Sinogeorgos Dim - ©Mynima-Hellas.com

Μουσική Συναυλία με τη συμφωνική ορχήστρα της ΕΡΤ με έργα Σοβιετικών συνθετών

Μουσική Συναυλία με τη συμφωνική ορχήστρα της ΕΡΤ με έργα Σοβιετικών συνθετών
Decrease Font Size Increase Font Size Text Size Print This Page

Αράμ Χατσατουριάν (1903 – 1982) «Η Οκτωβριανή Επανάσταση μου άλλαξε ριζικά τη ζωή, και εάν είμαι όντως ένας σοβαρός καλλιτέχνης αυτό το οφείλω στο σοβιετικό λαό. Σε αυτόν το λαό έχω αφιερώσει όλη τη ζωή μου και το δημιουργικό μου έργο».

Η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ  διοργανώνει την Τετάρτη 18 Οκτώβρη, στις 8.30 μ.μ., στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, συναυλία με τη συμφωνική ορχήστρα της ΕΡΤ με έργα Σοβιετικών συνθετών.

Θα διευθύνει ο διεθνούς φήμης διευθυντής ορχήστρας Αλέξανδρος Μυράτ.

Η συναυλία αυτή αποτελεί μέρος μίας σειράς εκδηλώσεων που διοργανώνει η ΚΕ του ΚΚΕ για να τιμήσει τα 100χρόνια από την Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση, αναδείχνοντας τη μεγάλη σημασία του κοσμοϊστορικού αυτού γεγονότος ως πηγή έμπνευσης, γνώσης και συμπερασμάτων,  χρήσιμων στο σύγχρονο αγώνα για την επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας.

Το πρόγραμμα θα περιλαμβάνει έργα τριών κορυφαίων Σοβιετικών συνθετών: Του Αράμ Χατσατουριάν, του Σεργκέι Προκόφιεφ και του Ντμίτρι Σοστακόβιτς.

Αναλυτικά, το πρόγραμμα έχει ως εξής:

A’ Μέρος:

Αράμ Χατσατουριάν (1903 – 1982) – Βαλς από τη Σουίτα «Μεταμφίεση» (Masquerade Valse)

Σεργκέι Προκόφιεφ (1891 – 1953) – «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», Σουίτα Νο. 2, Op. 64ter (επιλογή μερών)

1. Μονταίγοι και Καπουλέτοι

2. Ο χορός των κοριτσιών με τα κρίνα

3. Ο Ρωμαίος στον τάφο της Ιουλιέτας.

Αράμ Χατσατουριάν (1903 – 1982) – «O xορός των σπαθιών» από το μπαλέτο Γκαγιανέ

 

Διάλλειμα – 20’

 

Β’ Μέρος:

Ντμίτρι Σοστακόβιτς (1906 – 1975) – Συμφωνία Νο 12 σε Ρε ελάσσονα, Op.112, «Το Έτος 1917»

1.    Επαναστατημένη Πετρούπολη

Moderato — Allegro — Più mosso — Allegro

2.    Ραζλί

Allegro (L’istesso tempo) — Adagio

3.    Αβρόρα

Adagio (L’istesso tempo) — Allegro

4.    Η Aυγή της Aνθρωπότητας

Allegro (L’istesso tempo) — Allegretto — Moderato

 

 

 

Η είσοδος θα γίνεται με προσκλήσεις που θα διατίθενται από τις Οργανώσεις του ΚΚΕ καθώς και στην έδρα της ΚΕ του ΚΚΕ, στον Περισσό.

 

Λίγα λόγια για τους συνθέτες και τα έργα

Nτμίτρι Σοστακόβιτς (1906 – 1975)

 

«Γιατί μόνο λιγάκι ελεύθερος; Εμείς στην ΕΣΣΔ είμαστε μαθημένοι στην πλήρη ελευθερία: Είμαστε ελεύθεροι από την υποταγή στους εκατομμυριούχους, ελεύθεροι από δωροδοκίες, ελεύθεροι από τους εκδότες (…). Εμείς οι Σοβιετικοί μουσικοί εκτιμάμε βαθιά την πνευματική ελευθερία που έχουμε στην τέχνη μας, που κατακτήθηκε απ’ τον εργαζόμενο λαό. (…). Δεν έχω συναντήσει καλλιτέχνη που να μην έχει ανάγκη συμβουλών από την κοινωνία και τους αντιπροσώπους της, από το Κόμμα και την κοινότητα των μουσικών». (Απάντηση του Ντ. Σοστακόβιτς σε άρθρο των New York Times το 1956, με τίτλο «Ο Σοστακόβιτς απέκτησε το δικαίωμα να είναι λίγο ελεύθερος»)

Άρχισε να σπουδάζει μουσική σε ηλικία εννέα ετών. Το 1923 αποφοίτησε από το Τμήμα Πιάνου του Ωδείου και το 1925 πήρε πτυχίο Σύνθεσης. Το 1926 παρουσίασε την 1η του Συμφωνία και το 1927 έλαβε τιμητικό δίπλωμα στο Διεθνή Διαγωνισμό Πιάνου Φ. Σοπέν.

Τα έργα του από την πρώτη στιγμή αντικατοπτρίζουν την αναζήτηση νέων δρόμων. Η ικανότητά του να χειρίζεται τα πιο αντιφατικά στοιχεία στο μουσικό του υλικό, βασιζόταν στην άρτια και βαθιά γνώση των τεχνικών της σύνθεσης και της ενορχήστρωσης καθώς και της μουσικής των προγενέστερων συνθετών, χωρίς ποτέ να τους μιμείται.

Ο Σοστακόβιτς δεν συμβιβάζονταν με τις εύκολες λύσεις, αλλά συνεχώς προσπαθούσε να δώσει την πιο άρτια μουσική και καλλιτεχνική μορφή στα έργα του, ακόμη και αν σε κάποιες περιπτώσεις χρειαζόταν ξανά και ξανά να μελετήσει και να ανατρέξει στη μέθοδο και τη σκέψη παλιότερων μεγάλων συνθετών όπως ο Π.Ι. Τσαϊκόφσκι και ο Ρ. Κόρσακοφ.

Συνέθεσε περισσότερα από 200 έργα, ανάμεσα τους 15 συμφωνίες, 15 κουαρτέτα εγχόρδων, μουσική δωματίου, 6 κονσέρτα (για βιολί, βιολοντσέλο και πιάνο), δύο όπερες, φωνητική μουσική, καθώς και μουσική για δεκάδες έργα κινηματογράφου.

Έργα, όπως οι όπερες Η Μύτη και Λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ , η 2η Συμφωνία (αφιερωμένη στον Οκτώβρη), η 3η Συμφωνία (αφιερωμένη στην 1η Μάη), η θρυλική 7η Συμφωνία του Λένινγκραντ, η 11η (Το Έτος 1905) και η 12η (Το Έτος 1917), κάνουν έκδηλο το σοσιαλιστικό ρεαλιστικό χαρακτήρα της δημιουργίας του Σοστακόβιτς. Όπως χαρακτηριστικά έγραψε ο ίδιος ο Σοστακόβιτς σε άρθρο του το 1936: «Δεν μπορώ να αντιληφθώ τη μελλοντική μου εξέλιξη παρά μόνο μέσα από την οικοδόμηση του σοσιαλισμού στη χώρα μου»

Το 1949 εκλέχτηκε στη Σοβιετική Επιτροπή Ειρήνης και συμμετείχε σε συνέδρια. Έγινε ένα από τα πιο ενεργά μέλη του παγκοσμίου κινήματος ειρήνης. Το 1960, η Κομματική Οργάνωση του Συνδικάτου Συνθετών έκανε δεκτό το Σοστακόβιτς ως δόκιμο μέλος του ΚΚΣΕ, στο οποίο έγινε μέλος το 1961. Το 1962 ανακηρύχτηκε για πρώτη φορά υποψήφιος για το Ανώτατο Σοβιέτ της ΕΣΣΔ.

Τιμήθηκε με πλήθος βραβείων, ενώ ήταν ο πρώτος μουσικός που ανακηρύχτηκε Ήρωας της Σοσιαλιστικής Εργασίας. Έλαβε ακόμα το Παράσημο της Κόκκινης Σημαίας της Εργασίας, 3 φορές το Βραβείο Στάλιν, τον τίτλο του Καλλιτέχνη του Λαού της Ρωσικής Ομοσπονδίας, το Παράσημο Λένιν, το Βραβείο Λένιν.

 

Συμφωνία Νο 12 σε Ρε ελάσσονα, Op.112, «Το Έτος 1917»

 

Η 12η Συμφωνία του Σοστακόβιτς γράφτηκε το 1961 και ως θέμα της είχε την Οκτωβριανή Επανάσταση. Η συμφωνία αυτή αποτέλεσε την ολοκλήρωση ενός μακρόχρονου σχεδίου του Σοστακόβιτς να γράψει ένα έργο αφιερωμένο στον Β.Ι. Λένιν. Έγραφε για αυτό το 1960:

«Να γράψει κανείς μια συμφωνία για την Οκτωβριανή Επανάσταση είναι, φυσικά, μεγάλη υπόθεση. Θα χρειαστεί να επιστρατεύσω όλη μου τη δύναμη και όλες μου τις δυνατότητες αν θέλω ν’ ανταποκριθώ έστω και λίγο στο μέγεθος και τη σημασία του θέματος. Φυσικά όταν γράφεις μια Συμφωνία για την Οκτωβριανή Επανάσταση, η εικόνα που ξεχωρίζει είναι αυτή του μεγάλου ηγέτη της εργατικής τάξης, του Βλαντιμίρ Λένιν. Επομένως, η συμφωνία θα είναι αφιερωμένη στη Μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση και στη μνήμη του Λένιν.

Από που αντλώ την έμπνευσή  μου γι αυτό το υπεύθυνο καθήκον; Παραβρέθηκα στα γεγονότα της επανάστασης, ήμουν ανάμεσα στο πλήθος που άκουσε τον Λένιν να μιλάει μπροστά στο σταθμό της Φινλανδίας τη μέρα που έφτασε στην Πετρούπολη. Και παρ’ όλο που τότε ήμουν πολύ νέος, αυτό χαράχτηκε για πάντα στη μνήμη μου».

Το έργο ολοκληρώθηκε στις 22 Αυγούστου 1961. Στις 8 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους έγινε η προκαταρκτική ακρόαση στο Συνδικάτο Συνθετών της Ρώσικης Ομοσπονδίας και η πρεμιέρα δόθηκε την 1η Οκτωβρίου από την Φιλαρμονική Ορχήστρα του Λένινγκραντ, υπό την διεύθυνση του Γιεβγκένι Μραβίνσκι.

Η 12η Συμφωνία του Σοστακόβιτς έχει τέσσερα μέρη και διατηρεί στο σύνολό της την κλασική φόρμα μιας συμφωνίας. Κάθε μέρος της παρουσιάζει το συναισθηματικό κλίμα των γεγονότων της Οκτωβριανής Επανάστασης.

Στο πρώτο μέρος, που έχει τίτλο «Επαναστατημένη Πετρούπολη», ο Σοστακόβιτς αποτυπώνει το κλίμα που επικρατούσε στην Πετρούπολη, τις μέρες του Απρίλη όταν έφτασε ο Λένιν. Είναι ένα μέρος μαχητικό, ορμητικό, με ενθουσιώδεις ρυθμούς, που βασίζεται σε μελωδίες και θέματα από επαναστατικά τραγούδια της Ρωσίας.

Το δεύτερο μέρος έχει ως τίτλο την περιοχή έξω από την Πετρούπολη «Ραζλί», όπου είχε καταφύγει ο Λένιν το καλοκαίρι του 1917, όταν το Κόμμα των Μπολσεβίκων είχε βρεθεί στην παρανομία, συνεχίζοντας ωστόσο την επαναστατική δράση, ενώ για τον Λένιν είχε συγκροτηθεί και στρατιωτικό απόσπασμα για την εκτέλεσή του.

Στο τρίτο μέρος, με τίτλο «Αβρόρα», μια αίσθηση σιωπηλής έντασης των εγχόρδων κορυφώνεται για να δώσει γιγαντωμένο το μουσικό θέμα της επανάστασης (που είχε παρουσιαστεί στο πρώτο μέρος) και να το ακολουθήσουν επιβλητικά και εκρηκτικά τα τύμπανα που προσομοιάζουν τα κανόνια του θωρηκτού «Αβρόρα» δίνοντας το σύνθημα για την εξέγερση του Οκτώβρη.

Το τέταρτο και τελευταίο μέρος, «Η Αυγή της Ανθρωπότητας» είναι ένα αισιόδοξο μέρος, που δείχνει την οικοδόμηση της νέας κοινωνίας μετά τη νίκη της Οκτωβριανής Επανάστασης. Σε αυτό το μέρος ο Σοστακόβιτς, όπως χαρακτηριστικά έλεγε, ήθελε να απεικονίσει τη ζωή που συνεχίζει να προχωρά με οδηγό τις ιδέες του Λένιν ακόμη και όταν εκείνος «έχει λείψει».

 

 

Σεργκέι Προκόφιεφ (1891 – 1953)

«Κατά τη γνώμη μου, ο συνθέτης, όπως και ο ποιητής, ο γλύπτης ή ο ζωγράφος, έχει καθήκον να υπηρετεί τον άνθρωπο, το λαό. Πρέπει να ομορφύνει την ανθρώπινη ζωή και να την υπερασπιστεί. Πρέπει πρώτα απ ‘όλα να είναι πολίτης, έτσι ώστε η τέχνη του συνειδητά να  εκθειάζει την ανθρώπινη ζωή και να οδηγεί τον άνθρωπο σε ένα ακτινοβόλο μέλλον».

 

Ο Προκόφιεφ άρχισε να μελετά μουσική από τα 5 του χρόνια, πλάι στη μητέρα του. Το 1902 και το 1903 σπούδασε με τον Ρ. Λ. Γκλιέρ, ο οποίος πήγαινε ειδικά γι’ αυτόν στο μικρό Ουκρανικό χωριό που έμενε για να του παραδώσει μαθήματα μουσικής. Όταν μπήκε στο Ωδείο της Πετρούπολης είχε συνθέσει ήδη τέσσερις όπερες, μια συμφωνία, δύο σονάτες και άλλα κομμάτια για πιάνο. Το 1909 αποφοίτησε από την τάξη της σύνθεσης και το 1914 από την τάξη της διεύθυνσης ορχήστρας.

Στο πλούσιο συνθετικό έργο του περιλαμβάνονται περισσότερα από 135 έργα. Ανάμεσά τους συγκαταλέγονται μεγάλα έργα του παγκόσμιου ρεπερτορίου όπως τα  κονσέρτα για πιάνο, για βιολί και για τσέλο, οι 7 συμφωνίες του, η Σκυθική σουίτα, το μπαλέτο Ρωμαίος και Ιουλιέτα, η όπερα Συμεών Κότκο, το συμφωνικό ποίημα για αφηγητή και ορχήστρα Ο Πέτρος και ο Λύκος, το μπαλέτο Σταχτοπούτα, η όπερα Πόλεμος και Ειρήνη, η μουσική για την ταινία «Αλέξανδρος Νιέφσκι» του Αϊζενστάιν, η Καντάτα για την 20ή επέτειο της Οχτωβριανής Επανάστασης σε κείμενα Β. Ι. Λένιν και Ι. Β. Στάλιν.

Ο Προκόφιεφ ανήκει στη γενιά των Ρώσων συνθετών που, αν και ξεκίνησαν τη σταδιοδρομία τους στην τελευταία περίοδο της τσαρικής Ρωσίας, σημαντικό μέρος της εξέλιξης και της διαμόρφωσής τους έγινε στα μετα- επαναστατικά χρόνια. Η δημιουργία του Προκόφιεφ συνιστά μια «εποχή» στην παγκόσμια μουσική του 20ου αιώνα. Καινούριες τάσεις στη μουσική ξεπετάχτηκαν από την πρωτοτυπία της μουσικής του σκέψης και από την ξεχωριστή ποιότητα της μελωδίας, της αρμονίας, του ρυθμού, της ενορχήστρωσης του. Έχει επηρεάσει έντονα το έργο πολλών σοβιετικών και ξένων συνθετών.

Μετά από πολυετή παραμονή του στο εξωτερικό με την έγκριση της σοβιετικής εξουσίας,   επέστρεψε οριστικά στην πατρίδα του το 1932 και ένωσε τις δυνάμεις του με όλους όσοι πάσχιζαν να οικοδομήσουν το σοβιετικό μουσικό πολιτισμό. Το δημιουργικό του έργο άνθισε και αυτή την εποχή. Από το 1933 δίδαξε για αρκετά χρόνια σύνθεση στη μεταπτυχιακή σχολή του Ωδείου της Μόσχας.

Για την προσφορά του τιμήθηκε πολλές φορές με το «Κρατικό Βραβείο της ΕΣΣΔ», το παράσημο της «Κόκκινης Σημαίας Εργασίας», το «Βραβείο Λένιν», ήταν μάλιστα ο πρώτος συνθέτης που έλαβε αυτή την ύψιστη τιμητική διάκριση.

 

«Ρωμαίος και Ιουλιέτα»

Το μπαλέτο Ρωμαίος και Ιουλιέτα op. 64, βασισμένο στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Σαίξπηρ, είναι ένα από τα πιο γνωστά και αγαπημένα έργα του Προκόφιεφ και ίσως το διασημότερο μπαλέτο του παγκόσμιου ρεπερτορίου που γράφτηκε στον 20ο αιώνα.

Η σύνθεση έγινε  μετά από παραγγελία των Μπαλέτων Κίροφ και η πρεμιέρα του δόθηκε στο ομώνυμο θέατρο στις 11 Γενάρη 1940, στο Λένινγκραντ. Τη χορογραφία είχε κάνει ο Λεονίντ Λαβρόβσκι και τους πρωταγωνιστικούς ρόλους ερμήνευσαν η Γκαλίνα Ουλάνοβα και ο Κωνσταντίν Σεργκέγιεφ. Η παράσταση γνώρισε μεγάλη επιτυχία και διεθνή αναγνώριση, ενώ στους συντελεστές απονεμήθηκε και το Βραβείο Στάλιν.

Το μπαλέτο αποτελείται από 4 πράξεις, 9 σκηνές και 52 μουσικά μέρη και η συνολική του διάρκεια ξεπερνά τις δύο ώρες.

Για την ενορχήστρωση του έργου χρησιμοποιήθηκαν, επιπλέον των συνηθισμένων οργάνων μιας συμφωνικής ορχήστρας, ένα τενόρο σαξόφωνο, μια βίολα ντ’ αμόρε και δύο μαντολίνα που έδωσαν ένα πολύ ιδιαίτερο ηχόχρωμα στο τελικό αποτέλεσμα.

Από το μπαλέτο φτιάχτηκαν τρείς ορχηστρικές σουίτες καθώς και ένα έργο για πιάνο με τίτλο Ρωμαίος και Ιουλιέτα: Δέκα κομμάτια για πιάνο op. 75. Τα έργα που σήμερα παρουσιάζονται, ανάμεσά τους και ο περίφημος «Χορός των Ιπποτών» από το μέρος «Μονταίγοι και Καπουλέτοι», ανήκουν στη 2η Σουίτα.

Το 1955 το μπαλέτο κινηματογραφήθηκε και στο Φεστιβάλ των Καννών του 1955 κέρδισε το βραβείο Χρυσός Φοίνικας της Καλύτερης Λυρικής Ταινίας. Από τότε γνώρισε δεκάδες χορογραφήσεις από μεγάλους χορογράφους του κλασσικού χορού.

 

 

 

 

Αράμ Χατσατουριάν (1903 – 1982)

«Η Οκτωβριανή Επανάσταση μου άλλαξε ριζικά τη ζωή, και εάν είμαι όντως ένας σοβαρός καλλιτέχνης αυτό το οφείλω στο σοβιετικό λαό. Σε αυτόν το λαό έχω αφιερώσει όλη τη ζωή μου και το δημιουργικό μου έργο».

 

Ξεκίνησε τις σπουδές στη μουσική σε ηλικία 19 ετών στη μουσική τεχνική σχολή Γκνέσιν. Το 1934 αποφοίτησε από το Ωδείο της Μόσχας, στην τάξη της σύνθεσης του σπουδαίου μουσικού παιδαγωγού  Νικολάι Γιακόβλεβιτς Μιασκόβσκι. Από το ωδείο ακόμα συνέθεσε έργα που τραβούν την προσοχή του κοινού, όπως το τραγούδι – ποίημα για βιολί και πιάνο (1929) η τοκκάτα για πιάνο (1932) και το τρίο για πιάνο, βιολί και κλαρινέτο (1932).

Η μουσική του Χατσατουριάν, που ήταν έντονα διαποτισμένη από την αρμένικη και ρώσικη λαϊκή μουσική παράδοση, καλύπτει ένα ευρύ φάσμα μουσικών έργων: κονσέρτα για βιολί, πιάνο και τσέλο, μουσική δωματίου, μουσική για μπαλέτο, συμφωνίες, μουσική για το θέατρο και τον κινηματογράφο.

Μεγάλη επιτυχία γνώρισε η 1η Συμφωνία (1934) και τα κονσέρτα με ορχήστρα  για πιάνο (1936) και για βιολί (1940). Στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ο Α. Χατσατουριάν συνέθεσε τη 2η Συμφωνία που είναι αφιερωμένη στον αγώνα του Σοβιετικού λαού ενάντια στην ναζιστική εισβολή. Την ίδια περίοδο επεξεργάστηκε εκ νέου το μπαλέτο Γκαγιανέ, που αφορούσε την προσπάθεια οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ. Το 1944 συνέθεσε τον κρατικό ύμνο της Σοβιετικής Δημοκρατίας της Αρμενίας. Το 1947 συνέθεσε το ποίημα Mια ωδή για τα 30χρονα της Οκτωβριανής Επανάστασης με ένα μόνο μέρος για μεγάλη συμφωνική ορχήστρα, αρμόνιο και 15 συμπληρωματικά πνευστά. Το 1954 ολοκλήρωσε το διάσημο μπαλέτο του Σπάρτακος.

Από το 1950 έδωσε πολλές συναυλίες στην ΕΣΣΔ και το εξωτερικό ως διευθυντής ορχήστρας και δίδαξε σύνθεση στο Ωδείο της Μόσχας.

Ο Α. Χατσατουριάν ήταν μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της ΕΣΣΔ από το 1943,  Γραμματέας της Ένωσης Σοβιετικών Συνθετών από το 1957 έως το θάνατό του και την περίοδο 1958 – 1962 βουλευτής του Ανώτατου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ.

Για την προσφορά του στη μουσική τιμήθηκε με μια σειρά μετάλλια και βραβεία, όπως το «Βραβείο Λένιν» (1959) το «Κρατικό Βραβείο της ΕΣΣΔ» (1941, 1943, 1946, 1950, 1971) και το «Κρατικό Βραβείο της ΣΣΔ Αρμενίας» (1965).

Του είχαν απονεμηθεί οι τιμητικοί τίτλοι του «Καλλιτέχνη του Λαού της ΕΣΣΔ» και του «Ήρωα της Σοσιαλιστικής Εργασίας» ενώ ήταν και επίτιμο μέλος πολλών ακαδημιών εκτός της ΕΣΣΔ.

Είχε βραβευτεί με το παράσημο «Λένιν», το παράσημο της «Κόκκινης Σημαίας Εργασίας» και το παράσημο της «Οκτωβριανής Επανάστασης».

 

Βαλς από την μουσική για το έργο «Μεταμφίεση»

 

Το 1941 ο Χατσατουριάν έγραψε μουσική για το θεατρικό έργο «Μεταμφίεση», βασισμένο στο ομώνυμο έργο του Μιχαήλ Λέρμοντοφ. Η υπόθεση, που αφορά τη ζωή και τα καπρίτσια ενός αστού στις αρχές του 19ου αιώνα, αποτελεί μια κριτική στα στοιχεία παρακμής της αστικής τάξης. Σκηνοθέτης του έργου ήταν ο Ρούμπεν Σιμόνοφ και η πρεμιέρα του έγινε στο θέατρο Βαχτάνγκοφ στη Μόσχα, στις 21 Ιούνη 1941. Ήταν το τελευταίο έργο που ανέβηκε στο συγκεκριμένο θέατρο πριν την εισβολή της ναζιστικής Γερμανίας στην ΕΣΣΔ.

Τρία χρόνια αργότερα, το 1944, ο Χατσατουριάν επεξεργάστηκε πέντε μουσικά μέρη (Βαλς, Νοκτούρνα, Μαζούρκα, Ρομάντζα, Γκάλοπ) δημιουργώντας μια συμφωνική σουίτα βασισμένη στη μουσική για τη «Μεταμφίεση».

Το Βαλς της σουίτας είναι ένα από τα πιο δημοφιλή και αγαπημένα στο μουσικό κοινό έργα του Χατσατουριάν. Η σύνθεση του Βαλς δεν ήταν κάτι εύκολο, καθώς όπως εξηγούσε ο ίδιος ο συνθέτης, η μουσική του θα έπρεπε να αντιστοιχεί στα λόγια της ηρωίδας του έργου: «Ω, τι ωραίο που είναι το νέο βαλς! Κάτι ανάμεσα σε λύπη και χαρά άγγιξε την καρδιά μου!». Ο συνθέτης χρειάστηκε να επεξεργαστεί αρκετά θέματα, να αναπλάσει αρκετές φορές το μουσικό υλικό του και να ανατρέξει στη μελέτη μουσικής των αρχών του 19ου αιώνα για να μπορέσει να αποδώσει το κλίμα της σκηνής. Έγραφε ο ίδιος:

«Μια μέρα καθώς έδινα συναυλία άκουσα ξαφνικά στο μυαλό μου ένα θέμα που έγινε το δεύτερο θέμα του μελλοντικού μου βαλς. Αμφιβάλω αν μπορώ να εξηγήσω πως μου ήρθε. Αλλά είμαι σίγουρος, ότι αν δεν ήταν η επίμονη έρευνα των προηγούμενων εβδομάδων δεν θα μπορούσε να υπάρξει τέτοια ανακάλυψη. Το θέμα αυτό ήταν σαν ένας μαγικός κρίκος που μου επέτρεψε να κατασκευάσω όλη την αλυσίδα. Το υπόλοιπο βαλς γράφτηκε με ευκολία, χωρίς να παρουσιάσει κανένα πρόβλημα».

Το αποτέλεσμα ήταν ένα από τα πιο όμορφα έργα μουσικής, που οι μελωδίες του κινούνται πραγματικά ανάμεσα στη λύπη και τη χαρά, έχοντας πάντα τη φρεσκάδα μιας νέας για την εποχή της σύνθεσης.

 

Ο χορός των Σπαθιών

«Ο χορός των Σπαθιών» είναι το πιο γνωστό έργο του Χατσατουριάν, που εντυπωσιάζει με τον εκρηκτικό ρυθμό και τα ξέφρενα μοτίβα του. Δεν είναι τυχαίο ότι είναι ένα έργο με πολλές ηχογραφήσεις από μεγάλες ορχήστρες σε όλο τον κόσμο και αναρίθμητες εκτελέσεις σε συναυλίες.

«Ο χορός των Σπαθιών» είναι μέρος από το φινάλε του μπαλέτου Γκιαγιανέ, που γράφτηκε το 1941 – 1942 στην πόλη Πέρμ, όπου είχε μεταφερθεί η έδρα των μπαλέτων Κίροφ εξαιτίας τις ναζιστικής εισβολής στην ΕΣΣΔ. Η πρεμιέρα του έγινε στο μικρό κρατικό θέατρο της πόλης. Σε πείσμα των δυσκολιών που είχε αυτό το εγχείρημα, το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο: παρά τον πόλεμο και την ναζιστική εισβολή ο αγώνας για τη ζωή συνεχίζεται.

Το μπαλέτο εξιστορεί τη ζωή σε ένα κολχόζ της Αρμενίας. Η υπόθεση αφορά την προσπάθεια των μελών του κολχόζ να αποτρέψουν μια σειρά κλοπές και δολιοφθορές στην αγροτική παραγωγή, κάτι που καταφέρνουν τελικά με τη βοήθεια του Κόκκινου Στρατού.

Στο φινάλε η ιστορία αγάπης με άξονα την οποία εξελίσσεται η παραπάνω υπόθεση, καταλήγει σε έναν παραδοσιακό γάμο της Αρμενίας, κατά τη διάρκεια του οποίου υπό τους ήχους του λαϊκού – παραδοσιακού χορού των σπαθιών γίνεται επίδειξη των ικανοτήτων των μαχητών.

Το συγκεκριμένο μπαλέτο του Χατσατουριάν συνδύαζε για πρώτη φορά τις τεχνικές του κλασικού μπαλέτου με την κίνηση και τους χορούς από την λαϊκή παράδοση των λαών της ΕΣΣΔ.

Ειδικά για το «Χορό των Σπαθιών» έγραφε ο Χατσατουριάν:

«Ο Χορός των σπαθιών ήρθε στη ζωή με έναν σχεδόν τυχαίο τρόπο. Μια μέρα καθώς οι πρόβες για το μπαλέτο ήταν σε εξέλιξη, με κάλεσε ο σκηνοθέτης στο θέατρο και μου είπε ότι θα ήθελε να έχει ακόμη έναν χορό στην τελευταία πράξη.

Θεωρούσα το μπαλέτο ολοκληρωμένο και αρνήθηκα προσθέσω κάτι επιπλέον στη μουσική.

Επιστρέφοντας σπίτι κάθισα στο πιάνο και σκεφτόμουν τι είδους χορός θα ήταν κατάλληλος. Το φαντάστηκα σαν ένα γρήγορο και πολεμικό χορό. Ξεκίνησα να το γράφω στις τρεις το μεσημέρι και μέχρι τις δυο τη νύχτα τον είχα ολοκληρώσει. Την άλλη μέρα στις έντεκα το πρωί η ορχήστρα ήδη έκανε πρόβα το ‘Χορό των Σπαθιών’ και μέχρι το βράδυ είχε γίνει και η χορογραφία». («Αράμ Χατσατουριάν: Άρθρα και Αναμνήσεις», εκδ. Σοβιετικός Συνθέτης 1980.)

 

 

 

Share This Post



Τελευταίες Ειδήσεις

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.