Πατρα: ΕΚΘΕΣΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ 10ΟΥ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΠΑΤΡΑΣ

 

 

ΕΚΘΕΣΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ 10ΟΥ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΠΑΤΡΑΣ

 

Έκθεση περιβαλλοντικού υλικού με θέμα: «Ταξίδι στους βιοτόπους της Ελλάδας» διοργανώνουν οι μαθητές της Περιβαλλοντικής Ομάδας του 10ου Γυμνάσιου Πάτρας (Ζαρουχλέικα) σε ειδικά διαμορφωμένη αίθουσα του σχολείου τους.

Οι μαθητές στα πλαίσια του προγράμματος με θέμα: «ΜΕΛΕΤΩ και ΦΡΟΝΤΙΖΩ το σχολικό περιβάλλον, ΜΑΘΑΙΝΩ για το περιβάλλον της χώρας μου» απευθύνθηκαν με επιστολές που έστειλαν στους Φορείς Διαχείρισης των προστατευόμενων περιοχών της Ελλάδας, στις μεγάλες περιβαλλοντικές οργανώσεις αλλά και στις Περιφέρειες της χώρας ζητώντας έντυπο και ηλεκτρονικό ενημερωτικό υλικό για τις  προστατευόμενες περιοχές της πατρίδας μας.

Η ανταπόκριση ήταν θεαματική και οι μαθητές συγκέντρωσαν ένα ιδιαίτερα πλούσιο υλικό όπως αφίσες, χάρτες, φυλλάδια, βιβλία, περιοδικά, σελιδοδείκτες, κάρτες, CDs κλπ από τους σημαντικότερους βιοτόπους της χώρας μας, προκειμένου να ενημερωθούν για τη σπουδαιότητα αλλά και τις φυσικές ομορφιές του φυσικού μας περιβάλλοντος.

Το υλικό που συγκεντρώθηκε εκτίθεται στην αίθουσα του «Οδυσσέα» και θα μπορούν να το επισκέπτονται όλα τα τμήματα του σχολείου από την  Τετάρτη 24 Μαΐου έως τη λήξη των μαθημάτων στις 31 Μαΐου. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης θα γίνεται ξενάγηση από τους μαθητές της περιβαλλοντικής ομάδας στα εκθέματα και στη συνέχεια θα γίνεται προβολή ενός ή περισσοτέρων ντοκιμαντέρ και διαφανειών.

Οι μαθητές σκοπεύουν, μετά το τέλος της έκθεσης, να χρησιμοποιήσουν τις αφίσες που συγκέντρωσαν για τη διακόσμηση των αιθουσών διδασκαλίας, μετά το βάψιμο του σχολείου τους από το Δήμο Πατρέων.

Στην παιδαγωγική ομάδα του προγράμματος συμμετέχουν οι εκπαιδευτικοί Κουτρούμπας Θωμάς βιολόγος και Παπαγιαννόπουλος Γιάννης γυμναστής.

Στην Περιβαλλοντική ομάδα συμμετέχουν οι παρακάτω μαθητές:

  1. ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ ΒΑΣΙΑ
  2. ΚΑΛΟΓΕΡΗ ΕΥΓΕΝΙΑ
  3. ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΦΑΝΟΥΡΙΑ
  4. ΚΟΥΚΕΣΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
  5. ΚΟΥΡΜΟΥΖΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ
  6. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ ΑΦΡΟΔΙΤΗ
  7. ΛΙΑΠΑΤΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ
  8. ΜΟΥΣΧΗΣ ΑΝΔΡΕΑΣ
  9. ΜΠΙΜΠΙΚΟΥ ΙΟΝ ΓΙΟΥΛΙΑΝ
  10. ΜΠΟΥΡΔΟΥΣΗΣ ΚΩΝ/ΝΟΣ
  11. ΝΙΚΟΛΑΪ ΜΑΡΙΟΣ
  12. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ ΚΩΝ/ΝΟΣ
  13. ΠΑΠΟΥΛΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ
  14. ΠΑΠΟΥΛΑΣ ΑΝΤΩΝΗΣ
  15. ΠΕΝΤΑΡΗ ΑΡΕΤΗ
  16. ΡΑΜΠΑΒΙΛΑ ΜΑΡΙΑ
  17. ΣΑΠΕΡΑΣ ΧΡΗΣΤΟΣ
  18. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ ΡΑΦΑΗΛ
  19. ΣΤΙΚΑΣ ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ
  20. ΣΥΡΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ
  21. ΤΟΥΜΠΑΝΟΣ ΑΝΤΩΝΗΣ
  22. ΧΑΛΙΛΟΠΟΥΛΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ
  23. ΧΑΛΙΛΟΠΟΥΛΟΣ ΠΕΤΡΟΣ

 

 




Νίκος Πλουμπίδης: Ο θάνατος είναι μια αλλαγή της ύλης. Έτσι είναι…

Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από το τρυφερό, πηγαίο, σαρκαστικό και αυτοσαρκαστικό αφήγημα του Κώστα Κρεμμύδα που δεν παύει, ωστόσο, να το διαπερνά μια άλλοτε έντονη και άλλοτε αδιόρατη θλίψη, αλλά και συγκίνηση 1. Έχει τίτλο: «Ερυθρόλευκη τρέλα. Κόκκινες τουλίπες στον Κολωνό», εκδόσεις Μανδραγόρας, Σειρά: Σύγχρονη Ελληνική Πεζογραφία, Αθήνα 2017, σελ. 48-50.

Με τις χειροπέδες στα χέρια εκτελέστηκε ο Νίκος Πλουμπίδης.

…Υστερόγραφο του τελευταίου γράμματος του Νίκου Πλουμπίδη από τις φυλακές του σανατόριου Σωτηρία τα ξημερώματα του Σαββάτου της 14ης Αυγούστου 1954, παραμονής της γιορτής του Δεκαπενταύγουστου. Λίγο αργότερα από το Δαφνί, θα ‘δινε στη δημοσιότητα η Ασφάλεια την πρώτη φωτογραφία για τις εφημερίδες: μπρούμυτα με το πρόσωπο πεσμένο στα χαλίκια και τα χέρια δεμένα με χειροπέδες πίσω στην πλάτη. Ακολούθησε η χαριστική βολή, αφού του έβγαλαν τις χειροπέδες και τον γύρισαν ανάσκελα να κοιτάει το χάραμα του Αυγούστου στον γνωστό τόπο εκτελέσεων. Όταν κάτι επαναλαμβάνεται με συχνότητα, ακόμα και η φρίκη γίνεται συνήθεια.

    Κι επειδή μιλάμε για τραγωδίες, παλιές και σύγχρονες, δεν ήταν σύμπτωση που στο ίδιο νοσοκομείο των ίδιων φυλακών στη Σωτηρία, και τότε κρατούμενο, είχαν βρει τον Πλουμπίδη οι γερμανικές δυνάμεις Κατοχής. Φυματικός αγωνιζόταν μέσα απ’ τις φυλακές ή την παρανομία. Ο βήχας του ακουγόταν συχνά και εξαντλητικά -ίσως και να τον πρόδωσε αυτός ο βήχας στη γειτονιά κάτω από το λόφο του Κολωνού, στην οδό Ερυμάνθου 7 και Πρεβέζης 14, δίπλα σχεδόν στο τωρινό μας σπίτι, όπου κρυβόταν μέχρι την Τρίτη 25 Νοεμβρίου 1952.
    Την επομένη της σύλληψης -ήταν επικηρυγμένος μάλιστα- βγήκε η σχετική ανακοίνωση της κυβέρνησης Παπάγου: «Συνελήφθη ο από οκταετίας κρυπτόμενος κομμουνιστής Νίκος Πλουμπίδης».
   Επίσης 25 Νοεμβρίου, και εικοσιένα χρόνια μετά, η Χούντα του Ιωαννίδη θα ανέτρεπε την προηγούμενη του Παπαδόπουλου και θα διόριζε δικό της Πρόεδρο Δημοκρατίας -ένα ακόμα αξίωμα που δεινοπαθεί στον δοκιμασμένο θεσμό των διορισμών.

Το άψυχο κορμί του Νίκου Πλουμπίδη στο έδαφος αμέσως μετά την εκτέλεση.

Για τους δύσκολους Νοέμβρηδες στον τόπο μας -και για τον σπουδαίο Δανό ποιητλη Χένρικ Νορντμπραντ ο Νοέμβρης είναι δύσκολος μήνας-, θυμηθήκαμε τον «Κοινωνικό Νοέμβρη» ενός άλλου ποιητή του αγαπημένου Έκτορα Κακναβάτου: Τα τανκς μεταδοτικά δισύλλαβα άνοιγαν δρόμο/ του βροντόσαυρου, καταμεσί οδοφράγματα/ μετρούσες, πάλι ακέφαλο έψιλον πετρωμένο ήτα/ το άλφα πολτός από τον φάλαγγα.
Δεν ξέρω αν ταυτίζεται ο Κολωνός με την τραγωδία («μίμησις πράξεως σπουδαίς και τελείας κατά τον Αριστοτέλη») ή εάν η τραγωδία (και συνήθως δίχως την απαραίτητη «κάθαρση») είναι ταυτισμένη διαχρονικά με τον Κολωνό και τη χώρα εν γένει εκεί που «αφήνουνε αυγά οι τυραννόσαυροι» ανά τους αιώνες, αλλά εγώ να μνημονεύσω λίγες γραμμές από το σημείωμα που έγραψε ο Πλουμπίδης, λίγους μήνες πριν την εκτέλεσή του με αφορμή την τότε επέτειο των έντεκα χρόνων από το μοναδικό στα ευρωπαϊκά χρονικά συλλαλητήριο στην καρδιά της Αθήνας κατά των γερμανών κατακτητών, καθώς ο Πλουμπίδης,, ήταν ένας εκ των οργανωτών της αντίστασης του λαού:

    Η Τετάρτη 5η του Μάρτη, του 1943, είναι ιστορική μέρα για το Ελληνικό Λαϊκό Επαναστατικό Κίνημα με παγκόσμια απήχηση και σημασία. Την ημέρα αυτή ολόκηρος ο Αθηναϊκός λαός με ΓΕΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΠΕΡΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕ ΠΑΛΛΑΪΚΗ ΔΙΑΔΗΛΩΣΗ στο κέντρο της Αθήνας επέβαλε στο Χίτλερ την ανάκληση της ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗΣ. […] Τα τυπογραφεία και ποι πολύγραφοι δούλευαν αδιάκοπα. Πλακάτ, σημαίες, συνθήματα ετοιμάστηκαν. Τα σχέδια πορείας του κάθε κλάδου και τομέα καταστρώθηκαν. Χιλιάδες προκηρύξεις και τρικ μοιράστηκαν. Οι συνδέσεις των διαφόρων κρίκων εκανονίστηκαν. Τα Χωνιά τότε εφευρέθηκαν και τέθηκαν σε εφαρμογή. Όλα νεκρώθηκαν. Εργάτες, υπάλληλοι, βιοτέχνες, έμποροι, όλοι απεργούν, όλα κλειστά και τότε άρχισε να ξεχύνεται στο κέντρο της Αθήνας ο λαϊκός χείμαρρος των συνοικιών. Για πρώτη φορά τόσο πυκνές λαϊκές μάζες κατέβηκαν στο πεζοδρόμιο για να διεκδικήσουν και να επιβάλλουν τα δικαιώματά τους. Για πρώτη φορά παρουσιάστηκε μια τόσο μεγάλη σε όγκο και μαχητικότητα ΠΑΛΛΑΪΚΗ ΔΙΑΔΗΛΩΣΗ. Αυτό ήταν πρωτοφανές όχι μόνο για την Αθήνα αλλά και για τις μεγάλες ξένες πρωτεύουσες κι αυτό όχι σε καιρούς ειρηνικούς αλλά κάτω απ’ τον πιο βάρβαρο κατακτητή. Το παλλαϊκό ξεσήκωμα ήταν τέτοιο που οι κατακτητές αναγκάστηκαν να ανακαλέσουν την απόφασή τους και να δηλώσουν ότι «ΔΕΝ ΤΙΘΕΤΑΙ ζήτημα πολιτικής επιστράτευσης για την Ελλάδα». Η 5η του Μάρτη του 1943 δεν έσωσε μόνο τα ελληνόπουλα από τα γερμανικά κάτεργα αλλά συνετέλεσε και στην πορεία και την εξέλιξη του πολέμου και έδειξε το δρόμο που πρέπει να ακολουθούν οι λαοί για να επιβάλουν τις θελήσεις τους… (Ν. Πλουμπίδης, Φυλακές Απομόνωσης 5.3.54).    Μετά την απελευθέρωση πάντως, πήγαν εκόντες άκοντες επισήμως οι Έλληνες ως Γκασταρμπάιτερ στη Γερμανία χάρη στην ειδική συμφωνία που υπέγραψε ο συνεχιστής του Παπάγου, επίσης εθνάρχης, Καραμανλής με τη Δυτικογερμανική κυβέρνηση. Αλλά κι αυτό είναι μια άλλη ιστορία.
    Την εικόνα της ήσυχης συνείδησης, της σιγουριάς στο λόγο και την απόφαση, αλλά και του αισθήματος της απόλυτης ελευθερίας, τη διέκρινα στις φωτογραφίες, στο καθαρό πρόσωπο του Πλουμπίδη στη διάρκεια της απολογίας του μπροστά στους στρατοδίκες, όμοια όπως την έβλεπα στο πράο αλλά ταυτόχρονα και αποφασιστικό πρόσωπο του πατέρα μου, στον σεβασμό του απέναντί μας, στο πλατύ του χαμόγελο -συγγενές με το πλατύγυρο καπέλο του-, στο αργό βάδισμά του, στο ευθυτενές παρουσιαστικό -που κράτησε ατόφια αλύγιστο μέχρι το τέλος και την πτώση του, ίδια γενναία, αν και στο βάθος της διακριτική στα όρια της εσωστρέφειας, με τη ζωή του. Με τον πατέρα μου, είχαμε πάντα ανοιχτούς λογαριασμούς που δεν επρόκειτο να κλείσουν ποτέ. Το ίδιο, όπως και με την Αριστερά.

Σημειώσεις-Παραπομπές 
1. Βλ. την εισαγωγή του Αλέξη Ζήρα στο αφήγημα του Κώστα Κρεμμύδα: «Ερυθρόλευκη τρέλα. Κόκκινες τουλίπες στον Κολωνό», εκδόσεις Μανδραγόρας, Σειρά: Σύγχρονη Ελληνική Πεζογραφία, Αθήνα 2017, σελ. 17.



Η πρώτη παρουσίαση του βιβλίου, για τη ζωή του Μενέλαου Λουντέμη, στην Αθήνα (Video)

Ένα εξαιρετικό, ουσιαστικό βιβλίο, με σεβασμό στον Μενέλαο Λουντέμη, που διαβάζεται σαν μυθιστόρημα…

    Μίλησαν για το βιβλίο: Από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών η ποιήτρια-συγγραφέας Φαίδρα Ζαμπαθά-Παγουλάτου. Από την Πρεσβεία της Ρουμανίας στην Αθήνα, η Anca Chisalita. Και ακόμα: Ο Κώστας Κρεμμύδαςο Μάκης Πέτσας, ο Γιώργος Δουατζής, ο Δημήτρης Δαμασκηνός, ο Χρήστος Τσαντής.

Η Φαίδρα Ζαμπαθά-Παγουλάτου, βαφτισιμιά του Μενέλαου Λουντέμη, ποιήτρια, πρώην Γενικός Γραμματέας της Έταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, απευθύνει έναν ανθρώπινο και ιδιαίτερα συγκινητικό χαιρετισμό στην εκδήλωση. Πίσω της διακρίνεται ο Μάκης Πέτσας, εκπαιδευτικός Δ.Ε., ενώ καθισμένοι (από αριστερά προς τα δεξιά της φωτογραφίας) είναι ο Γιώργος Δουατζής, ποιητής, δημοσιογράφος και συγγραφέας, ο Κώστας Κρεμμύδας, ποιητής, εκδότης του περιοδικού τέχνης «Μανδραγόρας» και υπεύθυνος των ομώνυμων εκδόσεων και ο συγγραφέας του βιβλίου Δημήτρης Δαμασκηνός.

    Η Αθήνα υποδέχθηκε θερμά το βιβλίο του Δημήτρη Δαμασκηνού για τη ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ραδάμανθυς. Η πρώτη παρουσίαση του βιβλίου στον Πολυχώρο ΑΙΤΙΟΝ, κοντά στην Ακρόπολη, την Παρασκευή 28/4/2017, με χορηγό επικοινωνίας το Μήνυμα Ελλάς, εξελίχθηκε μέσα σε ένα κλίμα συγκίνησης και τιμής για τον μεγάλο Έλληνα δημιουργό. Ήταν εκεί πολλοί φίλοι του βιβλίου, αλλά και άνθρωποι που συνεργάστηκαν και έζησαν μαζί με τον Μενέλαο Λουντέμη, όπως η συγγραφέας-ποιήτρια Φαίδρα Ζαμπαθά-Παγουλάτου, και συγγενείς της μεταφράστριας των έργων του, στα χρόνια που εκείνος έζησε στη Ρουμανία.

    Η εκδήλωση άνοιξε με ένα σύντομο καλωσόρισμα-χαιρετισμό από τον επιμελητή του βιβλίου Χρήστο Τσαντή, ο οποίος τόνισε τη σημασία και την ιδιαιτερότητα του έργου του Δημήτρη Δαμασκηνού για τον Λουντέμη, ειδικά μάλιστα σε μία συγκυρία όπου συμπληρώνονται σαράντα χρόνια από το θάνατό του κι ενώ δεν φαίνεται να έχει προγραμματιστεί κάποια άλλη εκδήλωση τιμής για τη ζωή και το έργο του συγγραφέα που μας άφησε μία τόσο πλούσια πνευματική κληρονομιά. «Το βιβλίο του Δ. Δαμασκηνού, παρότι είναι μελέτη, όχι μόνο δεν κουράζει τον αναγνώστη, αλλά αντίθετα με πληρότητα και αφηγηματική ροή, διαβάζεται σαν μυθιστόρημα», είπε χαρακτηριστικά.
    Η ηθοποιός Ειρήνη Βουκελάτου διάβασε ποιήματα του Μενέλαου Λουντέμη, που περιλαμβάνονται στο βιβλίο, δίνοντας με τον καλύτερο τρόπο την ευκαιρία στην Φαίδρα Ζαμπαθά-Παγουλάτου να ξετυλίξει το κουβάρι των αναμνήσεων από τη ζωή δίπλα στον μεγάλο δημιουργό. Η κυρία Φαίδρα, που πήρε το όνομά της από τον ίδιον τον Μενέλαο Λουντέμη, καθώς ο συγγραφέας συνδεόταν με στενή φιλία με τον πατέρα της, επίσης συγγραφέα, μετέφερε στην εκδήλωση και τον χαιρετισμό του προέδρου και του Δ.Σ. της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών.
«Είναι συγκινητική η αποψινή βραδιά, αφιερωμένη στον Μενέλαο Λουντέμη», ξεκίνησε να λέει η Φαίδρα Ζαμπαθά-Παγουλάτου και συνέχισε: «στον άνθρωπο που βρήκε το όνομά μου μαζί με τον Γιάννη Σκαρίμπα. Το θεωρώ μεγάλη τιμή που βρίσκομαι εδώ σήμερα, κοντά σας, για να πω κι εγώ δυο λόγια γι’ αυτόν τον άνθρωπο, ο οποίος ξεπέρασε τα όρια της ευαισθησίας, της αγάπης, του αγώνα. Ένα παιδί που πόνεσε πάρα πολύ στη ζωή του και που πάλεψε ηρωικά».
    Ακολούθησε η ομιλία από τον Κώστα Κρεμμύδα, ποιητή-εκδότη του λογοτεχνικού περιοδικού «Μανδραγόρας», ο οποίος ξεκίνησε λέγοντας τα εξής: «Χαίρομαι που βρίσκομαι απόψε εδώ για να μιλήσω για το βιβλίο του Δημήτρη Δαμασκηνού, τον οποίο είχαμε την ευκαιρία να τον γνωρίσουμε πριν από δύο-τρία χρόνια με τον Γιώργο τον Δουατζή, όταν πήγαμε στα Χανιά σε μια πολύ ενδιαφέρουσα εκδήλωση που οργάνωσαν οι Φίλοι των Γραμμάτων για τον Τάσο Λειβαδίτη».

Η Anca Chisalita, μορφωτική ακόλουθος της πρεσβείας της Ρουμανίας στην Ελλάδα, χώρα στην οποία διέμεινε για αρκετά χρόνια ως πολιτικός πρόσφυγας ο Μενέλαος Λουντέμης, απευθύνει έναν σύντομο χαιρετισμό στην παρουσίαση του βιβλίου. Διακρίνονται ακόμα (από τ’ αριστερά προς τα δεξιά της φωτογραφίας) οι: Μάκης Πέτσας, Γιώργος Δουατζής και ο συγγραφέας Δημήτρης

Ο Κώστας Κρεμμύδας αναφέρθηκε στη σχέση του με τον συγγραφέα μέσα από τη συνεργασία τους στο περιοδικό «Μανδραγόρας» και στη συνέχεια μίλησε για το έργο του Δημήτρη Δαμασκηνού «Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας. Ένα δοκίμιο-μελέτη για τη ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη». «Θα χαρακτήριζα το έργο έναν ύμνο στην Εθνική Αντίσταση», είπε και στάθηκε ιδιαίτερα στον τρόπο με τον οποίο έχει αξιοποιήσει το υλικό του ο συγγραφέας, καθώς μας δίνει μια ολοκληρωμένη εικόνα του πλαισίου μέσα στο οποίο έζησε και έγραψε ο Μενέλαος Λουντέμης.

 

«Σας ευχαριστώ πολύ για την ευκαιρία που μου δίνεται απόψε να μιλήσω με πολύ συγκίνηση για τον Μενέλαο Λουντέμη, ο οποίος έζησε σχεδόν 18 χρόνια στη Ρουμανία. Θέλω να ευχαριστήσω τον κύριο Δαμασκηνό, τον εκδοτικό οίκο Ραδάμανθυς και τον κύριο Χρήστο Τσαντή, γι’ αυτό το εξαιρετικό, ουσιαστικό βιβλίο αφιερωμένο στη ζωή και στο έργο του Μενέλαου Λουντέμη, σε καιρούς που ο κόσμος χρειάζεται αυτό το ισχυρό παράδειγμα ανθρωπιάς και αξιοπρέπειας και πολλά άλλα ακόμα που μας έχει αφήσει ο Λουντέμης».

    Με αυτά τα λόγια ξεκίνησε το χαιρετισμό της στην εκδήλωση η Anca Chisalita, πολιτιστικός ακόλουθος της πρεσβείας της Ρουμανίας στην Αθήνα, η οποία μίλησε για τη ζωή του μεγάλου συγγραφέα στην διάρκεια της πολιτικής προσφυγιάς, ενώ υπογράμμισε την αξία του βιβλίου του Δημήτρη Δαμασκηνού, ιδιαίτερα για τη νέα γενιά.
    Το λόγο πήρε στη συνέχεια ο εκπαιδευτικός Μάκης Πέτσας, που στάθηκε περισσότερο στο κοινωνικό-ιστορικό πλαίσιο της περιόδου στην οποία έγραψε ο Λουντέμης, καθώς και στα σύγχρονα μηνύματα που απορρέουν από το έργο του.
 «Το βιβλίο του Δημήτρη Δαμασκηνού είναι μία ξεχωριστή δουλειά», είπε. «Κι αυτό γιατί μας προσφέρει μια τεκμηριωμένη σε βάθος μελέτη για τη ζωή και το έργο του μεγάλου συγγραφέα, γραμμένη με σεμνότητα που δεν επισκιάζει σε καμιά περίπτωση το έργο του Μ. Λουντέμη, όπως κάποιες φορές γίνεται συνειδητά ή ασυνείδητα από κριτικούς ή δοκιμιογράφους».
    Ευχάριστη έκπληξη για όλους ήταν η συνέντευξη-συζήτηση, επί σκηνής, του ποιητή-δημοσιογράφου Γιώργου Δουατζή, με τον Δημήτρη Δαμασκηνό. Στα video που ακολουθούν μπορείτε να παρακολουθήσετε ολόκληρη τη συζήτηση με τον συγγραφέα.

Η τοποθέτηση του Γιώργου Δουατζή στην παρουσίαση του βιβλίου της Αθήνας (Video).

 

https://www.youtube.com/watch?v=_hoiqekM7O0

Μερικές από τις ερωτήσεις του Γιώργου Δουατζή στον συγγραφέα για το βιβλίο του (Video).

 

Ο συγγραφέας απάντησε σε ερωτήσεις των φίλων του βιβλίου, ενώ το ραντεβού ανανεώθηκε για το Φθινόπωρο, όπου και προετοιμάζεται ένας νέος κύκλος εκδηλώσεων για την παρουσίαση του βιβλίου στην Αθήνα σε συνεργασία με την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών και με άλλους φορείς. Παράλληλα συνεχίζονται οι προγραμματισμένες εκδηλώσεις στην Κρήτη, με την παρουσίαση του βιβλίου στα Χανιά, την Τετάρτη 3 Μαΐου, στη γκαλερί Villa Des Arts, στις 7:30 το απόγευμα, στο Ηράκλειο στις 18 Μαΐου, στο Πολύκεντρο Νεολαίας του Δήμου, ενώ θα ακολουθήσουν, μέσα στους επόμενους μήνες, εκδηλώσεις στο Ρέθυμνο, στη Γαύδο, στον Άγιο Νικόλαο Λασιθίου και αλλού.

Αναδημοσίευση από τον Αγώνα της Κρήτης, Πέμπτη 04-05-2017

Δείτε ακόμα:

Το βιβλίο του Δημήτρη Δαμασκηνού με τίτλο: «Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας. Ένα δοκίμιο-μελέτη για τη ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη», διαβάζεται σαν μυθιστόρημα. Φωτίζει άγνωστες πτυχές που σημάδεψαν τη ζωή και το έργο του μεγάλου συγγραφέα. Τον τοποθετεί μέσα στο ιστορικό πλαίσιο όπου και δημιούργησε. Περιέχει ντοκουμέντα που φιλοτεχνούν το πορτρέτο ενός ανθρώπου καθημερινού, ο οποίος αντιμετώπισε δύσκολες προσωπικές, οικονομικές, οικογενειακές και πολιτικοκοινωνικές καταστάσεις. Καταστάσεις που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του, ενώ ταυτόχρονα άφησαν ανεξίτηλα σημάδια στο ίδιο του το έργο.




Θεσσαλονίκη : ΕΚΘΕΣΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ ΤΟΥ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΣΜΕΝΩΝ ΤΕΧΝΩΝ ΤΗΣ 5ης ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ

 

 

Έκθεση έργων ζωγραφικής με τίτλο «Μεγάλοι καλλιτέχνες και μικροί δημιουργοί» θα φιλοξενηθεί,  από την Μ. Τρίτη 11 Απριλίου έως το Μ. Σάββατο 15 Απριλίου 2017, για δεύτερη συνεχή χρονιά, στην Myrό Gallery (Νικηφόρου Φωκά 8, περιοχή Λευκού Πύργου).

Τα έργα που είναι εμπνευσμένα από γνωστά έργα μεγάλων δημιουργών, φιλοτεχνήθηκαν από 120 συνολικά μαθητές, εκ των οποίων οι 63 συμμετέχουν στο παιδικό τμήμα ζωγραφικής των Εργαστηρίων Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών της 5ης Δημοτικής Κοινότητας, με εκπαιδευτή τον ζωγράφο, Νίκο Τσιμπισκάκη.  Οι υπόλοιποι συμμετέχοντες προέρχονται από το 1ο Δημοτικό Σχολείο Θεσσαλονίκης και από τα 2ο, 4ο, 10ο, 11ο και 15ο Δημοτικά  Σχολεία  Καλαμαριάς.

Τα εγκαίνια της έκθεσης θα πραγματοποιηθούν την Μ. Τρίτη 11 Απριλίου 2017, στις 20.00, ενώ τη βραδιά θα πλαισιώσει το μουσικό σχήμα Duo Con Fuoco με τον  David Bogorad και την Ευτυχία Ταλακούδη.

 

Η έκθεση θα λειτουργήσει από τη Μ. Τρίτη έως τη Μ. Παρασκευή, από τις 17.00 έως τις 21.00 και το Μ. Σάββατο, από τις  11.00 έως τις 13.00. Η είσοδος για το κοινό θα είναι ελεύθερη.

 

πηγη : politistikoi-bounces@thessaloniki.gr; εκ μέρους; Δήμος Θεσσαλονίκης – Δελτίο Τύπου [politistikoi@thessaloniki.gr]

 

 

 




ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΗΜΟΥ ΠΑΤΡΕΩΝ-ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΕΚΘΕΣΗΣ ΜΕΜΟΥ ΜΑΚΡΗ

donate button
Please choose the payment system to make a donation

«Ραντεβού» με σημαντικό μέρος από το έργο του μεγάλου και διεθνώς καταξιωμένου γλύπτη Μέμου Μακρή, θα έχει από αύριο (Τετάρτη) 22 Μαρτίου η πόλη της Πάτρας και η ευρύτερη περιοχή, μέσω της Δημοτικής Πινακοθήκης Πατρών.

 

Με τίτλο «Μέμος Μακρής – Από την Αθήνα στο Παρίσι 1934-1950», στις 8.00 το βράδυ ανοίγει τις πύλες της η έκθεση που διοργανώνει ο Πολιτιστικός Οργανισμός του Δήμου Πατρέων σε συνεργασία με το Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.

 

H έκθεση θα φιλοξενηθεί στη Δημοτική Πινακοθήκη Πατρών και θα διαρκέσει έως και το Σάββατο 29 Απριλίου . Πρόκειται για μια από τις σημαντικότερες εκθέσεις που θα φιλοξενήσει η Δημοτική Πινακοθήκη Πατρών στο πλαίσιο των δράσεών της για το 2017,  στην οποία παρουσιάζονται μια σειρά από σχέδια και γλυπτικά έργα του Μέμου Μακρή από τη πρώτη φάση δημιουργίας του καλλιτέχνη.

 

Μέσα από τη φιλοξενία και παρουσίαση των εκθεμάτων, επιχειρείται  να φωτιστεί η πρώιμη καλλιτεχνική δημιουργία του Μέμου Μακρή, της περιόδου μεταξύ Αθήνας και Παρισιού, δηλαδή τη δεκαπενταετία από το 1934, οπότε και ο νεαρός καλλιτέχνης ξεκινά τις σπουδές του στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, έως το 1950, που εγκαθίσταται οριστικά στη Βουδαπέστη.

 

Αφορμή για αυτή την έκθεση που πρωτοπαρουσιάστηκε από το Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τραπέζης στο Μέγαρο Εϋνάρδου στην Αθήνα, στάθηκε η ανακάλυψη μιας σειράς σχεδίων του Μέμου Μακρή από τη Σχολή Καλών Τεχνών, και κυρίως από την περίοδο της Κατοχής, στα κατάλοιπα της πρόσφατα εκλιπούσας ζωγράφου Ελένης Σταθοπούλου (1915–2016), με την οποία ο γλύπτης συνδεόταν αισθηματικά από τα χρόνια των σπουδών του και έως το 1948, οπότε γνώρισε τη μετέπειτα σύζυγό του, τη Σερβογαλλίδα Ζιζή Σίρνιτς.

 

Η σημασία αυτών των περίπου τριάντα φύλλων είναι κομβική για το έργο του Μακρή, δεδομένου ότι πρόκειται για τα μοναδικά σχέδιά του που σώζονται, αφού δεν μας είναι γνωστές μετέπειτα ζωγραφικές του προσπάθειες. Παράλληλα με τα λιγοστά σχέδια συγκεντρώνονται στην έκθεση και αρκετά από τα γλυπτικά έργα του Μακρή που χρονολογούνται στα χρόνια αυτά και συγκροτούν την πρώτη φάση της δημιουργίας του.

Ο Μέμος Μακρής, γλύπτης διεθνούς ακτινοβολίας, χαρακτηρίστηκε σαν ο σημαντικότερος από τους παραστατικούς Έλληνες γλύπτες. Διεθνιστής καλλιτέχνης με πλούσιο έργο, μεγάλος δημιουργός, ακούραστος αγωνιστής της ειρήνης.

Πολύτιμη παρακαταθήκη στους νεότερους, είναι το Μνημείο του Μαουτχάουζεν «Προς τιμή των θυμάτων», το μνημείο της «Διεθνούς Ταξιαρχίας», το μνημείο της «Απελευθέρωσης» στο Πετς, το «Ζευγάρι» που στόλιζε το προαύλιο της Εθνικής Πινακοθήκης, το ηρωικό «κεφάλι» που φιλοτέχνησε και δώρισε στη μνήμη των πεσόντων του Πολυτεχνείου, η «Προτομή του Λένιν» που δώρισε στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας και κοσμεί το αίθριο του κτιρίου της Κεντρικής Επιτροπής, το μνημείο που συμβολίζει την Αμαλιάδα – «μάνα» του Νίκου Μπελογιάννη, το οποίο κοσμεί την πλατεία της πόλης, το άγαλμα του Μάνου Κατράκη στο Κατράκειο Θέατρο, το άγαλμα από ορείχαλκο του ζωγράφου Γιάννη Τσαρούχη μπροστά στο Δημαρχείο Αμαρουσίου Αττικής, ο αδριάντας του Αρχιεπισκόπου και Εθνάρχη της Κύπρου Μακαρίου που βρίσκεται στο Προεδρικό Μέγαρο της Κύπρου,  το γλυπτό που απεικονίζει την κόρη του, με τίτλο, «Η κόρη μου η Κλειώ», στη Ιεράπετρα της Κρήτης στην ομώνυμη πλατεία της πόλης.

 

Ο Μέμος Μακρής γεννήθηκε στην Πάτρα το 1913. Οι κοινωνικές και οικονομικές εξελίξεις της εποχής επηρέασαν από μικρή ηλικία την οικογένεια του Μέμου Μακρή και τον ίδιο. Ο πατέρας του Νικόλαος, με καταγωγή από τους Παξούς, ασχολήθηκε αρχικά με το εμπόριο σταφίδας, όμως η σταφιδική κρίση κατέστρεψε την επιχείρησή του και η οικογένεια Μακρή εγκαταστάθηκε το 1919 στην Αθήνα.

 

Με το τέλος των μαθητικών σπουδών του, άρχισε να εργάζεται σε μια Τεχνική Εταιρεία, όπου πολιτικοποιήθηκε και έγινε μέλος, το 1931, του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Το 1934 ξεκίνησε σπουδές γλυπτικής στη Σχολή Καλών Τεχνών. Αρχικά, φοίτησε στο εργαστήριο του Κωνσταντίνου Δημητριάδη. Το 1937 ταξίδεψε για πρώτη φορά στο Παρίσι, όπου γνώρισε τον Απάρτη, επισκέφθηκε τη Διεθνή Έκθεση και ήρθε σε επαφή με τα έργα της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας. Επέστρεψε στην Αθήνα και ολοκλήρωσε τις σπουδές του το 1939, στο εργαστήρι του Μιχάλη Τόμπρου.

Από τα φοιτητικά του ακόμα χρόνια, πήρε ενεργά μέρος στο εργατικό κίνημα της χώρας μας και στον κύκλο του περιοδικού «Νέοι Πρωτοπόροι», του περιοδικού που συσπείρωσε την προοδευτική διαννόηση της εποχής, που συνεργάστηκαν πολλοί σημαντικοί καλλιτέχνες όπως ο Τάσσος και που αδιαμφισβήτητα επηρρέασε την καλλιτεχνική παραγωγή τόσο της συγκεκριμένης, όσο και της μετέπειτα περιόδου, φέρνοντας σε επαφή τους έλληνες καλλιτέχνες με την επαναστατική τέχνη και το σοσιαλιστικό ρεαλισμό.

Στο διάστημα της γερμανικής κατοχής συμμετείχε στην Αντίσταση, οργανώνοντας παράνομες ομάδες καλλιτεχνών. Υπήρξε συνιδρυτής του ΕΑΜ Καλλιτεχνών, ιδρυτικό μέλος του «Καλλιτεχνικού Επαγγελματικού Επιμελητηρίου» και ένας από τους οργανωτές της Πανελλήνιας Εκθεσης του 1941 στο «Αρχαιολογικό Μουσείο», την οποία έκλεισαν οι αρχές της Κατοχής, ενώ σύστησε μαζί με τον Βασίλη Ρώτα και τον Μάνο Κατράκη το Θεατρικό Εργαστήρι στο Παγκράτι και έλαβε μέρος σε πλήθος άλλες δράσεις. Μετά την Απελευθέρωση, το ΕΑΜ ανέθεσε στον Μ. Μακρή την οργάνωση του μορφωτικού τομέα. 

Μετά τα Δεκεμβριανά, χάρη στον διευθυντή του Γαλλικού Ινστιτούτου Οκτάβιο Μερλιέ, διέφυγε με υποτροφία στη Γαλλία, επιβάτης στο λίμπερτι Ματαρόα, μαζί με άλλους νέους επιστήμονες και καλλιτέχνες, αρκετοί εκ των οποίων κινδύνευαν λόγω της ένταξής τους στην Αριστερά.

Έφτασε στο Παρίσι στα τέλη του 1945. Εκεί παρακολούθησε μαθήματα κοντά στον Μαρσέλ Ζιμόν και τον Ανρί Λωράν, επισκέφθηκε εκθέσεις και εξέθεσε γλυπτά του στο Σαλόνι Νέας Γλυπτικής και στο Φθινοπωρινό Σαλόνι 1949–1950.

Ομως, το καλοκαίρι του 1950, στην περίοδο του ψυχρού πολέμου, οι γαλλικές αρχές τον απέλασαν, γιατί συμμετείχε στο Συνέδριο της Ειρήνης και σε άλλες φιλειρηνικές εκδηλώσεις. Από τότε εγκαταστάθηκε στη Βουδαπέστη, όπου καθιερώθηκε σαν ένας από τους πιο αξιόλογους γλύπτες της Ουγγαρίας.

Αξίζει να σημειωθεί ότι από όλες τις πρεσβείες στις οποίες απευθύνθηκε για να γίνει δεκτός, μόνο η ουγγρική ανταποκρίθηκε θετικά, έτσι ο Μακρής, συνοδευόμενος από τη Σερβογαλλίδα σύζυγό του Ζιζή Σίρνιτς, βρέθηκε στη Βουδαπέστη. Το καθεστώς του πολιτικού πρόσφυγα δεν τον εμπόδισε να σταδιοδρομήσει στη Λαϊκή Δημοκρατία της Ουγγαρίας, όπου βρήκε όλες τις κρατικές και θεσμικές προϋποθέσεις για να δημιουργήσει, χωρίς το φόβο των διώξεων. Γρήγορα έγινε μέλος των καλλιτεχνικών συνδικαλιστικών οργάνων της χώρας, πήρε μέρος σε μεγάλες κρατικές εκθέσεις και διοργάνωσε την πρώτη ατομική του έκθεση, στην Εθνική Πινακοθήκη της Βουδαπέστης τον Απρίλιο του 1951, με έργα από την περίοδο του Παρισιού.

Η εγκατάστασή του στην Ουγγαρία, τον βοήθησε να ξεφύγει από την ατομιστική θεώρηση της τέχνης και να την αντιμετωπίσει σαν κοινωνικό φαινόμενο, σα φορέα αξιών που απευθύνεται στο πλατύ κοινό με λειτουργικό προορισμό. Εκεί, είχε την ευκαιρία να πραγματοποιήσει μνημειακά έργα σε ανοιχτούς ή κλειστούς χώρους, έργα που δημιούργησαν «σχολή» στην Ουγγαρία, δουλεμένα στο μέταλλο, χαρακτηριστικό υλικό της πενηντάχρονης προσφοράς του. Φιλοτέχνησε προτομές και αγάλματα προσωπικοτήτων διεθνούς κύρους, αλλά και απλών ανθρώπων, γυναικείες μορφές και γυμνά, ανάγλυφες και ολόγλυφες μνημειακές συνθέσεις. Χρησιμοποίησε το χαλκό, το μολύβι, την πέτρα, το μάρμαρο και την τερακότα. Ειδικά για τις συνθέσεις μεγάλων διαστάσεων χρησιμοποίησε σφυρήλατες και οξυγονοκολλημένες πλάκες χαλκού.

 

Για την προσφορά του, του απονεμήθηκε το ανώτατο βραβείο της Ουγγαρίας «Κόσιουτ». Κύριο περιεχόμενο της δημιουργίας του ήταν ο θρίαμβος της ειρηνικής και της ελεύθερης ζωής, μια κραυγή κατά του φασισμού και της αντίδρασης. Η αντίληψή του για την πλαστική σύνθεση του χώρου, εκφράζει τις πιο σοβαρές αναζητήσεις στο χώρο των εικαστικών τεχνών και μαζί την προσπάθεια για την ιδανική μετάπλαση του αρχαϊκού σε σύγχρονο. Τα έργα του Μ. Μακρή διακρίνονται όμως και για τον ανθρωποκεντρισμό τους. Είναι θέματα που αντλήθηκαν από βιώματα άμεσα, συγκινησιακά, από τις ανθρώπινες σχέσεις.

 

Ο Μακρής επέστρεψε στην Ελλάδα, για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο, το 1974, και το 1978 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα. Το 1975, ο καλλιτέχνης ξαναπήρε την ελληνική ιθαγένεια. Οπως χαρακτηριστικά σημείωναν: «Ο χρόνος και η απόσταση δεν αδυνάτισαν τις ρίζες του. Αφαίρεσαν, αντίθετα, τα περιγραφικά εξωτερικά στοιχεία και τόνωσαν τα κύρια και διαρκή, γενικεύοντας τους χαρακτήρες μιας βαθύτερης ελληνικότητας». Με ενθουσιασμό και συγκίνηση, στήθηκε η πρώτη του μεγάλη αναδρομική έκθεση στην Εθνική Πινακοθήκη το 1978. «Από το 1975, που απόχτησα ξανά την ιθαγένειά μου» έλεγε ο Μ. Μακρής, «έρχομαι κάθε χρόνο στην Ελλάδα. Ωστόσο τώρα νιώθω πως έρχομαι για πρώτη φορά, γιατί ήρθα με τα έργα μου μαζί. Πριν είχα το αίσθημα του τουρίστα. Τώρα ήρθα με την «ταυτότητά μου» και να δούμε ποια εντύπωση θα κάνει αυτή η ταυτότητα…».

 

Το 1992 πραγματοποίησε στην Γκαλερί Σκουφά την τελευταία ατομική του έκθεση, πρώτη φορά με μη ανθρώπινο θέμα: τους κάκτους. Έπειτα από σύντομη ασθένεια και ενώ προετοίμαζε αναδρομική έκθεση στη γενέτειρά του την Πάτρα, ο Μέμος Μακρής πέθανε στην Αθήνα τον Μάιο του 1993, σε ηλικία 80 ετών.

 

Οι μαθητές των σχολείων  θα έχουν την ευκαιρία να  ξεναγηθούν στην έκθεση  (τηλ. επικοινωνίας για προγραμματισμό επίσκεψης: 2610 624088)

Παράλληλα θα πραγματοποιηθούν προγραμματισμένες ανοικτές ξεναγήσεις με τον ιστορικό τέχνης Γρηγόρη Αναγνώστου.

Πρόγραμμα ανοικτών ξεναγήσεων 

Τρίτη     28 Μαρτίου       ώρα 7.00μ.μ

Τρίτη      4   Απριλίου      ώρα 7.00μ.μ

Τρίτη      25 Απριλίου       ώρα 7.00μ.μ

Δημοτική Πινακοθήκη: Μαιζώνος 110    (ισόγεια αίθουσα Βιβλιοθήκης)

 

Ώρες λειτουργίας: Τρίτη έως Σάββατο: 10.00π.μ -3.00μ.μ

Τρίτη και Παρασκευή : 6.00μ.μ-9.00μ.μ

Κυριακή & Δευτέρα: κλειστά

 

 

www.patrasculture.gr

 

facebook.com/patrasgallery

πηγη : Γραφείο τυπου δημου Πατρεων

donate button
Please choose the payment system to make a donation




Η ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη, του Δημήτρη Δαμασκηνού

Η ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη – Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας

Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ραδάμανθυς

Συγγραφέας: Δημήτρης Δαμασκηνός 

Επιμέλεια: Χρήστος Τσαντής.

Σχεδιασμός εξωφύλλου και μακέτα: Βασίλης Πιτσώνης-SCRIPTA
 
500 σελίδες, Διαστάσεις 15 Χ 23, Με φωτογραφικά ντοκουμέντα
ISBN 978-618-82572-8-3
«Το βιβλίο του Δ. Δαμασκηνού, αποτέλεσμα χρόνιας ιστορικής και λογοτεχνικής έρευνας, περιγράφει τη ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη: ο άνθρωπος, ο δημιουργός, ο φιλόσοφος, ο πολιτικός, ο δεσμώτης, ο πρόσφυγας. Η διαδρομή του, ένα ταξίδι πάνω από την άβυσσο, γίνεται ο καμβάς όπου πάνω του αποτυπώθηκαν οι εικόνες μεγαλείου, αλλά και τραγωδίας, ενός ολόκληρου λαού»,Χρήστος Τσαντής.
«Μια φορά, σ’ ένα απ’ τα απρόσμενα πετάγματά του (ενν. του Νίκου Καζαντζάκη) από την Αίγινα, του διηγήθηκα σε πόσο φοβερή αμηχανία μ’ έφερε μια γραία Κρητικιά. Ρώτησε μπροστά μου το γιο της «ίντα δουλειά κάνει ετούτο το κοπέλι;»

Κι ο γιος της τα χρειάστηκε.    -Μα ήτανε κουζουλός, ρώτησε ο Καζαντζάκης; Έπρεπε να της πει καθαρά το επάγγελμά σου.     -Της τόπε. Μα δεν κατάλαβε.

    -Θα της είπε φαίνεται «Συγγραφέας» ε; Πώς να καταλάβει μωρέ;

    -Και τι έπρεπε να της πει;

    -Το επάγγελμά σου. Παραμυθάς!».

(Μενέλαος Λουντέμης, Ο ΛΥΡΑΡΗΣ (Μ. Μαλακάσης), εκδόσεις Δωρικός, έκδοση 4η, Αθήνα 1977, σελ. 248-249).

Ο Δημήτρης Δαμασκηνός γεννήθηκε στη Χαλκίδα το 1966. Είναι απόφοιτος του Ιστορικού-Αρχαιολογικού Τμήματος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ). Υπήρξε μέλος της σύνταξης του περιοδικού Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης (2003-2007), ενώ το 2005-2007 ήταν μέλος του Δ.Σ. του Κέντρου Μελέτης και Τεκμηρίωσης (ΚΕ.ΜΕ.ΤΕ.) της Ο.Λ.Μ.Ε. Είναι μέλος της εθελοντικής συλλογικότητας Οι Φίλοι των Γραμμάτων και των Τεχνών, με έδρα τα Χανιά. Άρθρα του φιλοξενούνται συχνά σε εφημερίδες, σε λογοτεχνικά και επιστημονικά περιοδικά, αλλά και στο διαδίκτυο. Εργάζεται ως φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.
   Άλλα βιβλία του Δημήτρη Δαμασκηνού είναι:
   -Το γλωσσικό ζήτημα κατά την περίοδο της πνευματικής αναγέννησης του νέου ελληνισμού 1774-1821. Εκδόσεις επίκεντρο, 2008.
   -Δημοσθένης: Η ζωή και το έργο του. Εκδόσεις Σαββάλας, 2006.
   -Από τον Προμηθέα στο Σίσυφο. Η Τεχνική Επαγγελματική Εκπαίδευση στην Ελλάδα. Ιδιωτική έκδοση, 1987.
«[…] Ο Λουντέμης είναι πια νεκρός από τις 22 Ιανουαρίου 1977 και μαζί του και μια εποχή της πεζογραφίας μας γεμάτη λυρική διάθεση, αγωνιστική έξαρση και ρομαντισμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι η γυμνασιακή γενιά πολλών περιόδων της μεταπολεμικής ζωής μας, θήτευσε με πάθος στα βιβλία του Λουντέμη. Είναι η γενιά που αγαπά τους αγώνες, τα μεγάλα αισθήματα, τον πλούσιο λυρισμό στη φράση, τον ουμανιστικό μύθο, όπου ο άνθρωπος αποτελεί το μέτρο των πάντων και ο έρωτας το απόσταγμα της ζωής. Ο νεκρός συγγραφέας πρόσφερε αφειδώλευτα τον οβολό του στα νεανικά σκιρτήματα της ψυχής και δεν είναι μικρό πράγμα να σ’ αγαπά η γενιά εκείνη που μόλις κάνει τα πρώτα θαμπωτικά της βήματα στο πανηγύρι της ζωής».
Τάσος Βουρνάς

Για παραγγελίες του βιβλίου επικοινωνήστε στο 6983 091058

Για περισσότερες πληροφορίες: http://wp.me/p3dYt5-5aT

Αναδημοσίευση από τον Αγώνα της Κρήτης

Save

Save

Save




Μικρό χρονολόγιο για την ποίηση της Αργυρώς και του Βαγ. Λουλαδάκη, του Δημήτρη Δαμασκηνού

Δημήτρης Δαμασκηνός | Μικρό χρονολόγιο για την ποίηση της Αργυρώς και του Βαγγέλη Λουλαδάκη

    Η Aργυρώ Λουλαδάκη γεννήθηκε το 1973 και κατοικεί στα Χανιά της Κρήτης. Είναι απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης. Έχοντας ήδη κάνει τρεις κύκλους μεταπτυχιακών σπουδών που αφορούν στη Νεοελληνική Λογοτεχνία του 19ου αιώνα και τις Επιστήμες της Εκπαίδευσης, εργάζεται ως καθηγήτρια-φιλόλογος στο Μουσικό Γυμνάσιο Χανίων. Εκτός από την πιο πρόσφατη ποιητική της απόπειρα έχει ήδη εκδώσει δύο ακόμα ποιητικές συλλογές.
    Η πρώτη επιγράφεται “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, και εκδόθηκε στο Ρέθυμνο το 1997 1: Όπως αναφέρει στο οπισθόφυλλο της έκδοσης η Αργυρώ: “Το μεγαλύτερο μέρος των ποιημάτων που περιλαμβάνονται στην παρούσα συλλογή γράφτηκαν κατά τη διάρκεια των φοιτητικών μου χρόνων στο Ρέθυμνο.”
    Αυτή η πρώτη ποιητική της δοκιμή περιέχει  αρκετά αξιόλογα ποιήματα. Η ποιήτρια επέλεξε τότε -σποραδικά έστω και ως παιγνιώδη παράβαση- να υιοθετήσει μια υποψία ομοιοκαταληξίας 2 που θα εγκαταλείψει στη συνέχεια γράφοντας μόνο σε ελεύθερο στίχο. Μερικές παρομοιώσεις της επιπρόσθετα φαίνεται να έχουν αντληθεί “μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου”, στην προσπάθεια της να πειραματιστεί στη σύνταξη της ιδιαίτερης δικής της ποιητικής ιδιολέκτου ιχνηλατώντας διαύλους επικοινωνίας με τον αναγνώστη. Κάτι τέτοιο συμβαίνει, για παράδειγμα, στο ποίημα “Βρασμένο νερό”, όπου ο θάνατος, αθόρυβος και ευέλικτος:
όλα τα κάνει αόρατα,
όπως τα απορρυπαντικά γενικής χρήσης
απομακρύνει λεκέδες, στίματα, μυρωδιές…
     Το θέμα του θανάτου επανέρχεται στην ποίησή της και πάλι. Από την πρώτη ενότητα που τιτλοφορείται “ΠΑΡ-Ακμή”, η οποία περιέχει ποιήματα γραμμένα ανάμεσα στο 1992-1995, οι “Φωτιές”, για παράδειγμα, αποτυπώνουν έναν μετα-ρομαντικό, γι’ αυτό χαμηλόφωνο, σχεδόν υποδόριο συγκλονισμό μπρος στο αναπόφευκτο του θανάτου, αφού, όπως εκμυστηρεύτηκε στον γράφοντα η ίδια η Αργυρώ, το ποίημα το συνέθεσε όταν πληροφορήθηκε τα “κακά μαντάτα” για το προδιαγεγραμμένο τέλος ενός πολύ αγαπημένου της συγγενικού προσώπου.
“Φωτιές”

Γέμισαν τα σοκάκια φωτιές∙
θα ξεφαντώνουν τα ξωτικά.

Κι η νύχτα θα γελάει στα κρεβάτια
Ντυμένη προβιές ζώου και φωνές,

Και θα φτάνει η ματιά σου ίσαμε μένα
Σαν απλωμένο χέρι στο κατάρτι.

Γέμισα, γέμισες, γέμισε
Γεμίσαμε, γεμίσατε, γέμισαν φωτιές.

Το ποίημα αυτό, αν και είναι αρκετά πρώιμο, γραμμένο το Νοέμβριο του 1994 4, εμπεριέχει, ωστόσο, στοιχεία του προσωπικού -τότε- ύφους της Αργυρώς, ιδιαίτερα τον υπαινικτικό  εικονοπλαστικό της λόγο που επιτρέπει στον αναγνώστη να κάνει τους δικούς του συνειρμούς, εξίσου θεμιτούς με τις προθέσεις της ποιήτριας που το έγραψε: κάποιος, διαβάζοντας το, θα μπορούσε π.χ. να υποθέσει πως αποτυπώνει ένα αυθεντικό  ερωτικό συναίσθημα που φτάνει στην κορύφωση του με τους φλεγόμενους εραστές, ίσως μια κάποια δωδεκάτη  σαιξπηρική νύχτα, να συμμετέχουν σε μια καρναβαλική -σχεδόν- μέθεξη της φύσης και των σωμάτων. Η απόκλιση στη νοηματοδότηση του περιεχομένου μπορεί αφενός να οφείλεται στην αδυναμία της νεαρής -τότε- ποιήτριας να τιθασεύσει την έκφραση της ορίζοντας με σαφήνεια έναν ορίζοντα προσδοκιών από το ποίημα στον αναγνώστη κατά τη διαδικασία της ανάγνωσης, μπορεί αφετέρου να υπήρξε, όμως, και συνειδητή της επιλογή, επιτρέποντας μ’ αυτόν τον τρόπο να γίνει ο αναγνώστης συν-δημιουργός του νοήματος σ’ ένα πιο ρευστό πλαίσιο συνειρμών και συμβολικών αναπαραστάσεων.
    Από τις δύο πιθανές ερμηνείες, ωστόσο, ας συγκρατήσει κανείς πιο πολύ τη βίωση της εμπειρίας του θανάτου, γιατί η ποίηση της Αργυρώς, αν και αναγνωρίζει βέβαια την επίδραση του ερωτικού συναισθήματος, δεν είναι -εντούτοις- ηδονιστική: ο έρωτας μοιάζει μάλλον σαν τις μέρες που ρίχνουν “τα απροσδόκητα φώτα στη ρίζα των ονείρων μας” 5, ενώ η ζωή είναι “μια μπάλα που ‘φυγε απ’  τα χέρια των παιδιών κι έρχεται ως τα πόδια σου και τ’ ακουμπά” 6. “Στον επόμενο τόνο”, όμως:
Το φως
σε τρώει όπως η θάλασσα το βράχο
γεμάτη κουφάλες
ν’ αντηχά το σπασμένο κύμα
στα σωθικά σου.
υπογραμμίζοντας στη ροή του χρόνου τη φθαρτότητα της ύπαρξης 7.

   Στην πρώτη της αυτή συλλογή διακρίνεται με ευκρίνεια το ύφος που μετέπειτα θα καλλιεργήσει στην ποίησή της: οι θρυμματισμένες εμπειρίες, τα συναισθήματα και οι εικόνες, αυτά “τ’ απομεινάρια από την αγωνία της ημέρας και τις σιωπές της νύχτας” που καταθέτει στον αναγνώστη συγκροτούν μια αντιηρωική ποιητική αποτύπωση χωρίς λυρικές μεγαλοστομίες, η οποία -αν και η ματιά της είναι στραμμένη στη θέαση αυτού του κόσμου- ασφαλώς δεν επιχειρεί να “κοινωνήσει” με τον λεγόμενο “ρεαλισμό” και τα καλλιτεχνικά ρεύματα που εμπνεύστηκαν από αυτόν ή έστω ενσωμάτωσαν κάποια στοιχεία του.
    Ασφαλώς δεν παραπέμπει σ’ ένα σύστημα συμβολικών αξιών που θα μπορούσε να οριστεί ως υψηλό, αξίες που όριζαν παλιότερα κοινωνικές και πολιτικές πρακτικές βρίσκοντας συχνά την αποτύπωσή τους στην ποίηση του αιώνα που μας πέρασε (βλ. π.χ. την αντιστασιακή ποίηση ιδιαίτερα της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς).  Αντίθετα η ποίηση της Αργυρώς παραπέμπει στον μοντερνισμό και τα καλλιτεχνικά ρεύματα που ενέπνευσε, αποτελεί συνεπώς σπουδή -τόσο για τον ποιητή όσο και για τον αναγνώστη- της βιωμένης υποκειμενικότητας των καθημερινών στιγμών που καταγράφονται σ’ έναν χώρο. Είναι συνεπώς μια ποίηση εσωτερική, σχεδόν εξομολογητική, ποίηση ειλικρινής στη τόλμη της ν’ απέχει συνειδητά (;) από το αιώνιο θέμα της εξουσίας, ωστόσο ενδιαφέρουσα και ιδιαίτερη στην επιλογή χαμηλών -κατά βάση- τόνων έκφρασης και την αποφυγή της ρητορικής μεγαλοστομίας.

Κι ο θάνατος
μια ελλειπτική τροχιά
μια ρόδα που γυρίζει
στο κενό 8.

θα γράψει στη δεύτερη ποιητική της συλλογή με τίτλο: “Κάποια ποιήματα” 9. Εκδόθηκε στα Χανιά το 2013 και αποτελείται από δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος που επιγράφεται στιγμές περιλαμβάνονται ποιήματα γραμμένα έως το 2008.
    Σ’ αυτά συνεχίζει το παιχνίδι των αντιθέσεων: το φως, η σκιά και το σκοτάδι, η νύχτα και η μέρα, η απουσία και το κενό, η ζωή και ο θάνατος συνθέτουν μερικούς αντιφατικούς πόλους χρωματισμένους από το άσπρο στις “διαχωριστικές γραμμές” 10 των λεωφόρων και στους λευκούς τοίχους 11, από το “μαύρο χαρτί” της νύχτας 12 μα και από το κίτρινο του φεγγαριού  που τη νικούσε 13, από το κόκκινο των λουλουδιών 14 και του αίματος 15, από το μπλε -τέλος- που “περίσσευε απ’ τη θάλασσα” 16. Ένα πλήθος ταπεινών καθημερινών αντικειμένων φωτίζονται, ακινητούν στις λιγοστές παρομοιώσεις της ή “αφήνουν το μελανό αποτύπωμά τους στον τοίχο” 17, όπως τα κάδρα τη νύχτα.
     Σ’ αυτές τις ολιγόστιχες και λιτές ποιητικές καταγραφές που φέρουν, ωστόσο, όλα τα χρώματα και τ’ αντικείμενά τους, η Αργυρώ συνθέτει -πράγματι- στιγμές σ’ ένα διαθλασμένο από την ανθρώπινη εμπειρία χωρικό συνεχές, στο οποίο οι μορφές μεταβάλλονται αέναα, τα περιγράμματα, τα νοήματα και τα συναισθήματα μεταπλάθονται αδιάκοπα, μ’ έναν πιο ασυνεχή όμως και πιο κατηγορηματικό τρόπο, αφού ο χρόνος:

…άλλο ένα κουβάρι
παρατημένο στη γωνία
με χαμένη την άκρη του
απροσδιόριστη την αρχή του
χωμένη στην παραλληλία,
τη διάζευξη, τεμνόμενη
από αλλεπάλληλες σειρές-κλωστές
γεγονότων όλων ταυτόχρονα
ισχυόντων∙ στην κοίλη-καμπύλη
επιφάνειά του, στην κυλιόμενη τροχιά του. 18

καταντά μια παγίδα:

 σαν εκείνες τις κορδέλες
αλειμμένες με κάτι σα μέλι
για τις μύγες
στα παλιά καφενεία· 19
    που κολλάει πάνω του κανείς βυζαίνοντας λαίμαργα τη γλύκα των ωρών του ώσπου να πεθάνει ή:
σαν τις σταγόνες το αίμα
στο χώμα που φανερώνουν
την πορεία του σκοτωμένου 20.
    Σ’ αυτό το ποιητικό σύμπαν της Αργυρώς τα ποιήματα της μοιάζουν με “εκκενώσεις ηλεκτρικές” 21, και οι στίχοι που μέσα τους αναπνέει είναι τα αιμοφόρα αγγεία που τρέφουν την ύπαρξή της 22. Αυτοί οι στίχοι της τρυπούν τη μέρα ανοίγοντας σήραγγες στο κορμί:
…διόδους μυστικούς για να χωρέσουν
ήχοι καινούριοι, κύματα, πνοές…. 23.
την ώρα που η ποιήτρια πατάει:

…πάνω στη σιωπή
προσεχτικά μη σπάσει
κι απλωθούν παντού
τα κομμάτια της
κομμάτια κοφτερά
σαν από γυαλί 24.

και μόνο η θάλασσα μοιάζει σάρκα από:

σώμα υγρό που πάλλεται
ηδονικά στο άγγιγμα του ήλιου 25.

     Στο δεύτερο μέρος που έχει τίτλο της σκιάς… και του φωτός… περιλαμβάνονται ποιήματα γραμμένα το 2011-2012. Η   Αργυρώ σ’ αυτό το μέρος προτάσσει στα [Σπαράγματα στίχων] μια διάσημη βουδιστική γραφή, την παρακάτω: (Formisemptinessandemptinessisform = Η μορφή είναι κενή και η κενότητα είναι μορφή) 26.
    Αυτή η φράση παρμένη από τη Σούτρα της καρδιάς υποδεικνύει πως η έννοια της κενότητας αποτελεί σημαντικό εργαλείο και οδηγό για την άσκηση του διαλογισμού, αφού:

τα πάντα είναι κενότητα.
Δεν υπάρχουν γέννηση, θάνατος,
αγνότητα, σπίλωση,
αύξηση, μείωση.
Για αυτό στην κενότητα δεν υπάρχουν η μορφή, οι σπιλώσεις,
μάτια, αυτιά, μύτη, γλώσσα, σώμα, νους.
Δεν υπάρχει χρώμα, ούτε ήχος, οσμή, γεύση, αφή, σκέψη.
Δεν υπάρχει νόηση, ούτε άγνοια, ψευδαίσθηση ή παύση των ψευδαισθήσεων.
Δεν υπάρχει φθορά, ούτε θάνατος, ούτε τέλος στη φθορά και τον θάνατο.
Δεν υπάρχει γνώση, ούτε κέρδος, ούτε απώλεια. 

   Με την κατάκτηση αυτής της υπέρτατης σοφίας που απελευθερώνει από τη δυστυχία, η ψευδαίσθηση και η προσκόλληση καταρρέουν και ο άνθρωπος μπορεί να δει την αλήθεια, την πραγματική κενότητα και να συλλάβει τον απόλυτο νόμο της ύπαρξης, τη Νιρβάνα 27.
    Επιστρέφοντας στην ποιητική ενότητα στιγμές, ας ειπωθεί για την ποιήτρια πως χρησιμοποιεί έκφραση ακόμα πιο ελλειπτική, από την οποία συχνά απουσιάζει το ρήμα 28, δηλαδή δεν εκδηλώνεται η ενέργεια, συνεπώς συναιρείται και ο χρόνος, ακόμα και σ’ αυτά που τον προϋποθέτουν για να υπάρξουν όπως στο ποίημα:

[11]

Νύχτα
στα σεντόνια οι λέξεις
ξέσκεπες
στην ισορροπία του σκοταδιού.

Σχήμα κορμιού
ξεχασμένο στο μαξιλάρι… 29

    Τέλος η παρούσα ποιητική συλλογή: “Εκτός. Χώροι”, της Αργυρώς και του Βαγγέλη Λουλαδάκη  είναι “μία σημαντική ποιητική απόπειρα και πραγμάτωση δύο νέων Χανιωτών ποιητών που αξίζει να προσεχθούν από το φιλότεχνο κοινό γιατί έχουν πολλά να προσφέρουν στην ποίηση του τόπου μας και ευρύτερα” 30.
    Η συλλογή κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2016, τυπωμένη από τις εκδόσεις Μανδραγόρας. Την προσεγμένη έκδοση επιμελήθηκαν η Αγγελική Ασπρογέρακα – Γρίβα και ο Κώστας Κρεμμύδας, ποιητής ο ίδιος και εκδότης του ομώνυμου περιοδικού Μανδραγόρας.
    Η συνεισφορά της Αργυρώς σ’ αυτή την κοινή ποιητική προσπάθεια των δύο αδελφών περιλαμβάνεται στις σελίδες 9-73 διαρθρωμένη στις ενότητες:
I – IX,
Κενού σιωπή,
(Γιατί;) & Άτιτλα ποιήματα

     Γράφει η Αργυρώ στο ποίημα της ΙΧ στις σελίδες 22-25 31 από την πιο πρόσφατη ποιητική της απόπειρα:
Το καλοκαίρι αργό
στην επανάληψη του δρόμου
στην ένταση της κίνησης των αμαξιών.

Ο χώρος
αφήνει τα δωμάτια
κενά…

“Τούτο το σπίτι μυρίζει θάνατο”, μου είπε. “Οι κουρτίνες, τα πατώματα, οι καρέκλες, οι καρέκλες έχουν την οσμή του θανάτου”. “Την οσμή του αίματος”, συμπλήρωσα εγώ.

Το σπίτι
σχηματίζει
τη σιωπή.

Το σπίτι
αγγίζει τη σιωπή
όπως τα χέρια το άψυχο σώμα.

Απόψε το φεγγάρι
έκαψε τον ουρανό

κι η νύχτα
άστρο π’ αναζητά
την τροχιά του…

Κι η νύχτα
να επαναλαμβάνεται
στο μαξιλάρι μου
όπως η βροχή στα σύννεφα·

κίνηση αδιάκοπη
στην απόσταση
του χρόνου… 32


    Ο Βαγγέλης Λουλαδάκης, από την άλλη πλευρά, ο αδελφός της, στις σελίδες του βιβλίου 75-123 υπογράφει τη συνέχεια με τα: 1 – 31 & 13 ποιήματα για τη νύχτα με μια γραφή που όχι απλά παρουσιάζει ομοιότητες μ’ αυτήν της Αργυρώς, μα  παραπέμπει σε μια κοινή αισθητική και μια ταυτόσημη βίωση του ποιητικού φαινομένου. Γράφει για παράδειγμα στο ποίημα 6:
6

Το πάτωμα
πεταμένο σχήμα,
σπασμένη συμμετρία
κάτω απ’ το τραπέζι 33.

σε μια κουζίνα που σκορπίζει όταν πέφτει ένα ποτήρι 34. Μα και στα Δεκατρία ποιήματα για τη νύχτα εκμυστηρεύεται στον αναγνώστη πως:

Τη νύχτα, τα δωμάτια
εγκαταλείπουν το πάτωμα
κάτω απ’ το σπίτι.
Μένει μόνο το περίγραμμα
του χώρου,
κουφάρι νεκρού ζώου 35.

    Σε άλλα ποιήματά του αρέσκεται να χρησιμοποιεί στα σχεδόν φωτογραφικά του ενσταντανέ έναν τρόπο γραφής κρυπτικό, ασύντακτο, ασυνεχή, θραυσματικό εντέλει (προ)καλώντας τον αναγνώστη να εγκαταλείψει την προσφιλή του συνήθεια των έτοιμων απαντήσεων, προτρέποντας τον να γίνει ενεργός συμμέτοχος στο ποιητικό γίγνεσθαι, για να (συν)οικοδομήσουν μαζί το νόημα στη μετέωρη φράση, όπως π.χ. στο ποίημα 7, όταν γράφει:
Το κύμα έσπασε φορτηγό στην ακτή 36.
    Αυτή η ποιητική φράση έχει το νόημα πως: Το κύμα έσπασε (πάνω σ’ ένα) φορτηγό (που βρισκόταν) στην ακτήή πως:Το κύμα έσπασε (όπως σπάει ένα) φορτηγό (πέφτοντας/προσκρούοντας) στην ακτή;
    Πολλές ακόμα υποθέσεις μπορεί ο αναγνώστης να κάνει. Θεμιτό νόημα, φυσικά, δεν υπάρχει. Ο καθένας από εμάς θα γίνει συνδημιουργός του συμπληρώνοντας, αποκαθιστώντας και ερμηνεύοντας με τον δικό του τρόπο την τραυματισμένη φράση με το να συγκολλήσει λιγότερο ή περισσότερο προσεκτικά τις λέξεις με άλλη διάταξη και συντακτική συνάφεια, όπως τα κομμάτια ενός παζλ ή ενός σπασμένου καθρέφτη, κίνηση που θα του επιτρέψει να κοιτάξει βαθύτερα μέσα στον ψυχισμό του.
    Αυτή η απόπειρα για μια νέα ποιητική γραφή δε σημαίνει πως ο Βαγγέλης Λουλαδάκης δεν ξέρει να χειρίζεται τα εργαλεία της τέχνης του. Το κάθε άλλο συμβαίνει: το έκτο π.χ. από τα Δεκατρία ποιήματα για τη νύχτα αποτελεί έξοχη πραγμάτωση του συνυποδηλωτικού και εικονοπλαστικού λόγου:

Τη νύχτα τα αντικείμενα
μαζεύονται στο φως
όπως το ψάρι στο δόλωμά του.
Ανυποψίαστα λαχταρούν
την εξαπάτησή τους 37.

    Ποιός είναι, όμως, ο Βαγγέλης Λουλαδάκης; Γεννήθηκε το 1977 στα Καμισιανά του νομού Χανίων Κρήτης. Το επάγγελμα του είναι επιπλοποιός, ενώ παράλληλα ασχολείται με τη ζωγραφική και τη φωτογραφία. Οι φωτογραφίες, άλλωστε, της ποιητικής συλλογής: “Εκτός. Χώροι”, και η φωτογραφία του εξώφυλλου είναι δικές του.

Φωτογραφία του Βαγγέλη Λουλαδάκη
στην ποιητική συλλογή: “Εκτός. Χώροι”, σελ. 124.

Έχει εκδώσει το 2010 μια ποιητική συλλογή με τίτλο: “Μικρές μελέτες” 38. Αυτή η πρώτη ποιητική του απόπειρα, που επίσης περιέχει πολύ μικρά ποιήματα, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στα Χανιά τον Φεβρουάριο του 2016.  Ο κ. Σταμάτης Φιλιππίδης, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης ανέφερε τότε μεταξύ άλλων: “Τη λέξη μελέτες τη χρησιμοποιεί με την έννοια της προσήλωσης γιατί μιλάει για αντικείμενα κυρίως. Νομίζω ότι θα ήταν προσφυέστερος ο τίτλος αν ήταν εν ριπή οφθαλμού ή ενσταντανέ δηλαδή στιγμιαία φωτογραφία. Με μια πολύ γρήγορη ματιά προσπαθεί να δει τα πράγματα μ’ ένα διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι συνήθως τα βλέπουμε” 39.

    Αυτή είναι μία εύστοχη παρατήρηση, όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς διαβάζοντας το πρώτο-πρώτο ποίημα της συλλογής, στην οποία προτάσσεται η ενότητα για τη ΜΕΛΕΤΗ του ΦΩΤΟΣ. Γράφει, λοιπόν, ο Βαγγέλης Λουλαδάκης:

1.

Τα καλοκαιρινά απογεύματα.
Που αφήνουν το αίμα τους
πάνω στις κουρτίνες
και συ απρόσεκτος τις ακουμπάς
συμμετέχοντας άθελά σου
στο φόνο 40.

Γιατί:

Κάθε απόγευμα,
η μέρα σκοτώνει
αργά το φως της
μέχρι η νύχτα να τ’ αποτελειώσει.
Όπως αργά και σταθερά
κρατάς το μαχαίρι στο λαιμό του ζώου
μέχρι να ξεψυχήσει 41.

    Στην  ΜΕΛΕΤΗ του ΧΩΡΟΥ πάλι ο αναγνώστης μοιράζεται τον φόβο του εφιάλτη με τον ποιητή, όταν τον ακούει να ψιθυρίζει πως τη νύχτα, αυτήν την “κούφια πλευρά της μέρας” 42:

τα αντικείμενα απορροφούν το σκοτάδι
όπως οι γάζες το αίμα 43.

    Η συλλογή ολοκληρώνεται με τέσσερα πεζά ποιήματα (στις σελ. 51-57) που κι αυτά αριθμούνται από τον δημιουργό τους χωρίς τίτλο. Το πρώτο από αυτά είναι νομίζω χαρακτηριστικό της ποιητικής αισθητικής του Βαγγέλη Λουλαδάκη:

Έβρεχε πολύ εκείνη τη νύχτα. Ξαφνικά έγινε διακοπή ρεύματος. Ανάψαμε κάποια παλιά κεριά και μαζευτήκαμε όλοι στο υπνοδωμάτιο. Έκανε πολύ κρύο έξω κι εμείς τυλιγμένοι στις κουβέρτες περιμέναμε να έρθει το φως. Τότε θυμάμαι καλά τη μάνα μου που μας έλεγε ιστορίες –πόσο δύσκολα πέρασε τα παιδικά της χρόνια, μα πόσο νοσταλγικά τα επιζητούσε πίσω. Ύστερα πάλι ήρθε το φως απότομα και όλα γύρισαν πάλι στην αρχική τους θέση 44.

    Το συμπέρασμα που προκύπτει διαβάζοντας τα ποιήματα  του Βαγγέλη είναι πως στην πρώτη ποιητική του απόπειρα κινήθηκε σε γενικές γραμμές στο ίδιο ύφος που αναδίδει και η παρούσα συλλογή Εκτός. Χώροι που από κοινού υπέγραψαν με την Αργυρώ.
    Οι ομοιότητες στην ποίησή τους είναι πολλές, αφού, όπως έγραψε και ο Νίκος Χουρδάκης, γενεαλογικά… τα δυο αδέλφια, ανήκουν οργανικά στη λεγόμενη «γενιά του ’90» ή αλλιώς: «σε μια αθέατη γενιά», σύμφωνα με τον οξυδερκή χαρακτηρισμό της Αγγελικής Κωσταβάρα… Τα χαρακτηριστικά της γενιάς… είναι: η νοσταλγία για την ολότητα και η μετα-ρομαντική αίσθηση, ο ελλειπτικός λόγος και το ασύμπτωτο της ποιητικής εικόνας, ο εγκιβωτισμός του φόβου σαν βραδυφλεγής εκρηκτικός μηχανισμός και ο απελευθερωτικός ρόλος της ποίηση και το σημαντικότερο, ίσως, ότι η θέα αυτής της, κατά τα άλλα αθέατης γενιάς, είναι προς τον κόσμο 45. Σχεδόν όλα αυτά τα χαρακτηριστικά ενυπάρχουν στο έργο των αδελφών Λουλαδάκη.
Δημήτρης Δαμασκηνός 
Σημειώσεις- Παραπομπές
1. Αργυρώ Λουλαδάκη, “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, φωτογραφία εξώφυλλου: Λουλαδάκης Βαγγέλης, εκδόσεις Bookstars-Γιωγγαράς, Ρέθυμνο 1997, σελ. 91.
2. Βλ. το ποίημα “Μένουν μόνο τα τελειώματα…”, από την ποιητική συλλογή “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, ο.π., σελ. 28, αλλά και το “Ανάστροφα” στη σελίδα 56.
3. Βλ. το ποίημα “Βρασμένο νερό”, από την ποιητική συλλογή “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, ο.π., σελ. 29.
4. Αργυρώ Λουλαδάκη, “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, ο.π., σελ. 14.
5. Βλ. ποίημα “Μέρες” της Αργυρώς Λουλαδάκη, από την ποιητική συλλογή “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, ο.π., σελ. 72. Το ίδιο ακριβώς ποίημα, χωρίς ωστόσο τίτλο, αριθμημένο ως [14], περιλαμβάνεται και στη δεύτερη ποιητική συλλογή της Αργυρώς Λουλαδάκη “Κάποια ποιήματα”, εκδόσεις Bookstars-Γιωγγαράς, Χανιά 2013, σελ. 22.
6. Βλ. ποίημα “Ζέστα” της Αργυρώς Λουλαδάκη, από την ποιητική συλλογή “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, ο.π., σελ. 52.
7. Βλ. ποίημα “Στον επόμενο τόνο” της Αργυρώς Λουλαδάκη, από την ποιητική συλλογή “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, ο.π., σελ. 76.
8. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [71], στην ποιητική συλλογή: “Κάποια ποιήματα”, εκδόσεις Bookstars-Γιωγγαράς, Χανιά 2013, σελ. 79.
9. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, “Κάποια ποιήματα”, εκδόσεις Bookstars-Γιωγγαράς, Χανιά 2013, σελ. 150.
10. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [20], ο.π., σελ. 28.
11. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [53], ο.π., σελ. 61.
12. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [72], ο.π., σελ. 80.
13. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [65], ο.π., σελ. 73.
14. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [59], ο.π., σελ. 67.
15. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [12], ο.π., σελ. 20.
16. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [79], ο.π., σελ. 80.
17. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [77], ο.π., σελ. 85.
18. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [79], ο.π., σελ. 80.
19. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [79], ο.π., σελ. 87.
20. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [12], ο.π., σελ. 20.
21. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [1], σελ. 09.
22. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [57], ο.π., σελ. 65.
23. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [47], ο.π., σελ. 44.
24. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [30], ο.π., σελ. 38.
25. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [5], ο.π., σελ. 13.
26. Γράφει η Σούτρα της καρδιάς ανάμεσα στ’ άλλα και τα παρακάτω:
[…] Ω Σαριπούτρα, γράφει η Σούτρα της καρδιάς,
τα φαινόμενα δεν διαφέρουν από την κενότητα,
η κενότητα δεν διαφέρει από τα φαινόμενα,
η μορφή είναι κενή, η κενότητα είναι μορφή.
27. Βασισμένος στη Μεγάλη Σοφία που οδηγεί στο επέκεινα, ο Μποντισάτβα είναι ατρόμητος.
Η ψευδαίσθηση και η προσκόλληση καταρρέουν
και αυτός συλλαμβάνει τον απόλυτο στόχο της ύπαρξης, τη Νιρβάνα.
Όλοι οι Βούδες του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος,
μέσα από το ασύγκριτο, απαράμιλλο και αυθεντικό μάντρα της Μεγάλης Σοφίας,
μπορούν να αποκτήσουν την υπέρτατη σοφία που μας απελευθερώνει από τη δυστυχία.
Καθώς μας γλιτώνει από όλη τη δυστυχία,
μας επιτρέπει να δούμε την αλήθεια, την πραγματική κενότητα.
 (Πήγαινε, πήγαινε, πήγαινε στο επέκεινα, ακόμη πιο πέρα, στην ακτή της Φώτισης).
28. Αυτό συμβαίνει στα ποιήματα [1], [2], [3], [4], [7], [9], [11], [12], [13], [14], [15], [18], [20], [22], [23], [24], [25], [26], [27], [32], [33], [36] και [39], δηλαδή στα 23 από τα 43 ποιήματα αυτού του δεύτερου μέρους.
29. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, Ποιήματα (2011-2012) [11], στην ποιητική συλλογή: “Κάποια ποιήματα”, ο.π., σελ. 115.
30. Βλ. τη δήλωση του Δημήτρη Δαμασκηνού, φιλόλογου και συγγραφέα στο άρθρο του Γιώργου Δρακάκη, Παρουσίαση ποιητικής συλλογής στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Χανίων, εφημερίδα Χανιώτικα Νέα, Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017. Άλλωστε στο ίδιο άρθρο ο  ψυχολόγος – ποιητής, Νίκος Χουρδάκης χαρακτήρισε τη συλλογή ως ένα πολύ ξεχωριστό γεγονός όχι μόνο για τον τόπο μας αλλά και γενικότερα για τη χώρα μας.
«Μπορεί να ακουστεί αυτό υπερφίαλο στις καταστάσεις που ζούμε, αλλά δεν είναι συνηθισμένο δύο αδέλφια να υπογράφουν μία ποιητική συλλογή παρότι έχουμε και στο παρελθόν περιπτώσεις αδελφών που γράφουνε ποίηση. Ένα κλασικό παράδειγμα είναι ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης και η Ζωή Καρέλλη. Ποτέ όμως δεν υπέγραψαν μία συλλογή μαζί. Εδώ έχουμε κάτι πιθανόν πρωτοφανές. Δύο αδέλφια να υπογράφουν μία συλλογή και μάλιστα με τόσο σημαντικά αποτελέσματα», είπε.
31. Το ποίημα ΙΧ της Αργυρώς Λουλαδάκη μάλλον ολοκληρώνεται στις σελίδα 29. Αυτή  η αμφιβολία ακολουθεί τον αναγνώστη, μιας και δεν υπάρχει σαφής τυπογραφική ένδειξη για τη μετάβαση στην επόμενη ενότητα με τον τίτλο Κενού σιωπή, γεγονός που φαίνεται να υπήρξε συνειδητή επιλογή της Αργυρώς.
32. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, Εκτός. Χώροι, επιμέλεια: Αγγελική Ασπρογέρακα-Γρίβα, Κώστας Κρεμμύδας, σειρά: ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ, εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα, Δεκέμβριος 2016, σελ. 22-25.
33. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 6 από τα ποιήματα 1 – 31 στην ποιητική συλλογή Εκτός. Χώροι, ο.π., σελ. 82.
34. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 24 από τα ποιήματα 1 – 31 στην ποιητική συλλογή Εκτός. Χώροι, ο.π., σελ. 100.
35. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 3 από τα Δεκατρία ποιήματα για τη νύχτα στην ποιητική συλλογή Εκτός. Χώροι, ο.π., σελ. 113.
36. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 7 σ από τα ποιήματα 1 – 31 την ποιητική συλλογή Εκτός. Χώροι, ο.π., σελ. 83.
37. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 6 από τα Δεκατρία ποιήματα για τη νύχτα στην ποιητική συλλογή Εκτός. Χώροι, ο.π., σελ. 116.
38. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, Μικρές μελέτες, εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2010, σελ. 59.
39. Βλ. Γιάννης Κάκανος, “Μικρές μελέτες” ποιητικής γραφής. Από τον Βαγγέλη Λουλαδάκη, εφημερίδα Χανιώτικα Νέα, Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2016.
40. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 1 από τη Μελέτη Φωτός στη συλλογή: Μικρές μελέτες, ο.π., σελ. 9.
41. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 6 από τη Μελέτη Φωτός στη συλλογή: Μικρές μελέτες, ο.π., σελ. 12.
42. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 4 από τη Μελέτη Χώρου στη συλλογή: Μικρές μελέτες, ο.π., σελ. 23.
43. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 34 από τη Μελέτη Χώρου στη συλλογή: Μικρές μελέτες, ο.π., σελ. 38.
44. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 1 από τα Τέσσερα πεζά ποιήματα, στη συλλογή: Μικρές μελέτες, ο.π., σελ. 53.
45. Αγγελική Κωσταβάρα, «Η γεωμετρία μιας αθέατης γενιάς» στο: Η γεωμετρία μιας αθέατης γενιάς. Ανθολογία ποίησης της γενιάς του ’90, εκδόσεις Μανδραγόρας, 2002, σελ. 11-21.



Αργυρώ Λουλαδάκη και Βαγγέλης Λουλαδάκης ΕΚΤΟΣ. ΧΩΡΟΙ, του Νίκου Ι. Χουρδάκη

Αργυρώ Λουλαδάκη και Βαγγέλης Λουλαδάκης ΕΚΤΟΣ. ΧΩΡΟΙ

Η συλλογή της Αργυρώς (1973) και του Βαγγέλη Λουλαδάκη (1977), που εκδόθηκε πρόσφατα από τον Μανδραγόρα, αποτελεί ένα αισθητικό γεγονός άξιο προσοχής όχι μόνο για τα δρώμενα της πόλης μας, αλλά γενικότερα. Δεν είναι π.χ. συνηθισμένο δυο αδέλφια να υπογραφούν μια συλλογή με τέτοια οργανική συνοχή, η οποία αν και δεν εξαφανίζει τις διαφορές, τις συμπλέκει δημιουργώντας ένα επίτευγμα συνόλου.

Δίνω στον όρο αισθητικό γεγονός, όπως καταλαβαίνεται, ένα ευρύτερο περιεχόμενο από τον όρο ποιητικό γεγονός καθώς στη συλλογή υπάρχει μια αλληλοπεριχώρηση γραφής ή γραφών, φωτογραφίας ή φωτογραφιών και τυπογραφικής μορφής. Αλλά υπάρχει και μια διάσταση στη συλλογή προσφοράς και πρόσληψης, με την έννοια που έχει δώσει στο όρο πρόσληψη ο Χανς Ρόμπερτ Γιάους (1921-1997) και η σχολή του, της Κωνστάντιας 1. 

Συνοπτικά, οι θεωρητικοί αυτής της σχολής εκτιμούν πως το πιο σημαντικό σχετικά με ένα έργο τέχνης είναι ο τελικός αποδέκτης του, δηλαδή ο αναγνώστης, ο ακροατής ή ο θεατής. Με άλλα λόγια, ο πλέον σημαντικός είναι ο «αποκωδικοποιητής» του μηνύματος μιας και το μήνυμα θα πρέπει να εκφραστεί μέσω ενός συστήματος συμβόλων τα οποία χρησιμοποιεί ο συγγραφέας/ πομπός και πρέπει να κατανοεί ο αναγνώστης/ αποδέκτης για να θεωρηθεί ολοκληρωμένη η επικοινωνία.

Η ισχύς αυτού του αξιώματος είναι προσαρμοσμένη, δεν ξέρω απιγνωσμένα ή ανεπίγνωστα, στη συλλογή των αδελφών Λουλαδάκη, την οποία διαβάζοντας την, μας δημιουργείται μια εγρήγορση πρόσληψης την οποία αν δεν διαχειριστούμε θα μείνουμε μετέωροι• καλούμαστε, λοιπόν, ως αναγνώστες να ερμηνεύσουμε και να συμπληρώσουμε την ελλειπτικότητα των ποιημάτων, την εικονοποιίας τους, τα σύμβολα, τις μορφικές καινοτομίες, τα νοήματα, τις αμφισημίες, κλπ. που τα απαρτίζουν.

Το βιβλίο τυπογραφικά διαθέτει μια μορφή, που προϋποθέτει διάκριση σχεδιασμού και προσεχτική υλοποίηση, χωρίς όμως αυτά να καταλήγουν σε μια εξεζητημένη κατάθεση. Το αντίθετο, το βιβλίο γίνεται οικείο και πρόσχαρο σ’ αυτόν που θα το διαβάσει και θα το αναστοχαστεί.

Τονίζω τη λέξη αναστοχαστεί, γιατί θεωρώ, ότι το Εκτός. Χώροι μπορείς να το ανακαλύψεις ή εξακολουθητικά να το ανακαλύπτεις μετά από το διάβασμά του. Όταν για παράδειγμα πέφτει μια σκιά στο δωμάτιο όπου ζεις και εσύ αντί να την περάσεις απαρατήρητη αρχίζεις να την παρατηρείς• να παρατηρείς τη διαφοροποίηση της φωτεινότητας των αντικειμένων, την αλλοίωση των περιγραμμάτων τους, την μοναδικότητα των στιγμών και αρχίζεις να νιώθεις ότι η ποίηση φωλιάζει παντού και όχι μόνο στα μεγάλα θέματα (συναισθηματικά, δραματικά, ιστορικά). Αρχίζεις να νιώθεις ότι η ποίηση είναι οργανικό στοιχείο της φυσικής ή κατασκευασμένης διάστασης του κόσμου και ότι μπορείς να την ανακαλύψεις και να την αποκαλύψεις, όπως μας κάνουν τα δυο αδέλφια, παντού στον κόσμο στον οποίο φιλοξενούμαστε.

Η ποίηση, συνεπώς, δεν έχει ανάγκη για να υπάρξει τα μεγάλα θέματα ή γεγονότα, αλλά μπορούμε να την ανακαλύψουμε στο μικρό, το σύνηθες, στο απέριττο, στο χώρο όπου ζούμε, παρατηρώντας τις λεπτομέρειες του δομημένου ή κατασκευασμένου ή φυσικά προσφερόμενου περιβάλλοντος. Σε ένα ποίημα γράφει η Αργυρώ: «Σημείο επαναφοράς ο χώρος», με την έννοια ότι ο χώρος μας χωρεί και μας ορίζει• ότι ο χώρος είναι όχι μόνο η φυσική κατοικία μας, αλλά το υποστασιακό μέγεθος της ύπαρξης μας• μας χωρεί αλλά και χωρούμε το χώρο με την έννοια που υποδηλώνει το ποίημα του Βαγγέλη: «Πατάς ξυπόλυτος κάτω/ χώρεσε το πάτωμα στα παπούτσια»• όσο για την άλλη τη θεμελιώδη διάσταση τον χρόνο αυτός μόνο συνεκδοχικά τονίζεται εδώ με την έννοια της μέρας (πρωινό, μεσημέρι απόγευμα) και της νύχτας.

Πιθανόν, στη συνέχεια, τα δυο αδέλφια να εκπονήσουν και μια τέτοια συλλογή, στην οποία να προσδιορίζουν το κοσμικό μέγεθος του χρόνου υπό την ποιητική οξυδέρκειά τους.
Προς το παρόν είναι όμως ο χώρος το κύριο αντικείμενο της εργασίας τους και σκέπτομαι πως σ’ αυτήν τους την επιλογή, πιθανόν, να συμβάλουν και βιογραφικοί λόγοι καθώς προέρχονται από μια οικογένεια με ξεχωριστή προσφορά στην επιπλοποιεία, στον τόπο μας.

Είναι όμως φρονώ, κυρίως, τα πνευματικά τους κίνητρα, που τους ώθησαν στην έρευνα του χώρου και της εκτό(πισή)ς του, το ότι, δηλαδή, η Αργυρώ έχει μια επιστημονική συγκρότηση στη σύγχρονη θεωρία της λογοτεχνίας• στη διατριβή της αναφέρω ότι απασχολήθηκε με τη θεωρία και πρακτική της μεταφοράς στην ελληνική ποίηση του 19ου αιώνα και ότι ο Βαγγέλης έχει μια αδιάλειπτη συνέχεια, από τα παιδικά χρόνια του, στη ζωγραφική και τη φωτογραφία, παράλληλα με το καθημερινό βιοποριστικό επάγγελμα του επιπλοποιού και κατασκευαστή πρωτότυπων επίπλων.

Ο χώρος σα φυσικό μέγεθος και τα αντικείμενα που τον κοσμούν έχουν μια έντονη παρουσία στη συλλογή: τα παράθυρα, οι πόρτες, οι καρέκλες, τα ποτήρια, τα τραπέζια, οι βρύσες, οι νιπτήρες, δείχνονται διαρκώς σα χωρικά σημαίνοντα και σημαινόμενα μαζί με τα δωμάτια, τοίχους, ταβάνια, πατώματα• παίζοντας ένα διαρκές παιγνίδι με το φως της μέρας ή με την απουσία του, τη νύχτα.

Η εργασία της Αργυρώς και του Βαγγέλη προϋποθέτει τα μοντερνιστικά κινήματα του περασμένου αιώνα, τα οποία σύμφωνα με τον ποιητή Νάνο Βαλαωρίτη (1921): «…[ήταν το] Dada, [ο] Φουτουρισμός, [ο] Υπερρεαλισμός, [οι] Σιτουσιονιστές, [οι] Λεττριστές, [η] Φωνητική ποίηση, [η] οπτική, [οι] poetes electriques, [οι] γλωσσοκεντρικοί, [οι οποίοι] συμμετείχαν στην πολιτική με τη στάση τους απέναντι στη γλώσσα, την κοινωνία και τον κόσμο.» 2. 

Τα αδέλφια δεν προσχωρούν στον μεταμοντερνισμό• εμμένουν στη γραμμή του μοντερνισμού και πιθανολογώ ότι φιλοδοξούν την ανανέωση του, μέσα στο πλαίσιο της σύγχρονης, βαρύτατης για τον τόπο μας πραγματικότητας. Ο μοντερνισμός πέρα από αισθητικό κίνημα απόκτησε μια βαθιά πολιτική σημασία και με αυτή την έννοια είναι προοδευτικά ασύγκριτος σε σχέση με τη μεταμοντέρνα ιδεολογία, η οποία δε διακρίνεται για τα σημεία αντιστάσεως της στον ολετήρα των αγορών και των συνειδήσεων, για να μην πούμε, ότι αυτή η μεταμοντέρνα κατάσταση, για να θυμηθούμε τον Ζαν- Φρανσουά Λυοτάρ (1924-1998) 3, είναι στοιχείο της ίδιας της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, στο επίπεδο του εποικοδομήματος.

Τα ποιήματα της συλλογής, που έχει γράψει η Αργυρώ, είναι πιο ελλειπτικά και υποβλητικά• τα ποιήματα του Βαγγέλη είναι πιο άμεσα, παρότι διαθέτουν μια εντυπωσιακή αφαιρετική ευφυΐα, όμως η συνύπαρξη αμφότερων παραμένει μια πρόκληση πρόσληψης με την έννοια που προανέφερα.

Γενεαλογικά θα πρέπει να πω, ότι τα δυο αδέλφια, ανήκουν οργανικά στη λεγόμενη «γενιά του ’90» ή αλλιώς: «σε μια αθέατη γενιά», σύμφωνα με τον οξυδερκή χαρακτηρισμό της Αγγελικής Κωσταβάρα, η οποία πολιτογράφησε πρώτη με την απαράμιλλη κριτικής της οξυδέρκεια τη συγκεκριμένη γενιά. Τα χαρακτηριστικά της γενιάς, κατά την αείμνηστη Αγγελική είναι: η νοσταλγία για την ολότητα και η μετα-ρομαντική αίσθηση, ο ελλειπτικός λόγος και το ασύμπτωτο της ποιητικής εικόνας, ο εγκιβωτισμός του φόβου σαν βραδυφλεγής εκρηκτικός μηχανισμός και ο απελευθερωτικός ρόλος της ποίηση και το σημαντικότερο, ίσως, ότι η θέα αυτής της, κατά τα άλλα αθέατης γενιάς είναι προς τον κόσμο 4.

Σχεδόν όλα αυτά τα χαρακτηριστικά ενυπάρχουν στο έργο των αδελφών Λουλαδακη και δεν περιορίζομαι μόνο σ’ αυτό που σήμερα παρουσιάζουμε, εδώ, αλλά και στις άλλες, τις προγενέστερες καταθέσεις τους.

Ειδικότερα, τώρα, οι φωτογραφίες του Βαγγέλη τονίζουν την αποφθευγματικότητα και ελλειπτικότητα των στίχων με στιλιζαρισμένη επεξεργασία, που μας παραπέμπει στο φορμαλισμό, χωρίς όμως ο φορμαλισμός του να γίνεται άτεγκος και δύσπεπτος.

Στη περίπτωσή τους τον φορμαλισμό του θα πρέπει να την εννοήσουμε ως στήριξη των μορφών, ως προσπάθεια επιβίωσης των αντικειμένων μέσα στο χώρο• ως μια συνειδητή προσπάθεια να συγκρατηθούν και να μην καταρρεύσουν οι χώροι που μας περιβάλλουν και συγκρατούν την ισορροπία μας. Αυτή είναι η θεμελιακή έννοια του φορμαλισμού, αν διαβάσουμε με ανοικτό πνεύμα τους Αϊχενμπάουμ και Σλόφσκι 5.

Το ίδιο και στα ποιήματα της Αργυρώς και του Βαγγέλη ο φορμαλισμός τους έχει αυτή τη διάσταση: να παραμείνουν αρραγείς οι χώροι ακόμα και όσοι βρίσκονται εκτός δηλαδή «[σ]Τα περιθώρια/ που είναι όρια/ αντίθετα των πραγμάτων», όπως γράφει σε ένα ποίημα η Αργυρώ. Αλλά, ίσως, χαρακτηριστικότερο αποτύπωμα της φορμαλιστικής προσπάθειας τους να είναι το ποίημα που ανοίγει τη συλλογή, όπου γράφει, πάλι, η Αργυρώ, τον Μάρτιο του ’13: «Ακίνητη η καρέκλα/ σταματάει το χώρο». Το ερμηνεύω σα μια προσπάθεια της/ τους να συγκρατήσουν, να σταθεροποιήσουν, με την ευχέρεια που τους δίνουν οι λέξεις, το χώρο, με το νόημα πως όπως ο χώρος του πατώματος κρατά σταθερή μια καρέκλα, το ίδιο κι καρέκλα δεν αφήνει το χώρο να φύγει και τον σταθεροποιεί.

Πίσω απ’ όλα αυτά, δεν είναι απίθανο, στις περιοχές του ασυνειδήτου, να εμφωλεύουν δραματικές ψυχολογικές ανάγκες, γιατί βρίσκουμε και ποιήματα στα οποία η προσπάθεια αποβαίνει μάταιη. Ένα τέτοιο ποίημα είναι αυτό που γράφει η Αργυρώ: «Κι οι λέξεις/ μάταια να συγκρατούν/ το νόημα/ τις σημασίες/ χώρος κενός.// [κι οι λέξεις χώρος κενός]. Αλλά, λίγα ποιήματα παρακάτω, φαίνεται να αποδράμει η ένταση και γράφει με πιστοποιημένη βεβαιότητα: «Σημείο επαναφοράς/ ο χώρος.»

Ανάλογες εντάσεις ανιχνεύονται και στον Βαγγέλη, αν και πιο αποστασιοποιημένες καθώς όλα λες σ’ αυτόν γίνονται εικόνες, εικόνες που παρεμβάλλονται ανάμεσα στα στρώματα του γνωστικού συστήματος και των συναισθημάτων: «Έπεσε το ποτήρι στο πάτωμα/ η κουζίνα σκόρπισε/ κάτω απ’ το τραπέζι», αλλά, τελικά, η δυναμική του χώρου ανοίγεται ατέρμονα μπροστά του: «Στο χώρο/ ο χώρος πόρτα που ανοίγει μέσα στο χώρο/ χώρος χώρου χώρος».

Οι αντιστρεφόμενοι στίχοι, τα greeklish και τα γεωμετρικά σχήματα τονίζουν χαρακτηριστικά τη λεττριστική καταγωγή των επιρροών τους κι επ’ ευκαιρία πρέπει να τονίσω, ότι με μια έννοια τα δυο αδέλφια έρχονται σε συνέχεια στη γραμμή που χάραξαν από τη δεκαετία του εβδομήντα ο Μιχαήλ Μήτρας (1944), ο αείμνηστος Ανδρέας Παγουλάτος(1948-2010), ο Ζάχος Σιαφλέκης (1952), ο Τηλέμαχος Χυτήρης (1945), αλλά και ο δικός μας ο Δημήτρης Κακαβελάκης, για τον οποίο εκκρεμεί ένας σοβαρός απολογισμός του πρωτοποριακού έργου του κι αυτόν τον απολογισμό αντί να περιμένουμε να τον πράξουν άλλοι ας τον πράτταμε εμείς, οι Χανιώτες.

Καταλήγω λέγοντας ότι το βιβλίο έχει μεγάλες ανάσες στην τυπογραφική του διάταξη, οι οποίες βρίσκονται σε οργανική σύνδεση με τα ποιήματα και τα νοήματα που υποβάλλουν. Εικόνες, μορφές και περιεχόμενα δημιουργούν μια ισχυρή πλέξη, που πιστοποιεί τις ικανότητες των δυο αυταδελφών οι οποίοι το δημιούργησαν καθώς και τη μέριμνα του εκδότη τους να στηρίξει την προσπάθεια ουσιαστικά και όχι τυπικά. Σε μένα, άλλωστε, είναι γνωστό το φιλόστοργο ενδιαφέρον του Κώστα Κρεμμύδα, του έκδοτη του Μανδραγόρα, για τον Βαγγέλη και την Αργυρώ.

Νίκος Ι. Χουρδάκης
 Ψυχολόγος, ΜΑ, ΥΔ 

Σημειώσεις-Παραπομπές 

1.  K. M Newton (επιμ.), Η λογοτεχνική θεωρία του εικοστού αιώνα.. Ανθολόγιο κειμένων, μτφρ. Αθανάσιος Κατσικερός, Κώστας Σπαθαράκης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο σσ. 332-340.

2.  «Νάνος Βαλαωρίτης: Αυτό που ζούμε είναι «πόλεμος με άλλα μέσα» στο: www. parathyro. com/ ?p=25435.

3. Ζαν- Φρανσουά Λυοτάρ, Η μεταμοντέρνα κατάσταση, μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης, εκδ. Γνώση, 2008.

4. Αγγελική Κωσταβάρα, «Η γεωμετρία μιας αθέατης γενιάς» στο: Η γεωμετρία μιας αθέατης γενιάς. Ανθολογία ποίησης της γενιάς του ’90, εκδ. Μανδραγόρας, 2002, σσ. 11-21.

5.  Β. Σκλόβσκι, Μπ. Αϊχενμπάουμ, Για τον φορμαλισμό. Η ανάσταση της λέξης: Η θεωρία της «φορμαλιστικής μεθόδου», μτφρ. Βασίλης Λαμπρόπουλος, Νίκος Καλταμπάνος, Έρασμος, 1985, σ. 20.

Αναδημοσίευση από το περιοδικό Μανδραγόρας 




Προβολή ταινίας στα Χανιά: Η Αντουά και οι φίλες της (1960), του Αντόνιο Πιετραντζέλι

Δελτίο τύπου

Τη δραματική ιταλική ταινία του σκηνοθέτη Αντόνιο Πιετραντζέλι: Η Αντουά και οι φίλες της/Aduae le Compagne (1960) θα προβάλει ο πολιτιστικός σύλλογος «ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΕΧΝΩΝ» σε συνεργασία με τη NEW STAR την Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2017 στις 20.00μ.μ. στην αίθουσα ορόφου του Τ.Ε.Ε. Δυτικής Κρήτης (Νεάρχου 23, είσοδος από Γιαμπουδάκη). Πρωταγωνιστούν ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, η Σιμόν Σινιορέ κ.α.

Σκηνοθεσία: Αντόνιο Πιετράντζελι

Πρωταγωνιστούν: Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, Σιμόν Σινιορέ, Εμανουέλ Ριβά, Σάντρα Μιλο, Τζίνα Ρόβερε

Λίγα λόγια για την ταινία: Η Αντουά και οι φίλες της βγαίνοντας από την «νύχτα», μετακομίζουν στην εξοχή με όνειρα να ανοίξουν ένα εστιατόριο, όμως ο σατανικός Έρκολι ξέροντας ότι δεν μπορούν να πάρουν άδεια λειτουργίας χωρίς την έγκρισή του, τις εκβιάζει να στήσουν ένα πορνείο πάνω από το εστιατόριο και να του πληρώνουν εξωφρενικά υψηλό ενοίκιο κάθε μήνα.  Στην αρχή οι γυναίκες τα βρίσκουν σκούρα με τις απαιτήσεις της κουζίνας αλλά σύντομα είναι περήφανες για την δουλειά τους και αρχίζουν να εξελίσσονται σαν προσωπικότητες, η Αντουά ερωτεύεται και αποκτά ένα αυτοκίνητο, Η Μαριλίνα έρχεται σε επαφή με το αγοράκι της που έχει δει μόνο λίγες μέρες προηγουμένως μέσα στην τελευταία δεκαετία, η Λολίτα ονειρεύεται να γίνει μοντέλο ή ηθοποιός…  Ρίχνονται όλες στη δουλειά προσπαθώντας να κάνουν το εστιατόριο τους γνωστό για το φαγητό του και να τραβήξουν κόσμο σε αυτό ξεχνώντας προς  στιγμήν ότι «είναι στιγματισμένες για πάντα» αλλά ο Έρκολι που συνειδητοποιεί ότι οι γυναίκες δεν ακολουθούν τα σχέδιά του, θυμώνει πολύ. Όταν η Αντουά τον εκθέτει και τον ντροπιάζει, οι συνέπειες θα είναι καταστροφικές.

Αναδημοσίευση από το ekriti.gr

«…Και τι είμαστε εμείς;
Είμαστε στιγματισμένες για πάντα
»

Διαβάστε περισσότερα: Αυτή η μαυρόασπρη ταινία είναι ένα διαμαντάκι της Ιταλικής φιλμογραφίας με ένα βατό σενάριο και εξαιρετικές ερμηνείες τεσσάρων (4) γυναικών, της γαλλίδας πρωταγωνίστριας Σιμόν Σινιορέ, της νεαρής  Σάντρα Μίλο, της Τζίνας Ρόβερε και της Εμανουέλ Ριβά, όλες σε ρόλους τεσσάρων (4) γυναικών της νύχτας που λόγω του νόμου Μέρλιν που είχε εφαρμοστεί εκείνη την εποχή στην Ιταλία έχουν μείνει αναγκαστικά άνεργες και προσπαθούν πάσει θυσία να ενσωματωθούν στην  κοινωνία με τίμιο πλέον τρόπο. Η υποκριτική τους υπογραμμίζεται από τον έμπειρο και χαρισματικό Μαρτσέλο Μαστρογιάνι στο ρόλο του κλασσικού Ιταλού  κομπιναδόρου και εραστή.

Στην Ιταλία της δεκαετίας του ’50 το ζήτημα της πορνείας ήταν καυτό, άρρηκτα δεμένο με την μαφία που ήταν σε συνεργασία με κάποιους «κυρίους» των διεφθαρμένων αρμοδίων δημόσιων υπηρεσιών που απαιτούσαν άδειες και ένα κάρο άλλα έγγραφα με πονηρό τρόπο προφασιζόμενοι ότι διευκολύνουν τις πόρνες στο επάγγελμά τους, ενώ εκείνες τελικά απλά κατέληγαν να δίνουν υπέρογκα ποσά στους εν λόγω κυρίους για να «γίνει η δουλειά τους». Ο Πιετραντζέλι ρίχνει φως σε αυτό το θέμα, υποδεικνύοντας ακριβώς ποιος κρύβεται πίσω από την προώθηση της πορνείας.

Η ταινία αναφέρεται σε μια περίοδο της Ιταλικής πραγματικότητας κατά την οποία  εφαρμόστηκε ο Νόμος Μέρλιν που υποτίθεται απελευθέρωσε τις «κυρίες της νύχτας» από τα πορνεία και τους προαγωγούς, όμως στην πραγματικότητα τις έβγαλε στο δρόμο χωρίς εφόδια και γνώσεις, δακτυλοδεικτούμενες από όλους όσους γνώριζαν την πραγματική τους ταυτότητα και το παρελθόν τους. Η αστυνομία που έπρεπε να τους «καθαρίσει» τα μητρώα, πολύ συχνά δεν το έκανε ενώ ακόμα και όταν τα χαρτιά τους ήταν «εντάξει» στην πραγματικότητα ήταν στο περιθώριο αφού όλοι ήξεραν ποιες ήταν οι πρώην πόρνες και τις χλεύαζαν. Με το θέμα ασχολήθηκε και ο Φελίνι (The Nights of Cabiria) και ο Παζολίνι (Scounger) ενώ ένα πλήθος άλλων σκηνοθετών έκαναν συχνά αναφορές επηρεαζόμενοι από το ίδιο θέμα.

Στην προσπάθειά του να παρουσιάσει γυναίκες – θύματα  αντρών, που δεν μπορούν να ξεφύγουν από τα δεσμά τους, ο Πιετραντζέλι διάλεξε έξυπνα το καστ της ταινίας και παρόλο που έχουν αλλάξει πολλά δεδομένα ανάμεσα στην κοινωνία του τότε και του τώρα, κατάφερε να δημιουργήσει χαρακτήρες διαχρονικούς με τους οποίους ο θεατής ταυτίζεται βαθιά.

Για πάντα στο περιθώριο, ενώ εναγωνίως  προσπαθούν να ενσωματωθούν σε ένα «φυσιολογικό» κόσμο παλεύοντας σε μια άνιση, άδικη μάχη αυτές οι τέσσερις γυναίκες θα μείνουν για πάντα χαραγμένες στο μυαλό μας σαν τέσσερα άτομα που παρόλο τον κόπο και την προσπάθεια, παρόλο τον ζήλο και την θέληση με την οποία τα βάζουν με το πεπρωμένο τους, θα ξαναβρεθούν σαν ναυαγημένα σκαριά στη πάτο από όπου ξεκίνησαν.

Μια ταινία που δεν πρέπει να χάσετε, ειδικά αν δεν έχετε δει καμία άλλη ταινία του Αντόνιο Πιετραντζέλι μέχρι τώρα.

Σιμόν Σινιορέ (1921-1985)

Από τις μεγαλύτερες σταρ του γαλλικού σινεμά, όλων των εποχών. Ήταν η πρώτη γαλλίδα ηθοποιός που τιμήθηκε με ‘Οσκαρ Α’ γυναικείου ρόλου, (με δεύτερη την Μαριόν Κοτιγιάρ το 2008) και έχει λάμψει σε μεγάλες επιτυχίες, όπως: Χρυσούν κράνος (Casque d’or, 1952), Οι διαβολογυναίκες (Les Diaboliques, 1955), Οι μάγισσες του Σέιλεμ (Les Sorcières de Salem, 1957), Ο ανεμοστρόβιλος του πάθους (Room At The Top, 1959), Η μεγάλη στρατιά των αφανών ηρώων (L’Armée des ombres, 1969) και Η ομολογία (L’ aveu, 1970).
Η Σιμόν Ενριέτ Σαρλότ Καμινκέρ, γνωστότερη ως Σιμόν Σινιορέ, γεννήθηκε το 1921 στη Γερμανία, από Γάλλους γονείς. Μεγάλωσε ανάμεσα σε διανοούμενους και λογίους, διδάχτηκε την αγγλική και κατά την ενηλικίωσή της, έλαβε και δίπλωμα διδασκαλίας. Για ένα μικρό χρονικό διάστημα δίδασκε λατινικά και αγγλικά, ενώ παράλληλα εργαζόταν ως δακτυλογράφος.

Κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής στη Γαλλία, η Σινιορέ έγινε μέλος μιας ομάδας καλλιτεχνών κι αποφάσισε να γίνει ηθοποιός. Οι φίλοι της, μεταξύ των οποίων και ο εραστής της Ντανιέλ Ζελέν, την ενθάρρυναν να ακολουθήσει τις φιλοδοξίες της. Η ομάδα αυτή των καλλιτεχνών συναντιόταν σε μια καφετέρια του προαστίου Σεν Ζεμέν Ντε Πρε, στο Παρίσι. Το 1942 άρχισε να αναλαμβάνει μικρούς ρόλους και να κερδίζει κάμποσα χρήματα, ώστε να μπορεί να συντηρεί τη μητέρα και τα αδέρφια της, που είχαν εγκαταλείψει τη Γαλλία από το 1940, ακολουθώντας τον πατέρα της στην Αγγλία, ο οποίος πολεμούσε στο πλευρό του στρατηγού Ντε Γκολ. Προκειμένου να κρύψει τις εβραϊκές της ρίζες από τους γερμανούς, η Σινιορέ υιοθέτησε το επώνυμο της μητέρας της.

Οι καμπύλες και τα γήινα χαρακτηριστικά της Σινιορέ, έκαναν τους παραγωγούς τον ταινιών να της αναθέτουν συχνά ρόλους πόρνης, στα πρώτα της βήματα. Πρώτη της επιτυχία ήταν η ταινία του Μαξ Όφιλς, Σχολείον έρωτος (La Ronde) το 1950, της οποίας η προβολή απαγορεύτηκε στην Αμερική, λόγω υποτιθέμενης ανηθικότητας. Το 1952, έλαβε περαιτέρω αναγνώριση με την ταινία Χρυσούν κράνος (Casque d’or, 1952), που της χάρισε το βραβείο της βρετανικής ακαδημίας κινηματογράφου (BAFTA). Η επιτυχία συνεχίστηκε το 1953 με το Εραστές της σάρκας (Thérèse Raquin) και το 1955, έφτασε ο ρόλος που απογείωσε την καριέρα της. Εκείνος στην ταινία του Ανρί Κλουζό Οι διαβολογυναίκες (Les Diaboliques), όπου υποδυόταν μια φόνισσα.

Την επόμενη χρονιά πρωταγωνίστησε στην ταινία του Λουίς Μπουνιουέλ Οι πέντε φυγάδες (La mort en ce jardin, 1956) κι έπειτα βραβεύτηκε ακόμα με ένα BAFTA για την ταινία Οι μάγισσες του Σέιλεμ (Les Sorcières de Salem, 1957), κινηματογραφική μεταφορά του θεατρικού του Άρθουρ Μίλερ, (Crucible).

Το 1959 η Σινιορέ πρωταγωνίστησε σε μια ταινία αγγλικής παραγωγής, σκηνοθεσίας Τζακ Κλέιτον, με τίτλο Ο ανεμοστρόβιλος του πάθους (Room At The Top). Η ταινία αυτή, της χάρισε το βραβείο γυναικείας ερμηνείας στο Φεστιβάλ των Καννών, καθώς και το Όσκαρ Α’ γυναικείου ρόλου. Μέχρι τη νίκη της Ζυλιέτ Μπινός το 1996 για Όσκαρ Β’ γυναικείου ρόλου, η Σινιορέ αποτελούσε τη μοναδική Γαλλίδα ηθοποιό βραβευμένη με Όσκαρ.

Μετά τη νίκη της, η Σινιορέ έλαβε πολλές προσφορές ρόλων σε χολιγουντιανές ταινίες, αλλά τις απέρριψε προτιμώντας να συνεχίσει να εργάζεται στην Ευρώπη. Παρόλα αυτά κατά τη δεκαετία του 60 συμμετείχε σε κάποιες ταινίες του Χόλυγουντ με σημαντικότερες το Ο άνθρωπος με το στίγμα (Term of Trial, 1962) πλάι στο Λόρενς Ολίβιε και την ταινία του Στάνλεϊ Κρέιμερ Το πλοίο των τρελών (Ship Of Fools, 1965), που της χάρισε μια ακόμη υποψηφιότητα για Όσκαρ Α’ γυναικείου ρόλου, το οποίο έχασε από τη Τζούλι Κρίστι για την ταινία Ντάρλινγκ (Darling, 1965).

Κατά τη δεκαετία του 70, η Σινιορέ συνέχισε να εργάζεται και να συμμετέχει σε επιτυχημένες ταινίες όπως: Η ομολογία (L’ aveu, 1970) σε σκηνοθεσία Κώστα Γαβρά, Ο γάτος (Le chat, 1971) για το οποίο βραβεύτηκε με Χρυσή Άρκτο στο φεστιβάλ του Βερολίνου, Ο ανακριτής (Les granges brulees, 1973) πλάι στον Αλέν Ντελόν και Μαντάμ Ρόζα (La Vie devant soi, 1977), για την οποία βραβεύτηκε με βραβείο Σεζάρ. Οι κριτικοί είχαν αρχίσει πλέον να σχολιάζουν την εμφάνισή της, για την οποία η Σινιορέ δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα και είχε αφήσει τον εαυτό της να παχύνει.

Τα απομνημονεύματά της με τίτλο «La nostalgie n’est plus ce qu’elle était» κυκλοφόρησαν το 1978. Συνέγραψε επίσης ένα μυθιστόρημα με τίτλο «Adieu Volodya» που κυκλοφόρησε μετά το θάνατό της από καρκίνο του παγκρέατος το 1985.

Η Σινιορέ είχε πει: «Οι αλυσίδες δεν στεριώνουν το γάμο. Αυτό που δένει δυο ανθρώπους με το πέρασμα του χρόνου είναι νήματα, εκατοντάδες μικρά νήματα».

Είπαν για την Σινιορέ: «Στις ταινίες όπως και στη ζωή, η κυρία Σινιορέ ήταν ακλόνητα στρατευμένη και στην πρώτη γραμμή όλων των αγώνων υπέρ των ανθρώπινων δικαιωμάτων που διεξάγονταν σε κάτω από όλα τα καθεστώτα και σε όλους τους ορίζοντες. Η πίστη ήταν αυτή που της έδινε ζωή, η πίστη της στα ιδανικά της ελευθερίας και της προόδου». Ζακ Λανγκ, Γάλλος Υπουργός Πολιτισμού

Μαστρογιάνι, Μαρτσέλο (1924 – 1996)

Ιταλός ηθοποιός του κινηματογράφου. Ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του ως σχεδιαστής στη Ρώμη, ωστόσο κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου πολέμου εστάλη από τους ναζί σε στρατόπεδο καταναγκαστικών έργων, στη βόρεια Γερμανία, απ’ όπου δραπέτευσε και κατέφυγε στη Βενετία. Επιστρέφοντας στη Ρώμη ξεκίνησε την κινηματογραφική σταδιοδρομία του με τον σκηνοθέτη Λουκίνο Βισκόντι και έγινε γνωστός με τη συμμετοχή του στην ταινία Λευκές νύχτες (Le Notti bianche, 1957).
Τις επόμενες δεκαετίες συνεργάστηκε με σημαντικούς σκηνοθέτες, όπως ο Φεντερίκο Φελίνι, ο Μικελάντζελο Αντονιόνι, ο Ρομάν Πολάνσκι, οι αδελφοί Ταβιάνι κ.ά. και με ιδιαίτερα αξιόλογους ηθοποιούς όπως η Σοφία Λόρεν, Κατρίν Ντενέβ, Ούγκο Τονιάτσι, Βιτόριο Γκάσμαν κ.ά. Στη μακρά καριέρα του (συμμετείχε σε περισσότερες από 150 ταινίες) κατόρθωσε να αναδειχθεί σε σταρ διεθνούς ακτινοβολίας, ενώ από τις ταινίες στις οποίες συμμετείχε ιδιαίτερα αξιόλογες είναι αυτές που τιτλοφορούνται Ντόλτσε Βίτα (Dolce Vita, 1960), Η νύχτα (La Notte, 1961), 8 1/2 (1963), Αλοζανφάν (Allonsanfan, 1975), Μια ξεχωριστή μέρα (Una giornata particolare, 1977) κ.ά.

Εργάστηκε επίσης και εκτός Ιταλίας, με προεξάρχουσα την ερμηνεία του στα φιλμ του Θανάση Αγγελόπουλου με τους τίτλους Ο μελισσοκόμος (1986) και Το μετέωρο βήμα του πελαργού (1991).

Εμανουέλ Ριβά

Γεννημένη στις 24 Φεβρουαρίου 1927, είναι Γαλλίδα ηθοποιός. Είναι περισσότερο γνωστή για τους ρόλους της στις ταινίες Χιροσίμα, Αγάπη μου (Hiroshima mon amour, 1959), Ο Εφημέριος (Léon Morin, Prêtre, 1961), Τρία Χρώματα: Η Μπλε Ταινία (Trois Couleurs: Bleu, 1993) και Venus Beaute: Ινστιτούτο Ομορφιάς (Vénus Βeauté (institut), 1999). Το 2012 πρωταγωνίστησε στη δραματική ταινία Αγάπη (Amour). Για την ερμηνεία της έλαβε υποψηφιότητα για Όσκαρ Α’ Γυναικείου Ρόλου. Στην ηλικία των 85 ετών είναι η γηραιότερη ηθοποιός που λαμβάνει υποψηφιότητα για το συγκεκριμένο βραβείο.

Η Ριβά γεννήθηκε στην πόλη Σενιμενίλ, στα Βοζ της Γαλλίας. Ξεκίνησε την καριέρα της στο Παρίσι αφού πρώτα εργάστηκε ως μοδίστρα. Ένας από τους πιο γνωστούς της ρόλους είναι αυτός στην ταινία Χιροσίμα, Αγάπη μου (Hiroshima mon amour, 1959), για τον οποίο έλαβε υποψηφιότητα για το βραβείο BAFTA A’ Γυναικείου Ρόλου. Έχει εμφανιστεί επίσης στις ταινίες Ο Εφημέριος (Léon Morin, Prêtre, 1961), Τα Μάτια του Μίσους (Thérèse Desqueyroux, 1962) για την οποία βραβεύτηκε με το Κύπελλο Βόλπι Καλύτερης Ηθοποιού στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας, Thomas l’imposteur (1964), Τρία Χρώματα: Η Μπλε Ταινία (Trois Couleurs: Bleu, 1993) και Venus Beaute: Ινστιτούτο Ομορφιάς (Vénus Βeauté (institut), 1999). Το 2012 πρωταγωνίστησε στο αισθηματικό δράμα Αγάπη (Amour) σε σκηνοθεσία Μίχαελ Χάνεκε. Κέρδισε το BAFTA Α’ Γυναικείου Ρόλου για την ίδια ταινία. Η Ριβά είναι επίσης ποιήτρια.

Σάντρα Μίλο

Γεννήθηκε  στις 5 Μαϊου στη Ρώμη ως Luigina Rovere. Είναι γνωστή για την συμμετοχή της στις ταινίες Life Is Beautiful (1997), Big Deal on Madonna Street (1958) & Blood River (1967).

Domenico Modugno (1928-1994)

Υπήρξε αγαπημένος Ιταλός τραγουδιστής, τραγουδοποιός και ηθοποιός ενώ στα  ώριμα χρόνια του υπήρξε μέλος της Ιταλικής Βουλής. Πασίγνωστος σε όλο τον κόσμο για το τραγούδι του «Nel Blu Dipinto Di Blu (Volare)».  Θεωρείται ο πρώτος Ιταλός cantautore (τροβαδούρος). Λίγο πριν πεθάνει ήταν ενεργά δραστήριος σε κοινωνικά θέματα, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την καταπολέμηση των απάνθρωπων συνθηκών που επικρατούσαν στην ψυχιατρική κλινική Agrigento.

Ο γιος του, Μάσιμο, ακολούθησε τα χνάρια του πατέρα του και ακολούθησε καριέρα ως τραγουδιστής.

ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ

Ο Antonio Pietrangeli  υπήρξε κριτικός κινηματογράφρου πριν ασχοληθεί με την σκηνοθεσία. Έγραψε σενάρια για γνωστά ονόματα του κινηματογράφου όπως  ο Rossellini πριν καταλήξει να σκηνοθετήσει τη διάσημη προσωπική του ταινία «Empty Eyes» (1953) που έλαβε πολύ καλές κριτικές. Το 1957 ήταν παραγωγός της ταινίας «March’s Child»  με θέμα μια γυναίκα με πολύ πικρία για την ζωή της που όμως ταυτόχρονα έδειχνε μεγάλη ευαισθησία στους γύρω της. Η ταινία «Η Αντουά και οι φίλες της» κέρδισε το βραβείο Golden Ciak Prize το 1961 με τον τίτλο της καλύτερης Ιταλικής ταινίας εκείνης της χρονιάς.

Ο Pietrangeli συνέχισε να παράγει ταινίες με κεντρικό θέμα τις γυναίκες, μεταξύ των οποίων και η ταινία (1963) «The Girl From Parma» και «I Knew Her Well» ( 1964) που θεωρήθηκε και το καλύτερο έργο του. Είχε τραγικό το τέλος το 1965 καθώς κατά την διάρκεια των γυρισμάτων στην ταινία «Come, Quando, Perche» ο Pietrangeli πνίγηκε στην θάλασσα. Η ταινία ολοκληρώθηκε από τον Valerio Zurlini και προβλήθηκε ένα χρόνο μετά.

ΣΥΝΘΕΤΗΣ Piero Piccioni (1921 –  2004)

O Piccioni ήταν ένας Ιταλός δικηγόρος που μετέπειτα ασχολήθηκε με την μουσική σύνθεση που συνόδευσε πολλές γνωστές ταινίες.

Ήταν πιανίστας, μαέστρος, συνθέτης μεταξύ άλλων, με τον απίστευτο αριθμό των 300 soundtracks στο ενεργητικό του.

Έπαιξε για πρώτη φορά ζωντανά στο ραδιόφωνο το 1938 με την ιστορική του μπάντα «013» για να επιστρέψει μετά την απελευθέρωση της Ιταλίας το 1944. Το αξέχαστο συγκρότημα «013» ήταν το πρώτο Ιταλικό τζαζ συγκρότημα που ακούστηκε στο Ιταλικό ραδιόφωνο μετά την πτώση του φασισμού.

Αυτοδίδακτος, λάτρευε από μικρός την τζαζ. Ήταν βαθιά επηρεασμένος από τους κλασσικούς συνθέτες του 20ου αιώνα και από την Αμερικανική φιλμογραφία. Ανάμεσα στους αγαπημένους τους σκηνοθέτες ήταν οι Frank Capra, Alfred Hitchcock, Billy Wilder, John Ford και Αlex North.

Η πρώτη του μεγάλη ταινία ήταν η ταινία του Gianni Franciolini, “Il Mondo le condanna”(1952). Δημιούργησε πολύ στενές επαγγελματικές σχέσεις με τους σκηνοθέτες Francesco Rosi και Alberto Sordi, από τις οποίες δημιουργήθηκαν προσωπικές φιλίες και επαγγελματικοί δεσμοί. Πολλοί σκηνοθέτες επεδίωξαν μετά από αυτό συνεργασίες με τον Piccioni  για την μουσική επένδυση των ταινιών τους, μεταξύ των οποίων και οι : Francesco Rosi, Mario Monicelli, Alberto Lattuada, Luigi Comencini, Luchino Visconti, Antonio Pietrangeli, Bernardo Bertolucci, Roberto Rossellini, Vittorio De Sica, Tinto Brass, Dino Risi, και πλήθος άλλων.

 




Εικαστική έκθεση «διά βίας μάθηση | éducation forcée» στο Γαλλικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης

 

 

Θεσσαλονίκη, Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2017

Ατομική έκθεση του εικαστικού  Βασίλη Αλεξάνδρου με τίτλο «διά βίας μάθηση | éducation forcée», θα παρουσιαστεί στην αίθουσα Αλλατίνη-Ντασσώ του Γαλλικού Ινστιτούτου Θεσσαλονίκης (Λεωφόρος Στρατού 2Α, Θεσσαλονίκη) από 16-28 Φεβρουαρίου 2017.

Στην έκθεση, η οποία πραγματοποιείται στο πλαίσιο των εορτασμών των 60 ετών λειτουργίας του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, καθώς και της συνεργασίας που έχει υπογραφεί μεταξύ του Ιδρύματος και του Ινστιτούτου, θα παρουσιαστεί η εικαστική έρευνα του καλλιτέχνη, την επιμέλεια της οποίας έχει η αρχαιολόγος και ιστορικός τέχνης, Ρένα Πιτσάκη.

Τα εγκαίνιά της θα γίνουν την Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2017, στις 8 το βράδυ, ενώ οι ώρες λειτουργίας θα είναι από Δευτέρα-Παρασκευή 10:00-13:00 και 18:00-21:00. Η είσοδος για το κοινό θα είναι δωρεάν.

Στην έκθεση θα παρουσιαστούν μια σειρά από εγκαταστάσεις του εικαστικού Βασίλη Αλεξάνδρου, ο οποίος μέσα από το έργο του επιχειρεί να θέσει προβληματισμούς γύρω από το θεσμό της παιδείας, καθώς και της εκπαιδευτικής διαδικασίας διαχρονικά.

Παράλληλα, στο πρόγραμμα εντάσσεται η μουσική παράσταση “à propos ii” των φοιτητών σύνθεσης του Τμήματος Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας για τα 150+1 χρόνια από τη γέννηση του Erik Satie, η οποία θα παρουσιαστεί στο κοινό το Σάββατο 18.02.2017 στις 20:30, υπό την καλλιτεχνική επιμέλεια του καθηγητή Γιώργου Κυριακάκη. Συμμετέχουν: Μυρτώ Νιζάμη, Αποστόλης Κουτσογιάννης, Ηλίας Μπαγλάνης, Παναγιώτης Βούλγαρης, Στέφανος Κεμανετζής, Χαρίσιος Βουδουρίδης, Γιώργος Μαγαλιός, Αναστασία Γιαμούζη, Πάνος Τσαμουράς, Γιάννης Ντεμογιάννης.

Επιπλέον, κατά τη διάρκεια της έκθεσης θα πραγματοποιηθούν εκπαιδευτικά προγράμματα για παιδιά ηλικίας 9-15 ετών, σε προγραμματισμένες με το Γαλλικό Ινστιτούτο ημερομηνίες και ώρες.

Η έκθεση πραγματοποιείται με την χορηγία των: Kakiousis Digital Printings, Κοινωνικός Συνεταιρισμός «ΣΥΝ.ΚΟΙΝΩ», Bensousan Han, Vintage Bicycle Workshop.

Για περισσότερες πληροφορίες οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να επισκέπτονται τη σελίδα στο Facebook: https://www.facebook.com/events/180236585794322/