μαρεσάλ εξηγούσε με απλά λόγια στο Μανιφέστο των Ίσων ότι το Δικαίωμα της Ισότητας απέναντι στον Νόμο μπορεί να ήταν μία μεγάλη κατάκτηση αλλά χάνει το νόημά του όταν δεν υπάρχει Κοινωνική Ισότητα. Όπως θα έλεγε αργότερα ένας Σοσιαλιστής: κι ο Βιομήχανος κι ο ζητιάνος έχουν Ισότητα στο Δικαίωμα να κοιμούνται κάτω από τις γέφυρες του Σηκουάνα. Η Ομάδα του Μπαμπέφ έβγαζε δυό Εφημερίδες, το Βήμα του Λαού (έμοιαζε περισσότερο με Περιοδικό και είχε 2.000 Συνδρομητές) και μία «μαζική», τον Ανιχνευτή του Λαού. Οι αφίσες τους διατύπωναν με συνοπτικό τρόπο τις Ιδέες τους:

«Καταπίεση υπάρχει όταν κάποιος εξοντώνεται στη Δουλειά και του λείπουν τα πάντα και κάποιος άλλος πλέει στον Πλούτο και δεν του λείπει τίποτα».
Γι’ αυτό η Εταιρεία των Ίσων του Γάλλου Πολιτικού, Συγγραφέα, Αρχειονόμου, Πολιτικού και Δημοσιογράφου της Γαλλικής Επαναστατικής περιόδου Φρανσουά-Νοέλ Μπαμπέφ (François-Noël Babeuf, 23 Νοεμβρίου 1760 – 27 Μαΐου 1797) [προερχόμενος από πτωχή πολυμελή Οικογένεια γεννήθηκε στις 23 Νοεμβρίου του 1760. Ο πατέρας του ήταν λιποτάκτης του Γαλλικού Στρατού, που παρά την Αμνηστία που του δόθηκε επιστρέφοντας στη Γαλλία, περιέπεσε σε μεγάλη φτώχεια. Παρά ταύτα κατάφερε να παράσχει στον γιό του τη Βασική Εκπαίδευση, ο οποίος στη συνέχεια ανέλαβε αρχικά να υπερασπίζεται τα Δικαιώματα των Ευγενών πριν εκδηλωθεί η Γαλλική Επανάσταση. Το 1780, όταν πέθανε ο πατέρας του, ανέλαβε τη φροντίδα της μητέρας του, των αδελφών του και της δικής του οικογένειας. Αρχικά εγκατεστημένος στο Παρίσι, εργάσθηκε ως Συγγραφέας σοσιαλιστικών αποκλίσεων, μ’ έντονη κριτική κατά του Γαλλικού Κτηματολογίου και της τότε Φορολογίας.

Στη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης που ακολούθησε ήταν πλέον Εκδότης διαφόρων Εφημερίδων, μέσω των οποίων υποστήριζε τις περί Ισότητας αντιλήψεις του, δημιουργώντας παράλληλα το Κίνημα των Ίσων, του οποίου κι υπήρξε ένας των Ιδρυτών του, φθάνοντας στο σημείο να επικρίνει και το νέο Καθεστώς της Επανάστασης. Από αυτές τις Δράσεις του θεωρήθηκε κι η Οργάνωσή του ως Συνωμοτική, με κίνδυνο να εξεγερθεί κι ο Στρατός κατά της Κυβέρνησης. Συνελήφθη μαζί με άλλους Επαναστάτες Συνεργάτες του και, μετά από μια δίμηνη Δίκη, που ξεκίνησε στις 20 Φεβρουαρίου του 1797, στις 26 Απριλίου καταδικάστηκε σε θάνατο δι’ αποκεφαλισμού, χωρίς Δικαίωμα Έφεσης. Ίδια θανατική ποινή επιβλήθηκε και σ’ έναν ακόμη συνεργάτη του, ο οποίος και καρατομήθηκε την επόμενη ημέρα (27 Απριλίου 1797)], γνωστός κι ως Γράκχους Μπαμπέφ (Gracchus Babeuf, ως Φόρος Τιμής στους Ρωμαίους Μεταρρυθμιστές αδερφούς Γράκχους) ήταν τόσο διαφορετική.

Η Δράση τους ήταν το κύκνειο άσμα του Ριζοσπαστισμού που είχε γεννήσει η Επανάσταση, αλλά και το υψηλότερο σημείο του. Σε μιά επιστολή του από τη φυλακή το 1795 ο Μπαμπέφ καταδίκαζε τον Καπιταλισμό -τον Ανταγωνισμό, όπως αποκαλούσε το νέο Κοινωνικό Σύστημα- με Όρους που προσεταιρίστηκε ο Μαρξ: «ο Ανταγωνισμός πετυχαίνει Χαμηλές Τιμές αναγκάζοντας τον Εργάτη να σπαταλάει τα ταλέντα του σε βαρετή δουλειά, εξουθενώνοντάς τον, οδηγώντας τον στην πείνα. Ο Ανταγωνισμός παράγει τυχαία και διατρέχει τον κίνδυνο, σε περίπτωση που δεν βρίσκει Αγοραστές, να καταστρέψει ένα μεγάλο μέρος Πρώτων Υλών κι Αγαθών που διαφορετικά θα μπορούσαν ν’ αξιοποιηθούν επωφελώς, μα που πλέον είναι άχρηστα».

Vasileios Gikas [gikasvasilios@gmail.com]

Share This Post

Τελευταίες Ειδήσεις

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.