Η θρυλική Εβραία καπετάνισσα Σαρίκα Γ. του ΕΛΑΣ της Εύβοιας

Μία ιστορική αναφορά για τη θρυλική Εβραία καπετάνισσα Σαρίκα Γ. του ΕΛΑΣ της Εύβοιας που πολέμησε τους Ναζί και τους ντόπιους συνεργάτες τους

Η Εβραία καπετάνισσα Σαρίκα

[…] Πολλές γυναίκες συμμετείχαν στις μαχητικές μονάδες του ΕΛΑΣ που διακήρυσσε την απελευθέρωση του θηλυκού φύλου από τα δεσμά της πατριαρχίας. Το επαναστατικό αυτό μήνυμα υποστηρίχτηκε απρόθυμα και από άνδρες χωρικούς οι οποίοι γίνονταν με αυτόν τον τρόπο κοινωνοί της νέας τάξης πραγμάτων που εισήγαγε το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στα βουνά που βρίσκονταν υπό τον έλεγχό του. Το τέλος του πολέμου, ωστόσο, σήμανε και την απόρριψη τέτοιου είδους μηνυμάτων. Η ελληνική Δεξιά και οι Βρετανοί καταδίκασαν την αριστερή Αντίσταση ως κομμουνιστική, διευκολύνοντας, έτσι, τους άντρες στα χωριά να επανακτήσουν την κυριαρχία τους πάνω στις γυναίκες τους. Ανέρχονται, όμως, σε δεκάδες χιλιάδες οι γυναίκες που δεν δέχθηκαν να εκχωρήσουν το δικαίωμά τους στην ισότητα. Πολλές από αυτές πέρασαν μία ή δύο δεκαετίες στη φυλακή μετά τον πόλεμο, επειδή αρνήθηκαν να απολογηθούν για τη συμμετοχή τους στην Αντίσταση και την επανάστασή της.

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στα χρονικά της διαμάχης με την εμφάνιση γυναικών μαχητριών, ιδιαίτερα στα αντιστασιακά κινήματα που κατευθύνονταν από κομμουνιστές. […] Οι περιπτώσεις αρκετών Εβραίων γυναικών παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, κυρίως διότι οι Εβραίοι δεν αναφέρονται ούτε στη γενικότερη βιβλιογραφία για την Αντίσταση ούτε στις νεώτερες μελέτες για τις γυναίκες στο αντάρτικο. Η Ντόρα Μπουρλά πολέμησε στα βουνά της Μακεδονίας και ήταν γνωστή στους συμπολεμιστές της ως Ταρζάν. Μία άλλη Ντόρα, η Ραμπάν, ανήκε σε μια μάχιμη μονάδα τριάντα γυναικών.[…] Άλλες Εβραιοπούλες αναδείχτηκαν σε σημαντικές θέσεις στον ΕΛΑΣ λόγω της δυναμικής τους προσωπικότητας. Η Κάρμεν Κάκις από τη Δράμα, για παράδειγμα, με τα κόκκινα μαλλιά και τη γλυκιά φωνή της στο τραγούδι, ήταν καπετάνισσα, εντεταλμένη να στρατολογεί γυναίκες στην Αντίσταση 1. Πολλές φορές την έστειλαν στη Σκόπελο για ανάπαυση 2 όπου έμενε με τη Λιλή Μιτράνη. Η Μιτράνη ήταν δασκάλα από τη Θεσσαλονίκη που είχε ζητήσει από την κυβέρνηση μετάθεση σε μία ασφαλή περιοχή όπου θα μπορούσε να διδάσκει φανερά ως Εβραία. Αυτό κατόρθωσε να κάνει στη Σκόπελο όπου παρέμεινε καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου. Παράλληλα, ανήκε στη Αντίσταση και προσέφερε κατά καιρούς τη φιλοξενία της σε όσους συναγωνιστές την είχαν ανάγκη 3.

Ύστερα από την αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα, βρετανικές και ελληνικές δυνάμεις τους αντικατέστησαν, συνοδευόμενες από δυτικούς δημοσιογράφους. Παρακάτω θα δούμε αναφορές Βρετανών και Παλαιστινίων δημοσιογράφων. Εδώ θα σταθούμε στην ιστορία μιας καπετάνισσας, όπως την έγραψε ο ατρόμητος Ελληνοαμερικανός ανταποκριτής Κωνσταντίνος Πούλος, που μπήκε στην Ελλάδα στα μέσα Αυγούστου 1944 και βρισκόταν ήδη στην Αθήνα μία μέρα πριν φτάσουν οι βρετανικές δυνάμεις 4.

Αθήνα, 23 Οκτωβρίου (ΟΝΑ-ραδιοφωνικώς). Η Σαρίκα Γ., μία δεκαοχτάχρονη Ελληνοεβραία από τη Χαλκίδα, είναι λοχαγός μιας διμοιρίας Ελληνίδων ένστολων ανταρτισσών που βρίσκονται στο νησί της Εύβοιας. Φορώντας ένα ζευγάρι μπότες Βρετανού στρατιώτη και κασκέτο, καθώς και σακάκι και στολή ιππασίας φτιαγμένη από Αμερικανική κουβέρτα, οδηγεί τη διμοιρία της κάθε μέρα στις επιχειρήσεις που διατάζει το αντάρτικο σύνταγμα στο οποίο ανήκει.

Είναι μια κοντή, γεροδεμένη κοπέλα με σκούρα μαλλιά και γαλανά μάτια. Τρέχει σαν άντρας και μπορεί να κατεβάσει με το τουφέκι ένα καρύδι από ένα δέντρο σε απόσταση 200 γιαρδών. Δίνει οδηγίες βηματισμού στη διμοιρία της που κατεβαίνει το βουνίσιο μονοπάτι με τόνο ζωηρό και υπερήφανο・ άλλοτε φωνάζοντας ένα σταθερό «Επ, Επ, Επ», κι άλλοτε κρατώντας το ρυθμό με το μπράτσο της.

Μόνο μετά την παράδοση των Ελλήνων στους Ιταλούς αναγκάστηκε να διαφύγει στα βουνά. Από εκεί, ντυμένη σαν χωρική, γυρνούσε πότε-πότε πίσω στην γερμανοκρατούμενη Χαλκίδα για να μαζέψει πληροφορίες για το αντάρτικο σύνταγμά της. Όταν αυτό έγινε πολύ επικίνδυνο, άρχισε να διδάσκει σε σχολεία στο βουνό. Κατόπιν πήγε να εργαστεί στα κεντρικά γραφεία της Αντίστασης. Και αργότερα, όταν οργανώθηκε λόχος ανταρτισσών, διάλεξαν αυτήν για λοχαγό τους.

Από ολόκληρη τη μεγάλη οικογένειά της, από όλες τις αδελφές και τους γαμπρούς και τους θείους, μόνο αυτή και η μητέρα της έχουν μείνει. «Αυτή είναι η πατρίδα μου», μου είπε η Σαρίκα. «Εδώ γεννήθηκα και μεγάλωσα. Οι Έλληνες είναι ο λαός μου, ο αγώνας τους είναι αγώνας μου. Εδώ ανήκω».

Η Σαρίκα είναι μία από έναν απίστευτο αριθμό Ελληνίδων που συμμετείχαν στην ατρόμητη Αντίσταση. Καμιά φορά δημιουργείται η εντύπωση ότι στα βουνά υπήρχαν πιο πολλές γυναίκες από άντρες 5. Είδα οργανώτριες, μαγείρισσες, πλύστρες, κοινωνικές λειτουργούς και νοσοκόμες να εκτελούν τα καθήκοντά τους ακούραστες κάτω από τις πιο δύσκολες συνθήκες. Δούλευαν δέκα έως δώδεκα ώρες την ημέρα οργανώνοντας γυναικείες επιτροπές περίθαλψης, σχολεία, βρεφικούς σταθμούς, κλινικές και νοσοκομεία στις ανταρτοκρατούμενες περιοχές της Ελλάδας.

Παρακολούθησα μια διαδήλωση τεσσάρων χιλιάδων γυναικών και δεκαεφτά ιερέων, μαζεμένων από διάφορες περιοχές που εκτείνονταν σε μία ακτίνα τριανταπέντε χιλιομέτρων, να βαδίζουν προς ένα χωριό που βρισκόταν κάτω από την κυριαρχία των Ναζί για να απαιτήσουν την απελευθέρωση δεκάδων ομήρων. Δεν πέτυχαν τον στόχο τους, αλλά καθώς εγώ έφευγα εκείνες συζητούσαν για τα λάθη τακτικής που είχαν κάνει και σχεδίαζαν μία μεγάλη μαζική διαδήλωση καλώντας κι άλλες γυναίκες από άλλα χωριά.

Στη Ρούμελη πολλοί μου διηγήθηκαν την ιστορία της Αριάδνης Ντάλαρη, μιας οδοντιάτρου από τη Λαμία που την βασάνιζαν οι Ναζί για δεκαπέντε ημέρες, προσπαθώντας να την κάνουν να μιλήσει για την Αντίσταση. Αφού δεν κατάφεραν να την κάνουν να λυγίσει, την έστησαν στον τοίχο και την τουφέκισαν. Δίπλα της στεκόταν μια ομάδα γυναικών που τραγουδούσε αντάρτικα τραγούδια.

Διηγούνται επίσης την ιστορία μιας άλλης γυναίκας από τη Ρούμελη, της Αγγελικής Μοντεσάντου, που καταδικάστηκε σε θάνατο για αντιστασιακές πράξεις. Όταν ανέβηκε στην εξέδρα έβαλε η ίδια τη θηλιά γύρω από τον λαιμό της, την έσφιξε και φώναξε: «Πεθαίνω ευτυχής γιατί πεθαίνω για την πατρίδα μου».

Παρακολούθησα μια γυναικεία οργάνωση περίθαλψης να πηγαίνει από χωριό σε χωριό μαζεύοντας φαγητό και παλιά ρούχα για τις οικογένειες των οποίων τα σπίτια είχαν καεί από τους Γερμανούς. Μετά το πέρασμα των Ναζί, είδα τις γυναίκες να ξεθάβουν σάκους σιτάρι από τις κρυψώνες τους, κάτω από τα χωμάτινα πατώματα των σπιτιών τους. Σε άλλα μέρη είδα γυναίκες να κουβαλούν φαγητό και πολεμοφόδια σε απομονωμένα φυλάκια και φρουρές ανταρτών.

Ο Πούλος ήταν ένας ενεργητικός και επιθετικός ανταποκριτής, με καλό μάτι και καλή πένα. Χωρίς αμφιβολία έφερε πίσω μαζί του και πολλές άλλες καλές ιστορίες τις οποίες, όμως, δεν πρόλαβε να αναλύσει ή να καταγράψει. Ήταν, όμως, ο πρώτος που κατέγραψε για τους Συμμάχους – ήδη από τον καιρό του πολέμου – την ιστορία των ηρωικών γυναικών που υπηρέτησαν την Ελλάδα κατά την Κατοχή. Άλλες ιστορίες και αναλύσεις βγήκαν στο φως πενήντα χρόνια αργότερα από τις Αλταμιράνο, Χαρτ, Φουρτούνη και άλλους 6. Οι ιστορίες των Εβραίων γυναικών, ωστόσο, παρέμειναν καταγεγραμμένες μόνο στην προφορική μνήμη, ή θάφτηκαν σε μεταπολεμικές καταθέσεις ή δυσεύρετες εκδόσεις στα εβραϊκά.

Η μορφή της Σαρίκας ήταν πολύ γνωστή στους δημοσιογράφους των Συμμάχων, αν και ο Πούλος ήταν ο μόνος που της πήρε συνέντευξη και έγραψε ότι ήταν Εβραία. Εξαιτίας του μεταπολεμικού κατατρεγμού των πρώην ανταρτών, η Σαρίκα μετανάστευσε στην Παλαιστίνη το 1946 και επέστρεψε σε έναν πιο συμβατικό τρόπο ζωής. Αυτή η πρώην καπετάνισσα στο αρχηγείο του ΕΛΑΣ στην Εύβοια, παντρεύτηκε τον Μαρτσέλο Φόρτη και έκανε οικογένεια. Αργότερα έδωσε συνέντευξη για τα ισραηλινά αρχεία. Όπως φαίνεται από την παρακάτω περίληψη, ο Πούλος είχε μόνον επιφανειακή γνώση γι’ αυτήν την αξιοθαύμαστη νεαρή κοπέλα.

   Η Σαρίκα (Σάρα Γεοσούα) ήταν αριστούχος μαθήτρια και ηγετική φυσιογνωμία στο γυμνάσιό της στη Χαλκίδα, την πρωτεύουσα της Εύβοιας. Ήταν ανηψιά του αντισυνταγματάρχη Μορδοχαίου Φριζή, που σκοτώθηκε στην Πρεμετή ενώ ήταν επικεφαλής επίθεσης ενάντια στους Ιταλούς εισβολείς. Όταν ήταν μόλις δεκαπέντε χρόνων, διέφυγε με τη μητέρα της στους γειτονικούς λόφους καβάλα σε ένα γαϊδούρι και βρήκε καταφύγιο στο χωριό Στενή, όπου δίδασκε στις γυναίκες ανάγνωση και γραφή ενώ, παράλληλα, προσπαθούσε να αφυπνίσει τη θηλυκή τους συνείδηση. Τέτοιες δραστηριότητες, που κατά κανόνα εκτελούνταν από τις κοπέλες της ΕΠΟΝ, αποτελούσαν τον πυρήνα της συμμετοχής της Αντίστασης στην κοινωνική επανάσταση που δονούσε την ελληνική ενδοχώρα κατά τη διάρκεια του πολέμου. Όταν ειδοποιήθηκε ότι οι Γερμανοί άρχισαν να σαρώνουν την περιοχή, ο σύνδεσμός της την πήγε στα βουνά όπου η Σαρίκα άρχισε να δρα πιο ενεργά. Κρέμασε πάνω της δύο φυσεκλίκια και πήγαινε από χωριό σε χωριό και εξηγούσε την Αντίσταση στις γυναίκες. Κατάφερε έτσι να οργανώσει μια μονάδα από νεαρές κοπέλες, που αρχικά υπηρετούσαν ως βοηθητικές στους στρατώνες, δουλεύοντας στην κουζίνα, στο πλυσταριό κ.λπ. Αργότερα, τους έμαθαν να χειρίζονται τα όπλα και να παρασκευάζουν κοκτέιλ Μολότωφ (μπουκάλια γεμάτα βενζίνη με στουπί που ανάβονταν και ανατινάζονταν). Βρετανοί παρατηρητές περιέγραψαν αργότερα με θαυμασμό το παράδοξο θέαμα μια μικροκαμωμένης κοπελίτσας μπροστά στην οποία συντάσσονταν για επιθεώρηση άνδρες μαχητές δυο μέτρα μπόι.

Sara Fortis – Call me Capitan Sarika:  I was «Capitan Sarika». If anyone needed anything they would say, ‘tell Capitan Sarika and she’ll take care of it’. Tell me and I’d do it. If they forgot my name they said, here’s the [female] comrades’ Capitan. ‘Comrades’ in Greek is [Greek], and they used a word in Greek meaning the girls’ Capitan. The rest of the girls were called by their names. If they wanted to say, there’s a girl from Eretria they called her Maria of Eretria, they would say her name and the name of her village. But I was called Capitan Sarika, [female] Capitan Sarika.

Στις αρχές του 1944 ήταν έτοιμες να αναλάβουν δράση. Η καπετάνισσα Σαρίκα και οι δώδεκα επίλεκτες κοπέλες της αποτέλεσαν ιδιαίτερη διμοιρία αντιπερισπασμού στην Αντίσταση. Όταν προγραμματιζόταν μια ενέργεια ενάντια στους Γερμανούς, η Σαρίκα και η μονάδα της πήγαιναν με κοκτέιλ Μολοτώφ σε ένα μακρινό χωριό όπου «παρίσταναν» την μονάδα επίθεσης. Οι Γερμανοί ανταπέδιδαν. Οι κοπέλες εξαφανίζονταν αφού θεωρούνταν υπεράνω πάσης υποψίας και η κύρια δύναμη της Αντίστασης εκτελούσε την ενέργειά της αλλού. Μια φορά την έστειλε ο διοικητής της στο χωριό Κάμπια, του οποίου ο τοπικός ιερέας ήταν πληροφοριοδότης των Γερμανών. Ντυμένη ως χωρική, η Σαρίκα τού είπε πονηρά ότι είχε κάτι να εξομολογηθεί αλλά ντρεπόταν να το κάνει σε τέτοιο ιερό χώρο. Μόλις ο ιερέας βγήκε από την εκκλησία, οι αντάρτες τον συνέλαβαν. Η ιστορία διαδόθηκε γρήγορα στη γύρω περιοχή και η φήμη της μονάδας και της Εβραίας αρχηγού της αυξήθηκε ανάλογα.

Η ηγεσία του 7ου Συντάγματος ΕΛΑΣ, μετά την είσοδό του στη Χαλκίδα

Όταν οι Γερμανοί έμαθαν ότι η «δασκάλα» δρούσε έξω από το χωριό Στενή, έστειλαν έναν καταδότη για να την αποκαλύψει. Αντί για την Σαρίκα, όμως, έπιασε την ξαδέλφη της, την Μέντη Μόσκοβιτς, που ήταν επίσης δασκάλα. Είχε κάνει το λάθος να ζητήσει τη «δασκάλα». Οι Γερμανοί την συνέλαβαν και κατέστρεψαν το σπίτι όπου κρυβόταν. Στον καταδότη έδωσαν το προνόμιο να δολοφονήσει την Μέντη, αφού πρώτα την κακομεταχειρίστηκαν βάναυσα και την βασάνισαν. Όταν η Σαρίκα έμαθε τα καθέκαστα της τραγωδίας ζήτησε από τον διοικητή της την άδεια να πάρει εκδίκηση. Οι αντάρτες έμαθαν την ταυτότητα του καταδότη και η Σαρίκα πήγε στο χωριό. Στον δρόμο συνάντησε τον καταδότη και τον ρώτησε για την ξαδέλφη της. Εκείνος απάντησε, «επιτέλους την ξεφορτωθήκαμε την Εβραία δασκάλα». Η Σαρίκα έβγαλε το πιστόλι της και τον σκότωσε. Αυτή η πράξη ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τον θρύλο γύρω από το πρόσωπό της.

Κάποτε ήρθε η πληροφορία ότι οι Γερμανοί σχεδίαζαν μπλόκο στα περίχωρα της Χαλκίδας. Η Σαρίκα στάλθηκε να προειδοποιήσει τους κατοίκους. Σκαρφάλωσε σε μια στέγη και με ένα μεγάφωνο κάλεσε τους χωρικούς να διαφύγουν προς τους αντάρτες. Η νεανική της φωνή βρήκε απήχηση και οι νεαροί μπήκαν στην Αντίσταση. Όταν οι Γερμανοί αποχώρησαν από την Ελλάδα, η Σαρίκα γύρισε στη Χαλκίδα όπου συνέχισε να δουλεύει με τους νέους. Καθώς οι πρώην αντάρτες δεν έχαιραν της εκτίμησης των νέων ηγετών της Ελλάδας, η Σάρα σύντομα συνελήφθη, αλλά την έσωσε η φήμη της. Ο ανακριτής την συμβούλευσε να σπεύσει στον τοπικό Ραββίνο και να του ζητήσει να την στείλει στην Αθήνα, απ’ όπου μπόρεσε να εγκαταλείψει την Ελλάδα. Από το 1946 ζει στα περίχωρα του Τελ Αβίβ με την οικογένειά της.

Σημειώσεις-Παραπομπές 

  1. Περισσότερα στοιχεία για την Κ. Κ. μπορεί να βρει κανείς στα απομνημονεύματα του αδερφού της, Φρέντερικ Κάκις, Legacy of Courage. A Holocaust survival story in Greece, Bloomington, Indiana, 2003. (Ελληνική έκδοση Η κληρονομιά του θάρρους, εκδ. Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 2007). Η μητέρα τους ήταν γυναίκα έξυπνη και ανεξάρτητη και η υπόλοιπη οικογένεια πήρε ενεργό μέρος στο αντάρτικο.
  2. Η μητέρα της και οι δύο νεώτεροι αδελφοί της κρύβονταν στη γειτονική Σκιάθο. Τα αγόρια ανήκαν στην νεολαία του ΕΛΑΣ, την ΕΠΟΝ.
  3. Συνέντευξη με την κόρη της, Γέτη Μιτράνη. H οικογένεια Μόλχο κρύφτηκε επίσης στη Σκόπελο, όπως αφηγήθηκαν σε συνέντευξη στο βιβλιοπωλείο τους το 1998. Κατά τη διάρκεια του πολέμου αγνοούσαν οι μεν την ύπαρξη των δε. Μετά τον πόλεμο, ο γιος του Μόλχο ξανάνοιξε το βιβλιοπωλείο και προσέλαβε την Νταίζη Καράσσο – Μωσέ, μέχρι που αυτή μετανάστευσε με την οικογένειά της.
  4. Constantine Poulos, «Report on Greece», Taminent Library, New York University, Box I, File 39, σελ. 21-23 (ανατύπωση με άδεια του αρχειοφύλακα της βιβλιοθήκης Taminent). Ο Πούλος μπήκε στην Ελλάδα από την Τουρκία με ένα καΐκι του OSS (βλ. παρακάτω) και έγραψε σειρά από άρθρα με βάση τις εκτενείς περιηγήσεις του στην κατεχόμενη Ελλάδα.
  5. Βλ. τη διδακτορική διατριβή της Deborah Renee Altamirano, Up in arms: The lives and times of women activists in the World War II Greek Resistance, University of California at Santa Barbara, March 1993. H Altamirano υποστηρίζει ότι το ένα τρίτο του γυναικείου πληθυσμού ήταν αναμεμειγμένο σε αντιστασιακές ενέργειες.
  6. Βλ. προηγούμενη σημείωση, Eleni Fourtouni, Greek Women in Resistance, New Haven, 1985. Janet Hart, New Voices in the Nation. Women and the Greek Resistance, 1941-1964, Ithaca, 1996.

Το παραπάνω κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο του Steven Bowman, Η αντίσταση των Εβραίων στην κατοχική Ελλάδα, μετάφραση Ισαάκ Μπενμαγιόρ, Αθήνα 2012, σελ. 70-76.

Save

Save




Η ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη, του Δημήτρη Δαμασκηνού

Η ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη – Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας

Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ραδάμανθυς

Συγγραφέας: Δημήτρης Δαμασκηνός 

Επιμέλεια: Χρήστος Τσαντής.

Σχεδιασμός εξωφύλλου και μακέτα: Βασίλης Πιτσώνης-SCRIPTA
 
500 σελίδες, Διαστάσεις 15 Χ 23, Με φωτογραφικά ντοκουμέντα
ISBN 978-618-82572-8-3
«Το βιβλίο του Δ. Δαμασκηνού, αποτέλεσμα χρόνιας ιστορικής και λογοτεχνικής έρευνας, περιγράφει τη ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη: ο άνθρωπος, ο δημιουργός, ο φιλόσοφος, ο πολιτικός, ο δεσμώτης, ο πρόσφυγας. Η διαδρομή του, ένα ταξίδι πάνω από την άβυσσο, γίνεται ο καμβάς όπου πάνω του αποτυπώθηκαν οι εικόνες μεγαλείου, αλλά και τραγωδίας, ενός ολόκληρου λαού»,Χρήστος Τσαντής.
«Μια φορά, σ’ ένα απ’ τα απρόσμενα πετάγματά του (ενν. του Νίκου Καζαντζάκη) από την Αίγινα, του διηγήθηκα σε πόσο φοβερή αμηχανία μ’ έφερε μια γραία Κρητικιά. Ρώτησε μπροστά μου το γιο της «ίντα δουλειά κάνει ετούτο το κοπέλι;»

Κι ο γιος της τα χρειάστηκε.    -Μα ήτανε κουζουλός, ρώτησε ο Καζαντζάκης; Έπρεπε να της πει καθαρά το επάγγελμά σου.     -Της τόπε. Μα δεν κατάλαβε.

    -Θα της είπε φαίνεται «Συγγραφέας» ε; Πώς να καταλάβει μωρέ;

    -Και τι έπρεπε να της πει;

    -Το επάγγελμά σου. Παραμυθάς!».

(Μενέλαος Λουντέμης, Ο ΛΥΡΑΡΗΣ (Μ. Μαλακάσης), εκδόσεις Δωρικός, έκδοση 4η, Αθήνα 1977, σελ. 248-249).

Ο Δημήτρης Δαμασκηνός γεννήθηκε στη Χαλκίδα το 1966. Είναι απόφοιτος του Ιστορικού-Αρχαιολογικού Τμήματος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ). Υπήρξε μέλος της σύνταξης του περιοδικού Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης (2003-2007), ενώ το 2005-2007 ήταν μέλος του Δ.Σ. του Κέντρου Μελέτης και Τεκμηρίωσης (ΚΕ.ΜΕ.ΤΕ.) της Ο.Λ.Μ.Ε. Είναι μέλος της εθελοντικής συλλογικότητας Οι Φίλοι των Γραμμάτων και των Τεχνών, με έδρα τα Χανιά. Άρθρα του φιλοξενούνται συχνά σε εφημερίδες, σε λογοτεχνικά και επιστημονικά περιοδικά, αλλά και στο διαδίκτυο. Εργάζεται ως φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.
   Άλλα βιβλία του Δημήτρη Δαμασκηνού είναι:
   -Το γλωσσικό ζήτημα κατά την περίοδο της πνευματικής αναγέννησης του νέου ελληνισμού 1774-1821. Εκδόσεις επίκεντρο, 2008.
   -Δημοσθένης: Η ζωή και το έργο του. Εκδόσεις Σαββάλας, 2006.
   -Από τον Προμηθέα στο Σίσυφο. Η Τεχνική Επαγγελματική Εκπαίδευση στην Ελλάδα. Ιδιωτική έκδοση, 1987.
«[…] Ο Λουντέμης είναι πια νεκρός από τις 22 Ιανουαρίου 1977 και μαζί του και μια εποχή της πεζογραφίας μας γεμάτη λυρική διάθεση, αγωνιστική έξαρση και ρομαντισμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι η γυμνασιακή γενιά πολλών περιόδων της μεταπολεμικής ζωής μας, θήτευσε με πάθος στα βιβλία του Λουντέμη. Είναι η γενιά που αγαπά τους αγώνες, τα μεγάλα αισθήματα, τον πλούσιο λυρισμό στη φράση, τον ουμανιστικό μύθο, όπου ο άνθρωπος αποτελεί το μέτρο των πάντων και ο έρωτας το απόσταγμα της ζωής. Ο νεκρός συγγραφέας πρόσφερε αφειδώλευτα τον οβολό του στα νεανικά σκιρτήματα της ψυχής και δεν είναι μικρό πράγμα να σ’ αγαπά η γενιά εκείνη που μόλις κάνει τα πρώτα θαμπωτικά της βήματα στο πανηγύρι της ζωής».
Τάσος Βουρνάς

Για παραγγελίες του βιβλίου επικοινωνήστε στο 6983 091058

Για περισσότερες πληροφορίες: http://wp.me/p3dYt5-5aT

Αναδημοσίευση από τον Αγώνα της Κρήτης

Save

Save

Save




Ιστορία μιας προλεταριακής ζωής, του Μπαρτολομέο Βαντσέτι

Με αφορμή την προβολή της πολυβραβευμένης ταινίας: Σάκο και Βαντσέτι, του Τζουλιάνο Μολντάντο την περασμένη Κυριακή στα Χανιά δημοσιεύουμε την Ιστορία μιας προλεταριακής ζωής, του Μπαρτολομέο Βαντσέτι, το κειμενο δηλαδή που έγραψε στη φυλακή πριν οδηγηθεί στο θάνατο. Εκδόθηκε από την Eπιτροπή Yπεράσπισης των Σάκο και Bαντσέτι στη Bοστώνη της Mασαχουσέτης το 1923. Η μετάφραση από τα ιταλικά στα αγγλικά έγινε από την Eugene Lyons, ενώ στα ελληνικά έγινε από τη Λία Γκυιόκα.

Bartolomeo Vanzetti

Ιστορία μιας προλεταριακής ζωής

   A ́

Μπαρτολομέο Βαντσέτι.

Η ιστορία μου δεν αξιώνει ολόκληρη αυτοβιογραφία. Ανώνυμος σ’ ένα πλήθος ανωνύμων, μου έλαχε να ελκύσω και να καθρεφτίσω λίγο από το φως της δυναμικής σκέψης που οδηγεί την ανθρωπότητα σε καλύτερη μοίρα.    Γεννήθηκα στις 11 Ιουνίου 1888 από τον Tζιοβάνι Mπατίστα Bαντσέτι και την Tζοβάνα Bαντσέτι στο Bιλαφαλέτο, στην επαρχία του Kούνεο στο Πεδεμόντιο. Η πόλη εκτείνεται στη δεξιά όχθη του Mάγκρα, στη σκιά μιας όμορφης αλυσιδωτής λοφοσειράς. Η κοινότητα είναι κυρίως γεωργική. Εδώ έζησα στους κόλπους της οικογένειας ως τα δεκατρία μου χρόνια.

Πήγα στα τοπικά σχολεία της περιοχής. Αγαπούσα πολύ τη μελέτη. Οι πρώτες αναμνήσεις μου είναι από απονομές σχολικών βραβείων σε εξετάσεις, όπως ένα β’ βραβείο στη θρησκευτική κατήχηση. Ο πατέρας μου δεν ήταν σίγουρος αν έπρεπε να μ’ αφήσει να σπουδάσω ή να μαθητεύσω σε κάποιον τεχνίτη.

Μια μέρα διάβασε στην Gazzetta del Popolo ότι στο Tορίνο, σαρανταδύο δικηγόροι είχαν υποβάλει αίτηση να προληφθούν σε μια θέση που πλήρωνε μηνιάτικο μόλις τριανταπέντε λίρες το μήνα. Το άρθρο τούτο στάθηκε καθοριστικό για την ενηλικίωσή μου, αφού μετά απ’ αυτό ο πατέρας μου αποφάσισε ότι έπρεπε να μάθω κάποια τέχνη και ν’ ανοίξω μαγαζί.

Το 1901, λοιπόν, με παρέδωσε στα χέρια του σινιόρ Kονίνο, που είχε ζαχαροπλαστείο στο Kούνεο και με παράτησε εκεί για να δοκιμάσω, για πρώτη φορά στη ζωή μου, τι θα πει σκληρή κι αδιάκοπη δουλειά. Εκεί δούλεψα πάνω-κάτω είκοσι μήνες, από τις 7 κάθε πρωί μέχρι τις 10 το βράδυ κάθε μέρα, μ’ ένα τρίωρο διάλειμμα δύο φορές το μήνα.

Από το Kούνεο πήγα στο Kαβούρ, όπου βρέθηκα εγκατεστημένος στο αρτοπωλείο του σινιόρ Γκουάτρ. Έμεινα τρία χρόνια. Οι συνθήκες δεν ήταν καλύτερες απ’ ό,τι στο Kούνεο, μόνο που εκεί ο ελεύθερος χρόνος ανά δεκαπενθήμερο κρατούσε ίσαμε πέντε ολόκληρες ώρες.

Δεν μου άρεσε ιδιαίτερα η δουλειά. Επέμενα ωστόσο να την κρατώ για να ευχαριστήσω τον πατέρα μου, μα και γιατί δεν ήξερα τι άλλο να κάνω. Το 1905 εγκατέλειψα το Kαβούρ και πήγα στο Tορίνο, με την ελπίδα να βρω απασχόληση στη μεγάλη πόλη. Δεν είχα όμως τύχη και συνέχισα προς την Kουρν, όπου δούλεψα για έξι μήνες. Κατόπιν γύρισα στο Tορίνο, όπου έφτιαχνα καραμέλα.

Το Φεβρουάριο του 1907, στο Tορίνο, έπεσα στο κρεβάτι βαριά άρρωστος. Πονούσα πολύ, ήμουν κλεισμένος μέσα χωρίς αέρα, ήλιο ή χαρά, σαν το «θλιμμένο λουλούδι στο λυκόφως». Μόλις τα νέα του μαρτυρίου μου έφτασαν στ’ αυτιά των δικών μου, ήρθε ο πατέρας μου από το Bιλαφαλέτο για να με πάρει πίσω στην πατρίδα. Μου ’πε πως σπίτι θα με φρόντιζε η μητέρα μου, η καλή, η πολυαγαπημένη μου μητέρα.

Κι έτσι επέστρεψα, αφού πέρασα έξι χρόνια στη βαριά υγρασία των φούρνων και των εστιατορίων, χωρίς μια ανάσα απ’ τ’ αεράκι του θεού, ή μια κλεφτή ματιά στη δοξασμένη του δημιουργία. Έξι χρόνια που θα κυλούσαν τόσο όμορφα για έν’ αγόρι που διψούσε να μάθει και να νιώσει τον ανακουφιστικό αέρα της απλής ζωής του χωριού που τον γέννησε. Ήταν τα χρόνια του μεγάλου θαύματος που μεταμορφώνει το παιδί σε άντρα. Αχ, να είχα το χρόνο να παρακολουθήσω την υπέροχη τούτη πορεία βήμα-βήμα.

Τις τρεις ώρες μου στο τρένο σας αφήνω να τις φανταστεί τε όσοι έχετε περάσει πλευρίτιδα. Ακόμη όμως και μέσα στη ζάλη του πόνου έβλεπα το μεγαλείο της χώρας που διασχίζαμε και γινόμουν ένα μαζί της. Το βαθύ πράσινο των βορειοϊταλικών κοιλάδων, που ούτε και το χειμώνα δεν χλωμιάζει, έχει μείνει στη μνήμη μου ζωντανό ως σήμερα.

Η μητέρα μου με υποδέχτηκε με τρυφερότητα, κλαίγοντας μέσα στην πληρότητα της ευτυχίας και της λύπης. Μ’ έβαλε στο κρεβάτι – είχα σχεδόν ξεχάσει πώς ανθρώπινα χέρια μπορούν να χαϊδέψουν με τόση τρυφερότητα. Έμεινα καθηλωμένος για ένα μήνα και για δυο μήνες μετά μπορούσα κι έβγαινα με στήριγμα ένα βαρύ μπαστούνι. Επιτέλους ανέκτησα την υγεία μου. Από τότε μέχρι τη στιγμή που έφυγα για την Αμερική έμεινα στο σπίτι του πατέρα μου. Ήταν μια από τις πιο ευτυχισμένες περιόδους της ζωής μου. Είκοσι χρονών, στη μαγική ηλικία των ελπίδων και των ονείρων, ακόμη και γι’ αυτούς που, όπως εγώ, γυρίζουν τις σελίδες της ζωής πριν την ώρα τους. Έκανα φίλους πολλούς κι έδωσα απλόχερα αγάπη από την καρδιά μου. Βοήθησα στον κήπο του σπιτιού μ’ ένα πάθος που δεν είχα νιώσει ποτέ στις πόλεις. Μα σύντομα η ηρεμία μου έμελλε να διακοπεί, από την πιο επώδυνη ατυχία που μπορεί να χτυπήσει άνθρωπο.

Μια μέρα θλιβερή αρρώστησε η μητέρα μου. Καμία πένα δεν μπορεί να περιγράψει πόσο υπέφερε εκείνη, η οικογένεια κι εγώ μαζί. Ο παραμικρός θόρυβος της προξενούσε φρικτούς σπασμούς. Πόσες φορές δεν έτρεχα προς το δρόμο τα βράδια, αν καμιά ομάδα νέων τραγουδούσε όλο κέφι στα νεογέννητα άστρα, εκλιπαρώντας τους για όνομα του θεού και για την ψυχή της μάνας τους να ησυχάσουν. Πόσες φορές δεν παρακάλεσα τους άντρες στη γωνία έξω από το σπίτι μας να πάνε παραπέρα να συνεχίσουν την κουβέντα τους. Τις τελευταίες εβδομάδες της ζωής της, υπέφερε τόσο σφοδρά, που ούτε ο πατέρας μου, ούτε οι συγγενείς της, ούτε οι στενότεροί της φίλοι δεν είχαν το κουράγιο να πλησιάσουν το προσκεφάλι της. Έμεινα μόνος να την καθησυχάζω όσο καλύτερα μπορούσα. Μέρα νύχτα έμενα μαζί της να βασανίζομαι βλέποντάς την να υποφέρει έτσι. Για δύο μήνες δεν έβγαλα τα ρούχα από πάνω μου.

Μα ούτε η επιστήμη, ούτε η αγάπη δεν κατάφεραν να τη βοηθήσουν. Τρεις μήνες βάναυσης αρρώστιας και η μητέρα μου ξεψύχησε στην αγκαλιά μου. Πέθανε χωρίς να μ’ ακούσει να κλαίω. Εγώ την ξάπλωσα στο φέρετρο. Εγώ τη συνόδεψα στην τελευταία της κατοικία. Εγώ έριξα στον τάφο της το πρώτο χώμα. Και πράγματι, έτσι έπρεπε να γίνει, αφού μαζί της έθαβα ένα μέρος του εαυτού μου. Το κενό που άφησε μέσα μου δεν αναπληρώθηκε ποτέ.

Έντυπο οικονομικής ενίσχυσης της Επιτροπής Υπεράσπισης των Σάκο και Βαντσέτι.

Μεγάλο το κενό. Ο χρόνος, αντί να απαλύνει το χαμό της, έκανε τον πόνο μου όλο και πιο σκληρό. Είδα τον πατέρα μου ν’ ασπρίζει μέσα σε λίγον καιρό. Άρχισα ν’ αποτραβιέμαι και να σιωπώ· για μέρες ολόκληρες δεν έλεγα λέξη και περιπλανιόμουν στα δάση στις όχθες του Mάγκρα. Πολλές φορές, πηγαίνοντας στη γέφυρα, σταματούσα για ώρα, στύλωνα το βλέμμα μου στις μεγάλες λευκές πέτρες πάνω στην άμμο και σκεφτόμουν πως έβλεπα έναν βυθό όπου δεν υπάρχουν πια εφιάλτες.

Η απελπισία μου με ώθησε να εγκαταλείψω την Ιταλία για την Αμερική. Στις 9 Ιουνίου 1908 άφησα τους δικούς μου. Η θλίψη μου ήταν τόσο βαριά που κατά τον αποχωρισμό μας, την ώρα που φιλούσα τους συγγενείς μου, τους έσφιγγα στην αγκαλιά μου και δεν μπορούσα να βγάλω άχνα. Ο πατέρας

μου ήταν αμίλητος στο βαθύ του πένθος κι οι αδελφές μου έκλαψαν όπως όταν είχε πεθάνει η μητέρα. Ο ξενιτεμός μου είχε κινήσει το ενδιαφέρον στο χωριό και οι γείτονες είχαν γεμίσει το σπίτι, ο καθένας με την ελπίδα, την ευχή ή το δάκρυ του. Με ξεπροβόδισαν όλοι μαζί ως έξω στο δρόμο, σα να ’φευγα σε εξορία παντοτινή.

Θυμάμαι πολύ έντονα ένα περιστατικό του αποχωρισμού. Κάμποσες ώρες πριν φύγω πήγα ν’ αποχαιρετίσω μια γριά γυναίκα που, από τότε που είχε πεθάνει η μητέρα μου, έτρεφε για μένα ένα αίσθημα μητρικό. Τη βρήκα στο κατώφλι του σπιτιού της, μαζί με τη νεαρή της νύφη.

«Α, ήρθες λοιπόν», μου είπε. «Σε πρόσμενα. Πήγαινε κι είθε να σ’ ακολουθεί η αγάπη του θεού. Ποτέ δεν είδα γιο να κάνει για τη μητέρα του όσα έκανες εσύ για τη δική σου. Πάρε την ευχή μου, γιε μου.»

Φιληθήκαμε. Τότε μίλησε η νύφη. «Κι εμένα φίλησέ με. Πολύ σ’ αγαπώ που είσαι τόσο καλός», είπε και κατάπιε τα δάκρυά της. Τη φίλησα κι έφυγα, ακούγοντας πίσω μου το λυγμό τους.

Δυο μέρες μετά άφησα το Tορίνο για τη συνοριακή Mοδένα. Κι ενώ το τρένο με πήγαινε προς τα ξένα, ένιωσα να τρέχουν δάκρυα απ’ τα μάτια μου, εγώ που δεν συνήθιζα να κλαίω. Έτσι άφησα τη χώρα που γεννήθηκα, ταξιδιώτης χωρίς πατρίδα. Έτσι ανθίσαν κι οι ευχές των απλών εκείνων ψυχών με τα ευγενέστερα αισθήματα.

B ́

Στη Γη της Επαγγελίας

   Ύστερ’ από δυο μέρες ταξίδι με το τραίνο μέσ’ από τη Γαλλία και πάνω από επτά μέρες στον ωκεανό, έφτασα στη Γη της Επαγγελίας. Η Νέα Υόρκη ξεπρόβαλε στον ορίζοντα σ’ όλο της το μεγαλείο, γεμάτη ψευδαισθήσεις ευτυχίας. Πάνω στο κατάστρωμα, μισόκλεινα τα μάτια μου μήπως και διακρίνω κάτι μέσ’ από το συνονθύλευμα των σιδηροκατασκευών, που προσκαλούσε κι απειλούσε μαζί τους άντρες και τις γυναίκες που στοιβάζονταν στην τρίτη θέση.

Στο σταθμό μετανάστευσης δοκίμασα την πρώτη μου μεγάλη έκπληξη. Είδα τους υπαλλήλους να φέρονται στους επιβάτες του καταστρώματος σα να ’τανε ζώα. Ούτε μια καλή κουβέντα, ούτε μια ενθάρρυνση που να ελαφρύνει κάπως το βάρος του φόβου από τους ώμους των νεοερχομένων στις ακτές της Αμερικής. Η ελπίδα, που είχε σαγηνεύσει τους μετανάστες μέχρι τη νέα χώρα, ευθύς μαράθηκε στο άγγιγμα των άκαρδων υπαλλήλων. Μικρά παιδιά, που θα ’πρεπε να ’ναι όλο ζωή από την εγρήγορση της προσδοκίας, να κολλάνε στη φούστα της μάνας τους, κλαίγοντας τρομαγμένα. Τόσο αφιλόξενο είναι το κλίμα των στρατοπέδων για τους μετανάστες.

Λονδίνο. Συγκέντρωση αλληλεγγύης στους Σάκο και Βαντσέτι.

Πόσο καλά θυμάμαι που στάθηκα στο Mπάτερυ, στη νότια πλευρά της Νέας Υόρκης, μόλις είχα φτάσει, με τα λιγοστά μου υπάρχοντα και ρούχα κι ελάχιστα χρήματα. Μέχρι χθες ήμουνα με ανθρώπους που με καταλάβαιναν. Σήμερα το πρωί σαν να είχα ξυπνήσει σε μια χώρα όπου η γλώσσα μου –το νόημά της– σήμαινε για τον ντόπιο ό,τι και η αξιολύπητη κραυγή ενός κουτού ζώου. Πού να πήγαινα; Τι να ’κανα; Εδώ ήταν η γη της επαγγελίας. Ο υπερσιδηρόδρομος με προσπερνούσε θορυβωδώς, χωρίς απάντηση. Οι άμαξες και τα τρόλεϊ τρέχανε από δίπλα μου, ανέμελα, χωρίς να μου δίνουν σημασία.

Είχα μαζί μου μια διεύθυνση, όπου μου ’δωσε τις οδηγίες να πάω ένας συνταξιδιώτης. Ήταν το σπίτι ενός συμπατριώτη μου, στην οδό τάδε, κοντά στην Έβδομη Λεωφόρο. Κάθισα για λίγο, μα σύντομα ήταν φανερό πως δεν χωρούσα κι εγώ εκεί μέσα, έτσι στριμωγμένα που ήταν, γεμάτο ανθρώπους, όπως όλα τα σπίτια των εργατών. Σε βαθιά μελαγχολία, έφυγα κατά τις οκτώ το βράδυ για να ψάξω μέρος να κοιμηθώ. Έσυρα τα βήματά μου μέχρι το Mπάτερυ, όπου έκλεισα ένα κρεβάτι σ’ ένα ύποπτο πανδοχείο, ό,τι δηλαδή μου ’φταναν τα χρήματα να πληρώσω. Τρεις μέρες μετά την άφιξή μου, ο συμπατριώτης που ανέφερα παραπάνω, αρχιμάγειρας σ’ ένα ακριβό εστιατόριο στη Δυτική Οδό που έβλεπε κάτω τον ποταμό Xάντσον, μου βρήκε θέση στην κουζίνα του να πλένω πιάτα. Οι ώρες δεν περνούσαν. Στη σοφίτα όπου κοιμόμουν είχε ασφυκτική ζέστη. Τα έντομα δεν μ’ άφηναν να κλείσω μάτι. Κάθε νύχτα αναζητούσα διαφυγή στο πάρκο.

Φεύγοντας από κει, βρήκα παρόμοια δουλειά στο εστιατόριο Mουκέν. Αυτήν τη στιγμή δεν ξέρω τι συνθήκες επικρατούν εκεί πέρα. Τότε πάντως, πριν δεκατρία χρόνια, η αποθήκη τους ήταν φρικτή. Δεν είχε ούτε ένα παράθυρο. Κι όταν το ηλεκτρικό ήταν κομμένο για κάποιο λόγο, γύρω είχε απόλυτο σκοτάδι και δεν μπορούσαμε να κουνηθούμε χωρίς να σκοντάψουμε. Οι ατμοί από το βραστό νερό με το οποίο πλέναμε τα πιάτα, τις κατσαρόλες και τα μαχαιροπήρουνα σχημάτιζαν τεράστιες κηλίδες νερού στο ταβάνι, ρουφούσαν όλη τη σκόνη και τη βρωμιά εκεί πάνω και πέφταν σιγά-σιγά, σταγόνα-σταγόνα πάνω στο κεφάλι μου την ώρα που δούλευα. Η ζέστη ήταν ανυπόφορη. Τα αποφάγια που στοιβάζονταν σε βαρέλια δίπλα στην αποθήκη ανέδιδαν αναθυμιάσεις αηδιαστικές. Οι νιπτήρες δεν είχαν κανονική αποχέτευση και το νερό έτρεχε στο δάπεδο. Ο σωλήνας ήταν στη μέση του δωματίου και κάθε βράδυ βούλωνε, έτσι φούσκωναν τα βρωμόνερα και ξεχείλιζαν και περπατούσαμε στο βούρκο.

Δουλεύαμε δώδεκα ώρες τη μία μέρα και δεκατέσσερις την επόμενη, με πεντάωρο διάλειμμα την Κυριακή. Το υγρό πιάτο φαΐ που τρώγαμε δεν έκανε ούτε για σκυλιά και πληρωνόμασταν πέντ’ έξι δολάρια την εβδομάδα. Οκτώ μήνες μετά έφυγα μην τυχόν και τελειώσει το συμβόλαιό μου και βρεθώ απολυμένος.

Θλιβερή χρονιά. Ποιος εργάτης δεν τη θυμάται; Οι φτωχοί κοιμούνταν έξω κι έψαχναν σχολαστικά τους σκουπιδοτενεκέδες για κανένα μαρουλόφυλλο ή καμιά σάπια πατάτα. Για τρεις μήνες αλώνιζα τη Νέα Υόρκη, κατά μήκος και κατά πλάτος, χωρίς να βρίσκω δουλειά. Ένα πρωί στο Γραφείο Ανεργίας γνώρισα έναν νεαρό πιο έρμο και πιο άτυχο κι από μένα. Την προηγούμενη μέρα δεν είχε φάει τίποτα και παρέμενε νηστικός. Τον πήγα σ’ ένα μαγειρείο, επενδύοντας όλες μου σχεδόν τις οικονομίες σ’ ένα γεύμα που το καταβρόχθισε σα λύκος. Η πείνα του καταλάγιασε κι ο καινούριος μου φίλος μου ανακοίνωσε ότι ήταν ανόητο να μένει κανείς στη Νέα Υόρκη. Αν είχε λεφτά, είπε, θα πήγαινε στην ύπαιθρο, όπου υπήρχαν περισσότερες ευκαιρίες για δουλειά, για να μην μιλήσουμε για τον καθαρό αέρα και τον ήλιο που ήταντζάμπα. Με τα χρήματα που μου είχαν απομείνει πήραμε, την ίδια μέρα, το ατμόπλοιο για το Xάρτφορντ του Kονέκτικατ.

Από το Xάρτφορντ κινήσαμε για μια μικρή πόλη όπου ο φίλος μου είχε ξαναπάει – το όνομά της μου διαφεύγει. Ξεθεωθήκαμε στο περπάτημα και τέλος βρήκαμε το κουράγιο να χτυπήσουμε την πόρτα μιας καλύβας. Μας άνοιξε ένας αμερικάνος αγρότης. Ζητήσαμε δουλειά. Δεν είχε να μας προσφέρει, μα συγκινήθηκε με τη φτώχεια και την ολοφάνερη πείνα μας. Μας έδωσε φαΐ κι ύστερα γύρισε μαζί μας ολόκληρη την πόλη, ρωτώντας για δουλειά. Ούτε για δείγμα όμως. Τότε, από λύπηση, μας πήρε στο χωράφι του, ενώ δεν είχε ανάγκη από βοήθεια. Μας κράτησε δυο εβδομάδες. Για πάντα θα φυλάγω την ακριβή ανάμνηση εκείνης της οικογένειας. Ήταν οι πρώτοι Αμερικανοί που μας φέρθηκαν ανθρώπινα παρότι ερχόμασταν από τη χώρα του Δάντη και του Γκαριμπάλντι.

Ο περιορισμός του χώρου δεν μου επιτρέπει να περιγράψω με λεπτομέρεια τις περιπλανήσεις μας, ψάχνοντας για κάποιον να μας δώσει ψωμί και νερό σ’ αντάλλαγμα για τον κόπο μας. Πηγαίναμε από πόλη σε πόλη, από χωριό σε χωριό κι από χωράφι σε χωράφι. Χτυπούσαμε πόρτες εργοστασίων και μας διώχνανε… «Τίποτε δεν έχουμε να κάνετε… τίποτε δεν έχουμε…» Ήμαστε κυριολεκτικά άφραγκοι κι οι δυο και η πείνα μας ροκάνιζε τα σωθικά. Ευτυχώς κάποια στιγμή βρήκαμε έναν εγκαταλελειμμένο στάβλο να περάσουμε τη νύχτα και να κάνουμε μια προσπάθεια να κοιμηθούμε. Tο επόμενο πρωί σταθήκαμε τυχεροί. Στο Nότιο Γκλάστονμπρι ένας χωρικός από το Πεδεμόντιο μας κέρασε πρωινό. Χρειάζεται να σας πω πόσην ευγνωμοσύνη

νιώσαμε; Mα έπρεπε να συνεχίσουμε την αποθαρρυντική μας αναζήτηση. Κατά τις τρεις το απόγευμα φτάσαμε στη Mίντλταουν του Kονέκτικατ, κουρασμένοι, μελανιασμένοι και πεινασμένοι, μούσκεμα, μετά από τρεις ώρες περιπλάνηση στη βροχή.

Tον πρώτο άνθρωπο που συναντήσαμε τον ρωτήσαμε για Βορειοϊταλούς στην περιοχή (ο επιφανής μου σύντροφος είχε ιδιαίτερη αδυναμία στον τόπο καταγωγής του) και μας οδήγησε σ’ ένα παραδιπλανό σπίτι. Χτυπήσαμε την πόρτα. Mας άνοιξαν δύο γυναίκες από τη Σικελία, μάνα και κόρη. Ζητήσαμε να μας αφήσουν να στεγνώσουμε τα ρούχα μας στο φούρνο και, παρότι Νότιες, φάνηκαν πολύ πρόθυμες να μας αφήσουν. Kι όσο περιμέναμε να στεγνώσουμε, ρωτήσαμε τι ευκαιρίες θα ’χαμε να βρούμε απασχόληση στην περιοχή. Mας είπαν πως δεν υπάρχει ούτε κουμπότρυπα, και μας συμβούλεψαν να πάμε στο Σπρίνγκφιλντ, όπου είχε τρία κεραμοποιεία.

Νέα Υόρκη. Συγκέντρωση αλληλεγγύης στους Σάκο και Βαντσέτι.

Βλέποντας τα πρόσωπά μας ωχρά και τα κορμιά μας να τρέμουν, οι καλές εκείνες γυναίκες μας ρώτησαν άμα πεινούμε. Ομολογήσαμε πως είχαμε να φάμε από τις έξι το πρωί. Εκεί πάνω η νεώτερη μας έδωσε ένα κοντό καρβέλι ψωμί κι ένα μακρύ μαχαίρι.

«Δεν έχω τίποτ’ άλλο να σας δώσω», είπε και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα ειλικρινή. «Έχω πέντε παιδιά να ταΐσω και να φροντίσω τη γριά μητέρα μου. O άντρας μου δουλεύει στο σιδηρόδρομο, το μεροκάματό του είναι μόλις ένα δολάριο και τριανταπέντε σεντς και σαν να μην έφταναν όλ’ αυτά, καιρό τώρα έχω αρρωστήσει κιόλας.»

Όσο έκοβα το ψωμί, άρχισε να ψάχνει απεγνωσμένα το σπίτι απ’ άκρη σ’ άκρη, ώσπου ανακάλυψε κάτι μήλα κι επέμενε να τα φάμε. Ανανεωμένοι, κινήσαμε για τα κεραμοποιεία.

«Tι να ’χει κατά κει που είναι η καμινάδα», ρώτησε ο σύντροφός μου.

«Θα ’ναι το εργοστάσιο των τούβλων. Πάμε να ζητήσουμε δουλειά.»

«Mα είναι αργά», αντέκρουσε.

«E, τότε πάμε στο σπίτι του ιδιοκτήτη», πρότεινα.

«Όχι, όχι, πάμε κάπου αλλού. Θα σε σκότωνε τέτοια δουλειά. Δεν είναι η κράση σου για τέτοια», επέμενε.

Ήταν φανερό ότι μετά από τόσον καιρό άκαρπης αναζήτησης, ο άνθρωπος είχε χάσει την όρεξή του για δουλειά. Δεν είναι άλλωστε διόλου αφύσικη μια τέτοια στάση. Μετά από απανωτές απογοητεύσεις και ταπεινώσεις, πείνα και στερήσεις, το άνεργο θύμα αρχίζει και αδιαφορεί για την ίδια του τη μοίρα. H κατάσταση τούτη του μυαλού είναι τρομερή: αυτή είναι που ωθεί στη ζητιανιά τους πιο αδύναμους χαρακτήρες μεταξύ των άμοιρων ανθρώπων.

Kι ενώ στεκόμουν εκεί προσπαθώντας να τον επαναφέρω σε μια στάση πιο υγιή απέναντι στο πεπρωμένο μας, σκέφτηκα το σπίτι που μόλις είχαμε αφήσει. Σκέφτηκα το φτωχικό του δείπνο, που θα ’ταν ακόμη φτωχικότερο μετά από το ψωμί που είχαμε καταβροχθίσει. Oι δικές μου σκοτούρες με είχαν θολώσει για λίγο κι είχαν εκτοπίσει τις άλλες σκέψεις. Ρίγος με διαπέρασε στην ανάμνηση της προηγούμενης νύχτας, κρύας και ξάγρυπνης. Κοιτάχτηκα. Ήμουν σχεδόν κουρελιασμένος.

Άλλη μια νύχτα έπεφτε.

Γ ́

Δουλειά! Δουλειά! Δουλειά!

   Mε το ζόρι σχεδόν πήγα το συνταξιδιώτη μου στην πόλη όπου εξασφαλίσαμε δουλειά στα κεραμοποιεία, δουλειά από τις πιο απαιτητικές που ξέρω. Εκείνος δεν άντεξε τη δοκιμασία. Σε δυο βδομάδες τα παράτησε. Εγώ έμεινα δέκα μήνες. H δουλειά η ίδια ήταν πάνω απ’ τις δυνάμεις μου, μα οι χαρές ήταν πολλές όταν τελείωνε η εργάσιμη μέρα. Είχαμε μια σωστή αποικία μεταναστών από το Πεδεμόντιο, την Τοσκάνη και τη Βενετία που έγινε σαν οικογένειά μας. Tα βράδια ξεχνούσαμε την αθλιότητα της μέρας. Κάποιος θα σκάρωνε ένα σκοπό στο βιολί ή το ακορντεόν ή ό,τι έβρισκε τελοσπάντων, κάποιοι θα σηκώνονταν να χορέψουν – εγώ δεν είχα δυστυχώς κλίση στο χορό, καθόμουν μόνο και παρακολουθούσα. Στη ζωή μου, πάντοτε παρακολουθούσα κι έπαιρνα χαρά με την ευτυχία των άλλων.

Κάμποσες αρρώστιες, θυμάμαι, χτυπούσαν τη μικρή μας αποικία, ο ένας πυρετός μετά τον άλλο. Δεν περνούσε μέρα χωρίς να τρίξουν τα δόντια κάποιου αρρώστου.

Aπό κείνη τη στιγμή και πέρα, στάθηκα λίγο πιο τυχερός. Πήγα στο Mέριντεν του Kονέκτικατ και δούλεψα στα λατομεία, στην πιο δύσκολη ανειδίκευτη εργασία. Ζούσα μ’ ένα ηλικιωμένο ζευγάρι. Ήταν Tοσκανοί κι οι δυο και δοκίμασα πολλές στιγμές χαράς μαθαίνοντας την όμορφη τοσκανική διάλεκτο.

   Σ’ όλα τα χρόνια μου στο Σπρίνγκφιλντ και το Mέριντεν δεν έμαθα βέβαια μόνον τοσκανικά. Έμαθα ν’ αγαπώ και να συμπάσχω μ’ όλους εκείνους που, όπως κι εγώ, ήταν έτοιμοι να δεχτούν τον αθλιότερο μισθό για να κρατηθούνε σώοι ψυχή και σώματι. Έμαθα πως η ταξική συνείδηση δεν ήταν φράση που εφηύραν οι προπαγανδιστές, μα δύναμη πραγματική και ζωτική και πως όσοι νιώθαμε τη σημασία της δεν ήμασταν χαμένα κορμιά, μα ανθρώπινα όντα.

Έκανα φίλους παντού, χωρίς ποτέ να προσκολληθώ σε κανέναν, χωρίς ποτέ να το επιδιώξω συνειδητά. Ίσως εκείνοι που δουλεύαν δίπλα μου στα λατομεία και τα εργοστάσια έβλεπαν στα μάτια μου τη συμπόνια μου για δαύτους και τα όνειρα που έτρεφα ήδη στη φαντασία μου για έναν κόσμο όπου όλοι μας θα ζούσαμε μια καθαρότερη κι ανθρωπινότερη ζωή.

Oι φίλοι μου με συμβούλευαν να ξαναπιάσω το παλιό μου επάγγελμα του ζαχαροπλάστη. O ανειδίκευτος εργάτης, μου ’λεγαν, είναι το ευτελέστερο ζώο του κοινωνικού συστήματος. Kι αν έμενα ανειδίκευτος, δεν θα ’χα ούτε τροφή, ούτε αξιοπρέπεια. Ένας αγρότης από τη Νέα Υόρκη μπήκε κι αυτός στο χορό

των παραινέσεων. Γύρισα, λοιπόν, πίσω στη Νέα Υόρκη και σύντομα βρήκα απασχόληση ως βοηθός του αρχιζαχαροπλάστη στο εστιατόριο του Σαβαρέν στο Mπρόντγουεϊ. Σ’ έξι ή οκτώ μήνες απολύθηκα. Tότε δεν είχα καταλάβει γιατί. Αμέσως βρήκα άλλο πόστο σ’ ένα ξενοδοχείο στην Έβδομη Λεωφόρο, στη γειτονιά των θεάτρων. Σε πέντε μήνες απολύθηκα κι από κει. Kαι τότε έμαθα το λόγο για τις περίεργες αυτές απολύσεις. Oι σεφ εκείνον τον καιρό είχανε συμφωνήσει με τα γραφεία απασχόλησης να παίρνουν μίζα κάθε φορά που θα προσλάμβαναν κάποιον. Όσο πιο συχνά απέλυαν, τόσο πιο συχνά έβρισκαν κάποιον άλλον και εισέπρατταν και το μερίδιό τους.

Oι σπιτονοικοκύρηδες εκεί που έμενα με ξόρκιζαν να μην απελπιστώ. «Βάστα στην τέχνη σου», επέμεναν, «κι όσο έχουμε να σου προσφέρουμε σπίτι, κλίνη και φαγητό, να μην ανησυχείς. Kι αν χρειαστείς λεφτά, να μη διστάσεις να μας το πεις».

Nα οι μεγάλες καρδιές που κρύβονται στις μάζες, δείτε Φαρισαίοι!…

Για πέντε μήνες περιδιάβηκα τα πεζοδρόμια της Νέας Υόρκης, ανήμπορος να βρω δουλειά, όχι ν’ ασκήσω την τέχνη μου, ούτε να πλύνω πιάτα… Έπεσα τελικά σ’ ένα γραφείο στην οδό Mάλμπερυ που έψαχνε άντρες να δουλέψουν με φτυάρι και τσάπα. Προσφέρθηκα και με δεχτήκανε. Mε οδήγησαν μαζί μ’ ένα κοπάδι ρακένδυτων σαν κι εμένα σ’ ένα εργοτάξιο στα δάση κοντά στο Σπρίνγκφιλντ της Μασαχουσέτης, όπου κατασκευαζόταν ένας σιδηρόδρομος. Εδώ δούλεψα μέχρι που ξεπλήρωσα ένα χρέος εκατό δολαρίων που είχε μαζευτεί κατά τους μήνες της ανεργίας μου κι έβαλα και κάτι στην άκρη. Κατόπιν πήγαμε μ’ ένα σύντροφο σ’ άλλο εργοτάξιο κοντά στο Γούστερ. Στην περιοχή εκείνη έμεινα πάνω από ένα χρόνο, δουλεύοντας σε κάμποσα εργοστάσια. Έκανα πολλούς φίλους, που τους θυμάμαι με τα πιο δυνατά συναισθήματα, με μιαν αγάπη σταθερή κι αναλλοίωτη. Κάποιοι απ’ αυτούς ήταν Αμερικανοί.

Aπό το Γούστερ μεταφέρθηκα στο Πλύμουθ (αυτό έγινε πριν εφτά περίπου χρόνια), που έγινε σπίτι μου μέχρι την ώρα που με συνέλαβαν. Έμαθα να το βλέπω με πραγματική αγάπη, γιατί όσο περνούσε ο καιρός αντιπροσώπευε για μένα όλο και περισσότερους ανθρώπους που τους είχα στην καρδιά μου, τους σπιτονοικοκύρηδές μου, τους ανθρώπους που δούλευαν δίπλα μου, τις γυναίκες που αργότερα αγόραζαν τα είδη που πουλούσα ως έμπορος.

Παρεμπιπτόντως, ας αναφέρω πόσο μ’ ευχαριστεί να νιώθω ότι οι συντοπίτες μου στο Πλύμουθ ανταποδίδουν την αγάπη που τους έχω. Όχι μόνον έχουν υποστηρίξει την υπόθεσή μου οικονομικά –τα χρήματα είναι άλλωστε το λιγότερο– μα έχουν εκφράσει, άμεσα και έμμεσα, την πίστη τους στην αθωότητά μου. Όσοι εργάστηκαν μαζί με τους καλούς μου φίλους στην επιτροπή υπεράσπισης, δεν ήταν μόνον εργάτες, μα και μαγαζάτορες που με ξέρανε. Δεν ήταν μόνον Ιταλοί, μα και Εβραίοι, Πολωνοί, Έλληνες και Αμερικανοί.

Eν πάση περιπτώσει, δούλεψα στα λατομεία για πάνω από ένα χρόνο κι ύστερα για την Εταιρεία Σχοινοποιίας για δεκαοκτώ μήνες. H ενεργή συμμετοχή μου στην απεργία των εργατών στα σκοινιά στο Πλύμουθ απέκλειε κάθε πιθανότητα να ξαναβρώ δουλειά εκεί… Εδώ που τα λέμε, επειδή όλο και πιο συχνά εμφανιζόμουν στην εξέδρα του ομιλητή σε κάθε λογής ομάδες εργατών, γινόταν όλο και πιο δύσκολο να βρω δουλειά οπουδήποτε. Σε ορισμένα εργοστάσια ήμουν σίγουρα στα μαύρα κατάστιχα. Kι όμως, ο οποιοσδήποτε εργοδότης μου μπορούσε να καταθέσει ότι ήμουν δουλευταράς και έμπιστος εργάτης κι ότι το μεγάλο μου σφάλμα ήταν ότι προσπαθούσα να φέρω λίγο από το φως της συνείδησης στις σκοτεινές ζωές των συναδέλφων μου.

Για κάποιον καιρό έκανα την πιο δύσκολη χειρωνακτική εργασία για την Sampson & Douland. Μπορώ να πω ότι συμμετείχα σε όλα σχεδόν τα βασικά δημόσια έργα στο Πλύμουθ. Σχεδόν οποιοσδήποτε Ιταλός ή οποιοσδήποτε προϊστάμενός μου στις διάφορες δουλειές μπορεί να καταθέσει για την εργατικότητα και τη σεμνότητα της ζωής μου αυτήν την περίοδο. Oι πνευματικές υποθέσεις είχαν αρχίσει να με απασχολούν βαθιά, με τη μεγάλη ελπίδα που με κινεί ακόμη κι εδώ στο σκοτεινό κελί μου, όπου περιμένω να πεθάνω για ένα έγκλημα που δεν διέπραξα.

H υγεία μου δεν ήταν καλή. Tα χρόνια της σκληρής δουλειάς, αλλά και τα ακόμη χειρότερα χρόνια της ανεργίας, μου στέρησαν την αρχική ζωντάνια. Από τι να πιαστώ που θα μ’ έσωζε; Οκτώ περίπου μήνες πριν συλληφθώ, ένας φίλος μου που σχεδίαζε να γυρίσει στην πατρίδα μού είπε: «Γιατί δεν αγοράζεις το κάρο, τα μαχαίρια και τη ζυγαριά μου για να πουλάς ψάρια, αντί να μένεις κάτω από το ζυγό των αφεντικών;» Άδραξα την ευκαιρία κι άρχισα να πουλάω ψάρια, πιο πολύ επειδή αγαπούσα την ελευθερία.

Tην εποχή εκείνη, το 1919, είχε τρυπώσει στην καρδιά μου η επιθυμία να δω του δικούς μου άλλη μια φορά κι η νοσταλγία μου για την πατρίδα. O πατέρας μου, που δεν μου ’γραφε ποτέ χωρίς να με καλέσει στο σπίτι, επέμενε περισσότερο από ποτέ και η καλή μου αδελφή Λουίτζια συμπλήρωνε τις παρακλήσεις του. Μπορεί να μη φαινόταν η δουλειά που έβγαζα, μα δούλευα σαν το μουλάρι, χωρίς σταματημό, μέρα με τη μέρα.

    24 Δεκεμβρίου, παραμονή Χριστουγέννων, ήταν η τελευταία μέρα που πούλησα ψάρια εκείνη τη χρονιά. H μέρα ήταν φορτωμένη, αφού όλοι οι Ιταλοί αγοράζουν χέλια για τη γιορτή της παραμονής. Oι αναγνώστες μπορεί να θυμούνται πόσο τσουχτερό ήταν το κρύο εκείνα τα Χριστούγεννα. O βάρβαρος καιρός δεν έπαψε μετά τις γιορτές και το να σέρνεις ένα κάρο δεν είναι και δουλειά που σε ζεσταίνει. Για ένα μικρό διάστημα έκανα μια δουλειά πιο σκληρή κι εξίσου παγωμένη: για λίγες μέρες μετά τα Χριστούγεννα έκοβα πάγο για τον κύριο Πετερσένι. Mια μέρα, όταν δεν είχε αρκετή δουλειά για να με πάρει, φτυάρισα κάρβουνο για την Εταιρεία Ηλεκτρισμού. Όταν τελείωσε η δουλειά με τον πάγο, έπιασα δουλειά με τον κύριο Xάουλαντ, όπου έσκαβα χαντάκια μέχρι που μια χιονοθύελλα με ξανάφησε άνθρωπο της σχόλης. Μόνο για λίγες ώρες όμως. Νοίκιασα τις δυνάμεις μου στο δήμο και καθάριζα τα χιόνια από τους δρόμους κι όταν τελείωσε αυτό, καθάριζα τα χιόνια από τις σιδηροδρομικές γραμμές. Κατόπιν με ξαναπροσλάβανε στην Οικοδομική εταιρεία του Sampson που έστηναν έναν κεντρικό αγωγό νερού για την Puritan Woolen. Kι εκεί έμεινα μέχρι να τελειώσει η δουλειά.

Πάλι δεν έβρισκα δουλειά. Oι απεργίες στο σιδηρόδρομο είχαν κόψει τις παροχές τσιμέντου κι έτσι δεν κουνιόταν φύλλο στις οικοδομές. Ξανάρχισα να πουλάω ψάρια, όταν βέβαια έβρισκα, αφού κι η αγορά των ψαριών είχε περιοριστεί. Όταν δεν έβρισκα ψάρια, μάζευα μύδια, μα το κέρδος τους ήταν λιλιπούτειο, είχαν πολύ μεγάλα πάγια έξοδα που δεν άφηναν περιθώρια. Τον Απρίλιο συμφωνήσαμε μ’ έναν ψαρά να συνεταιριστούμε. Δεν υλοποιήσαμε ποτέ τη συμφωνία μας, γιατί στις 5 Μαΐου, την ώρα που ετοίμαζα μια μαζική συγκέντρωση διαμαρτυρίας για το θάνατο του Σαλσέντο στα χέρια του Υπουργείου Δικαιοσύνης, με συνέλαβαν. Μαζί και τον καλό φίλο και σύντροφό μου Nίκολα Σάκο.

«Άλλη μια υπόθεση απέλασης», είπαμε ο ένας στον άλλον.

Δεν ήταν όμως. Μας απηύθυναν τις φρικτές κατηγορίες που τώρα γνωρίζει ο κόσμος όλος. Εγώ κατηγορήθηκα για ένα έγκλημα στο Mπριτζγουότερ και καταδικάστηκα μετά από εννιά μέρες, σε μία δίκη από τις μεγαλύτερες φάρσες που είδα ποτέ μου, σε δεκαπέντε χρόνια φυλακή. Την ποινή επέβαλε ο δικαστής Γουέμπστερ Θέιερ, ο ίδιος δικαστής που αργότερα θα ήτανε πρόεδρος του δικαστηρίου για το φόνο.

Όταν ανακοίνωνε την ποινή, δεν είχε ίχνος συμπόνιας η φωνή του. Όσο τον άκουγα, αναρωτιόμουν γιατί να με μισεί τόσο. Δεν είναι υποτίθεται αμερόληπτοι οι δικαστές; Τώρα ξέρω πια. Θα πρέπει να του φαινόμουν σαν παράξενο ζώο, εγώ ο απλός εργάτης, ο ξένος, ο ριζοσπάστης μέχρι το κόκκαλο. Kαι γιατί όλους τους δικούς μου μάρτυρες, ανθρώπους απλούς, που αγωνιούσανε να πουν την απλή αλήθεια, τους κάγχασαν και τους περιφρόνησαν; Δεν έλαβαν τα λόγια τους υπόψιν, γιατί κι αυτοί ήταν ξένοι… Άλλο οι καταθέσεις των ανθρώπων, αυτές μάλιστα, να τις δεχτούμε, αλλά των ξένων…

ουστ!

Δ ́

Οι πνευματικές αναζητήσεις και τα πιστεύω μου

     Θα ’θελα να κάνω μια αναδρομή με τη μνήμη στην πορεία που ακολούθησα στη ζωή. Σας έδωσα τα χειροπιαστά στοιχεία της ιστορίας μου. Mα η βαθύτερη και πιο αληθινή ιστορία ενός ανθρώπου δεν βρίσκεται στις εξωτερικές συνθήκες και περιστάσεις, μα στην εσωτερική του ανάπτυξη, στο πνεύμα και στην ψυχή, στην οικουμενική του συνείδηση.

Πήγα σχολείο από τα έξι μέχρι τα δεκατρία μου χρόνια. Είχα πάθος πραγματικό με τη μελέτη. Στα τρία χρόνια που ήμουν στο Kαβούρ είχα την καλή τύχη να βρεθώ στο πλευρό ενός ανθρώπου σπουδαγμένου. Mε τη βοήθειά του διάβασα όλες τις εκδόσεις που έφτασαν στα χέρια μου. O προϊστάμενός μου ήταν συνδρομητής ενός καθολικού περιοδικού της Γένοβας. Ένιωθα τυχερός, αφού τότε ήμουν ένθερμος καθολικός.

Στο Τορίνο δεν είχα φίλους έξω από τους συναδέλφους στη δουλειά, που ήταν όλοι νεαροί υπάλληλοι, γραφιάδες και χειρώνακτες. Δήλωναν σοσιαλιστές και κορόιδευαν τη θρησκευτική μου κλίση. Mε φώναζαν φανατικό και υποκριτή. Μάλιστα μ’ έναν απ’ αυτούς μια μέρα ήρθαμε στα χέρια.

Τώρα που γνωρίζω πάνω-κάτω όλες τις τάσεις του σοσιαλισμού, συνειδητοποιώ πως δεν ήξεραν καλά-καλά ούτε τι σήμαινε η λέξη. Αποκαλούσαν τους εαυτούς τους σοσιαλιστές από συμπάθεια προς τον Nτε Aμίτσις (τότε στο απόγειο της συγγραφικής καριέρας του) κι από ενθουσιασμό για το πνεύμα του τόπου και της εποχής. Τόσο έντονη ήταν η επίδραση του περιβάλλοντος, που ακόμη κι εγώ άρχισα ν’ αγαπώ το σοσιαλισμό χωρίς να τον γνωρίζω και χωρίς να λέω πως είμαι σοσιαλιστής.

Τηρουμένων πάντοτε των αναλογιών, το στάδιο εξέλιξης της συνείδησης εκείνων των ανθρώπων στάθηκε για μένα ευεργετικό και με βελτίωσε πολύ. Oι αρχές του ανθρωπισμού και της ισότητας των δικαιωμάτων άνοιξαν ένα αυλάκι στην καρδιά μου. Διάβασα το Cuore του Nτε Aμίτσις κι αργότερα τα Ταξίδια και τους Φίλους του.

Στο σπίτι υπήρχε ένα βιβλίο του Αγίου Αυγουστίνου. Από κείνο το βιβλίο, μια φράση παραμένει χαραγμένη στο μυαλό μου: «Tο αίμα των μαρτύρων είναι ο σπόρος της απελευθέρωσης». Βρήκα επίσης το Promessi Spossi και το διάβασα δύο φορές. Τέλος έπιασα τη Θεία Κωμωδία. Μα, αλίμονο, δεν ήταν για τα δόντια μου. Ωστόσο, βάλθηκα απεγνωσμένα να το ξεκοκκαλίσω κι όχι άδικα, νομίζω.

Tις τελευταίες μέρες της παραμονής μου στη γενέτειρά μου, έμαθα πολλά από τον δρα Φράνσις, τον Σκριμάλιο τον φαρμακοποιό και τον κύριο Mπο τον κτηνίατρο. Είχα ήδη αρχίσει να συνειδητοποιώ ότι η μεγαλύτερη πανούκλα που πλήττει αλύπητα την ανθρωπότητα είναι η άγνοια και ο εκφυλισμός των φυσικών συναισθημάτων. Σύντομα, η θρησκεία μου δεν χρειαζόταν ναούς, θυσιαστήρια κι επίσημες προσευχές. O θεός έγινε για μένα ένα ον τέλεια πνευματικό, χωρίς κανένα ανθρώπινο χαρακτηριστικό. Παρόλο που ο πατέρας μου μου έλεγε συχνά ότι η θρησκεία ήταν απαραίτητη για να συγκρατεί τα ανθρώπινα πάθη και να παρηγορεί τον άνθρωπο στις συμφορές του, εγώ ένιωθα το καλό και το κακό των πραγμάτων μέσα στην καρδιά μου. Με τέτοια στο μυαλό μου πέρασα τον ωκεανό.

Όταν έφτασα στην Αμερική, δοκίμασα όλες τις κακουχίες, τις απογοητεύσεις και τις στερήσεις που συνοδεύουν αναπόφευκτα κάθε νέο που φτάνει εδώ είκοσι χρονώ, κάπως ονειροπόλος, που δεν ξέρει ακόμα τη ζωή. Γνώρισα όλων των ειδών τις βαναυσότητες, τη διαφθορά και τις αδικίες που μαστίζουν τραγικά την ανθρωπότητα.

Μα παρόλ’ αυτά, κατάφερα να ενισχύσω τον εαυτό μου σωματικά και νοητικά. Εδώ μελέτησα τα έργα του Kροπότκιν, του Γκόρκι, του Mερλίνο, του Mαλατέστα, του Pεκλί. Διάβασα το Κεφάλαιο του Μαρξ, τα έργα του Λεόνε ντι Λαμπριόλα, την πολιτική Διαθήκη του Kάρλο Πισακάνε, τα Καθήκοντα του Ανθρώπου και πολλά άλλα συγγράμματα πάνω στο κοινωνικό ζήτημα. Εδώ διάβασα τα περιοδικά κάθε σοσιαλιστικής, πατριωτικής και θρησκευτικής φράξιας. Μελέτησα τη Βίβλο, τη Ζωή του Χριστού (του Ρενάν) και το Ο Χριστός Δεν Υπήρξε Ποτέ του Mισελμπό. Εδώ διάβασα ελληνική και ρωμαϊκή ιστορία, την ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών, της Γαλλικής Επανάστασης και της Ιταλικής Επανάστασης. Μελέτησα τον Δαρβίνο και τον Σπένσερ, τον Λαπλάς και τον Φλαμμαριόν. Ξανάπιασα τη Θεία Κωμωδία και την Απελευθερωμένη Ιερουσαλήμ. Ξαναδιάβασα τον Λεοπάρντι κι έκλαψα μαζί του. Διάβασα τα έργα του Oυγκό, του Λέοντος Tολστόι, του Zολά και του Kαντί, την ποίηση του Tζούστι, του Γκερίνι, του Pαπισάρντι και του Kαρντούτσι.

Mη νομίσεις, αγαπητέ αναγνώστη, πως ήμουνα κανένας διανοούμενος. Κάθε άλλο. H βασική μου παιδεία ήταν ατελής κι οι διανοητικές μου δυνάμεις δεν επαρκούσαν για ν’ αφομοιώσω ολόκληρο το τεράστιο τούτο υλικό. Πρέπει επίσης να θυμάσαι ότι μελετούσα μετά από μια μέρα σκληρής δουλειάς και χωρίς τις απαραίτητες ανέσεις. Aχ, πόσα βράδια έσκυβα πάνω από κάποιον τόμο δίπλα στο σπινθήρισμα μιας σόμπας υγραερίου μέχρι το πρωί! Πόσες φορές, μόλις ξαπόσταινα το κεφάλι μου στο μαξιλάρι, σφύριζε το εγερτήριο κι έτρεχα στο εργοστάσιο ή το λατομείο.

    Mα έμαθα από τη μελέτη μου να παρατηρώ αμείλικτα, διεισδυτικά κι επίμονα τους ανθρώπους, τα ζώα και τα φυτά, τα πάντα δηλαδή που περιβάλλουν τους ανθρώπους. Το Βιβλίο της Ζωής: να το Βιβλίο των Βιβλίων. Όλα τα υπόλοιπα σου μαθαίνουν μόνο πώς να διαβάσεις αυτό. Μιλάω για τα τίμια βιβλία· γιατί τα ανειλικρινή βιβλία έχουν τον αντίθετο σκοπό.

Tις πράξεις μου και τις αρχές μου τις καθόρισε ο διαλογισμός πάνω σε τούτο το Βιβλίο. Αρνήθηκα το «ο καθένας για τον εαυτό του κι έχει ο θεός για όλους». Υποστήριξα τους αδύναμους, τους φτωχούς, τους καταπιεσμένους, τους απλούς και τους καταδιωγμένους. Θαύμασα τον ηρωισμό, τη δύναμη και τη θυσία όταν γίνονταν για να θριαμβεύσει το δίκιο. Κατάλαβα ότι στο όνομα του Θεού, του Νόμου, της Πατρίδας, της Ελευθερίας και των αγνότερων αφηρημένων εννοιών, των ανώτερων ανθρώπινων ιδανικών εκτελούνται και θα συνεχίσουν να εκτελούνται τα φρικτότερα εγκλήματα, μέχρι τη μέρα που θα ’χουμε δει το φως και δεν θα είναι πια δυνατό για τους λίγους στ’ όνομα του Θεού να κάνουν κακό στους πολλούς.

Κατάλαβα πως ο άνθρωπος δεν μπορεί ατιμώρητα να καταπατά τους άγραφους νόμους που κυβερνούν τη ζωή του, δεν μπορεί να κόψει τους δεσμούς του με το σύμπαν. Κατάλαβα πως τα βουνά, οι θάλασσες, τα ποτάμια, τα “φυσικά σύνορα” που λέμε, έγιναν όλα πριν τον άνθρωπο, μέσ’ από περίπλοκες φυσικές και χημικές διαδικασίες και όχι για να διαιρούν τους λαούς.

Συνειδητοποίησα τη σημασία της αδελφότητας και της παγκόσμιας αγάπης. Ένιωσα πως ό,τι ευεργετεί ή πληγώνει έναν άνθρωπο, ευεργετεί ή πληγώνει ολόκληρο το είδος. Αναζήτησα την απελευθέρωσή μου στην απελευθέρωση όλων· την ευτυχία μου στην ευτυχία όλων.

Κατάλαβα πως η ισότητα στις πράξεις, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, είναι η μοναδική ηθική βάση στην οποία μπορεί να οικοδομηθεί μια δίκαιη ανθρώπινη κοινωνία. Έβγαλα το ψωμί μου με τον τίμιο ιδρώτα του προσώπου μου. Δεν έβαψα με στάλα αίμα τα χέρια μου, ούτε και τη συνείδησή μου. Κατάλαβα πως ο ανώτερος σκοπός της ζωής είναι η ευτυχία. Ότι τα αιώνια κι απαράλλαχτα θεμέλια της ανθρώπινης ευτυχίας είναι η υγεία, η καθαρή συνείδηση, η ικανοποίηση των ζωτικών αναγκών και μια ειλικρινής πίστη. Κατάλαβα πως κάθε άνθρωπος έχει δύο εγώ, ένα πραγματικό κι ένα ιδανικό, ότι το δεύτερο είναι η πηγή κάθε προόδου και ότι καθετί που πάει να εξισώσει το πρώτο με το δεύτερο δεν γίνεται καλοπροαίρετα. Η διαφορά σε κάθε άνθρωπο μεταξύ των δύο εγώ του είναι πάντοτε η ίδια, αφού είτε στην τελειότητα είτε στην παρακμή, τα δύο κρατούν μεταξύ τους την ίδιαν απόσταση.

Κατάλαβα ότι ο άνθρωπος δεν είναι ποτέ αρκετά σεμνός απέναντι στον εαυτό του κι ότι η πραγματική σοφία βρίσκεται στην ανοχή.

Ήθελα στέγη για κάθε οικογένεια, ψωμί για κάθε στόμα, παιδεία για κάθε καρδιά και φωτισμό για κάθε νου.

Είμαι πεπεισμένος πως η ανθρώπινη ιστορία δεν έχει αρχίσει ακόμα. Ότι βρισκόμαστε στην τελευταία περίοδο της προϊστορικής εποχής. Βλέπω με τα μάτια της ψυχής μου τις αχτίδες της νέας χιλιετίας να διαπερνούν τον ουρανό.

   Θεωρώ πως η ελευθερία της συνείδησης είναι δικαίωμα αναφαίρετο όπως κι η ίδια η ζωή. Με όλη μου τη δύναμη προσπάθησα να κατευθύνω το ανθρώπινο πνεύμα προς το καλό όλων. Γνωρίζω από την πείρα μου ότι τα δικαιώματα και τα προνόμια ακόμη θα κερδίζονται και θα διατηρούνται με τη βία, μέχρι η ανθρωπότητα να τελειοποιηθεί.

Στην πραγματική ιστορία της μελλοντικής εποχής –όταν θα έχουν καταργηθεί οι τάξεις και τα προνόμια, οι ανταγωνισμοί των συμφερόντων μεταξύ των ανθρώπων– η πρόοδος και η αλλαγή θα καθορίζονται από τη συνετή σκέψη και το κοινό συμφέρον.

Aν εμείς και η γενιά που οι γυναίκες μας κρατούν στην αγκαλιά τους δεν φτάσουμε λίγο πιο κοντά στο στόχο, δεν θα έχουμε καταφέρει τίποτα πραγματικό και η ανθρωπότητα θα συνεχίσει να ζει στη μιζέρια και τη δυστυχία.

Kαι τώρα; Σε ηλικία τριαντατριών ετών –την ηλικία του Χριστού και, σύμφωνα με ορισμένους ειδικούς, την ηλικία των παραβατών γενικότερα– μου έχουν προδιαγράψει φυλακή και θάνατο. Ωστόσο, αν ήταν να ξαναρχίσω το “ταξίδι της ζωής”, τον ίδιο δρόμο θ’ ακολουθούσα, με την προσπάθεια ίσως να μειώσω τα κρίματα και τα λάθη μου και να πολλαπλασιάσω τις αγαθές μου πράξεις.

Στέλνω στους συντρόφους μου, στους φίλους μου, σε όλους τους καλούς ανθρώπους την αδελφική μου αγκαλιά, την αγάπη και τον θερμό μου χαιρετισμό!

ΤEΛOΣ THΣ IΣTOPIAΣ, APXH THΣ IΣTOPIAΣ




Μικρό χρονολόγιο για την ποίηση της Αργυρώς και του Βαγ. Λουλαδάκη, του Δημήτρη Δαμασκηνού

Δημήτρης Δαμασκηνός | Μικρό χρονολόγιο για την ποίηση της Αργυρώς και του Βαγγέλη Λουλαδάκη

    Η Aργυρώ Λουλαδάκη γεννήθηκε το 1973 και κατοικεί στα Χανιά της Κρήτης. Είναι απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης. Έχοντας ήδη κάνει τρεις κύκλους μεταπτυχιακών σπουδών που αφορούν στη Νεοελληνική Λογοτεχνία του 19ου αιώνα και τις Επιστήμες της Εκπαίδευσης, εργάζεται ως καθηγήτρια-φιλόλογος στο Μουσικό Γυμνάσιο Χανίων. Εκτός από την πιο πρόσφατη ποιητική της απόπειρα έχει ήδη εκδώσει δύο ακόμα ποιητικές συλλογές.
    Η πρώτη επιγράφεται “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, και εκδόθηκε στο Ρέθυμνο το 1997 1: Όπως αναφέρει στο οπισθόφυλλο της έκδοσης η Αργυρώ: “Το μεγαλύτερο μέρος των ποιημάτων που περιλαμβάνονται στην παρούσα συλλογή γράφτηκαν κατά τη διάρκεια των φοιτητικών μου χρόνων στο Ρέθυμνο.”
    Αυτή η πρώτη ποιητική της δοκιμή περιέχει  αρκετά αξιόλογα ποιήματα. Η ποιήτρια επέλεξε τότε -σποραδικά έστω και ως παιγνιώδη παράβαση- να υιοθετήσει μια υποψία ομοιοκαταληξίας 2 που θα εγκαταλείψει στη συνέχεια γράφοντας μόνο σε ελεύθερο στίχο. Μερικές παρομοιώσεις της επιπρόσθετα φαίνεται να έχουν αντληθεί “μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου”, στην προσπάθεια της να πειραματιστεί στη σύνταξη της ιδιαίτερης δικής της ποιητικής ιδιολέκτου ιχνηλατώντας διαύλους επικοινωνίας με τον αναγνώστη. Κάτι τέτοιο συμβαίνει, για παράδειγμα, στο ποίημα “Βρασμένο νερό”, όπου ο θάνατος, αθόρυβος και ευέλικτος:
όλα τα κάνει αόρατα,
όπως τα απορρυπαντικά γενικής χρήσης
απομακρύνει λεκέδες, στίματα, μυρωδιές…
     Το θέμα του θανάτου επανέρχεται στην ποίησή της και πάλι. Από την πρώτη ενότητα που τιτλοφορείται “ΠΑΡ-Ακμή”, η οποία περιέχει ποιήματα γραμμένα ανάμεσα στο 1992-1995, οι “Φωτιές”, για παράδειγμα, αποτυπώνουν έναν μετα-ρομαντικό, γι’ αυτό χαμηλόφωνο, σχεδόν υποδόριο συγκλονισμό μπρος στο αναπόφευκτο του θανάτου, αφού, όπως εκμυστηρεύτηκε στον γράφοντα η ίδια η Αργυρώ, το ποίημα το συνέθεσε όταν πληροφορήθηκε τα “κακά μαντάτα” για το προδιαγεγραμμένο τέλος ενός πολύ αγαπημένου της συγγενικού προσώπου.
“Φωτιές”

Γέμισαν τα σοκάκια φωτιές∙
θα ξεφαντώνουν τα ξωτικά.

Κι η νύχτα θα γελάει στα κρεβάτια
Ντυμένη προβιές ζώου και φωνές,

Και θα φτάνει η ματιά σου ίσαμε μένα
Σαν απλωμένο χέρι στο κατάρτι.

Γέμισα, γέμισες, γέμισε
Γεμίσαμε, γεμίσατε, γέμισαν φωτιές.

Το ποίημα αυτό, αν και είναι αρκετά πρώιμο, γραμμένο το Νοέμβριο του 1994 4, εμπεριέχει, ωστόσο, στοιχεία του προσωπικού -τότε- ύφους της Αργυρώς, ιδιαίτερα τον υπαινικτικό  εικονοπλαστικό της λόγο που επιτρέπει στον αναγνώστη να κάνει τους δικούς του συνειρμούς, εξίσου θεμιτούς με τις προθέσεις της ποιήτριας που το έγραψε: κάποιος, διαβάζοντας το, θα μπορούσε π.χ. να υποθέσει πως αποτυπώνει ένα αυθεντικό  ερωτικό συναίσθημα που φτάνει στην κορύφωση του με τους φλεγόμενους εραστές, ίσως μια κάποια δωδεκάτη  σαιξπηρική νύχτα, να συμμετέχουν σε μια καρναβαλική -σχεδόν- μέθεξη της φύσης και των σωμάτων. Η απόκλιση στη νοηματοδότηση του περιεχομένου μπορεί αφενός να οφείλεται στην αδυναμία της νεαρής -τότε- ποιήτριας να τιθασεύσει την έκφραση της ορίζοντας με σαφήνεια έναν ορίζοντα προσδοκιών από το ποίημα στον αναγνώστη κατά τη διαδικασία της ανάγνωσης, μπορεί αφετέρου να υπήρξε, όμως, και συνειδητή της επιλογή, επιτρέποντας μ’ αυτόν τον τρόπο να γίνει ο αναγνώστης συν-δημιουργός του νοήματος σ’ ένα πιο ρευστό πλαίσιο συνειρμών και συμβολικών αναπαραστάσεων.
    Από τις δύο πιθανές ερμηνείες, ωστόσο, ας συγκρατήσει κανείς πιο πολύ τη βίωση της εμπειρίας του θανάτου, γιατί η ποίηση της Αργυρώς, αν και αναγνωρίζει βέβαια την επίδραση του ερωτικού συναισθήματος, δεν είναι -εντούτοις- ηδονιστική: ο έρωτας μοιάζει μάλλον σαν τις μέρες που ρίχνουν “τα απροσδόκητα φώτα στη ρίζα των ονείρων μας” 5, ενώ η ζωή είναι “μια μπάλα που ‘φυγε απ’  τα χέρια των παιδιών κι έρχεται ως τα πόδια σου και τ’ ακουμπά” 6. “Στον επόμενο τόνο”, όμως:
Το φως
σε τρώει όπως η θάλασσα το βράχο
γεμάτη κουφάλες
ν’ αντηχά το σπασμένο κύμα
στα σωθικά σου.
υπογραμμίζοντας στη ροή του χρόνου τη φθαρτότητα της ύπαρξης 7.

   Στην πρώτη της αυτή συλλογή διακρίνεται με ευκρίνεια το ύφος που μετέπειτα θα καλλιεργήσει στην ποίησή της: οι θρυμματισμένες εμπειρίες, τα συναισθήματα και οι εικόνες, αυτά “τ’ απομεινάρια από την αγωνία της ημέρας και τις σιωπές της νύχτας” που καταθέτει στον αναγνώστη συγκροτούν μια αντιηρωική ποιητική αποτύπωση χωρίς λυρικές μεγαλοστομίες, η οποία -αν και η ματιά της είναι στραμμένη στη θέαση αυτού του κόσμου- ασφαλώς δεν επιχειρεί να “κοινωνήσει” με τον λεγόμενο “ρεαλισμό” και τα καλλιτεχνικά ρεύματα που εμπνεύστηκαν από αυτόν ή έστω ενσωμάτωσαν κάποια στοιχεία του.
    Ασφαλώς δεν παραπέμπει σ’ ένα σύστημα συμβολικών αξιών που θα μπορούσε να οριστεί ως υψηλό, αξίες που όριζαν παλιότερα κοινωνικές και πολιτικές πρακτικές βρίσκοντας συχνά την αποτύπωσή τους στην ποίηση του αιώνα που μας πέρασε (βλ. π.χ. την αντιστασιακή ποίηση ιδιαίτερα της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς).  Αντίθετα η ποίηση της Αργυρώς παραπέμπει στον μοντερνισμό και τα καλλιτεχνικά ρεύματα που ενέπνευσε, αποτελεί συνεπώς σπουδή -τόσο για τον ποιητή όσο και για τον αναγνώστη- της βιωμένης υποκειμενικότητας των καθημερινών στιγμών που καταγράφονται σ’ έναν χώρο. Είναι συνεπώς μια ποίηση εσωτερική, σχεδόν εξομολογητική, ποίηση ειλικρινής στη τόλμη της ν’ απέχει συνειδητά (;) από το αιώνιο θέμα της εξουσίας, ωστόσο ενδιαφέρουσα και ιδιαίτερη στην επιλογή χαμηλών -κατά βάση- τόνων έκφρασης και την αποφυγή της ρητορικής μεγαλοστομίας.

Κι ο θάνατος
μια ελλειπτική τροχιά
μια ρόδα που γυρίζει
στο κενό 8.

θα γράψει στη δεύτερη ποιητική της συλλογή με τίτλο: “Κάποια ποιήματα” 9. Εκδόθηκε στα Χανιά το 2013 και αποτελείται από δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος που επιγράφεται στιγμές περιλαμβάνονται ποιήματα γραμμένα έως το 2008.
    Σ’ αυτά συνεχίζει το παιχνίδι των αντιθέσεων: το φως, η σκιά και το σκοτάδι, η νύχτα και η μέρα, η απουσία και το κενό, η ζωή και ο θάνατος συνθέτουν μερικούς αντιφατικούς πόλους χρωματισμένους από το άσπρο στις “διαχωριστικές γραμμές” 10 των λεωφόρων και στους λευκούς τοίχους 11, από το “μαύρο χαρτί” της νύχτας 12 μα και από το κίτρινο του φεγγαριού  που τη νικούσε 13, από το κόκκινο των λουλουδιών 14 και του αίματος 15, από το μπλε -τέλος- που “περίσσευε απ’ τη θάλασσα” 16. Ένα πλήθος ταπεινών καθημερινών αντικειμένων φωτίζονται, ακινητούν στις λιγοστές παρομοιώσεις της ή “αφήνουν το μελανό αποτύπωμά τους στον τοίχο” 17, όπως τα κάδρα τη νύχτα.
     Σ’ αυτές τις ολιγόστιχες και λιτές ποιητικές καταγραφές που φέρουν, ωστόσο, όλα τα χρώματα και τ’ αντικείμενά τους, η Αργυρώ συνθέτει -πράγματι- στιγμές σ’ ένα διαθλασμένο από την ανθρώπινη εμπειρία χωρικό συνεχές, στο οποίο οι μορφές μεταβάλλονται αέναα, τα περιγράμματα, τα νοήματα και τα συναισθήματα μεταπλάθονται αδιάκοπα, μ’ έναν πιο ασυνεχή όμως και πιο κατηγορηματικό τρόπο, αφού ο χρόνος:

…άλλο ένα κουβάρι
παρατημένο στη γωνία
με χαμένη την άκρη του
απροσδιόριστη την αρχή του
χωμένη στην παραλληλία,
τη διάζευξη, τεμνόμενη
από αλλεπάλληλες σειρές-κλωστές
γεγονότων όλων ταυτόχρονα
ισχυόντων∙ στην κοίλη-καμπύλη
επιφάνειά του, στην κυλιόμενη τροχιά του. 18

καταντά μια παγίδα:

 σαν εκείνες τις κορδέλες
αλειμμένες με κάτι σα μέλι
για τις μύγες
στα παλιά καφενεία· 19
    που κολλάει πάνω του κανείς βυζαίνοντας λαίμαργα τη γλύκα των ωρών του ώσπου να πεθάνει ή:
σαν τις σταγόνες το αίμα
στο χώμα που φανερώνουν
την πορεία του σκοτωμένου 20.
    Σ’ αυτό το ποιητικό σύμπαν της Αργυρώς τα ποιήματα της μοιάζουν με “εκκενώσεις ηλεκτρικές” 21, και οι στίχοι που μέσα τους αναπνέει είναι τα αιμοφόρα αγγεία που τρέφουν την ύπαρξή της 22. Αυτοί οι στίχοι της τρυπούν τη μέρα ανοίγοντας σήραγγες στο κορμί:
…διόδους μυστικούς για να χωρέσουν
ήχοι καινούριοι, κύματα, πνοές…. 23.
την ώρα που η ποιήτρια πατάει:

…πάνω στη σιωπή
προσεχτικά μη σπάσει
κι απλωθούν παντού
τα κομμάτια της
κομμάτια κοφτερά
σαν από γυαλί 24.

και μόνο η θάλασσα μοιάζει σάρκα από:

σώμα υγρό που πάλλεται
ηδονικά στο άγγιγμα του ήλιου 25.

     Στο δεύτερο μέρος που έχει τίτλο της σκιάς… και του φωτός… περιλαμβάνονται ποιήματα γραμμένα το 2011-2012. Η   Αργυρώ σ’ αυτό το μέρος προτάσσει στα [Σπαράγματα στίχων] μια διάσημη βουδιστική γραφή, την παρακάτω: (Formisemptinessandemptinessisform = Η μορφή είναι κενή και η κενότητα είναι μορφή) 26.
    Αυτή η φράση παρμένη από τη Σούτρα της καρδιάς υποδεικνύει πως η έννοια της κενότητας αποτελεί σημαντικό εργαλείο και οδηγό για την άσκηση του διαλογισμού, αφού:

τα πάντα είναι κενότητα.
Δεν υπάρχουν γέννηση, θάνατος,
αγνότητα, σπίλωση,
αύξηση, μείωση.
Για αυτό στην κενότητα δεν υπάρχουν η μορφή, οι σπιλώσεις,
μάτια, αυτιά, μύτη, γλώσσα, σώμα, νους.
Δεν υπάρχει χρώμα, ούτε ήχος, οσμή, γεύση, αφή, σκέψη.
Δεν υπάρχει νόηση, ούτε άγνοια, ψευδαίσθηση ή παύση των ψευδαισθήσεων.
Δεν υπάρχει φθορά, ούτε θάνατος, ούτε τέλος στη φθορά και τον θάνατο.
Δεν υπάρχει γνώση, ούτε κέρδος, ούτε απώλεια. 

   Με την κατάκτηση αυτής της υπέρτατης σοφίας που απελευθερώνει από τη δυστυχία, η ψευδαίσθηση και η προσκόλληση καταρρέουν και ο άνθρωπος μπορεί να δει την αλήθεια, την πραγματική κενότητα και να συλλάβει τον απόλυτο νόμο της ύπαρξης, τη Νιρβάνα 27.
    Επιστρέφοντας στην ποιητική ενότητα στιγμές, ας ειπωθεί για την ποιήτρια πως χρησιμοποιεί έκφραση ακόμα πιο ελλειπτική, από την οποία συχνά απουσιάζει το ρήμα 28, δηλαδή δεν εκδηλώνεται η ενέργεια, συνεπώς συναιρείται και ο χρόνος, ακόμα και σ’ αυτά που τον προϋποθέτουν για να υπάρξουν όπως στο ποίημα:

[11]

Νύχτα
στα σεντόνια οι λέξεις
ξέσκεπες
στην ισορροπία του σκοταδιού.

Σχήμα κορμιού
ξεχασμένο στο μαξιλάρι… 29

    Τέλος η παρούσα ποιητική συλλογή: “Εκτός. Χώροι”, της Αργυρώς και του Βαγγέλη Λουλαδάκη  είναι “μία σημαντική ποιητική απόπειρα και πραγμάτωση δύο νέων Χανιωτών ποιητών που αξίζει να προσεχθούν από το φιλότεχνο κοινό γιατί έχουν πολλά να προσφέρουν στην ποίηση του τόπου μας και ευρύτερα” 30.
    Η συλλογή κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2016, τυπωμένη από τις εκδόσεις Μανδραγόρας. Την προσεγμένη έκδοση επιμελήθηκαν η Αγγελική Ασπρογέρακα – Γρίβα και ο Κώστας Κρεμμύδας, ποιητής ο ίδιος και εκδότης του ομώνυμου περιοδικού Μανδραγόρας.
    Η συνεισφορά της Αργυρώς σ’ αυτή την κοινή ποιητική προσπάθεια των δύο αδελφών περιλαμβάνεται στις σελίδες 9-73 διαρθρωμένη στις ενότητες:
I – IX,
Κενού σιωπή,
(Γιατί;) & Άτιτλα ποιήματα

     Γράφει η Αργυρώ στο ποίημα της ΙΧ στις σελίδες 22-25 31 από την πιο πρόσφατη ποιητική της απόπειρα:
Το καλοκαίρι αργό
στην επανάληψη του δρόμου
στην ένταση της κίνησης των αμαξιών.

Ο χώρος
αφήνει τα δωμάτια
κενά…

“Τούτο το σπίτι μυρίζει θάνατο”, μου είπε. “Οι κουρτίνες, τα πατώματα, οι καρέκλες, οι καρέκλες έχουν την οσμή του θανάτου”. “Την οσμή του αίματος”, συμπλήρωσα εγώ.

Το σπίτι
σχηματίζει
τη σιωπή.

Το σπίτι
αγγίζει τη σιωπή
όπως τα χέρια το άψυχο σώμα.

Απόψε το φεγγάρι
έκαψε τον ουρανό

κι η νύχτα
άστρο π’ αναζητά
την τροχιά του…

Κι η νύχτα
να επαναλαμβάνεται
στο μαξιλάρι μου
όπως η βροχή στα σύννεφα·

κίνηση αδιάκοπη
στην απόσταση
του χρόνου… 32


    Ο Βαγγέλης Λουλαδάκης, από την άλλη πλευρά, ο αδελφός της, στις σελίδες του βιβλίου 75-123 υπογράφει τη συνέχεια με τα: 1 – 31 & 13 ποιήματα για τη νύχτα με μια γραφή που όχι απλά παρουσιάζει ομοιότητες μ’ αυτήν της Αργυρώς, μα  παραπέμπει σε μια κοινή αισθητική και μια ταυτόσημη βίωση του ποιητικού φαινομένου. Γράφει για παράδειγμα στο ποίημα 6:
6

Το πάτωμα
πεταμένο σχήμα,
σπασμένη συμμετρία
κάτω απ’ το τραπέζι 33.

σε μια κουζίνα που σκορπίζει όταν πέφτει ένα ποτήρι 34. Μα και στα Δεκατρία ποιήματα για τη νύχτα εκμυστηρεύεται στον αναγνώστη πως:

Τη νύχτα, τα δωμάτια
εγκαταλείπουν το πάτωμα
κάτω απ’ το σπίτι.
Μένει μόνο το περίγραμμα
του χώρου,
κουφάρι νεκρού ζώου 35.

    Σε άλλα ποιήματά του αρέσκεται να χρησιμοποιεί στα σχεδόν φωτογραφικά του ενσταντανέ έναν τρόπο γραφής κρυπτικό, ασύντακτο, ασυνεχή, θραυσματικό εντέλει (προ)καλώντας τον αναγνώστη να εγκαταλείψει την προσφιλή του συνήθεια των έτοιμων απαντήσεων, προτρέποντας τον να γίνει ενεργός συμμέτοχος στο ποιητικό γίγνεσθαι, για να (συν)οικοδομήσουν μαζί το νόημα στη μετέωρη φράση, όπως π.χ. στο ποίημα 7, όταν γράφει:
Το κύμα έσπασε φορτηγό στην ακτή 36.
    Αυτή η ποιητική φράση έχει το νόημα πως: Το κύμα έσπασε (πάνω σ’ ένα) φορτηγό (που βρισκόταν) στην ακτήή πως:Το κύμα έσπασε (όπως σπάει ένα) φορτηγό (πέφτοντας/προσκρούοντας) στην ακτή;
    Πολλές ακόμα υποθέσεις μπορεί ο αναγνώστης να κάνει. Θεμιτό νόημα, φυσικά, δεν υπάρχει. Ο καθένας από εμάς θα γίνει συνδημιουργός του συμπληρώνοντας, αποκαθιστώντας και ερμηνεύοντας με τον δικό του τρόπο την τραυματισμένη φράση με το να συγκολλήσει λιγότερο ή περισσότερο προσεκτικά τις λέξεις με άλλη διάταξη και συντακτική συνάφεια, όπως τα κομμάτια ενός παζλ ή ενός σπασμένου καθρέφτη, κίνηση που θα του επιτρέψει να κοιτάξει βαθύτερα μέσα στον ψυχισμό του.
    Αυτή η απόπειρα για μια νέα ποιητική γραφή δε σημαίνει πως ο Βαγγέλης Λουλαδάκης δεν ξέρει να χειρίζεται τα εργαλεία της τέχνης του. Το κάθε άλλο συμβαίνει: το έκτο π.χ. από τα Δεκατρία ποιήματα για τη νύχτα αποτελεί έξοχη πραγμάτωση του συνυποδηλωτικού και εικονοπλαστικού λόγου:

Τη νύχτα τα αντικείμενα
μαζεύονται στο φως
όπως το ψάρι στο δόλωμά του.
Ανυποψίαστα λαχταρούν
την εξαπάτησή τους 37.

    Ποιός είναι, όμως, ο Βαγγέλης Λουλαδάκης; Γεννήθηκε το 1977 στα Καμισιανά του νομού Χανίων Κρήτης. Το επάγγελμα του είναι επιπλοποιός, ενώ παράλληλα ασχολείται με τη ζωγραφική και τη φωτογραφία. Οι φωτογραφίες, άλλωστε, της ποιητικής συλλογής: “Εκτός. Χώροι”, και η φωτογραφία του εξώφυλλου είναι δικές του.

Φωτογραφία του Βαγγέλη Λουλαδάκη
στην ποιητική συλλογή: “Εκτός. Χώροι”, σελ. 124.

Έχει εκδώσει το 2010 μια ποιητική συλλογή με τίτλο: “Μικρές μελέτες” 38. Αυτή η πρώτη ποιητική του απόπειρα, που επίσης περιέχει πολύ μικρά ποιήματα, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στα Χανιά τον Φεβρουάριο του 2016.  Ο κ. Σταμάτης Φιλιππίδης, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης ανέφερε τότε μεταξύ άλλων: “Τη λέξη μελέτες τη χρησιμοποιεί με την έννοια της προσήλωσης γιατί μιλάει για αντικείμενα κυρίως. Νομίζω ότι θα ήταν προσφυέστερος ο τίτλος αν ήταν εν ριπή οφθαλμού ή ενσταντανέ δηλαδή στιγμιαία φωτογραφία. Με μια πολύ γρήγορη ματιά προσπαθεί να δει τα πράγματα μ’ ένα διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι συνήθως τα βλέπουμε” 39.

    Αυτή είναι μία εύστοχη παρατήρηση, όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς διαβάζοντας το πρώτο-πρώτο ποίημα της συλλογής, στην οποία προτάσσεται η ενότητα για τη ΜΕΛΕΤΗ του ΦΩΤΟΣ. Γράφει, λοιπόν, ο Βαγγέλης Λουλαδάκης:

1.

Τα καλοκαιρινά απογεύματα.
Που αφήνουν το αίμα τους
πάνω στις κουρτίνες
και συ απρόσεκτος τις ακουμπάς
συμμετέχοντας άθελά σου
στο φόνο 40.

Γιατί:

Κάθε απόγευμα,
η μέρα σκοτώνει
αργά το φως της
μέχρι η νύχτα να τ’ αποτελειώσει.
Όπως αργά και σταθερά
κρατάς το μαχαίρι στο λαιμό του ζώου
μέχρι να ξεψυχήσει 41.

    Στην  ΜΕΛΕΤΗ του ΧΩΡΟΥ πάλι ο αναγνώστης μοιράζεται τον φόβο του εφιάλτη με τον ποιητή, όταν τον ακούει να ψιθυρίζει πως τη νύχτα, αυτήν την “κούφια πλευρά της μέρας” 42:

τα αντικείμενα απορροφούν το σκοτάδι
όπως οι γάζες το αίμα 43.

    Η συλλογή ολοκληρώνεται με τέσσερα πεζά ποιήματα (στις σελ. 51-57) που κι αυτά αριθμούνται από τον δημιουργό τους χωρίς τίτλο. Το πρώτο από αυτά είναι νομίζω χαρακτηριστικό της ποιητικής αισθητικής του Βαγγέλη Λουλαδάκη:

Έβρεχε πολύ εκείνη τη νύχτα. Ξαφνικά έγινε διακοπή ρεύματος. Ανάψαμε κάποια παλιά κεριά και μαζευτήκαμε όλοι στο υπνοδωμάτιο. Έκανε πολύ κρύο έξω κι εμείς τυλιγμένοι στις κουβέρτες περιμέναμε να έρθει το φως. Τότε θυμάμαι καλά τη μάνα μου που μας έλεγε ιστορίες –πόσο δύσκολα πέρασε τα παιδικά της χρόνια, μα πόσο νοσταλγικά τα επιζητούσε πίσω. Ύστερα πάλι ήρθε το φως απότομα και όλα γύρισαν πάλι στην αρχική τους θέση 44.

    Το συμπέρασμα που προκύπτει διαβάζοντας τα ποιήματα  του Βαγγέλη είναι πως στην πρώτη ποιητική του απόπειρα κινήθηκε σε γενικές γραμμές στο ίδιο ύφος που αναδίδει και η παρούσα συλλογή Εκτός. Χώροι που από κοινού υπέγραψαν με την Αργυρώ.
    Οι ομοιότητες στην ποίησή τους είναι πολλές, αφού, όπως έγραψε και ο Νίκος Χουρδάκης, γενεαλογικά… τα δυο αδέλφια, ανήκουν οργανικά στη λεγόμενη «γενιά του ’90» ή αλλιώς: «σε μια αθέατη γενιά», σύμφωνα με τον οξυδερκή χαρακτηρισμό της Αγγελικής Κωσταβάρα… Τα χαρακτηριστικά της γενιάς… είναι: η νοσταλγία για την ολότητα και η μετα-ρομαντική αίσθηση, ο ελλειπτικός λόγος και το ασύμπτωτο της ποιητικής εικόνας, ο εγκιβωτισμός του φόβου σαν βραδυφλεγής εκρηκτικός μηχανισμός και ο απελευθερωτικός ρόλος της ποίηση και το σημαντικότερο, ίσως, ότι η θέα αυτής της, κατά τα άλλα αθέατης γενιάς, είναι προς τον κόσμο 45. Σχεδόν όλα αυτά τα χαρακτηριστικά ενυπάρχουν στο έργο των αδελφών Λουλαδάκη.
Δημήτρης Δαμασκηνός 
Σημειώσεις- Παραπομπές
1. Αργυρώ Λουλαδάκη, “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, φωτογραφία εξώφυλλου: Λουλαδάκης Βαγγέλης, εκδόσεις Bookstars-Γιωγγαράς, Ρέθυμνο 1997, σελ. 91.
2. Βλ. το ποίημα “Μένουν μόνο τα τελειώματα…”, από την ποιητική συλλογή “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, ο.π., σελ. 28, αλλά και το “Ανάστροφα” στη σελίδα 56.
3. Βλ. το ποίημα “Βρασμένο νερό”, από την ποιητική συλλογή “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, ο.π., σελ. 29.
4. Αργυρώ Λουλαδάκη, “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, ο.π., σελ. 14.
5. Βλ. ποίημα “Μέρες” της Αργυρώς Λουλαδάκη, από την ποιητική συλλογή “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, ο.π., σελ. 72. Το ίδιο ακριβώς ποίημα, χωρίς ωστόσο τίτλο, αριθμημένο ως [14], περιλαμβάνεται και στη δεύτερη ποιητική συλλογή της Αργυρώς Λουλαδάκη “Κάποια ποιήματα”, εκδόσεις Bookstars-Γιωγγαράς, Χανιά 2013, σελ. 22.
6. Βλ. ποίημα “Ζέστα” της Αργυρώς Λουλαδάκη, από την ποιητική συλλογή “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, ο.π., σελ. 52.
7. Βλ. ποίημα “Στον επόμενο τόνο” της Αργυρώς Λουλαδάκη, από την ποιητική συλλογή “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, ο.π., σελ. 76.
8. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [71], στην ποιητική συλλογή: “Κάποια ποιήματα”, εκδόσεις Bookstars-Γιωγγαράς, Χανιά 2013, σελ. 79.
9. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, “Κάποια ποιήματα”, εκδόσεις Bookstars-Γιωγγαράς, Χανιά 2013, σελ. 150.
10. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [20], ο.π., σελ. 28.
11. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [53], ο.π., σελ. 61.
12. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [72], ο.π., σελ. 80.
13. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [65], ο.π., σελ. 73.
14. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [59], ο.π., σελ. 67.
15. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [12], ο.π., σελ. 20.
16. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [79], ο.π., σελ. 80.
17. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [77], ο.π., σελ. 85.
18. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [79], ο.π., σελ. 80.
19. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [79], ο.π., σελ. 87.
20. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [12], ο.π., σελ. 20.
21. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [1], σελ. 09.
22. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [57], ο.π., σελ. 65.
23. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [47], ο.π., σελ. 44.
24. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [30], ο.π., σελ. 38.
25. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [5], ο.π., σελ. 13.
26. Γράφει η Σούτρα της καρδιάς ανάμεσα στ’ άλλα και τα παρακάτω:
[…] Ω Σαριπούτρα, γράφει η Σούτρα της καρδιάς,
τα φαινόμενα δεν διαφέρουν από την κενότητα,
η κενότητα δεν διαφέρει από τα φαινόμενα,
η μορφή είναι κενή, η κενότητα είναι μορφή.
27. Βασισμένος στη Μεγάλη Σοφία που οδηγεί στο επέκεινα, ο Μποντισάτβα είναι ατρόμητος.
Η ψευδαίσθηση και η προσκόλληση καταρρέουν
και αυτός συλλαμβάνει τον απόλυτο στόχο της ύπαρξης, τη Νιρβάνα.
Όλοι οι Βούδες του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος,
μέσα από το ασύγκριτο, απαράμιλλο και αυθεντικό μάντρα της Μεγάλης Σοφίας,
μπορούν να αποκτήσουν την υπέρτατη σοφία που μας απελευθερώνει από τη δυστυχία.
Καθώς μας γλιτώνει από όλη τη δυστυχία,
μας επιτρέπει να δούμε την αλήθεια, την πραγματική κενότητα.
 (Πήγαινε, πήγαινε, πήγαινε στο επέκεινα, ακόμη πιο πέρα, στην ακτή της Φώτισης).
28. Αυτό συμβαίνει στα ποιήματα [1], [2], [3], [4], [7], [9], [11], [12], [13], [14], [15], [18], [20], [22], [23], [24], [25], [26], [27], [32], [33], [36] και [39], δηλαδή στα 23 από τα 43 ποιήματα αυτού του δεύτερου μέρους.
29. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, Ποιήματα (2011-2012) [11], στην ποιητική συλλογή: “Κάποια ποιήματα”, ο.π., σελ. 115.
30. Βλ. τη δήλωση του Δημήτρη Δαμασκηνού, φιλόλογου και συγγραφέα στο άρθρο του Γιώργου Δρακάκη, Παρουσίαση ποιητικής συλλογής στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Χανίων, εφημερίδα Χανιώτικα Νέα, Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017. Άλλωστε στο ίδιο άρθρο ο  ψυχολόγος – ποιητής, Νίκος Χουρδάκης χαρακτήρισε τη συλλογή ως ένα πολύ ξεχωριστό γεγονός όχι μόνο για τον τόπο μας αλλά και γενικότερα για τη χώρα μας.
«Μπορεί να ακουστεί αυτό υπερφίαλο στις καταστάσεις που ζούμε, αλλά δεν είναι συνηθισμένο δύο αδέλφια να υπογράφουν μία ποιητική συλλογή παρότι έχουμε και στο παρελθόν περιπτώσεις αδελφών που γράφουνε ποίηση. Ένα κλασικό παράδειγμα είναι ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης και η Ζωή Καρέλλη. Ποτέ όμως δεν υπέγραψαν μία συλλογή μαζί. Εδώ έχουμε κάτι πιθανόν πρωτοφανές. Δύο αδέλφια να υπογράφουν μία συλλογή και μάλιστα με τόσο σημαντικά αποτελέσματα», είπε.
31. Το ποίημα ΙΧ της Αργυρώς Λουλαδάκη μάλλον ολοκληρώνεται στις σελίδα 29. Αυτή  η αμφιβολία ακολουθεί τον αναγνώστη, μιας και δεν υπάρχει σαφής τυπογραφική ένδειξη για τη μετάβαση στην επόμενη ενότητα με τον τίτλο Κενού σιωπή, γεγονός που φαίνεται να υπήρξε συνειδητή επιλογή της Αργυρώς.
32. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, Εκτός. Χώροι, επιμέλεια: Αγγελική Ασπρογέρακα-Γρίβα, Κώστας Κρεμμύδας, σειρά: ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ, εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα, Δεκέμβριος 2016, σελ. 22-25.
33. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 6 από τα ποιήματα 1 – 31 στην ποιητική συλλογή Εκτός. Χώροι, ο.π., σελ. 82.
34. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 24 από τα ποιήματα 1 – 31 στην ποιητική συλλογή Εκτός. Χώροι, ο.π., σελ. 100.
35. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 3 από τα Δεκατρία ποιήματα για τη νύχτα στην ποιητική συλλογή Εκτός. Χώροι, ο.π., σελ. 113.
36. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 7 σ από τα ποιήματα 1 – 31 την ποιητική συλλογή Εκτός. Χώροι, ο.π., σελ. 83.
37. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 6 από τα Δεκατρία ποιήματα για τη νύχτα στην ποιητική συλλογή Εκτός. Χώροι, ο.π., σελ. 116.
38. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, Μικρές μελέτες, εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2010, σελ. 59.
39. Βλ. Γιάννης Κάκανος, “Μικρές μελέτες” ποιητικής γραφής. Από τον Βαγγέλη Λουλαδάκη, εφημερίδα Χανιώτικα Νέα, Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2016.
40. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 1 από τη Μελέτη Φωτός στη συλλογή: Μικρές μελέτες, ο.π., σελ. 9.
41. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 6 από τη Μελέτη Φωτός στη συλλογή: Μικρές μελέτες, ο.π., σελ. 12.
42. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 4 από τη Μελέτη Χώρου στη συλλογή: Μικρές μελέτες, ο.π., σελ. 23.
43. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 34 από τη Μελέτη Χώρου στη συλλογή: Μικρές μελέτες, ο.π., σελ. 38.
44. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 1 από τα Τέσσερα πεζά ποιήματα, στη συλλογή: Μικρές μελέτες, ο.π., σελ. 53.
45. Αγγελική Κωσταβάρα, «Η γεωμετρία μιας αθέατης γενιάς» στο: Η γεωμετρία μιας αθέατης γενιάς. Ανθολογία ποίησης της γενιάς του ’90, εκδόσεις Μανδραγόρας, 2002, σελ. 11-21.



Αργυρώ Λουλαδάκη και Βαγγέλης Λουλαδάκης ΕΚΤΟΣ. ΧΩΡΟΙ, του Νίκου Ι. Χουρδάκη

Αργυρώ Λουλαδάκη και Βαγγέλης Λουλαδάκης ΕΚΤΟΣ. ΧΩΡΟΙ

Η συλλογή της Αργυρώς (1973) και του Βαγγέλη Λουλαδάκη (1977), που εκδόθηκε πρόσφατα από τον Μανδραγόρα, αποτελεί ένα αισθητικό γεγονός άξιο προσοχής όχι μόνο για τα δρώμενα της πόλης μας, αλλά γενικότερα. Δεν είναι π.χ. συνηθισμένο δυο αδέλφια να υπογραφούν μια συλλογή με τέτοια οργανική συνοχή, η οποία αν και δεν εξαφανίζει τις διαφορές, τις συμπλέκει δημιουργώντας ένα επίτευγμα συνόλου.

Δίνω στον όρο αισθητικό γεγονός, όπως καταλαβαίνεται, ένα ευρύτερο περιεχόμενο από τον όρο ποιητικό γεγονός καθώς στη συλλογή υπάρχει μια αλληλοπεριχώρηση γραφής ή γραφών, φωτογραφίας ή φωτογραφιών και τυπογραφικής μορφής. Αλλά υπάρχει και μια διάσταση στη συλλογή προσφοράς και πρόσληψης, με την έννοια που έχει δώσει στο όρο πρόσληψη ο Χανς Ρόμπερτ Γιάους (1921-1997) και η σχολή του, της Κωνστάντιας 1. 

Συνοπτικά, οι θεωρητικοί αυτής της σχολής εκτιμούν πως το πιο σημαντικό σχετικά με ένα έργο τέχνης είναι ο τελικός αποδέκτης του, δηλαδή ο αναγνώστης, ο ακροατής ή ο θεατής. Με άλλα λόγια, ο πλέον σημαντικός είναι ο «αποκωδικοποιητής» του μηνύματος μιας και το μήνυμα θα πρέπει να εκφραστεί μέσω ενός συστήματος συμβόλων τα οποία χρησιμοποιεί ο συγγραφέας/ πομπός και πρέπει να κατανοεί ο αναγνώστης/ αποδέκτης για να θεωρηθεί ολοκληρωμένη η επικοινωνία.

Η ισχύς αυτού του αξιώματος είναι προσαρμοσμένη, δεν ξέρω απιγνωσμένα ή ανεπίγνωστα, στη συλλογή των αδελφών Λουλαδάκη, την οποία διαβάζοντας την, μας δημιουργείται μια εγρήγορση πρόσληψης την οποία αν δεν διαχειριστούμε θα μείνουμε μετέωροι• καλούμαστε, λοιπόν, ως αναγνώστες να ερμηνεύσουμε και να συμπληρώσουμε την ελλειπτικότητα των ποιημάτων, την εικονοποιίας τους, τα σύμβολα, τις μορφικές καινοτομίες, τα νοήματα, τις αμφισημίες, κλπ. που τα απαρτίζουν.

Το βιβλίο τυπογραφικά διαθέτει μια μορφή, που προϋποθέτει διάκριση σχεδιασμού και προσεχτική υλοποίηση, χωρίς όμως αυτά να καταλήγουν σε μια εξεζητημένη κατάθεση. Το αντίθετο, το βιβλίο γίνεται οικείο και πρόσχαρο σ’ αυτόν που θα το διαβάσει και θα το αναστοχαστεί.

Τονίζω τη λέξη αναστοχαστεί, γιατί θεωρώ, ότι το Εκτός. Χώροι μπορείς να το ανακαλύψεις ή εξακολουθητικά να το ανακαλύπτεις μετά από το διάβασμά του. Όταν για παράδειγμα πέφτει μια σκιά στο δωμάτιο όπου ζεις και εσύ αντί να την περάσεις απαρατήρητη αρχίζεις να την παρατηρείς• να παρατηρείς τη διαφοροποίηση της φωτεινότητας των αντικειμένων, την αλλοίωση των περιγραμμάτων τους, την μοναδικότητα των στιγμών και αρχίζεις να νιώθεις ότι η ποίηση φωλιάζει παντού και όχι μόνο στα μεγάλα θέματα (συναισθηματικά, δραματικά, ιστορικά). Αρχίζεις να νιώθεις ότι η ποίηση είναι οργανικό στοιχείο της φυσικής ή κατασκευασμένης διάστασης του κόσμου και ότι μπορείς να την ανακαλύψεις και να την αποκαλύψεις, όπως μας κάνουν τα δυο αδέλφια, παντού στον κόσμο στον οποίο φιλοξενούμαστε.

Η ποίηση, συνεπώς, δεν έχει ανάγκη για να υπάρξει τα μεγάλα θέματα ή γεγονότα, αλλά μπορούμε να την ανακαλύψουμε στο μικρό, το σύνηθες, στο απέριττο, στο χώρο όπου ζούμε, παρατηρώντας τις λεπτομέρειες του δομημένου ή κατασκευασμένου ή φυσικά προσφερόμενου περιβάλλοντος. Σε ένα ποίημα γράφει η Αργυρώ: «Σημείο επαναφοράς ο χώρος», με την έννοια ότι ο χώρος μας χωρεί και μας ορίζει• ότι ο χώρος είναι όχι μόνο η φυσική κατοικία μας, αλλά το υποστασιακό μέγεθος της ύπαρξης μας• μας χωρεί αλλά και χωρούμε το χώρο με την έννοια που υποδηλώνει το ποίημα του Βαγγέλη: «Πατάς ξυπόλυτος κάτω/ χώρεσε το πάτωμα στα παπούτσια»• όσο για την άλλη τη θεμελιώδη διάσταση τον χρόνο αυτός μόνο συνεκδοχικά τονίζεται εδώ με την έννοια της μέρας (πρωινό, μεσημέρι απόγευμα) και της νύχτας.

Πιθανόν, στη συνέχεια, τα δυο αδέλφια να εκπονήσουν και μια τέτοια συλλογή, στην οποία να προσδιορίζουν το κοσμικό μέγεθος του χρόνου υπό την ποιητική οξυδέρκειά τους.
Προς το παρόν είναι όμως ο χώρος το κύριο αντικείμενο της εργασίας τους και σκέπτομαι πως σ’ αυτήν τους την επιλογή, πιθανόν, να συμβάλουν και βιογραφικοί λόγοι καθώς προέρχονται από μια οικογένεια με ξεχωριστή προσφορά στην επιπλοποιεία, στον τόπο μας.

Είναι όμως φρονώ, κυρίως, τα πνευματικά τους κίνητρα, που τους ώθησαν στην έρευνα του χώρου και της εκτό(πισή)ς του, το ότι, δηλαδή, η Αργυρώ έχει μια επιστημονική συγκρότηση στη σύγχρονη θεωρία της λογοτεχνίας• στη διατριβή της αναφέρω ότι απασχολήθηκε με τη θεωρία και πρακτική της μεταφοράς στην ελληνική ποίηση του 19ου αιώνα και ότι ο Βαγγέλης έχει μια αδιάλειπτη συνέχεια, από τα παιδικά χρόνια του, στη ζωγραφική και τη φωτογραφία, παράλληλα με το καθημερινό βιοποριστικό επάγγελμα του επιπλοποιού και κατασκευαστή πρωτότυπων επίπλων.

Ο χώρος σα φυσικό μέγεθος και τα αντικείμενα που τον κοσμούν έχουν μια έντονη παρουσία στη συλλογή: τα παράθυρα, οι πόρτες, οι καρέκλες, τα ποτήρια, τα τραπέζια, οι βρύσες, οι νιπτήρες, δείχνονται διαρκώς σα χωρικά σημαίνοντα και σημαινόμενα μαζί με τα δωμάτια, τοίχους, ταβάνια, πατώματα• παίζοντας ένα διαρκές παιγνίδι με το φως της μέρας ή με την απουσία του, τη νύχτα.

Η εργασία της Αργυρώς και του Βαγγέλη προϋποθέτει τα μοντερνιστικά κινήματα του περασμένου αιώνα, τα οποία σύμφωνα με τον ποιητή Νάνο Βαλαωρίτη (1921): «…[ήταν το] Dada, [ο] Φουτουρισμός, [ο] Υπερρεαλισμός, [οι] Σιτουσιονιστές, [οι] Λεττριστές, [η] Φωνητική ποίηση, [η] οπτική, [οι] poetes electriques, [οι] γλωσσοκεντρικοί, [οι οποίοι] συμμετείχαν στην πολιτική με τη στάση τους απέναντι στη γλώσσα, την κοινωνία και τον κόσμο.» 2. 

Τα αδέλφια δεν προσχωρούν στον μεταμοντερνισμό• εμμένουν στη γραμμή του μοντερνισμού και πιθανολογώ ότι φιλοδοξούν την ανανέωση του, μέσα στο πλαίσιο της σύγχρονης, βαρύτατης για τον τόπο μας πραγματικότητας. Ο μοντερνισμός πέρα από αισθητικό κίνημα απόκτησε μια βαθιά πολιτική σημασία και με αυτή την έννοια είναι προοδευτικά ασύγκριτος σε σχέση με τη μεταμοντέρνα ιδεολογία, η οποία δε διακρίνεται για τα σημεία αντιστάσεως της στον ολετήρα των αγορών και των συνειδήσεων, για να μην πούμε, ότι αυτή η μεταμοντέρνα κατάσταση, για να θυμηθούμε τον Ζαν- Φρανσουά Λυοτάρ (1924-1998) 3, είναι στοιχείο της ίδιας της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, στο επίπεδο του εποικοδομήματος.

Τα ποιήματα της συλλογής, που έχει γράψει η Αργυρώ, είναι πιο ελλειπτικά και υποβλητικά• τα ποιήματα του Βαγγέλη είναι πιο άμεσα, παρότι διαθέτουν μια εντυπωσιακή αφαιρετική ευφυΐα, όμως η συνύπαρξη αμφότερων παραμένει μια πρόκληση πρόσληψης με την έννοια που προανέφερα.

Γενεαλογικά θα πρέπει να πω, ότι τα δυο αδέλφια, ανήκουν οργανικά στη λεγόμενη «γενιά του ’90» ή αλλιώς: «σε μια αθέατη γενιά», σύμφωνα με τον οξυδερκή χαρακτηρισμό της Αγγελικής Κωσταβάρα, η οποία πολιτογράφησε πρώτη με την απαράμιλλη κριτικής της οξυδέρκεια τη συγκεκριμένη γενιά. Τα χαρακτηριστικά της γενιάς, κατά την αείμνηστη Αγγελική είναι: η νοσταλγία για την ολότητα και η μετα-ρομαντική αίσθηση, ο ελλειπτικός λόγος και το ασύμπτωτο της ποιητικής εικόνας, ο εγκιβωτισμός του φόβου σαν βραδυφλεγής εκρηκτικός μηχανισμός και ο απελευθερωτικός ρόλος της ποίηση και το σημαντικότερο, ίσως, ότι η θέα αυτής της, κατά τα άλλα αθέατης γενιάς είναι προς τον κόσμο 4.

Σχεδόν όλα αυτά τα χαρακτηριστικά ενυπάρχουν στο έργο των αδελφών Λουλαδακη και δεν περιορίζομαι μόνο σ’ αυτό που σήμερα παρουσιάζουμε, εδώ, αλλά και στις άλλες, τις προγενέστερες καταθέσεις τους.

Ειδικότερα, τώρα, οι φωτογραφίες του Βαγγέλη τονίζουν την αποφθευγματικότητα και ελλειπτικότητα των στίχων με στιλιζαρισμένη επεξεργασία, που μας παραπέμπει στο φορμαλισμό, χωρίς όμως ο φορμαλισμός του να γίνεται άτεγκος και δύσπεπτος.

Στη περίπτωσή τους τον φορμαλισμό του θα πρέπει να την εννοήσουμε ως στήριξη των μορφών, ως προσπάθεια επιβίωσης των αντικειμένων μέσα στο χώρο• ως μια συνειδητή προσπάθεια να συγκρατηθούν και να μην καταρρεύσουν οι χώροι που μας περιβάλλουν και συγκρατούν την ισορροπία μας. Αυτή είναι η θεμελιακή έννοια του φορμαλισμού, αν διαβάσουμε με ανοικτό πνεύμα τους Αϊχενμπάουμ και Σλόφσκι 5.

Το ίδιο και στα ποιήματα της Αργυρώς και του Βαγγέλη ο φορμαλισμός τους έχει αυτή τη διάσταση: να παραμείνουν αρραγείς οι χώροι ακόμα και όσοι βρίσκονται εκτός δηλαδή «[σ]Τα περιθώρια/ που είναι όρια/ αντίθετα των πραγμάτων», όπως γράφει σε ένα ποίημα η Αργυρώ. Αλλά, ίσως, χαρακτηριστικότερο αποτύπωμα της φορμαλιστικής προσπάθειας τους να είναι το ποίημα που ανοίγει τη συλλογή, όπου γράφει, πάλι, η Αργυρώ, τον Μάρτιο του ’13: «Ακίνητη η καρέκλα/ σταματάει το χώρο». Το ερμηνεύω σα μια προσπάθεια της/ τους να συγκρατήσουν, να σταθεροποιήσουν, με την ευχέρεια που τους δίνουν οι λέξεις, το χώρο, με το νόημα πως όπως ο χώρος του πατώματος κρατά σταθερή μια καρέκλα, το ίδιο κι καρέκλα δεν αφήνει το χώρο να φύγει και τον σταθεροποιεί.

Πίσω απ’ όλα αυτά, δεν είναι απίθανο, στις περιοχές του ασυνειδήτου, να εμφωλεύουν δραματικές ψυχολογικές ανάγκες, γιατί βρίσκουμε και ποιήματα στα οποία η προσπάθεια αποβαίνει μάταιη. Ένα τέτοιο ποίημα είναι αυτό που γράφει η Αργυρώ: «Κι οι λέξεις/ μάταια να συγκρατούν/ το νόημα/ τις σημασίες/ χώρος κενός.// [κι οι λέξεις χώρος κενός]. Αλλά, λίγα ποιήματα παρακάτω, φαίνεται να αποδράμει η ένταση και γράφει με πιστοποιημένη βεβαιότητα: «Σημείο επαναφοράς/ ο χώρος.»

Ανάλογες εντάσεις ανιχνεύονται και στον Βαγγέλη, αν και πιο αποστασιοποιημένες καθώς όλα λες σ’ αυτόν γίνονται εικόνες, εικόνες που παρεμβάλλονται ανάμεσα στα στρώματα του γνωστικού συστήματος και των συναισθημάτων: «Έπεσε το ποτήρι στο πάτωμα/ η κουζίνα σκόρπισε/ κάτω απ’ το τραπέζι», αλλά, τελικά, η δυναμική του χώρου ανοίγεται ατέρμονα μπροστά του: «Στο χώρο/ ο χώρος πόρτα που ανοίγει μέσα στο χώρο/ χώρος χώρου χώρος».

Οι αντιστρεφόμενοι στίχοι, τα greeklish και τα γεωμετρικά σχήματα τονίζουν χαρακτηριστικά τη λεττριστική καταγωγή των επιρροών τους κι επ’ ευκαιρία πρέπει να τονίσω, ότι με μια έννοια τα δυο αδέλφια έρχονται σε συνέχεια στη γραμμή που χάραξαν από τη δεκαετία του εβδομήντα ο Μιχαήλ Μήτρας (1944), ο αείμνηστος Ανδρέας Παγουλάτος(1948-2010), ο Ζάχος Σιαφλέκης (1952), ο Τηλέμαχος Χυτήρης (1945), αλλά και ο δικός μας ο Δημήτρης Κακαβελάκης, για τον οποίο εκκρεμεί ένας σοβαρός απολογισμός του πρωτοποριακού έργου του κι αυτόν τον απολογισμό αντί να περιμένουμε να τον πράξουν άλλοι ας τον πράτταμε εμείς, οι Χανιώτες.

Καταλήγω λέγοντας ότι το βιβλίο έχει μεγάλες ανάσες στην τυπογραφική του διάταξη, οι οποίες βρίσκονται σε οργανική σύνδεση με τα ποιήματα και τα νοήματα που υποβάλλουν. Εικόνες, μορφές και περιεχόμενα δημιουργούν μια ισχυρή πλέξη, που πιστοποιεί τις ικανότητες των δυο αυταδελφών οι οποίοι το δημιούργησαν καθώς και τη μέριμνα του εκδότη τους να στηρίξει την προσπάθεια ουσιαστικά και όχι τυπικά. Σε μένα, άλλωστε, είναι γνωστό το φιλόστοργο ενδιαφέρον του Κώστα Κρεμμύδα, του έκδοτη του Μανδραγόρα, για τον Βαγγέλη και την Αργυρώ.

Νίκος Ι. Χουρδάκης
 Ψυχολόγος, ΜΑ, ΥΔ 

Σημειώσεις-Παραπομπές 

1.  K. M Newton (επιμ.), Η λογοτεχνική θεωρία του εικοστού αιώνα.. Ανθολόγιο κειμένων, μτφρ. Αθανάσιος Κατσικερός, Κώστας Σπαθαράκης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο σσ. 332-340.

2.  «Νάνος Βαλαωρίτης: Αυτό που ζούμε είναι «πόλεμος με άλλα μέσα» στο: www. parathyro. com/ ?p=25435.

3. Ζαν- Φρανσουά Λυοτάρ, Η μεταμοντέρνα κατάσταση, μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης, εκδ. Γνώση, 2008.

4. Αγγελική Κωσταβάρα, «Η γεωμετρία μιας αθέατης γενιάς» στο: Η γεωμετρία μιας αθέατης γενιάς. Ανθολογία ποίησης της γενιάς του ’90, εκδ. Μανδραγόρας, 2002, σσ. 11-21.

5.  Β. Σκλόβσκι, Μπ. Αϊχενμπάουμ, Για τον φορμαλισμό. Η ανάσταση της λέξης: Η θεωρία της «φορμαλιστικής μεθόδου», μτφρ. Βασίλης Λαμπρόπουλος, Νίκος Καλταμπάνος, Έρασμος, 1985, σ. 20.

Αναδημοσίευση από το περιοδικό Μανδραγόρας 




Για τους Ανθρωποφύλακες, του Περικλή Κοροβέση

Εδώ και πάρα πολύ καιρό, το ενδιαφέρον μας για την Ελλάδα ήταν πολύ μικρό. Μέχρι που ο Αρτούρο Ούι κατέλαβε την εξουσία στην Αθήνα, την 21η Απριλίου 1967, και τα πράγματα άλλαξαν. Η παρισινή ιντελιγκέντσια είχε ξεχάσει αυτή τη χώρα, εντούτοις καυτό σημείο του κόσμου, και έστρεφε το ενδιαφέρον της σε άλλες περιοχές του πλανήτη. Για την Ελλάδα είμαστε κακώς πληροφορημένοι. Ιδού λοιπόν κάποια έργα που θα μας επιτρέψουν να καταλάβουμε καλύτερα τη μοίρα αυτής της μικρής χώρας: Κατ’ αρχάς είναι οι Ανθρωποφύλακες του Περικλή Κοροβέση, μια μαρτυρία για τα βασανιστήρια που υπέστη. Ένας νέος άνθρωπος κρατείται στη Γενική Ασφάλεια Αθηνών, στην οδό Μπουμπουλίνας, απέναντι από το Αρχαιολογικό Μουσείο.
Από την εποχή του βιβλίου του Αλέγκ «Η Ανάκριση» και την «Ομολογία» του Λόντον ποτέ δεν έτυχε να διαβάσουμε κάτι τόσο συγκλονιστικό όσο οι Ανθρωποφύλακες. Αλλά πρέπει να το παραλληλίσουμε περισσότερο με την «Ανάκριση», γιατί και στις δύο περιπτώσεις οι άνθρωποι είναι οι ίδιοι.
Παρεμπιπτόντως, μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα τις τεχνικές που χρησιμοποιήθηκαν για τη δολοφονία του Λαμπράκη, που έγινε παγκοσμίως γνωστή από το φιλμ Ζ. Ένας αστυνομικός λέει στον Κοροβέση, όταν αυτός ξαναβρίσκει τις αισθήσεις του: «Δεν θυμάσαι ότι σε πάτησε ένα αυτοκίνητο». Οι «Ανθρωποφύλακες» είναι κάτι περισσότερο και καλύτερο από τις σαδιστικές μεθόδους. Μαρτυρούν έναν θρίαμβο που κατήγαγε ένας άνθρωπος απέναντι στα κτήνη και κατόρθωσε να ανασυγκροτήσει την προσωπικότητά του. Αλλά υπάρχουν κι άλλες συγκλονιστικές στιγμές, λεπτομέρειες για την ιεραρχία των βασανιστών που καταγράφηκαν ζωντανά από τον Κοροβέση.
«Εγώ είμαι ένα τίποτα», εξομολογείται ένας βασανιστής. «Δεν είμαι παρά ένας φτωχός υπάλληλος, που έχει γυναίκα και παιδιά. Και τι μισθό παίρνω απ’ αυτή τη δύσκολη δουλειά; Έναν μισθό της πείνας. Δουλεύω είκοσι χρόνια και δεν έχω πουκάμισο ν’ αλλάξω. Είμαι κι εγώ ένας προλετάριος που τον εκμεταλλεύονται. Κάνω εγώ όλη τη σκληρή δουλειά. Και ποιος παίρνει τις προαγωγές; Ο Καραπαναγιώτης».
Ο συγγραφέας των Ανθρωποφυλάκων απελευθερώθηκε -ο ολοκληρωτισμός έχει κι αυτός τα ατυχήματά του-, έγραψε αυτή την κατάθεση και ας δεχτεί τις ευχαριστίες μας. (Από την εισαγωγή της έκδοσης).

Διαβάστε ολόκληρο το βιβλίο: «Ανθρωποφύλακες» του Περικλή Κοροβέση σ’ αυτό το link (εδώ)

Ανθρωποφύλακες, Περικλή Κοροβέση της Χριστίνας Παπαγγελή, «Ανάγνωση», 21-04-2015

Όταν καίγεται, έτσι που καίγεται εδώ με πυρωμένο σίδερο η σάρκα, όλα τα’ άλλα σωπαίνουν. Έχουν να λένε πως κανένας πόνος δε μπορεί να είναι ισοδύναμος με τον ηθικό πόνο. Αυτά τα λένε οι σοφοί και τα βιβλία. Όμως, αν βγεις στα τρίστρατα και ρωτήσεις τους μάρτυρες, αυτούς που τα κορμιά τους βασανίστηκαν ενώ πάνω τους σαλάγιζε ο θάνατος –και είναι τόσο εύκολο να τους βρεις, η εποχή μας φρόντισε και γέμισε τον κόσμο- αν τους ρωτήσεις, θα μάθεις πως τίποτα, τίποτα δεν υπάρχει πιο βαθύ και πιο ιερό από ένα σώμα που βασανίζεται.

Ηλίας Βενέζης, Το νούμερο 31328

Πρόκειται για ένα μικρό σχετικά βιβλιαράκι που κυκλοφόρησε  πρώτη φορά στη Γαλλία το 1969, γραμμένο από το νεαρό  -τότε- ηθοποιό και νυν συγγραφέα και αρθρογράφο Περικλή Κοροβέση, όταν κατάφερε να δραπετεύσει στο εξωτερικό. Αποτελεί  μια συγκλονιστική και αληθινή μαρτυρία των μηχανισμών που κινητοποιούσε η χούντα για να ανακρίνει και να βασανίσει πολίτες που «προσπάθησαν να παραμείνουν πολίτες» (μετά την 21η Απριλίου 1967, το δικαίωμα να υπάρξεις σαν πολίτης ήτανε αντίσταση/ από το Επίμετρο 1). Από την Ασφάλεια (ταράτσα στη Μπουμπουλίνας), στο στρατιωτικό νοσοκομείο και ξανά στην Ασφάλεια.Παρόλο που οι δεκαπέντε λέξεις που έχει αφιερώσει σ αυτό το βιβλίο ο φίλος συν-μπλόγγερ ἅς ἐῶν (Βασ. Συμεωνίδης) είναι αποστομωτικές, κι αυτό γιατί, πράγματι,  τα πολλά λόγια που αναφέρονται στον σωματικό βασανισμό αποτελούν φλυαρία, θα αφιερώσω … 2041  λέξεις ακόμα. Γιατί  νομίζω ότι πρέπει να επισημανθούν και οι άλλες διαστάσεις αυτής της συγκλονιστικής μαρτυρίας. Διαστάσεις που άλλωστε δίνονται κι από τον ίδιο τον συγγραφέα, ο οποίος δεν αρκείται στην εξονυχιστική περιγραφή, αλλά προσπαθεί να δείξει πρώτα απ όλα και τον αντίθετο μηχανισμό∙ τον μηχανισμό που κινητοποιεί ο βασανιζόμενος όχι μόνο για να αντέξει αλλά και για να διασώσει την ακεραιότητα και την αξιοπρέπειά του. Ο ίδιος ο συγγραφέας επίσης αναδεικνύει τη διάσταση που έχουν τα βασανιστήρια από την οπτική της βιοπολιτικής, τονίζοντας ότι δεν ήτανε η μανία ενός διεστραμμένου βασανιστή αλλά μια επίσημη, συγκεκριμένη πολιτική ενέργεια, που είχε σαφή και καθορισμένο στόχο. Αυτές οι σκέψεις γίνονται πιο συνειδητές και ώριμες στα επίμετρα των εκδόσεων που ακολούθησαν, 30 και 40 χρόνια μετά, όταν ο συγγραφέας επισημαίνει ότι τα βασανιστήρια παντού και πάντα ήταν ένα εργαλείο της εξουσίας για να εξουδετερώνει όσους την απειλούν. Τέλος, νομίζω ότι  το βιβλίο αυτό, που η τελευταία του έκδοση  στη χώρα μας είναι από την αυτοδιαχειριζόμενη  εκδοτική ομάδα «Οι εκδόσεις των συναδέλφων», είναι μια χειροπιαστή απόδειξη του ότι η λογοτεχνία μπορεί να είναι πολιτική πράξη.

Ο μηχανισμός της εξουσίας

Το μαρτύριο

Όπως γράφει ο συγγραφέας, το βιβλιαράκι αυτό περιέχει ένα κομματάκι της σύγχρονης ιστορίας μας. Είναι μια προσωπική κατάθεση ενός αυτόπτη μάρτυρα. Βλέπουμε όλα τα γεγονότα όπως τα έζησε από τη στιγμή της σύλληψής του κι όπως, με πολλή προσπάθεια κάποιες φορές, τα κράτησε στη μνήμη του με σκοπό να τα αναπαράγει αυτούσια. Δεν θα αναφερθώ βέβαια εδώ σε λεπτομέρειες. Γνωρίζουμε όλοι πάνω κάτω τι περίμενε τους πολίτες όταν τους πήγαιναν στην Ασφάλεια, στην οδό Μπουμπουλίνας και μάλιστα όταν τους οδηγούσαν στην ταράτσα. Δεν θα αναφερθώ στην αδυναμία της σάρκας, αν κι ο Κοροβέσης   -και καλά κάνει-  δίνει ανατριχιαστικές  (και… χρήσιμες ίσως) λεπτομέρειες όσο αφορά τα βασανιστήρια, σωματικά και ψυχικά. Το οργανωμένο σχέδιο πάντως της χούντας φαίνεται να περιλάμβανε την «πολιτισμένη ανάκριση» (αξιοσημείωτη η «βλακεία» κάποιων ανθρωποφυλάκων) και την «επιστημονική». «Πολιτισμένη»,  δηλαδή νουθετήσεις -κηρύγματα -«καλοπιάσματα» (κάποιες φορές με καφέ και τσιγάρο)- λεκτικούς εκφοβισμούς, και αποστάγματα αμπελοφιλοσοφίας (Ο έξυπνος άνθρωπος στη Μόσχα είναι Γκεπεού. Ο έξυπνος άνθρωπος, στην Ουάσινγκτον, είναι σtην CIA[…]Δεν υπάρχει περιθώριο να αλλάξετε τον κόσμο. Ο κόσμος είναι ήδη φτιαγμένος και είναι αυτός που είναι).  Αντίθετα η «επιστημονική» περιλάμβανε  γροθιές -κλωτσιές σε δεμένο σώμα  -φάλαγγα (ο φάλαγγας είναι μια υπερβολικά μεγάλη δύναμη που ενεργεί πάνω σου. Σου δίνει την εντύπωση πως γλιστράς σε μια μεγάλη, επικλινή γυαλιστερή επιφάνεια και πέφτεις πάνω σ ένα σκληρό, γρανιτένιο τοίχο. Αν δεν ήξερες πως σε χτυπάνε στα πόδια, θα σου ήταν αδύνατον να προσδιορίσεις από πού έρχεται)-βρώμικα σφουγγάρια στο στόμα -ψυχικά σοκ (τρομοκρατία, απειλές κλπ). Γύμνια, βιασμό. Ξύλο μέχρι λιποθυμίας. Και φυσικά όλα αυτά εν μέσω βρισιών και ταπεινώσεων.

Την Ασφάλεια τη διαδέχεται το Στρατιωτικό Νοσοκομείο όπου οδηγούν μισοπεθαμένο πια τον Κοροβέση∙  κύριο μέσο νουθέτησης τα ηλεκτροσόκ (Το μαξιλαράκι, τα ηλεκτρόδια, τα λουριά, το στηθοσκόπιο. Είναι φανερό πως είμαι αιχμάλωτος. Βρίσκομαι εντελώς ανέτοιμος να αντιμετωπίσω τον αιώνα μας). Οι γιατροί-ανακριτές (είδος που παραπέμπει στις ναζιστικές μεθόδους και όχι μόνο) φροντίζουν τον κρατούμενο να φτάσει στα όριά του χωρίς να αφήσουν τα βασανιστήρια απτά σημάδια.

Το τρίτο στάδιο, ανακρίσεις εξαντλητικές, όταν πια ο οργανισμός βρίσκεται στη μικρότερη δυνατή ανθεκτικότητα. Δεν ήξερες τι άλλο μπορούσανε να σου κάνουνε ακόμα, αλλά ήξερες πως έχουνε ακόμη πολλά. Και το άγνωστο σε πάγωνε.

Το κελί είναι παρηγοριά. Στο τρίτο αυτό στάδιο, ο κρατούμενος βρίσκεται μαζί με άλλους. Πολιτικούς και ποινικούς. Αρχίζει η νέα μου ζωή με τους άλλους. (…) Το βασανιστήριο δεν είναι πια ατομικό, αλλά ομαδικό. Αυτό από μόνο του δίνει δύναμη, χώρια που έχουν περάσει ήδη δια πυρός και σιδήρου.

Η διεισδυτική περιγραφή του Κοροβέση σκιαγραφεί ανθρώπινους τύπους και χαρακτήρες, όχι μόνο ανάμεσα στους κρατούμενους αλλά ανάμεσα και στους δεσμοφύλακες. Ο Γκραβαρίτης, ο Λάμπρου, ο Καραπαναγιώτης και άλλοι, γνωστοί και άγνωστοι.

Ο μηχανισμός της αντίστασης

Τρώε το φαΐ σου, αγάπα το κελί σου, διάβαζε πολύ…

Μετά την 21η Απριλίου1967, το δικαίωμα να υπάρξεις σαν πολίτης ήταν αντίσταση. Όπως γράφει ο ίδιος ο συγγραφέας στον πρόλογο της έκδοσης του 1994, το δικαίωμα να είσαι πολίτης ήταν απόδειξη της ενοχής σου, αλλά αυτό στάθηκε ως επιχείρημα λίγο πειστικό. Γι αυτό επεξηγεί ότι το να έχει κανείς απόψεις που δεν είναι αποδεκτές από την εξουσία είναι πολύ πιο επικίνδυνο απ όσο μπορεί να υποθέσει κανείς. Απόψεις, που όπως διευκρινίζει μπορεί πριν σαράντα χρόνια να μην ήταν τόσο συγκροτημένες, αλλά ήταν πιο επικίνδυνες.

Απέναντι στη βία, απέναντι στον σωματικό πόνο υψώνεται ο ανθρώπινος λόγος. Αυτό στο οποίο επικεντρώνεται η προσοχή του ήρωα την ώρα του μαρτυρίου είναι η προσπάθεια να θυμάται. Να θυμάται πρόσωπα, κινήσεις, λόγια, μηχανισμούς∙ ώστε να μπορέσει να τα ανασυστήσει, να τα αναπαράγει, να τα αναλύσει, να τα γνωστοποιήσει. Πολλή επεξεργασία στον άπλετο χρόνο μοναξιάς, ώστε να υπάρξει η επιθυμητή συναισθηματική απόσταση και να μπορέσει να δει νηφάλια αυτό το διαχρονικό φαινόμενο του ανθρώπινου βασανισμού (είχα ανασυνθέσει όλα τα γεγονότα και είχα μπορέσει σχεδόν αν τα εξηγήσω). Ήδη ο τίτλος είναι αποτύπωμα μιας τέτοιας νηφάλιας επεξεργασίας: όχι ανθρωποειδή, ούτε ανθρωποφάγοι, αλλά  ανθρωποφύλακες∙ κυριολεκτικό και τραγικό μαζί: άνθρωποι που «φυλάνε» ανθρώπους…

Πώς μπορεί να αντισταθεί ο άνθρωπος που του κλέβουν τα πάντα;

Τι μπορώ να κάνω, όμως, έτσι ακίνητος; Μπορώ να φανταστώ. Μπορώ να σκεφτώ ό, τι θέλω, να πάω όπου θέλω. Πήγα να σιάξω ένα τραπέζι και κοπάνησα με το σφυρί το δάχτυλό μου. Άρχισαν διάφοροι συνειρμοί. Τελικά κατέληξα, δεν ξέρω πώς, να κουρεύω χορτάρι με τη μηχανή. Ίσως από ένα σημείο και μετά ξανάπεσα σε λήθαργο. Είχα βρει όμως έναν τρόπο να ξεφεύγω. Το καταλάβαινα πως είναι σημαντικό. (…) Έφευγα, έφευγα μέσα σ ένα καταφύγιο λήθαργου. Μόλις που άκουγα τη φωνή του από πολύ μακριά, μέχρι που χάθηκα εντελώς. Είχα μια αίσθηση ελευθερίας. Σαν να’ χα ξεφύγει από κάτι πολύ τρομερό. Η νέα ποιότητα τώρα ήταν πως αυτή τη δύναμη της ελευθερίας σχεδόν τη χειριζόμουνα.

Όπως  επισημαίνει εύστοχα ο Δημ. Ραυτόπουλος στην εισαγωγή της τελευταίας έκδοσης, ο κρατούμενος δεν πέφτει στην παγίδα να απαντήσει στην ίδια, ζωώδη γλώσσα των ανθρωποφυλάκων: ο κρατούμενος μιλάει στους δήμιους ως άνθρωπος πολιτικός, με συνείδηση δικαιωμάτων του πολίτη, μεταξύ των οποίων είναι και η αντίσταση κατά της παρανομίας, αλλά και ως πολιτικός με την πανάρχαια έννοια: φορέας πολιτισμού, κάτοχος του λόγου.

Όταν τον ρωτούν «αν ξέρει τι είναι», απαντά «πολιτικός κρατούμενος», σκορπώντας θυμηδία. Όταν οι γιατροί στο στρατιωτικό νοσοκομείο τον ρωτούν «τι είναι αυτοί που τον ρωτάνε», απαντά απερίφραστα  «ανακριτές». Επικαλείται επί ματαίω (εν γνώσει του) τα δικαιώματά του, το δικαστήριο, τον Ερυθρό Σταυρό, το διεθνές δίκαιο. Λέει ότι θα τους καταγγείλει. Όταν τον ρωτούν για το Πατριωτικό Μέτωπο δίνει τη μεγαλειώδη απάντηση: «είναι μια οργάνωση που έγινε μετά την 21η Απριλίου και ‘θέτει εμπόδια εις το έργον της Κυβερνήσεως’, αντιγράφοντας τα λόγια του Σάββα Κωνσταντόπουλου, του διευθυντή του Ελεύθερου Τύπου! Στις πιέσεις να παραδεχτεί «τα πράγματα που ξέρει η υπηρεσία», απαντά με ψυχραιμία «ο μόνος λόγος που βρισκόμουν εκεί ήταν το γεγονός πως δεν ήμουν με την κυβέρνηση της 21ης Απριλίου».

Στο τρίτο στάδιο  της κράτησής του, ο Κοροβέσης δεν είναι πια μόνος. Είναι με «τους άλλους».

Χαίρεσαι που υπάρχουν κι άλλοι. Κλεισμένος τόσον καιρό, έχεις αρχίσει και πιστεύεις πως είσαι μόνος. Οι περισσότεροι πολιτικοί κρατούμενοι, φοιτητές, τρεις γυναίκες. Μοιράζεται τα βάσανα αλλά και τους τρόπους εσωτερικής αντίστασης. Το μεσημέρι είναι η ώρα που μαζεύεται όλη η οικογένεια. Είναι μια ιερή στιγμή, είναι η ώρα που μαθαίνεις την ιστορία σου, τις ρίζες σου, γιατί υπάρχεις. Ιστορίες που τις παραθέτει, συγκλονιστικές, καθημερινές, απίθανες, ιστορίες κρυφές, ιστορίες ανώνυμων.

Ο Σ., όταν   μιλούσε, είχε μια ενοχή, που όμως κατέληγε σε μια συγκλονιστική ευθύνη. Ζητούσε περισσότερα από μας. «Εσείς», μας έλεγε, δεν είδατε τίποτα ακόμη∙ δεν πάθατε τίποτα. Το λεπίδι δεν έπεσε ακόμη. Εμάς μας θέρισε. (…) Όσο πιο πολύ αγαπάς, τόσο πιο πολύ δίνεις. Υπάρχουνε σύντροφοι σ άλλες χώρες που νίκησαν, το ξέρω. Αυτός τελικά είναι ο σκοπός: να νικήσουμε κι όχι να πεθάνουμε. Αλλά, για να νικήσουμε, πρέπει να πεθάνουμε και για να πεθάνουμε, πρέπει να αγαπάμε τη ζωή

Βιοπολιτική

Σχεδόν σε κάθε γωνιά της Ελλάδας υπήρχε μια χωροφυλακή ή μια ασφάλεια ή ένα σώμα στρατού που συστηματικά βασάνιζε μέχρι θανάτου καθέναν που μπορούσε, έστω και μελλοντικά, να γίνει «επικίνδυνος». Ο συγγραφέας όταν βρίσκεται πια με άλλους μαζί στην Ασφάλεια (3ο στάδιο), συγκεντρώνει εμπειρίες απ όλες τις πόλεις της Ελλάδας. Εικονικές εκτελέσεις, συγκεντρώσεις, παντού. Κοινό γνώρισμα όλων των σχολών και των βασανιστών, να μην αφήνουν σημάδια. Ιδιαίτερα βέβαια στους επώνυμους.

Η ταράτσα της Μπουμπουλίνας και η όψη της απέναντι πολυκατοικίας στην οδό Τοσίτσα.

Όπως ειπώθηκε και παραπάνω, δεν επρόκειτο απλώς για τη μανία  κάποιων διεστραμμένων (χωρίς να σημαίνει ότι δεν υπάρχει διαστροφή), αλλά για επίσημη, συγκεκριμένη πολιτική ενέργεια, που είχε σαφή και καθορισμένο στόχο. Το αρχικό κείμενο μας δίνει αρκετά στοιχεία που συγκροτούν την «ιδεολογία» των δήμιων, την επίσημη ιδεολογία της δικτατορίας.  Όμως κι αυτή η «ιδεολογία» εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, μια γενικότερη «φιλοσοφία». Στα επίμετρα των εκδόσεων που ακολούθησαν, με αποκορύφωμα την έκδοση του 2013, ο ίδιος ο συγγραφέας αναστοχάζεται πάνω στο ρόλο που έχουν τα βασανιστήρια, και μάλιστα η «επιστημονικοποίηση» των βασανιστηρίων με συνεργασία γιατρών, από την Ιερά Εξέταση μέχρι τις μέρες μας (βλ. απόρρητο σύγγραμμα της CIA για τα βασανιστήρια, με συγγραφείς καθηγητές πανεπιστημίου, κοινωνιολόγους, ψυχίατρους, ψυχαναλυτές και, φυσικά, ανακριτές, με το κωδικό όνομα KUBARK). Ο στόχος είναι να γίνει ο άνθρωπος  ένα άγραφο χαρτί, να χάσει τελείως την προσωπικότητά του και να γίνει αυτό που θέλουν οι βασανιστές. Τα βασανιστήρια γίνονται οργανικό μέρος της ανάκρισης, με σκοπό να αποδομηθεί η ταυτότητα του κρατούμενου.

Κι όλη αυτή η ιδεολογία προϋποθέτει την αποδοχή της θεωρίας του «τέλους της ιστορίας»∙ τα πράγματα είναι δεδομένα και κανείς δεν μπορεί να κάνει τίποτα για να τ’ αλλάξει. Ο άνθρωπος μπορεί να υπάρξει εκτός Ιστορίας, αλλά εντός αγοράς. Κατ επέκταση, λοιπόν, η Ιστορία τελειώνει μπροστά στην εξουσία και μαζί της τελειώνουν και οι ιδεολογίες που στηρίζονται σε μη εξουσιαστικές ιδέες. 

Η λογοτεχνία ως πολιτική πράξη

Η μαρτυρία αυτή του Κοροβέση πρωτοκυκλοφόρησε το 1969 στη Γαλλία, από τις εκδόσεις Seuil.  Στη συνέχεια στην Αγγλία, τη Σουηδία, τη Φινλανδία και στην Ελλάδα (1970) από τους Rabén & Sjörgen. Στη  Νορβηγία, την Τουρκία, Γερμανία, Αμερική. Η δημοσιότητα που πήρε το συγκλονιστικό ντοκουμέντο σε συνδυασμό με συνεντεύξεις στο εξωτερικό τάραξε τα νερά και η στήριξη των άλλων χωρών στον αγώνα κατά της χούντας ήταν σημαντική.

Ο συγγραφέας,  στα επίμετρα των τελευταίων εκδόσεων θέτει το ερώτημα «τι νόημα έχει η επανέκδοση ενός τέτοιου βιβλίου, όταν οι συνθήκες που το γέννησαν δεν είναι πια οι ίδιες».  Η απάντηση που δίνει ο ίδιος δεν είναι η κλασική και αναμενόμενη, ότι αποτελεί ένα κομμάτι της ιστορίας μας, μια πολύτιμη μαρτυρία κλπ. Γιατί το νόημα της ερώτησης είναι αν τα βασανιστήρια σήμερα είναι εξίσου επίκαιρα όπως την εποχή της χούντας. Δυστυχώς η απάντηση είναι πρόδηλη∙ η παραβίαση των ανθρώπινων δικαιωμάτων σ όλο τον κόσμο, μέσα σ αυτά και ο βασανισμός είναι στην ημερήσια διάταξη. Έτσι,

Το γεγονός ότι το βιβλίο επανεκδίδεται για πολλοστή φορά είναι απογοητευτικό. Σημαίνει πως, κανονικά, θα έπρεπε να είχαμε πάει πενήντα χρόνια μπροστά, και το βιβλίο αυτό να ήταν ακατανόητο, αν τα βασανιστήρια είχαν εξαφανιστεί. Αλλά η εξουσία χρειάζεται πάντα αυτό το εργαλείο. Και όσο οι άνθρωποι αφήνονται να εξουσιάζονται, με τον δικό τους τρόπο θα συμβάλλουν στη διαιώνιση των βασανιστηρίων. Η άγνοια και η αδιαφορία είναι συνενοχή.

 

(Επίμετρο 2013) Χριστίνα Παπαγγελή

Ακούστε «Το σφαγείο» του Μίκη Θεοδωράκη.  Ερμηνεύει ο Αντώνης Καλογιάννης  

Save




Η 122η ΔΗΜΟΠΡΑΣΙΑ ΣΠΑΝΙΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΒΙΒΛΙΟΦΙΛΩΝ

Αθήνα, 19 Δεκεμβρίου 2016

 
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Η 122η ΔΗΜΟΠΡΑΣΙΑ ΣΠΑΝΙΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΒΙΒΛΙΟΦΙΛΩΝ
 

Η χειμερινή 122η Δημοπρασία Σπανίων Βιβλίων Ελλήνων Βιβλιοφίλων του Οίκου «Σπανός-Βιβλιοφιλία» θα διεξαχθεί την Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2016 στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» στην πλατεία Καρύτση 8 και ώρα 19:00.

 

Ξεφυλλίστε τον κατάλογο της 122ης Δημοπρασίας πατώντας εδώ. Τα βιβλία είναι διαθέσιμα για το κοινό σε έκθεσή τους στο «Βιβλιοπωλείο των Βιβλιοφίλων» στην οδό Μαυρομιχάλη 7 στην Αθήνα.

Συνολικά δημοπρατούνται 719 παλαιά και σπάνια βιβλία, παλαιοί χάρτες της Ελλάδας, χαρακτικά, έργα και αρχεία ταξινομημένα σε 60 κατηγορίες.

Ακόμα 50 παλαιά και δυσεύρετα βιβλία και χαρακτικά θα δημοπρατηθούν με τιμή εκκίνησης το ένα ευρώ.
 

Βιβλιοφιλικά
Κώστας Σπανός
 

Σύνδεσμοι (Links) :

– Ξεφυλλίστε και κατεβάστε τον κατάλογο της 122ης Δημοπρασίας στη σελίδα μας στο facebook :
http://www.facebook.com/SpanosRareBooksBibliophilia
ή στην σελίδα μας στο issuu:
https://issuu.com/spanosrarebooks/docs/122-auction-catalogue

 

e-mail: biblioph@otenet.gr




Το μήνυμα στην Τριηπειρωτική – Το τελευταίο πολιτικό κείμενο του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα

Το μήνυμα στην Τριηπειρωτική – Το τελευταίο πολιτικό κείμενο του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα

Επιμέλεια αφιερώματος: Δημήτρης Δαμασκηνός

Η φωτογραφία του Τσε τραβηγμένη από τον Κουβανό φωτογράφο Αλμπέρτο Ντίας, αλλιώς «Κόρντα», στη συγκέντρωση απόδοσης φόρου τιμής στα θύματα της επίθεσης στο ατμόπλοιο La Coubre, στις 5 του Μάρτη 1960.

[…] Πάντα φαινόταν δύσκολο να δεχθούμε ότι ο Τσε Γκεβάρα εκτελέστηκε, έτσι, εν ψυχρώ, από το βολιβιανό στρατό. Ακόμα κι ένας συγγραφέας σαν τον Καστανιέδα, που βάζει σκοπό να απομυθοποιήσει το πρόσωπό του, ταλαντεύεται στα συμπεράσματα αυτού του σημείου και αναρωτιέται αν ο Γκεβάρα «δέχτηκε γενναία και καρτερικά το αναπόφευκτο τέλος του» ή αν, στην κυριολεξία, επιδίωξε το θάνατο.

    Σύμφωνα με τα πολιτικά απομνημονεύματα του Ρεζί Ντεμπρέ, ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών μάλλον με το ίδιο του το παρελθόν παρά μια ιστορική έρευνα, ο Τσε δεν επέλεξε τη ζωή αλλά τη θυσία. Η ελάχιστη προσοχή στα μέτρα ασφαλείας και η επανάληψη σφαλμάτων τον οδηγούν στη σκέψη ότι, είτε συνειδητά είτε όχι, ο Γκεβάρα είχε ενδώσει στον πειρασμό ενός μυθικού μέλλοντος: «Η θεολογική αρετή της Ελπίδας μπορεί να επικαλύπτει μια μυστική απελπισία. Ανάμεσα στην αυτοκτονία και τη θυσία, ποιος θεός θα έβλεπε διαφορά; Είναι πάντα δυνατό το ένα να επικαλύπτει το άλλο. Αυτή την υπέρτατη ευγένεια είχε ο Τσε: δεν σκοτώθηκε, αλλά αφέθηκε να πεθάνει».
    Ένας από τους τελευταίους άνδρες που μίλησε με τον Τσε, σε μια απ’ αυτές τις εκπληκτικές συζητήσεις που λαμβάνουν χώρα μόνο ανάμεσα σε εχθρούς εν μέσω του πολέμου, ο Γκάρι Πράδο, προσφέρει την αντίθετη εκδοχή. Ο στρατηγός θυμάται ότι ο Γκεβάρα αιχμαλωτίστηκε προσπαθώντας να φύγει από τη χαράδρα: «Αν επιθυμούσε το θάνατο θα είχε μείνει εκεί και θα συνέχιζε να μάχεται. Όμως όχι, επιχειρούσε να φύγει». Ο Τσε, ισχυρίζεται, ενδιαφερόταν πολύ να μάθει την έδρα μιας ενδεχόμενης δίκης. Υποθετικά μιλώντας, δεν είναι παράλογο να υποθέσουμε ότι η πιθανότητα μιας απολογίας, στο στιλ του Φιντέλ μετά τη Μονκάδα, μπορεί να τριγύρναγε στη σκέψη του.
    Για την αριστερά, ο Γκεβάρα είναι το υπόδειγμα του επαναστάτη που πεθαίνει για τα ιδανικά του. Κανείς δεν θα τολμούσε να διαψεύσει παρόμοια δήλωση. Ωστόσο, οι τελευταίες καταχωρίσεις του ημερολογίου του φανερώνουν μια αλήθεια πιο μύχια, πιο ανεπαίσθητη, που ξεφεύγει από τις αγιοποιήσεις. Πράγματι, είναι αξιοπρόσεκτο το να παραμελεί τον ίδιο του το δεκάλογο του αντάρτη. Σύμφωνα με το εγχειρίδιο του για τον ανταρτοπόλεμο, είναι επιβεβλημένο να μην αφήσεις ποτέ «το πεδίο της ένοπλης άμυνας να μετατραπεί απλά σε έσχατο καταφύγιο των κυνηγημένων… Επανάσταση που δεν εμβαθύνεται διαρκώς είναι επανάσταση που οπισθοδρομεί». Είναι σχεδόν μια ακτινογραφία αυτού που του είχε συμβεί. Ο ίδιος ο Γκεβάρα είχε προβλέψει το βολιβιανό σκηνικό, επισημαίνοντας ότι η λαϊκή υποστήριξη είναι όρος sine qua non του αντάρτη: «Αυτό είναι ολοφάνερο, αν πάρουμε για παράδειγμα συμμορίες ληστών που δρουν σε μια περιοχή∙ έχουν όλα τα χαρακτηριστικά του αντάρτικου στρατού: ομοιογένεια, σεβασμό προς τον αρχηγό, γενναιότητα… Λείπει μόνο η υποστήριξη του λαού∙ και αναπόφευκτα αυτές οι συμμορίες συλλαμβάνονται ή εξοντώνονται από τις δυναμεις ασφαλείας». Στη Βολιβία η τέχνη της εξέγερσης γίνεται πρωτόγονη έχοντας μολυνθεί θαρρείς από το τοπίο. Είναι αναμφισβήτητα μια δύναμη από άλλες εποχές, αντιμέτωπη με έναν από τους πιο αιμοδιψείς συνδυασμούς του αιώνα: ένα λατινοαμερικάνικο στρατό με τη συμπαράσταση της CIA. Ο πόλεμος των ανταρτών του ενάντια στην εξουσία -που απώτατη φιλοδοξία του ήταν να αποτελέσει το σπόρο ενός ηπειρωτικού ξεσηκωμού- είναι τόσο άνισος που, από μειονέκτημα, προσλαμβάνει τη ρομαντική αύρα της συμμορίας των δικαίων. Το αντάρτικό τους είναι στη μέση του βουνού για να προδοθεί από την πραγματικότητα, που είναι το ίδιο σαν να λέμε, από την ίδια του την έλλειψη ρεαλισμού. Όμως ακριβώς αυτή τη άρνηση της πραγματικότητας είναι εκείνο που δίνει το μυθολογικό του ανάστημα: αυτός ο αγώνας αντιπροσωπεύει, κατά κάποιο τρόπο, όλους τους χαμένους αγώνες.

Φωτογραφική αυτοπροσωπογραφία στο ξενοδοχείο Κοπαμπάνα, τ ην ίδια ημέρα της άφιξής του στη Λα Πας, 3 Νοέμβρη 1966.

Στις μέρες μας, ύστερα από την αποτυχία πάμπολλων λαϊκών αγώνων, είναι πολύ εύκολο να επικρίνουμε ως παράλογο το σχέδιο του Τσε στη Βολιβία. Μόνο η νίκη φαίνεται να προσδίδει νομιμότητα στην πράξη του ξεσηκωμού, δεδομένου ότι το πρώτο ερώτημα κάθε εξέγερσης είναι ποιος πρέπει να είναι ο θεματοφύλακας των όπλων. Ποιος υπερασπίζεται έναν λαό και απέναντι σε ποιον.

    Το μήνυμα στην Τριηπειρωτική, το τελευταίο πολιτικό κείμενο του Τσε, ξεκινούσε με μια παράθεση του Χοσέ Μαρτί: «Ήρθε η ώρα των καμινιών και δεν πρέπει να φαίνεται παρά μονάχα η λάμψη». Αν και η εμπειρία της Βολιβίας καταλήγει στην καταστροφή, ευτυχώς η ιστορία δεν τελειώνει σ’ αυτόν τον αιώνα. Μακριά από την ώρα των καμινιών, όταν η έκλειψη των ουτοπιών έχει εξαλείψει φαινομενικά τη δυνατότητα ν΄αλάξουμε τον κόσμο, ενδείκνυται να εξετάσουμε με υπομονή εκείνη τη βεβαιότητα που εξέφρασε ο Τσε: «Έχω δίκιο. Μπορεί να κερδηθεί ένας τέτοιος πόλεμος (και θα τον κερδίσουμε)». Εκείνη τη μέρα θα μιλήσει μια άλλη γλώσσα και τα όπλα θα είναι διαφορετικά. (βλ. Che, Εικόνες μιας ζωής, επιμέλεια Φερνάντο Ντ. Γκαρσία-Όσκαρ Σόλα, εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2000, σελ. 183-185).

ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ: ΝΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΟΥΜΕ ΔΥΟ, ΤΡΙΑ…ΠΟΛΥΑΡΙΘΜΑ ΒΙΕΤΝΑΜ, ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΣΥΝΘΗΜΑ

«Πόσο πιο κοντινό και πιο φωτεινό θα βλέπαμε το μέλλον, αν άνθιζαν δυο, τρία, πολυάριθμα Βιετνάμ στην επιφάνεια της γης, με το μερίδιο τους από νεκρούς και απέραντες τραγωδίες, με τον καθημερινό ηρωισμό τους, με τα επανειλημμένα τους πλήγματα ενάντια στον ιμπεριαλισμό, και με την υποχρέωση γι΄ αυτόν να διασκορπίζει τις δυνάμεις του, κάτω από τις επιθέσεις του μίσους των λαών του κόσμου, που μεγαλώνει όλο και πιο πολύ! Κι αν ήμασταν όλοι ικανοί να ενωθούμε, για να καταφέρουμε πιο δυνατά και πιο σίγουρα χτυπήματα, για να γίνει πιο αποτελεσματική σ΄ όλες τις μορφές η βοήθεια στους λαούς που μάχονται, ποσό μεγάλο και κοντινό θα ήταν το μέλλον»!
ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ
«Όλη μας η δράση είναι μια κραυγή πολέμου ενάντια στον ιμπεριαλισμό και μια παλλόμενη έκκληση για την ενότητα των λαών ενάντια στο μεγάλο εχθρό του ανθρώπινου γένους: τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Δεν έχει σημασία που θα μας βρει ο θάνατος: ας είναι καλοδεχούμενος, φτάνει ν΄ ακουστεί η πολεμική μας κραυγή, φτάνει ένα άλλο χέρι ν’ απλωθεί για να πάρει το όπλο μας, φτάνει άλλοι άνθρωποι να σηκωθούν για να ψάλλουν τα πένθιμα εμβατήρια μέσα στους κρότους των πολυβόλων και μέσα σε καινούργιες ιαχές πολέμου και νίκης».
ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ
«Ήρθε η ώρα των καμινιών και δεν πρέπει να φαίνεται παρά μονάχα η λάμψη»
ΧΟΣΕ ΜΑΡΤΗ

Στο στρατόπεδο, από αριστερά προς τα δεξιά, ο Αλεχάντρο, ο Πόμπο, ο Ουρμπάνο, ο Ρολάνδο, ο Τσε, ο Τούμα, ο Αρτούρο και ο Μόρο. «Μας μένουν τρόφιμα για τριες μέρες∙ σήμερα ο Νιάτο σκότωσε ένα πουλάκι με τη σφεντόνα, μπαίνουμε στην εποχή του πτηνού». Τσε, Ημερολόγιο της Βολιβίας.

Εικοσιένα χρόνια κύλησαν απ΄ τον τερματισμό του τελευταίου παγκόσμιου πολέμου και πολλά δημοσιεύματα, σε πολλές γλώσσες, γιορτάζουν το γεγονός που συμβολίζεται από την ήττα της Ιαπωνίας. Μια ατμόσφαιρα φαινομενικής αισιοδοξίας βασιλεύει στους διάφορους τομείς στα διαφορετικά στρατόπεδα που χωρίζουν τον κόσμο. Εικοσιένα χρόνια δίχως παγκόσμιο πόλεμο, σ’ αυτούς τους καιρούς με τις μεγάλες διαμάχες, τις βίαιες συγκρούσεις και τις απότομες αλλαγές, είναι ένα διάστημα που φαίνεται πολύ μεγάλο. Μα και δίχως ν΄ αναλύσουμε τα πρακτικά αποτελέσματα αυτής της ειρήνης για την όποια είμαστε όλοι διατεθειμένοι να αγωνιστούμε (η φτώχεια, η εξαθλίωση, η ολοένα και μεγαλύτερη εκμετάλλευση τεράστιων περιοχών του κόσμου) πρέπει να αναρωτηθούμε αν είναι μια πραγματική ειρήνη.

    Αυτές οι σημειώσεις δεν έχουν την αξίωση να δώσουν το ιστορικό των διάφορων συγκρούσεων με τοπικό χαρακτήρα, που ακολούθησαν μετά την παράδοση της Ιαπωνίας. Και ούτε θα επιχειρήσουμε να κάνουμε τον οδυνηρό και πάντα αυξανόμενο απολογισμό των εμφύλιων σπαραγμών, που έχουν γίνει σ΄ αυτά τα χρόνια της υποτιθέμενης ειρήνης. Μας φτάνει να αντιτάξουμε σ’ αυτή την υπέρμετρη αισιοδοξία τα παραδείγματα του πολέμου της Κορέας και του Βιετνάμ.
     Στον πρώτο απ’ αυτούς, μετά από χρόνια άγριας πάλης, το βόρειο τμήμα της χώρας έγινε αντικείμενο της πιο φοβερής καταστροφής στα χρονικά του σύγχρονου πολέμου. Ανασκαμμένο απ’ τις βόμβες, δίχως εργοστάσια, δίχως σχολεία και νοσοκομεία. Δίχως καμία προστασία για δέκα εκατομμύρια κάτοικους.
    Στον πόλεμο της Κορέας επενέβησαν δεκάδες χώρες κάτω απ’ την απατηλή σημαία των Ηνωμένων Εθνών και με τη στρατιωτική καθοδήγηση των Ηνωμένων Πολιτειών, με τη μαζική συμμετοχή Αμερικανών στρατιωτών και τη χρησιμοποίηση του νοτιοκορεάτικου πληθυσμού, που είχε επιστρατευθεί σαν κρέας για τα κανόνια.
Στο αντίπαλο στρατόπεδο, ο στρατός και ο λαός της Κορέας και οι εθελοντές της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κινάς ανεφοδιάζονταν και είχαν μια συμπαράσταση από τη σοβιετική στρατιωτική μηχανή. Απ’ την αμερικανική πλευρά, δοκιμάστηκαν κάθε είδους όπλα καταστροφής: αν και είχαν αποκλεισθεί τα θερμοπυρηνικά όπλα, χρησιμοποιήθηκαν σε περιορισμένη κλίμακα τα βακτηριολογικά και χημικά όπλα.
Στο Βιετνάμ, οι πατριωτικές δυνάμεις πολέμησαν σχεδόν χωρίς καμία διακοπή ενάντια σε τρεις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις: ενάντια στην Ιαπωνία, που η ισχύς της έμελλε να υποστεί μια κάθετη πτώση μετά τις βόμβες της Χιροσίμας και του Ναγκασάκι. Ενάντια στη Γαλλία που ξαναπήρε από τούτη τη νικημένη χώρα τις ινδοκινεζικες αποικίες της και αγνόησε τις υποσχέσεις που είχε δώσει στις δύσκολες στιγμές. Κι ενάντια στις Ηνωμένες Πολιτείες σ’ αυτή την τελευταία φάση του αγώνα.
    Σ΄ όλες τις ηπείρους υπήρχαν περιορισμένες συγκρούσεις, ενώ στην αμερικανική ήπειρο δεν είχαν σημειωθεί ακόμη για αρκετό καιρό παρά μόνο απόπειρες απελευθερωτικής πάλης και πραξικοπημάτων, ίσαμε τη στιγμή που η κουβανέζικη Επανάσταση σήμανε τη σάλπιγγα του συναγερμού για τη σημασία αυτής της περιοχής και προκάλεσε τη λύσσα των ιμπεριαλιστών, υποχρεώνοντας την να υπερασπιστεί τις αχτές της, στην αρχή στην Πλάγια Χιρον και κατοπινά με την Κρίση του Οχτωβρη. Αυτό το τελευταίο επεισόδιο θα μπορούσε να είχε προκαλέσει ένα πόλεμο με ανυπολόγιστες διαστάσεις, επειδή είχε φέρει αντιμέτωπους τους Αμερικανούς και τους Σοβιετικούς σχετικά με την Κούβα.

Φωτογραφία του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα στη Βολιβία.

Μα προφανώς η πιο μεγάλη εστία πολέμου βρίσκεται αυτή τη στιγμή στα εδάφη της ινδοκινεζικης χερσονήσου και στις γειτονικές της χώρες. Το Λάος και το Βιετνάμ σπαράζονται από εμφύλιους πόλεμους, που παύουν πια να είναι εμφύλιοι απ’ τη στιγμή που είναι παρών ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός, με όλη του την ισχύ. Κι όλη η ζώνη γίνεται μια επικίνδυνη πυριτιδαποθήκη, έτοιμη να εκραγεί.
Στο Βιετνάμ, η σύγκρουση πήρε μια εξαιρετική οξύτητα. Δεν έχουμε την πρόθεση να δώσουμε την ιστορία αυτού του πολέμου. Θα περιοριστούμε μόνο σε μερικά σημεία αναφοράς.

    Το 1954, μετά τη συντριπτική ήττα των Γάλλων στο Ντιεν Μπιεν Φου, υπεγράφησαν οι συμφωνίες της Γενεύης, που διαιρούσαν τη χώρα σε δυο ζώνες και όριζαν ότι θα γίνονταν εκλογές μέσα σε δεκαοχτώ μήνες, για να αποφασιστεί ποιος θα κυβερνούσε το Βιετνάμ και με ποιο τρόπο θα ξαναγινόταν η συνένωση της χώρας. Οι Αμερικανοί δεν υπέγραψαν αυτό το έγγραφο και άρχισαν να ελίσσονται για ν’ αντικαταστήσουν το ανδρείκελο των Γάλλων, τον αυτοκράτορα Μπαο – Νται, μ’ έναν άνθρωπο που να ανταποκρίνεται στις δικές τους προθέσεις. Ήταν ο Νγκο Ντινχ Ντιεμ, που όλος ο κόσμος ξέρει το τραγικό του τέλος – της στυμμένης λεμονόκουπας απ΄ τον ιμπεριαλισμό. Μια αισιοδοξία κυριάρχησε στο στρατόπεδο των λαϊκών δυνάμεων στους μήνες που ακολούθησαν την υπογραφή των συμφωνιών της Γενεύης. Στο νότιο τμήμα της χώρας είχαν αρχίσει να κατεδαφίζουν τις οχυρώσεις του πολέμου εναντίον των Γάλλων και όλοι περίμεναν την εφαρμογή της συνθήκης. Μα οι πατριώτες δεν άργησαν να καταλάβουν ότι δεν θα γίνονταν οι εκλογές εκτός πια κι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες ένιωθαν ότι μπορούσαν να επιβάλουν τη θέληση τους στις κάλπες, πράγμα που ήταν αδύνατο να γίνει ακόμη κι αν κατέφευγαν σ’ όλες τις μορφές του δόλου, που αυτές ξέρουν τα μυστικά του.
    Οι αγώνες συνεχίστηκαν ξανά στο νότιο τμήμα της χώρας κι έγιναν όλο και πιο έντονοι ως τη σημερινή στιγμή που ο αμερικανικός στρατός αποτελείται από μισό εκατομμύριο περίπου εισβολείς, ενώ οι δυνάμεις των ανδρεικέλων μειώνονται και χάνουν ολωσδιόλου τη μαχητικότητα τους. Είναι κοντά δυο χρόνια που οι Αμερικανοί άρχισαν συστηματικά τους βομβαρδισμούς ενάντια στη Λαϊκή Δημοκρατία του Βιετνάμ σε μια καινούργια προσπάθεια να λυγίσουν τη μαχητικότητα του Νότου και να του επιβάλουν μια συνδιάσκεψη, ξεκινώντας από μια θέση ισχύος. Στην αρχή, οι βομβαρδισμοί ήταν λίγο – πολύ σποραδικοί και ξεκινούσαν απ’ τον ισχυρισμό ότι αποτελούσαν αντίποινα για υποτιθέμενες προκλήσεις των Βορείων. Σε συνέχεια, αυτοί οι βομβαρδισμοί αυξήθηκαν σε ένταση, έγιναν μεθοδικοί ώσπου να μεταβληθούν, μέρα με την ημέρα, σ’ ένα τεράστιο κυνηγητό από μέρους των αεροπορικών μονάδων των Ηνωμένων Πολιτειών, προς το σκοπό να καταστρέψουν κάθε ίχνος πολιτισμού στο βόρειο τμήμα της χώρας. Έτσι ένα από τα θλιβερά επεισόδια της διαβόητης κλιμάκωσης.
    Οι υλικοί στόχοι των γιάνκηδων έχουν επιτευχθεί στο μεγαλύτερο μέρος παρά την αποφασιστική αντίσταση των αντιαεροπορικών μονάδων του Βιετνάμ, παρά τα 1.700 αεροπλάνα που έχουν καταρριφθεί και παρά τη βοήθεια του σοσιαλιστικού στρατοπέδου σε πολεμικό υλικό. Υπάρχει μια οδυνηρή πραγματικότητα: το Βιετνάμ, το έθνος που ενσαρκώνει τις λαχτάρες και τις ελπίδες νίκης ενός ολόκληρου ξεχασμένου κόσμου, είναι τραγικά μόνο του.
    Η αλληλεγγύη του προοδευτικού κόσμου με το λαό του Βιετνάμ μοιάζει με την πικρή ειρωνεία που σήμαινε η ενθάρρυνση του όχλου για τους μονομάχους του ρωμαϊκού τσίρκου. Το πρόβλημα δεν είναι να ευχόμαστε την επιτυχία του θύματος της εισβολής, μα να μοιραστούμε την τύχη του, να είμαστε μαζί του στο θάνατο ή στη νίκη.

Φωτογραφία του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα με τους συντρόφους του στη Βολιβία.

Αν θελήσουμε να αναλύσουμε τη μοναξιά του Βιετνάμ, θα μας πιάσει ένα άγχος για τούτη την άλογη στιγμή της ανθρωπότητας. Ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός είναι ένοχος εισβολής. Τα εγκλήματα του είναι τεράστια και επεκτείνονται σ’ όλο τον κόσμο. Αυτό το ξέρουμε, κύριοι. Μα είναι ένοχοι εξίσου κι εκείνοι που στην αποφασιστική στιγμή δίστασαν να κάνουν το Βιετνάμ ένα απαραβίαστο μέρος του σοσιαλιστικού χώρου. Θα διέτρεχαν πράγματι τον κίνδυνο ενός πολέμου σε παγκόσμια κλίμακα, μα θα υποχρέωναν επίσης τους Αμερικανούς ιμπεριαλιστές να αποφασίσουν. Είναι ένοχοι εκείνοι που συνεχίζουν έναν πόλεμο με βρισιές και τρικλοποδιές, που τον άρχισαν από καιρό οι αντιπρόσωποι των δυο πιο μεγάλων δυνάμεων του σοσιαλιστικού στρατοπέδου.

    Θέτουμε το πρόβλημα για να πετύχουμε μια τίμια απάντηση: το Βιετνάμ είναι ή δεν είναι απομονωμένο και επιδίδεται σε μια επικίνδυνη ισορροπία ανάμεσα στις δυο δυνάμεις που έχουν εμπλακεί στη διαπάλη; Τι μεγάλος που είναι αυτός ο λαός! Ποσό γενναίος και στωικός είναι! Και τι μάθημα αντιπροσωπεύει ο αγώνας για όλο τον κόσμο. Δεν θα μάθουμε πριν περάσει καιρός αν ο πρόεδρος Τζονσον το σκεφτόταν σοβαρά να πραγματοποιήσει κάποιες αναγκαίες μεταρρυθμίσεις για το λαό της χώρας του, για να αφαιρέσει την οξύτητα από τις ταξικές αντιθέσεις που εκδηλώνονται με μια εκρηκτική δύναμη και ολοένα και πιο συχνά. Μα είναι βέβαιο ότι αυτές οι βελτιώσεις που αναγγέλθηκαν με τον πομπώδη τίτλο μιας πάλης για τη μεγάλη κοινωνία» έπεσαν όλες στον καιάδα του Βιετνάμ.
    Η πιο μεγάλη ιμπεριαλιστική δύναμη αισθάνεται μια αιμορραγία στους κόλπους της, που την προκαλεί μια μικρή και καθυστερημένη χώρα και η μυθική οικονομία της αισθάνεται τις συνέπειες απ’ τη διεξαγωγή του πολέμου. Να σκοτώνεις έπαψε πια να είναι το πιο προσοδοφόρο εμπόριο των μονοπωλίων. Ότι διαθέτουν αυτοί οι υπέροχοι στρατιώτες, πέρα απ’ την αγάπη τους για την πατρίδα και για την κοινωνία τους και πέρα από το ανεξάντλητο θάρρος τους, είναι μόνο αμυντικά όπλα κι αυτά σε μια περιορισμένη ποσότητα. Μα ο ιμπεριαλισμός βουλιάζει στο Βιετνάμ, δεν βρίσκει διέξοδο και αναζητεί απεγνωσμένα ένα δρόμο που να του επιτρέψει να αποφύγει αξιοπρεπώς τον κίνδυνο, στον οποίο έχει εμπλακεί. Μα τα «Τέσσερα Σημεία» του Βορρά και τα «Πέντε Σημεία» του Νότου τον κρατάνε πιασμένο μέσα σε μια τανάλια και κάνουν ακόμα πιο αποφασιστική τη σύγκρουση.
    Όλα φαίνεται να δείχνουν ότι η ειρήνη, αυτή η ασταθής ειρήνη που της έδωσαν αυτό το όνομα αποκλειστικά και μόνο γιατί δε σημειώθηκε καμία παγκόσμια σύρραξη, βρίσκεται πάλι σε κίνδυνο να γίνει θρύψαλα από τούτη την αμετάτρεπτη και απαράδεκτη πρωτοβουλία που πήραν οι Αμερικανοί. Και σε μας, στους εκμεταλλευόμενους του κόσμου, ποιος είναι ο ρόλος που μας ανήκει; Οι λαοί των τριών ηπείρων παρακολουθούν και διδάσκονται το μάθημα τους απ’ το Βιετνάμ. Επειδή οι ιμπεριαλιστές, με την απειλή του πολέμου, ασκούν έναν εκβιασμό πάνω σ’ όλη την ανθρωπότητα, η σωστή απάντηση είναι να μη φοβόμαστε τον πόλεμο. Η γενική τακτική των λαών πρέπει να είναι να επιτίθενται σκληρά και αδιάκοπα σε κάθε σημείο όπου παρουσιάζεται η σύγκρουση.
    Μα, εκεί όπου έχει σπάσει αυτή η άθλια ειρήνη που υφιστάμεθα, ποιος πρέπει να είναι ο στόχος μας; Να απελευθερωθούμε πάση θυσία. Το πανόραμα του κόσμου είναι σήμερα πολύπλοκο στο μέγιστο βαθμό. Ο στόχος της απελευθέρωσης αφορά ακόμη και χώρες της γηραιάς Ευρώπης, αρκετά ανεπτυγμένες για να αισθάνονται όλες τις αντιθέσεις του καπιταλισμού, μα τόσο αδύνατες που δεν μπορούν να ακολουθήσουν το δρόμο του ιμπεριαλισμού ή να εμπλακούν σ’ αυτόν. Εκεί οι αντιθέσεις θα φτάσουν, στα χρόνια που μας έρχονται, σ’ ένα εκρηκτικό βαθμό, μα τα προβλήματα τους – και κατά συνέπεια και η λύση τους – είναι διαφορετικά από τα προβλήματα των δικών μας εξαρτημένων και οικονομικά καθυστερημένων λαών. Το κυριότερο πεδίο εκμετάλλευσης του ιμπεριαλισμού αγκαλιάζει τις τρεις καθυστερημένες ηπείρους: την Αμερική, την Ασία και την Αφρική. Η κάθε χώρα έχει τις ιδιομορφίες της, μα και η κάθε ήπειρος στο σύνολο της τις δικές της.

Φωτογραφία του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα στη Βολιβία, τραβηγμένη λίγο πριν το θάνατό του το 1967.

Η Αμερική αποτελεί ένα σύνολο λίγο πολύ ομοιογενές και τα αμερικανικά μονοπωλιακά κεφάλαια διατηρούν τα απόλυτα πρωτεία στο σύνολο των εδαφών της. Οι κυβερνήσεις ανδρείκελα ή, στην καλύτερη περίπτωση, οι αδύνατες και φοβισμένες, δεν μπορούν να αντιταχθούν στις διαταγές των γιάνκηδων αφεντικών. Οι Αμερικανοί έχουν φτάσει σχεδόν στο τελευταίο όριο της πολιτικής και οικονομικής τους κυριαρχίας και δεν θα μπορούσαν πια να προχωρήσουν παραπέρα. Η οποιαδήποτε αλλαγή στην κατάσταση θα μπορούσε να μεταβληθεί σε μια κάμψη της πρωτοκαθεδρίας τους. Η πολιτική τους συνίσταται στο να διατηρήσουν αυτά που έχουν κερδίσει. Η γραμμή της δράσης τους περιορίζεται σήμερα στην κτηνώδη χρησιμοποίηση της βίας για την κατάπνιξη των απελευθερωτικών κινημάτων, όποια κι αν είναι αυτά.

    Το σύνθημα «δεν θα επιτρέψουμε μια άλλη Κούβα» πάει να κρύψει τη δυνατότητα τους να διαπράττουν ατιμώρητα εισβολές, σαν κι αυτήν που έγινε ενάντια στη Δομινικανικη Δημοκρατία ή και προηγούμενα με τη σφαγή του Παναμά, και την καθαρή προειδοποίηση ότι τα στρατεύματα των γιάνκηδων είναι διατεθειμένα να επεμβαίνουν σε οποιοδήποτε σημείο της Αμερικής, όπου διαταράσσεται η κατεστημένη τάξη, βάζοντας σε κίνδυνο τα αμερικανικά συμφέροντα. Αυτή η πολιτική απολαμβάνει μια απόλυτη σχεδόν ατιμωρησία. Η Οργάνωση Αμερικανικών Κρατών, όσο ξεπεσμένη κι αν είναι, αποτελεί μια πολύ βολική μάσκα. Ο Ο.Η.Ε. είναι τόσο αναποτελεσματικός, που πέφτει στα όρια του γελοίου και του τραγικού. Οι στρατοί όλων των χωρών της Αμερικής είναι έτοιμοι να επέμβουν, για να συντρίψουν τους λαούς της. Στην ουσία, έχει συγκροτηθεί η διεθνής του εγκλήματος και της προδοσίας. Εξάλλου, οι εθνικές αστικές τάξεις δεν είναι πια διόλου ικανές να αντιταχθούν στον ιμπεριαλισμό – αν ήταν και καμία φορά – και σήμερα είναι η οπισθοφυλακή του. Δεν υπάρχουν πια άλλες αλλαγές να γίνουν: η σοσιαλιστική επανάσταση ή καρικατούρα της επανάστασης.
Η Ασία είναι μια ήπειρος με χαρακτηριστικές ιδιομορφίες. Οι απελευθερωτικοί αγώνες ενάντια σε διάφορες ευρωπαϊκές αποικιοκρατικές δυνάμεις οδήγησαν στην εγκαθίδρυση λίγο πολύ προοδευτικών κυβερνήσεων, που η παραπέρα εξέλιξη τους ήταν σε ορισμένες περιπτώσεις το βάθεμα των πρώτων στόχων της εθνικής απελευθέρωσης και σε άλλες μια επιστροφή σε προιμπεριαλιστικες θέσεις. Από οικονομική πλευρά, οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν λίγα να χάσουν και πολλά να κερδίσουν στην Ασία. Οι αλλαγές τους διευκολύνουν. Αγωνίζονται για να εκτοπίσουν άλλες νεοαποικιακες δυνάμεις, για να διεισδύσουν σε καινούργιες σφαίρες ενεργειών στον οικονομικό τομέα, κάποτε άμεσα και κάποτε χρησιμοποιώντας την Ιαπωνία.
    Μα υπάρχουν ειδικές πολιτικές συνθήκες, προπάντων στην ινδοκινεζικη χερσόνησο, οι όποιες προσδίδουν μια εξαιρετική σημασία στην Ασία και παίζουν ένα πολύ σπουδαίο ρόλο στην καθολική στρατηγική πολέμου του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Ο τελευταίος περισφίγγει την Κίνα, μ’ ένα κλοιό, που περιλαμβάνει τουλάχιστο τη Νότιο Κορέα, την Ιαπωνία, τη Φορμόζα, το Νότιο Βιετνάμ και την Ταϊλάνδη. Αυτή η διπλή κατάσταση, ένα τόσο σημαντικό στρατηγικό συμφέρον όπως είναι η στρατιωτική περικύκλωση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας απ’ τη μια μεριά και η φιλοδοξία των αμερικανικών κεφαλαίων να βρουν διέξοδο στις μεγάλες της αγορές απ’ την άλλη, κάνουν την Ασία ένα από τα πιο εκρηκτικά μέρη του σημερινού κόσμου, παρά τη φαινομενική σταθερότητα που υπάρχει έξω από τη ζώνη του Βιετνάμ.
    Η Μέση Ανατολή, που ανήκει γεωγραφικά σ’ αυτή την ήπειρο, μα με τις δικές της ξεχωριστές αντιφάσεις, βρίσκεται σε μεγάλο αναβρασμό και δεν μπορούμε να προβλέψουμε τι διαστάσεις θα πάρει ο ψυχρός πόλεμος ανάμεσα στο Ισραήλ, που υποστηρίζεται απ’ τους ιμπεριαλιστές, και στις προοδευτικές χώρες της περιοχής. Είναι ένα άλλο από τα ηφαίστεια που απειλούν τον κόσμο. Η Αφρική προσφέρει τα γνωρίσματα ενός σχεδόν παρθένου εδάφους για τη νεοαποικιοκρατικη εισβολή. Έγιναν αλλαγές που ως ένα βαθμό υποχρέωναν τις νεοαποικιοκρατικές δυνάμεις να ενδώσουν σ’ ότι αφορά τα παλιά απόλυτα προνομία τους. Μα όταν οι διαδικασίες εξελίσσονται αδιάκοπα, τότε την αποικιοκρατία τη διαδέχεται η νεοαποικιοκρατία, που οι συνέπειες της είναι οι ίδιες όσον αφορά την οικονομική κυριαρχία.
    Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν αποικίες σ’ αυτή την ήπειρο και πασχίζουν τώρα να διεισδύσουν στα παλιά περιφραγμένα κτήματα των συνεταίρων τους. Μπορούμε να διαβεβαιώσουμε ότι η Αφρική αποτελεί μια μακροπρόθεσμη εφεδρεία στα στρατηγικά σχέδια του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Οι σημερινές επενδύσεις του δεν είναι σημαντικές παρά μόνο στην Νοτιοαφρικανική Ένωση και αρχίζει η διείσδυση του στο Κονγκό, στη Νιγηρία και σε άλλες χώρες, όπου υποβόσκει ένας βίαιος ανταγωνισμός (ειρηνικός για την ώρα) με άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.
    Ο ιμπεριαλισμός δεν έχει ακόμη μεγάλα συμφέροντα να υπερασπιστεί εκεί, εκτός από το υποτιθέμενο δικαίωμα του να επεμβαίνει σε οποιοδήποτε σημείο του κόσμου, όπου τα μονοπώλια μυρίζονται μεγάλα κέρδη ή την ύπαρξη μεγάλων εφεδρειών σε πρώτες ύλες.
   Όλα αυτά τα δεδομένα μας κάνουν να αναρωτηθούμε δικαιολογημένα για τις δυνατότητες μιας βραχυπρόθεσμης ή μακροπρόθεσμης απελευθέρωσης των λαών της Αφρικής. Αν αναλύσουμε την Αφρική, θα δούμε ότι γίνεται ένας αγώνας με κάποια ένταση στις πορτογαλικές αποικίες της Γουινέας, της Μοζαμβίκης και της Αγκόλας, με αξιόλογες επιτυχίες στην πρώτη και με ασταθείς επιτυχίες στις δυο άλλες. Ότι παραβρισκόμαστε ακόμη σε μια πάλη ανάμεσα στους διαδόχους του Λουμούμπα και τους παλιούς συνένοχους του Τσόμπε στο Κονγκό, πάλη που φαίνεται να κλίνει προσωρινά προς τη μεριά των τελευταίων, που «ειρήνευσαν» προς όφελος τους ένα μεγάλο τμήμα της χώρας, μολονότι ο πόλεμος παραμένει σε λανθάνουσα κατάσταση.
    Το πρόβλημα είναι διαφορετικό στη Ροδεσία. Ο βρετανικός ιμπεριαλισμός χρησιμοποίησε όλους τους μηχανισμούς που είχε στη διάθεση του, για να παραδώσει την εξουσία σε μια μειονότητα λευκών, που την κρατάει και σήμερα. Η σύγκρουση απ΄ την πλευρά της Αγγλίας δεν έχει καθόλου επίσημο χαρακτήρα. Με τη συνηθισμένη της διπλωματική δεξιοτεχνία – που πρέπει να την πούμε καθαρή υποκρισία – η δύναμη αυτή περιορίζεται να παραβιάζει μια πρόσοψη όπου αποδοκιμάζει τάχα τα μέτρα που έχει πάρει η κυβέρνηση του Γιαν Σμιθ. Η δόλια στάση της έχει την υποστήριξη μερικών χωρών της Κοινοπολιτείας, που την ακολουθούν, και επικρίνεται από ένα μεγάλο μέρος των χωρών της Μαύρης Αφρικής, είτε πρόκειται ή όχι για πειθήνιους υποτελείς του αγγλικού ιμπεριαλισμού.
Στη Ροδεσία, η κατάσταση μπορεί να γίνει εξαιρετικά εκρηκτική αν αποκρυσταλλωθούν οι προσπάθειες των μαύρων πατριωτών για να πάρουν τα όπλα κι αν το κίνημα δεχθεί πραγματικά μια υποστήριξη από τα γειτονικά αφρικάνικα έθνη. Μα για την ώρα, όλα τα προβλήματα συζητούνται μέσα σε τόσο μη αποτελεσματικούς οργανισμούς όπως είναι ο ΟΗΕ, η Κοινοπολιτεία και ο O.U.A.
    Ωστόσο, η πολιτική και κοινωνική εξέλιξη της Αφρικής δεν επιτρέπει να προβλέψουμε μια επαναστατική κατάσταση σε ηπειρωτική κλίμακα. Οι απελευθερωτικοί αγώνες ενάντια στους Πορτογάλους πρέπει να καταλήξουν στη νίκη, μα η Πορτογαλία δεν σημαίνει τίποτα στον κατάλογο των υπαλλήλων του ιμπεριαλισμού. Οι συγκρούσεις με πραγματικά επαναστατική σημασία είναι εκείνες που προσβάλλουν όλο το μηχανισμό του ιμπεριαλισμού. Μα εμείς δεν πρέπει να σταματήσουμε ν’ αγωνιζόμαστε για την απελευθέρωση των τριών πορτογαλικών αποικιών και για το βάθεμα της επανάστασης τους.
Όταν οι μαύρες μάζες της Νότιας Αφρικής ή της Ροδεσίας θα αρχίσουν την αληθινή επαναστατική τους πάλη, τότε θα αρχίσει και για την Αφρική μια νέα εποχή. ΄Η όταν οι φτωχές μάζες θα ριχτούν στη δράση για ν’ αποσπάσουν απ’ τα χέρια των ολιγαρχιών που τις κυβερνούν το δικαίωμα τους για μια άξια ζωή. Για τη στιγμή, τα πραξικοπήματα διαδέχονται το ένα το άλλο, ή μια ομάδα αξιωματικών υποκαθιστά μια άλλη ομάδα ή κυβερνήτες που δεν εξυπηρετούν πια τα συμφέροντα της κάστας τους μήτε και τα συμφέροντα των δυνάμεων που τους υποκινούν ύπουλα, μα δεν υπάρχουν ακόμη λαϊκές κινητοποιήσεις. Στο Κονγκό, η μνήμη του Λουμούμπα έδωσε ψυχή σε παρόμοιες κινήσεις που αποδυναμώθηκαν όμως μέσα στους τελευταίους μήνες.
Στην Ασία, όπως το έχουμε δει, η κατάσταση είναι εκρηκτική και τα σημεία τριβής δεν βρίσκονται μόνο στο Βιετνάμ και στο Λάος, όπου διεξάγεται ο αγώνας. Βρίσκονται και στην Καμπότζη, όπου η άμεση αμερικανική εισβολή μπορεί να αρχίσει μια οποιαδήποτε στιγμή, και στην Ταϊλάνδη και στη Μαλαισία, προφανώς και στην Ινδονησία, όπου δεν μπορούμε να σκεφτούμε ότι ειπώθηκε η τελευταία λέξη, παρά την εκμηδένιση του Κομμουνιστικού κόμματος αυτής της χώρας όταν οι αντιδραστικοί πήραν την εξουσία. Και υπάρχει βέβαια και η Μέση Ανατολή. Στη Λατινική Αμερική, διεξάγεται ένοπλος αγώνας στη Γουατεμάλα, στην Κολομβία, στη Βενεζουέλα και στη Βολιβία, και εκδηλώνονται κιόλας τα πρώτα συμπτώματα και στη Βραζιλία. Υπάρχουν και άλλες εστίες αντίστασης που ανάβουν και σβήνουν. Μα όλες σχεδόν οι χώρες αυτής της ηπείρου είναι ώριμες για παρόμοιο αγώνα που, για να θριαμβεύσει, απαιτεί τουλάχιστο την εγκαθίδρυση μιας κυβέρνησης με σοσιαλιστικές τάσεις.
     Σ’ όλη την ήπειρο μιλιέται στην ουσία μια μόνη γλώσσα, με μόνη εξαίρεση τη Βραζιλία, που ο λαός της μπορεί να περιληφθεί στους ισπανόγλωσσους λαούς, αν λάβουμε υπ’ όψη την ομοιότητα ανάμεσα στις δυο γλώσσες. Υπάρχει μια τόσο μεγάλη ταυτότητα ανάμεσα στις τάξεις αυτών των χωρών, που φτάνουν σε μια ταύτιση «διεθνικού αμερικανικού» χαρακτήρα, πολύ πιο ολοκληρωμένη παρά στις άλλες ηπείρους. Γλώσσα, ήθη, θρησκεία, το ίδιο αφεντικό, είναι οι παράγοντες που τις ενώνουν. Ο βαθμός και οι μορφές της εκμετάλλευσης είναι ταυτόσημες ως προς τα αποτελέσματα τους, τόσο για τους εκμεταλλευτές όσο και για τους εκμεταλλευόμενους στις περισσότερες χώρες της Αμερικής μας. Και η εξέγερση ωριμάζει με επιταχυνόμενους ρυθμούς.
    Μπορούμε να αναρωτηθούμε: πως θα καρποφορήσει αυτή η εξέγερση; Ποιες μορφές θα πάρει; Εμείς υποστηρίζουμε από καιρό, παίρνοντας υπόψη μας τα όμοια γνωρίσματα που υπάρχουν, ότι ο αγώνας στην Αμερική, όταν έρθει η στιγμή, θα πάρει πανηπειρωτικες διαστάσεις. Η Αμερική θα γίνει το θέατρο των μεγάλων και πολυάριθμων μαχών που θα δώσει η ανθρωπότητα για την απελευθέρωση της. Στο πλαίσιο αυτής της μάχης με πανηπειρωτικη σημασία, οι αγώνες που διεξάγονται σήμερα με ενεργητικό τρόπο δεν είναι παρά μόνο επεισόδια, που όμως έχουν δώσει κιόλας τους μάρτυρες τους, οι οποίοι θα πάρουν τη θέση τους στην αμερικανική ιστορία, γιατί έδωσαν το μερτικό τους απ’ το αναγκαίο αίμα σ’ αυτή την τελευταία φάση του αγώνα για την πλήρη απελευθέρωση του ανθρώπου. Στο μαρτυρολόγιο θα έχουν τη θέση τους τα ονόματα του καπετάνιου Τούρσιος Λίμα, του πατρός Καμίλο Τόρρες, των καπετάνιων Φαμπρίσιο Οχέδα, Λομπάτον και Λούις ντε λα Πουέντα Ουσέδα, που είναι φυσιογνωμίες πρώτου μεγέθους στα επαναστατικά κινήματα της Γουατεμάλας, της Κολομβίας της Βενεζουέλας και του Περού.
     Μα η δραστήρια κινητοποίηση του λαού δημιουργεί και τους νέους ηγέτες του. Ο Σεζάρ Μόντες και ο Γιον Σόσα υψώνουν τη σημαία στη Γουατεμάλα. Ο Φάμπιο Βάσκες και ο Μαρουλάντα κάνουν το ίδιο στην Κολομβία. Ο Ντούγκλας Μπράβο στη Δύση κι ο Αμέρικο Μαρτίν στα βουνά του Μπρατσιλιέρ διοικούν τα αντίστοιχα μέτωπα στη Βενεζουέλα. Καινούργιες εστίες πολέμου θα αναφανούν σ’ αυτές και σε άλλες αμερικανικές χώρες, όπως παρουσιάστηκε κιόλας η περίπτωση της Βολιβίας, και θα παίρνουν διαστάσεις μέρα με την ημέρα μ’ όλες τις αντιξοότητες που συνεπάγεται αυτό το επικίνδυνο επάγγελμα του σύγχρονου επαναστάτη. Πολλοί θα πεθάνουν θύματα των λαθών τους κι άλλοι θα πέσουν στη σκληρή μάχη που επίκειται. Καινούργιοι μαχητές και καινούργιοι ηγέτες θα γεννηθούν μέσα στη φλόγα της επαναστατικής πάλης. Ο λαός θα διαμορφώσει σιγά σιγά τους μαχητές του και τους οδηγούς του μέσα στα ίδια τα πλαίσια του πολέμου και θα αυξάνονται οι πράκτορες των γιάνκηδων για την καταστολή των κινημάτων. Σήμερα υπάρχουν σύμβουλοι τους σ’ όλες τις χώρες όπου διεξάγεται ένοπλος αγώνας και ο στρατός του Περού πραγματοποίησε, και φαίνεται με επιτυχία, μια εκκαθαριστική επιχείρηση ενάντια στους επαναστάτες αυτής της χώρας, που κατευθύνεται κι αυτή και εκπαιδεύεται από τους γιάνκηδες. Αν όμως οι εστίες πολέμου καθοδηγηθούν με αρκετή πολιτική και στρατιωτική ευφυΐα, θα γίνουν ακατανίκητες και θα απαιτήσουν καινούργιες αποστολές γιάνκηδων. Και στο Περού το ίδιο, νέες φυσιογνωμίες, που παραμένουν άγνωστες ακόμη αναδιοργανώνουν με επίμονη και πείσμα τον ανταρτοπόλεμο. Σιγά σιγά, τα ξεπερασμένα όπλα που επαρκούν για να καταστελνουν μικρές ένοπλες ομάδες θα παραχωρήσουν τη θέση τους σε σύγχρονα όπλα και οι ομάδες των συμβουλών θα αντικατασταθούν από Αμερικανούς στρατιώτες, ώσπου, στη δοσμένη στιγμή, να υποχρεωθούν να στείλουν όλο και μεγαλύτερες δυνάμεις τακτικών στρατευμάτων για να εξασφαλίσουν τη σχετική σταθερότητα μιας εξουσίας, που ο στρατός των ανδρεικέλων της διαλύεται κάτω απ’ τα πλήγματα του ανταρτοπόλεμου. Είναι ο δρόμος που πήρε το Βιετνάμ. Είναι ο δρόμος που πρέπει να ακολουθήσουν οι λαοί. Είναι ο δρόμος που θα ακολουθήσει η Αμερική, με την εξής λεπτομέρεια ότι οι ένοπλες ομάδες θα μπορέσουν να σχηματίσουν συντονιστικά συμβούλια, για να κάνουν πιο δύσκολη την προσπάθεια καταστολής του αμερικανικού ιμπεριαλισμού και για να διευκολύνουν την υπόθεση τους.
    Η Αμερική, μια ήπειρος ξεχασμένη από τους τελευταίους πολιτικούς απελευθερωτικούς αγώνες, που αρχίζει ν’ ακούγεται στη Διάσκεψη των Τριών Ηπείρων με τη φωνή της πρωτοπορίας των λαών της, που είναι η κουβανέζικη επανάσταση, θα έχει ένα στόχο πολύ πιο σημαντικό: να δημιουργήσει το δεύτερο ή το τρίτο Βιετνάμ του κόσμου. Σε τελευταία ανάλυση, πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι ο ιμπεριαλισμός είναι ένα παγκόσμιο σύστημα, ανώτερο στάδιο του καπιταλισμού, και πρέπει να τον νικήσουμε σε μια μεγάλη παγκόσμια αναμέτρηση. Ο στρατηγικός στόχος αυτής της πάλης πρέπει να είναι η καταστροφή του ιμπεριαλισμού. Ο ρόλος που πέφτει στους δικούς μας ώμους, των εκμεταλλευομένων και υποανάπτυκτων του κόσμου, είναι να καταστρέψουμε τις βάσεις ανεφοδιασμού του ιμπεριαλισμού στις χώρες μας, απ’ όπου αντλεί κεφάλαια, πρώτες ύλες, τεχνικούς και εργάτες σε φτηνή τιμή κι όπου εξάγει νέα κεφάλαια – όργανα κυριαρχίας – όπλα και κάθε λογής εμπορεύματα, υποβάλλοντας μας σε μια απόλυτη εξάρτηση.
    Το βασικό στοιχείο αυτού του στρατηγικού στόχου θα είναι τότε η πραγματική απελευθέρωση των λαών. Απελευθέρωση που θα γίνει μέσα απ’ την ένοπλη πάλη στις περισσότερες περιπτώσεις και στην Αμερική θα πάρει αναπόφευκτα το χαρακτήρα μιας σοσιαλιστικής επανάστασης.
Αποβλέποντας στην καταστροφή του ιμπεριαλισμού, πρέπει να εντοπίσουμε την κεφαλή του που είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Εμείς πρέπει να εκπληρώσουμε ένα σκοπό γενικού χαρακτήρα που ο τακτικός του στόχος θα είναι να τραβήξουμε τον εχθρό από το στοιχείο του και να τον υποχρεώσουμε να πολεμήσει σε τόπους όπου οι συνήθειες της ζωής του συγκρούονται με το περιβάλλον. Δεν χρειάζεται να υποτιμούμε τον αντίπαλο. Ο αμερικανός στρατιώτης έχει τεχνικές ικανότητες και στηρίζεται σε μέσα τέτοιας ευρύτητας που τον κάνουν επίφοβο. Του λείπει ουσιαστικά το ιδεολογικό κίνητρο που το έχουν σε πολύ ψηλό βαθμό οι σημερινοί πιο πεισματικοί του αντίπαλοι: οι Βιετναμέζοι στρατιώτες. Δεν θα μπορέσουμε να θριαμβεύσουμε πάνω σ’ αυτό το στρατό παρά μόνο στο μέτρο που θα φτάσουμε να υπονομεύσουμε το ηθικό του. Κι αυτό το ηθικό θα υπονομευθεί στο βαθμό που θα επιβάλλουμε ήττες σ’ αυτό το στρατό και θα του προξενούμε επανειλημμένες σύμφορες.    Μα αυτό το μικρό διάγραμμα των νικών συνεπάγεται απέραντες θυσίες από μέρους των λαών, που πρέπει να γίνουν αποδεκτές από σήμερα, στο φως της ημέρας, και που θα υποστούμε αν αποφεύγουμε σταθερά τη μάχη, ώστε να ‘ρθούν άλλοι που θα βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά. Είναι φανερό ότι η τελευταία χώρα που θα απελευθερωθεί θα το κάνει πιθανόν χωρίς ένοπλο αγώνα κι ότι θα γλιτώσει από τις σύμφορες ενός μεγάλου και σκληρού πολέμου, σαν κι αυτών που κάνουν οι ιμπεριαλιστές. Μα ίσως δεν θα μπορέσει να αποφευχθεί αυτός ο αγώνας ή οι συνέπειες του σε μια παγκόσμια σύρραξη, όπου ο καθένας υποφέρει το ίδιο, και μερικοί πιο πολύ ακόμη. Δεν μπορούμε να προβλέψουμε το μέλλον, μα δεν πρέπει ποτέ να υποκύψουμε στον άναντρο πειρασμό να είμαστε οι σημαιοφόροι ενός λαού που λαχταρά τη λευτεριά του, μα αποφεύγει την πάλη που συνεπάγεται και περιμένει τη νίκη σαν ελεημοσύνη.
     Είναι απόλυτα σωστό να αποφεύγουμε κάθε περιττή θυσία. Να γιατί είναι τόσο σπουδαίο να φωτίσουμε τις πραγματικές δυνατότητες που έχει η εξαρτημένη Αμερική, για να απελευθερωθεί με ειρηνικά μέσα. Για μας, η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα είναι καθαρή. Η σημερινή στιγμή μπορεί να είναι ή να μην είναι η κατάλληλη για να εξαπολύσουμε τον αγώνα, μα δεν πρέπει να τρέφουμε καμία ψευδαίσθηση, ούτε κι έχουμε το δικαίωμα, ότι θα κατακτήσουμε την ελευθέρια μας δίχως να πολεμήσουμε. Και οι μάχες δεν θα είναι απλές συμπλοκές στους δρόμους, λιθοβολισμοί ενάντια στα δακρυγόνα και μήτε ειρηνικές γενικές απεργίες. Δεν θα είναι επίσης ο ξεσηκωμός ενός οργισμένου λαού που καταστρέφει σε δυο τρεις μέρες το δυναμικό καταστολής των ολιγαρχιών που κυβερνούνε. Θα είναι ένας μακρόχρονος και αιματηρός πόλεμος που το μέτωπο του θα βρίσκεται στα λημέρια των ανταρτών, στις πόλεις, στα σπίτια των μαχητών – όπου οι δυνάμεις καταστολής θα αναζητούν τα πιο εύκολα και πιο κοντινά θύματα – στις πόλεις και στα χωριά που θα καταστρέφονται απ’ τους βομβαρδισμούς του εχθρού. Μας έχουν υποχρεώσει να καταφύγουμε σ’ αυτό τον αγώνα. Δεν μας μένει άλλη λύση παρά να τον προετοιμάσουμε και να αποφασίσουμε τη διεξαγωγή του. Η αρχή δεν θα είναι εύκολη. Θα είναι εξαιρετικά δύσκολη. Όλες οι ικανότητες καταστολής, χτηνωδίας και δημαγωγίας, που διαθέτουν οι ολιγαρχίες, θα μπουν στην υπηρεσία αυτής της υπόθεσης. Η αποστολή μας τον πρώτο καιρό θα είναι να επιβιώσουμε, μετά θα ενεργήσουμε το συνεχές παράδειγμα του ανταρτοπόλεμου που πραγματοποιεί την ένοπλη προπαγάνδα, με τη βιετναμέζικη έννοια του όρου, που λέγεται κι αλλιώς προπαγάνδα του ντουφεκιού, των μαχών που κερδίζονται ή χάνονται, μα εξαπολύονται ενάντια στους εχθρούς. Το μεγάλο δίδαγμα του ακατανίκητου του ανταρτοπόλεμου θα διαποτίσει τις μάζες των στερημένων. Ο γαλβανισμός με το εθνικό πνεύμα, η προετοιμασία για πιο σκληρούς στόχους, για ν’ αντέξουν σε πιο βίαιες καταστολές. Το μίσος σαν παράγοντας της πάλης: το αδιαλλαχτο μίσος ενάντια στον εχθρό, που σπρώχνει πέρα από τα φυσικά όρια του ανθρώπου και το κάνει μια αποτελεσματική, βίαιη, επίλεκτη και ψυχρή μηχανή για να σκοτώνει. Έτσι πρέπει να είναι οι στρατιώτες μας. Ένας λαός δίχως μίσος δεν μπορεί να θριαμβεύσει πάνω σ’ ένα χτηνωδη εχθρό.
Πρέπει να σπρώξουμε τον πόλεμο ως εκεί που τον σπρώχνει ο εχθρός: στο σπίτι του και στους τόπους της ψυχαγωγίας του. Πρέπει να τον κάνουμε ολοκληρωτικά. Πρέπει να τον εμποδίσουμε να έχει και μια στιγμή ησυχίας και μια στιγμή ανάπαυλας έξω από τους στρατώνες του και μέσα σ’ αυτούς. Πρέπει να τον χτυπάμε εκεί που βρίσκεται. Ώστε να ‘χει την εντύπωση ότι είναι ένα κυνηγημένο ζώο, όπου κι αν περνάει. Τότε σιγά σιγά θα χάσει το ηθικό του. Θα γίνει πιο χτηνώδης ακόμη, μα θα δούμε και τα πρώτα συμπτώματα της αποθάρρυνσης του. Και πρέπει να αναπτύξουμε ένα αληθινό προλεταριακό διεθνισμό. Με διεθνιστικούς προλεταριακούς στρατούς, όπου η σημαία κάτω απ’ την όποια αγωνιζόμαστε γίνεται η καθαγιασμένη υπόθεση της απελευθέρωσης της ανθρωπότητας, έτσι που να πεθάνεις με τα χρώματα του Βιετνάμ, της Βενεζουέλας, της Γουατεμάλας, του Λάος, της Γουινέας, της Κολομβίας, της Βολιβίας, της Βραζιλίας, για ν’ αναφέρω μόνο τα σημερινά θέατρα του ένοπλου αγώνα – να είναι εξίσου ένδοξο και επιθυμητό για ένα Αμερικανό, ένα Ασιάτη, ένα Αφρικανό, ακόμη και για έναν Ευρωπαίο.
    Κάθε σταγόνα αίματος που χύνεται σε μια χώρα, όπου δεν έχουμε γεννηθεί, είναι μια εμπειρία γι’ αυτόν που επιζεί και μπορεί να την εφαρμόσει έπειτα στον αγώνα για την απελευθέρωση του τόπου της καταγωγής του. Και ο κάθε λαός που απελευθερώνεται είναι μια κερδισμένη φάση στη μάχη για την απελευθέρωση ενός αλλού λαού. Είναι καιρός να μετριάσουμε τις διάφορες μας και να βάλουμε τα πάντα στην υπηρεσία του αγώνα. Ότι μεγάλες συζητήσεις αναταράζουν τον κόσμο που αγωνίζεται για τη λευτεριά, το ξέρουμε πολύ καλά και δεν μπορούμε να το καλύψουμε το πράγμα. Ότι οι συζητήσεις αυτές έχουν φτάσει σε μια τέτοια οξύτητα που γίνεται εξαιρετικά δύσκολος, αν όχι και αδύνατος, ο διάλογος και η συμφιλίωση, το ξέρουμε επίσης. Το να αναζητήσουμε μεθόδους για να αρχίσουμε ένα διάλογο, που οι αντίπαλοι τον αποφεύγουν, είναι μια περιττή προσπάθεια. Μα ο εχθρός είναι μπροστά μας, χτυπάει όλες τις μέρες, μας απειλεί με καινούργια χτυπήματα κι αυτά τα χτυπήματα θα μας ενώσουν σήμερα, αύριο ή μεθαύριο. Όσοι αισθάνονται αυτή την ανάγκη και προετοιμάζονται για τούτη την απαραίτητη ενότητα θα κερδίσουν την ευγνωμοσύνη των λαών.
    Παίρνοντας υπόψη τη βιαιότητα και την αδιαλλαξία με την όποια διεξάγεται η κάθε διαπάλη, εμείς οι απόκληροι δεν μπορούμε να πάρουμε θέση με τη μια ή την άλλη έκφραση των διαφωνιών, ακόμη κι όταν συμφωνούμε με κάποιες θέσεις του ενός ή του αλλού μέρους ή περισσότερο με τις θέσεις του ενός μέρους παρά του αλλού. Στη στιγμή της πάλης, η μορφή που παίρνουν αυτές οι διαφωνίες, αποτελούν μια αδυναμία. Μα η προσπάθεια πάλι να διακανονιστούν με τα λόγια, εκεί που έχουν φτάσει, είναι μια καθαρή αυταπάτη. Η ιστορία ή θα τις σβήσει σιγά σιγά ή θα τους δώσει την πραγματική τους σημασία.
    Μέσα στον αγωνιζόμενο κόσμο μας, η κάθε διάφορα, που έχει σχέση με την ταχτική και με τις μεθόδους δράσης για να επιτευχθούν περιορισμένοι στόχοι, πρέπει να αναλύεται με τον οφειλόμενο σεβασμό στις εκτιμήσεις των άλλων. Όσο για το μεγάλο στρατηγικό στόχο, την ολική καταστροφή του ιμπεριαλισμού μέσα από τον αγώνα, πρέπει να είμαστε αδιάλλακτοι.
    Ας ανακεφαλαιώσουμε έτσι τις φιλοδοξίες μας για τη νίκη: καταστροφή του ιμπεριαλισμού με την εξουδετέρωση του πιο ισχυρού του προπυργίου, που είναι η ιμπεριαλιστική κυριαρχία των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Πρέπει να υιοθετήσουμε σαν ταχτικό στόχο τη σταδιακή απελευθέρωση των λαών, του καθενός ξεχωριστά ή κατά ομάδες, υποχρεώνοντας τον εχθρό να διεξάγει ένα δύσκολο πόλεμο σε εδάφη που δεν είναι τα δικά του και εκμηδενίζοντας τις βάσεις του ανεφοδιασμού του, που είναι οι εξαρτημένες χώρες.
    Αυτό σημαίνει μακρόχρονο πόλεμο. Και, το ξαναλεμε ακόμα μια φορά, σκληρό πόλεμο. Ας μη ξεγελιέται κάνεις τη στιγμή που πάει να τον εξαπολύσει, αλλά κι ας μη διστάσει κάνεις να τον εξαπολύσει από το φόβο των συνεπειών που μπορεί να συνεπάγεται για το λαό του. Είναι σχεδόν η μόνη μας ελπίδα για τη νίκη. Δεν μπορούμε να μένουμε βουβοί στο προσκλητήριο των καιρών. Το Βιετνάμ μας δίνει ένα μόνιμο μάθημαν ηρωισμού, ένα τραγικό και καθημερινό μάθημα αγώνα και θανάτου για την κατάκτηση της τελικής νίκης.

Οι Κουβανοί Πόμπο, Μπενίγνο και Ουρμπάνο μαζί με τους Βολιβιανούς Ίντι και Νταρίο θα καταφέρουν να ξεγελάσουν το στρατιωτικό κλοιό: θα είναι οι μόνοι επιζήσαντες του αντάρτικου.

Στο Βιετνάμ, οι στρατιώτες του ιμπεριαλισμού μαθαίνουν στο πετσί τους τις δυσκολίες που έχει να αντιμετωπίσει ένας που είναι συνηθισμένος σ΄ ένα ανώτερο επίπεδο ζωής σαν κι αυτό του αμερικανικού έθνους, πολεμώντας μέσα σ’ ένα εχθρικό έδαφος. Μαθαίνουν την ανασφάλεια εκείνου που δεν μπορεί να κάνει κι ένα βήμα δίχως να νοιώθει ότι πατεί σε εχθρικό χώμα. Το θάνατο όσων προχωρούν λίγο πιο πέρα από τις οχυρές τους θέσεις. Τη μόνιμη εχθρότητα όλου του πληθυσμού. Όλα αυτά έχουν επιπτώσεις στην εσωτερική ζωή των Ηνωμένων Πολιτειών και δημιουργούν ένα νέο παράγοντα που εξασθενίζει τον ιμπεριαλισμό κι όταν βρίσκεται στην πλήρη ανάπτυξη του: την ταξική πάλη και μέσα στο ίδιο το έδαφος του.

    Πόσο πιο κοντινό και πιο φωτεινό θα βλέπαμε το μέλλον, αν άνθιζαν δυο, τρία, πολυάριθμα Βιετνάμ στην επιφάνεια της γης, με το μερίδιο τους από νεκρούς και απέραντες τραγωδίες, με τον καθημερινό ηρωισμό τους, με τα επανειλημμένα τους πλήγματα ενάντια στον ιμπεριαλισμό, και με την υποχρέωση γι’ αυτόν να διασκορπίζει τις δυνάμεις του, κάτω από τις επιθέσεις του μίσους των λαών του κόσμου, που μεγαλώνει όλο και πιο πολύ! Κι αν ήμασταν όλοι ικανοί να ενωθούμε, για να καταφέρουμε πιο δυνατά και πιο σίγουρα χτυπήματα, για να γίνει πιο αποτελεσματική σ’ όλες τις μορφές η βοήθεια στους λαούς που μάχονται, ποσό μεγάλο και κοντινό θα ήταν το μέλλον!
     Αν τύχει, εμείς που εκπληρώνουμε το χρέος που διακηρύξαμε σ’ ένα μικρό σημείο στο χάρτη του κόσμου και βάζουμε στην υπηρεσία του αγώνα ότι μας επιτρέπεται να δώσουμε, τη ζωή μας, τη θυσία μας, αν τύχει κι αφήσουμε την τελευταία πνοή σ’ οποιοδήποτε χώμα, τότε πια δικό μας, ποτισμένο με το αίμα μας, να ξέρετε ότι έχουμε μετρήσει τη σημασία των πράξεων μας, ότι δεν θεωρούμε τους εαυτούς μας παρά σαν στοιχεία της μεγάλης στρατιάς του προλεταριάτου, μα νοιώθουμε περήφανοι γιατί μάθαμε από την κουβανέζικη επανάσταση κι από τον αρχηγό της το μεγάλο μάθημα που αναπηδάει από τη στάση του σ’ αυτό το μέρος του κόσμου: «Τι σημασία έχουν οι κίνδυνοι και οι θυσίες ενός ατόμου ή ενός λαού, όταν εκείνο που διακυβεύεται είναι η τύχη της ανθρωπότητας».
    Όλη μας η δράση είναι μια κραυγή πολέμου ενάντια στον ιμπεριαλισμό και μια παλλόμενη έκκληση για την ενότητα των λαών ενάντια στο μεγάλο εχθρό του ανθρώπινου γένους: τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Δεν έχει σημασία που θα μας βρει ο θάνατος: ας είναι καλοδεχούμενος, φτάνει ν’ ακουστεί η πολεμική μας κραυγή, φτάνει ένα άλλο χέρι ν’ απλωθεί για να πάρει το όπλο μας, φτάνει άλλοι άνθρωποι να σηκωθούν για να ψάλλουν τα πένθιμα εμβατήρια μέσα στους κρότους των πολυβόλων και μέσα σε καινούργιες ιαχές πολέμου και νίκης.

Che Guevara full movie 

Save




Στη χώρα των Κιμ»

Γράφει ο Στέλιος Κανακης ,

Εκπαιδευτικός συγγραφέας

Στην κοινωνία μας, το αυτονόητο είναι ζητούμενο. Αν κάποιος υποστηρίξει πως εκεί, στα πέρατα της Ανατολής ή κάπου αλλού, ζουν άνθρωποι με τρία πόδια ή ουρά και με ένα μάτι… οπίσω από την πλάτη, πολλοί είναι αυτοί που θα το εξετάσουν ως ένα πιθανό ενδεχόμενο και άλλοι τόσοι που θα το χάψουν αμαχητί.
Χρειαζόταν ένα βιβλίο, λοιπόν, που δεν θα είχε γραφτεί από τις μυστικές υπηρεσίες των «δημοκρατικών» χωρών ή από ΜΚΟ που λυμαίνονται χώρες, ανθρώπινες μοίρες και συνειδήσεις.
Ένα βιβλίο που θα έλεγε, ακριβώς, τα αυτονόητα. Πως οι άνθρωποι στη μακρινή χώρα της ανατολής είναι σαν κι εμάς. Μένουν σε σπίτια, περπατούν στα δύο πόδια, μορφώνονται, ερωτεύονται, κάνουν παιδιά, περιθάλπονται όταν χρειαστεί, κάνουν όνειρα. Σε πόλεις όπου κυκλοφορούν αυτοκίνητα, λειτουργούν κέντρα ψυχαγωγίας και αθλητισμού, φαγάδικα παντός είδους, θέατρα, κινηματογράφοι, αίθουσες τέχνης.
Παραδόξως, έχουν ξεπεράσει την… ανθρωποφαγία από την εποχή που το καταφέραμε και οι υπόλοιποι πληθυσμοί, γνωρίζουν όλοι γραφή και ανάγνωση – έστω κι αν η γραφή τους είναι αρκετά διαφορετική από την δική μας, σιτίζονται όπως όλοι οι άλλοι άνθρωποι επί της γης – παρά τις κάποιες διατροφικές ιδιαιτερότητες, που όμως αντίστοιχες συναντάμε σε όλους τους λαούς και παραδόξως, διαθέτουν… κινητή τηλεφωνία.
Η χώρα είναι η Λ.Δ. της Κορέας, όπως αυτή ονομάζεται ή Βόρειος Κορέα όπως την αναφέρουν πολλοί, πιθανόν για να την διακρίνουν από την, ευρισκόμενη νοτιότερα, Δημοκρατία της Κορέας ή Νότιο Κορέα.
Οι Κορεάτες, ανεξαρτήτως γεωγραφικού πλάτους, καθώς και άλλοι λαοί της ανατολής όπως οι Κινέζοι, οι Ιάπωνες, οι Ταϊλανδοί, οι Φιλιππινέζοι και άλλοι, έχουν αρκετές πολιτισμικές διαφορές και κάποιες διατροφικές, κατ’ επέκταση, από εμάς τους… Ευρωπαίους, οι οποίες απλώς τους καθιστούν ολίγον διαφορετικούς από εμάς (μπορεί να είμαστε εμείς οι διαφορετικοί – εξαρτάται από την οπτική γωνία). Τρώνε καμιά φορά σκύλους, όπως οι Αμερικανοί τρώνε το άλογο, οι Ιταλοί τις γάτες, εμείς τα… βόδια, οι Ιάπωνες τις φάλαινες κι οι κυνηγοί ότι κινείται γενικώς. Επίσης, θεοποιούν τους αυτοκράτορες και τους ηγέτες τους εν γένει, πράγμα που αντίστοιχα κάνουμε κι εμείς με νερά, φώτα, ζώνες, εικόνες, σεσηπότα οστά και άλλα… εξαρτήματα.
Με τη σειρά τους, οι κάτοικοι της Βόρειας Κορέας έχουν, επίσης, διαφορές από τους Νότιους αδελφούς τους και την υπόλοιπη ανατολή. Κυρίως πέντε:
Έχουν επιλέξει τις σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής και διεκδικούν (όπως και πολλοί άλλοι) το δικαίωμά τους στον πυρηνικό εξοπλισμό. Ο γεωγραφικός διαχωρισμός τους είναι προϊόν άγριας ιμπεριαλιστικής (συγχωρείστε μου τον… ξύλινο χαρακτηρισμό) επέμβασης και βρίσκονται σε γενικό εμπάργκο, εδώ και χρόνια. Τέλος επέλεξαν να μην αποτελούν την… 51η πολιτεία των ΗΠΑ, συνθήκη που οι νότιοι ομοεθνείς τους ικανοποιούν με επιτυχία.
Ανεξαρτήτως των επιλογών τους, της ηθικής βάσης ορισμένων όπως ο πυρηνικός εξοπλισμός (που όμως ανάλογος προβληματισμός ισχύει και για το Ισραήλ, το Πακιστάν, την Ινδία και τις υπόλοιπες πυρηνικές δυνάμεις) και του βαθμού επιτυχίας τους, παραμένουν λογικοί άνθρωποι και δεν ταΐζουν τα σκυλιά τους με τους θείους των ηγετών τους, ούτε δολοφονούν αυτούς τους θείους με… αντιαρματικά πυροβόλα. Γεγονός που εκτός από ηλίθιο (τόσο όσο και αυτοί που το χάφτουν) θα ήταν και αδικαιολογήτως σπάταλο.
Στην πρωτεύουσα (Πιονγκ Γιανγκ) αυτής της χώρας, βρέθηκε η Φραγκίσκα Μεγαλούδη, όπου έζησε δύο χρόνια. Κι είπε να αποτυπώσει τις εντυπώσεις της. Δεν πρόκειται για ένα πολιτικό βιβλίο, με την έννοια της ανάλυσης του πολιτικοοικονομικού συστήματος της χώρας. Η Φραγκίσκα ζει στην Πιονγκ Γιανγκ, κινείται, ψωνίζει, πηγαίνει το παιδί της στο σχολείο, περιδιαβαίνει την πόλη, συναναστρέφεται και συνομιλεί με ντόπιους, αποκτά δίπλωμα οδήγησης, κολακεύεται από το ενδιαφέρον Κορεατών.
Διασχίζει δρόμους και συνοικίες με το ποδήλατο, οδηγεί αυτοκίνητο, μετακινείται με τα λεωφορεία, ταξιδεύει με το μετρό. Με το που πατάει στο αεροδρόμιο της Πιονγκ Γιανγκ δοκιμάζονται ήδη τα στερεότυπα για την Λ.Δ. της Κορέας και οι γνωστές αμερικανιές, γεγονός που θα επαναλαμβάνεται κατά την διετία της εκεί παρουσίας της.
Η Φραγκίσκα δεν απολογείται για το καθεστώς και τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες της χώρας που φιλοξενείται. Δραστηριοποιείται στη χώρα, βλέπει, παρατηρεί, μαθαίνει, αξιολογεί και καταγράφει εντυπώσεις. Αν μου επιτρέπεται, πρόκειται για ένα βιβλίο καθημερινότητας. Οι Κορεάτες πηγαίνουν κι επιστρέφουν απ’ τις εργασίες τους, κινούνται στους δρόμους, περιμένουν στις στάσεις των λεωφορείων, γεμίζουν το χρόνο αναμονής τους με τα κινητά τηλέφωνα, κάνουν πικ νικ, γιορτάζουν τις επετείους τους, πηγαίνουν τα παιδιά τους στις παιδικές χαρές, κάνουν βαρκάδα στον Τεντόνγκ – κάποιοι πλένονται στο ποτάμι, σπουδάζουν, διασκεδάζουν, ψυχαγωγούνται.
Η Φραγκίσκα γράφει για όλα αυτά, αλλά και για τις στερήσεις από τις εγκληματικές κυρώσεις, τις βλακώδεις φήμες, τα τερατώδη ψέματα, την χοντροκομμένη προπαγάνδα. Τις επιτυχίες της χώρας, τις αποτυχίες και τα παράδοξα σ’ ένα ιδιαίτερα αρνητικό περιβάλλον.
Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου της Φραγκίσκας, γνωρίζουμε τη μακρινή χώρα και τους ανθρώπους της, τις συνήθειές τους, την προσαρμοστικότητά τους στις ελλείψεις που τους «τιμωρούν», την αγάπη τους για τον τόπο που γεννήθηκαν. Καθώς το βιβλίο φτάνει στο τέλος του μέσα από ένα λόγο πλούσιο, ευαίσθητο, μ’ ένα υποδόριο χιούμορ που σε κάνει πολλές φορές να χαμογελάσεις και την ευαισθησία της Φραγκίσκας, νιώθεις ήδη λίγο… Κορεάτης. Κι όταν η συγγραφέας δακρύζει αποχαιρετώντας την Πιονγκ Γιανγκ που έζησε δυο χρόνια, πιθανόν να θλίβεται κι ο αναγνώστης για την πόλη που αφήνει πίσω της, το λαό της Κορέας, την γεωπολιτική μοναξιά του, την αντίστασή του, την όρεξη για ζωή και δημιουργία, τις παραδόσεις και τις συνήθειές του, την πολιτισμική του ταυτότητα που, ίσως, να μη φαντάζει πια τόσο ξένη και παράδοξη, όπως στην αρχή του βιβλίου.
Ένα πολύ καλό βιβλίο, τίμιο και ειλικρινές, ενός ευαίσθητου και πολυταξιδεμένου ανθρώπου, η προσωπική μαρτυρία της Φραγκίσκας, που το διαβάζει κανείς ευχάριστα ζώντας στιγμές της όμορφης Πιονγκ Γιανγκ και του λαού της Κορέας, πέραν του 38ου παράλληλου.
Στέλιος Κανάκης




Προβολή ταινίας στα Χανιά: Στον καθένα το δικό του (1967), του Έλιο Πέτρι

Προβολή ταινίας στα Χανιά: Στον καθένα το δικό του (1967), του Έλιο Πέτρι

Ο πολιτιστικός σύλλογος «ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΕΧΝΩΝ» συνεχίζοντας αυτόν τον χειμώνα το «ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΙΤΑΛΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ» θα προβάλει την Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2016 στις 20.00μ.μ. στη φιλόξενη αίθουσα ορόφου του Τ.Ε.Ε. Δυτικής Κρήτης (Νεάρχου 23, είσοδος από Γιαμπουδάκη) το έξοχο, βραβευμένο στις  Κάννες πολιτικό δράμα του Έλιο Πέτρι «Στον καθένα το δικό του» (1967), (Ιταλία, έγχρωμη, 89′) Δίπλα στον θαυμάσιο Τζιαν Μαρία Βολοντέ η μεγάλη ηθοποιός Ειρήνη Παπά και ο πρόσφατα χαμένος Γκαμπριέλε Φερτσέτι.

Την ταινία θα προλογίσει η εκπαιδευτικός Νάγια Πιέρρου

Λίγα λόγια για την ταινία: Ένας αριστερός καθηγητής προσπαθεί να μάθει την αλήθεια σχετικά με μια δολοφονία στη Σικελία, αλλά η Μαφία και η Εκκλησία δε θέλουν να βγει προς τα έξω.

«Ο Έλιο Πέτρι γυρίζει μια ανείπωτα τολμηρή πολιτική ταινία που είναι αδύνατο να φανταστούμε πως λειτούργησε στην Ιταλία. Ουσιαστικά, σχολιάζει το πολλαπλό παρακράτος που το ταυτίζει με το κράτος.

GIAN MARIA VOLONTE’ – A CIASCUNO IL SUO (1967) DI ELIO PETRI 

Αξιοποιώντας το ομώνυμο τολμηρότατο μυθιστόρημα του Λεονάρντο Σάσια, χρησιμοποιεί τη Σικελία ως μοντέλο αυτού του παρακράτους. Το μοναδικό θετικό σύστημα αναφοράς είναι ο κομμουνιστής καθηγητής (Τζιαν Μαρία Βολοντέ). Τον σχεδιάζει, όμως, εκπληκτικά. Είναι διανοούμενος, σεμνός, αναζητά με πάθος την αλήθεια. Οι άλλοι τον θεωρούν σχεδόν γραφικό και ορισμένοι ανίκανο σεξουαλικά. Αυτή η «ανικανότητα» συμβολίζει την αδυναμία των Ιταλών κομμουνιστών να αρθρώσουν έναν τολμηρό και γόνιμο πολιτικό λόγο. Το παρακράτος αποτελεί η τοπική Μαφία, η Εκκλησία, και οι Αρχές. Κατ’ επέκταση, όλο το κοινωνικοπολιτικό σύστημα είναι διαβρωμένο και διαπλέκεται. Ο γοητευτικός playboy δικηγόρος (Γκαμπριέλε Φερτσέτι) είναι ένας ωραίος παλιάτσος που μηχανορραφεί συνεχώς. Η χήρα (Ειρήνη Παπά) είναι ένα λάγνο θηλυκό που νοιάζεται μόνο για την απόλαυση και το χρήμα. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το τελικό εύρημα του γάμου. Αν το δούμε κοινωνικοπολιτικά, ο ωραίος διαπλεκόμενος παλιάτσος παντρεύεται τη λάγνα νύφη με τις ευλογίες της Εκκλησίας και της Μαφίας. Αν το δούμε μετωνυμικά, η Ιταλία παντρεύεται τη διαπλοκή, το παρακράτος, αποβάλλοντας τους ευρωκομμουνιστές.

LUIS BACALOV-«We Still Kill the Old Way, s.4» (1967)

Ο Σάσια και ο μέγας μαρξιστής Πέτρι προβλέπουν εγκαίρως το δράμα της πατρίδας τους. Από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες στο «Compromesso Storico», από τις εκτελέσεις της Μαφίας στη δολοφονία του Άλντο Μόρο από τις μυστικές υπηρεσίες. Η κατά μόνας δράση τύπου Ζορό (Βολοντέ) δε βοηθάει σε τίποτα, αφού δεν υπάρχει ανάλογη εκπαίδευση και τα θανατηφόρα κρέπια καλύπτουν τα πάντα. Τι λέει, λοιπόν, το επίσημο σύστημα; Να τινάξουμε στον αέρα τους ιδεολόγους κομμουνιστές, τους διανοούμενους, τους ερευνητές, τους συναισθηματικούς, και να τους θάψουμε βαθιά κάτω από το ιταλικό χώμα ως καταραμένη μνήμη.

Κατά τα άλλα, ο Βολοντέ δίνει την καλύτερη ίσως ερμηνεία του χάρη και στην εμπειρία του από τα γουέστερν σπαγγέτι. Κάποιες φορές δείχνει να λειτουργεί ψυχοπαθολογικά, παρόλο που κερδίζει τη συμπάθειά μας. Ο Φερτσέτι είναι έξοχος ως «γλίτσας» και η Παπά σπουδαία ως σέξι φίδι, ενώ η εκπληκτική φωτογραφία του Λουίτζι Κουβάιλερ αποδίδει έξοχα αυτή την πολιτική ψυχοπαθολογία. Ο Πέτρι υπηρετεί τα νοήματα της ταινίας με απλή απέριττη σκηνοθεσία και αποτυπώνει ωραίους χώρους και φωτογενή μέρη για να αποδείξει πως ότι λάμπει δεν είναι χρυσός!…».

Luis Bacalov – A ciascuno il suo (1966)

Εξάλλου, 10 λόγοι για να μην χάσετε το Στον καθένα το δικό του είναι:

  1. Για τον τρόπο που ο μέγας Σάσια αρχίζει το μυθιστόρημα με πλοκή που θυμίζει Άγκαθα Κρίστι και καταλήγει στην πολιτική καταγγελία.
  2. Για τη μεγάλη τόλμη του Πέτρι να ταυτίσει το κράτος, το παρακράτος, την Εκκλησία και την άρχουσα τάξη σε παραβατικές ενέργειες.
  3. Για το εκπληκτικό και βραβευμένο σενάριο που, αφού κάνει στάσεις στην κοινωνική ηθογραφία, στο νουάρ, στο βουκολικό δράμα και στην περιπέτεια, διεισδύει άμεσα στην πολιτική αποφλοίωση.
  4. Για τον εξαιρετικό τρόπο με τον οποίο ο Βολοντέ υποδύεται τον σεμνό και άπειρο, αλλά ιδεολογικά φορτισμένο αριστερό καθηγητή.
  5. Για την Ειρήνη Παπά, που είναι εξαιρετική στο ρόλο μιας ύπουλης γυναίκας, και τον γόη Γκαμπριέλε Φερτσέτι, που υποδύεται άψογα έναν όμορφο αλλά επικίνδυνο “παλιάτσο”.
  6. Για την εξαιρετική μουσική του Λουίς Μπακάλοφ, τον οποίο θαυμάζει ο Ταραντίνο.
  7. Για την έξοχη, τεχνητά υπερφωτισμένη, σχολιαστική των γεγονότων φωτογραφία του μαιτρ Λουίτζι Κουβάιλερ.
  8. Γιατί ο Πέτρι αφήνει το ναρκισσισμό και τη σύνθετη, πολύπλοκη αφήγηση και σκηνοθετεί με κατανοητή αμεσότητα.
  9. Γιατί η ταινία ακολουθεί τη χιτσκοκική λογική πως ότι φαίνεται δεν είναι κατ’ ανάγκη έτσι, και πως η αθωότητα και η φωτογένεια μπορούν να μεταμφιέσουν καλά την κοινωνική.
  10. Για την τελική έκρηξη που συμβολίζει το θάνατο της ιταλικής αθωότητας και το βαθύ θάψιμο της ιδεολογίας.

Αναδημοσίευση από το Zarpanews.gr

 

Save