Στην Αθήνα η παρουσίαση του βιβλίου του Δ. Δαμασκηνού για τη ζωή και το έργο του Μ. Λουντέμη

 
Οι εκδόσεις Ραδάμανθυς και ο πολυχώρος ΑΙΤΙΟΝ (Τζιραίων 8-10 Αθήνα) την Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017, στις 7.30μ.μ. σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου του φιλόλογου-ιστορικού & συγγραφέα Δημήτρη Δαμασκηνού:
Στην εκδήλωση θα χαιρετίσει η Φαίδρα Ζαμπαθά-Παγουλάτου, συγγραφέας, πρώην Γεν. Γραμματέας της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών (Ε.Ε.Λ.)
 
Θα μιλήσουν για το βιβλίο:

Η ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη

Θα ακολουθήσει μουσική βραδιά με τους:
  • Τάκη Κωνσταντακόπουλο (τραγούδι),
  • Δέσποινα Μπακιρτζόγλου (πιάνο-φωνή)
  • Νεφέλη Καλαντζή (τσέλο-φωνή)
Το βιβλίο του Δημήτρη Δαμασκηνού με τίτλο: «Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας. Ένα δοκίμιο-μελέτη για τη ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη», διαβάζεται σαν μυθιστόρημα. Φωτίζει άγνωστες πτυχές που σημάδεψαν τη ζωή και το έργο του μεγάλου συγγραφέα. Τον τοποθετεί μέσα στο ιστορικό πλαίσιο όπου και δημιούργησε. Περιέχει ντοκουμέντα που φιλοτεχνούν το πορτρέτο ενός ανθρώπου καθημερινού, ο οποίος αντιμετώπισε δύσκολες προσωπικές, οικονομικές, οικογενειακές και πολιτικοκοινωνικές καταστάσεις. Καταστάσεις που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του, ενώ ταυτόχρονα άφησαν ανεξίτηλα σημάδια στο ίδιο του το έργο.
Δείτε ακόμα:



Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου: Το βιβλίο η κυριότερη πηγή γνώσης

Πώς είναι στ` αλήθεια δυνατόν σε ένα χώρο μερικών μόνο τετραγωνικών που μοιάζει περισσότερο με αποθήκη, να βρίσκεται όλη η Κύπρος, μέσα από δεκάδες τίτλους κυπριακών και κυπρολογικών βιβλίων; Ο λόγος για το βιβλιοπωλείο ΜΑΜ, στην καρδιά της Λευκωσίας, το οποίο πήρε το όνομά του από τον ιδρυτή του Μίκη, Αλέξανδρου Μιχαηλίδη, μάχιμο ακόμα, στην υπηρεσία του βιβλίου, στην ηλικία των 83 ετών.

Με την ευκαιρία της Διεθνούς Ημέρας Βιβλίου που γιορτάζεται στις 23 Απριλίου, το ΚΥΠΕ συνάντησε τον κ. Μιχαηλίδη, στον φιλόξενο και ζεστό αυτό χώρο που έχει δημιουργήσει εδώ και δεκαετίες.

Η 23η Απριλίου είναι η ημερομηνία θανάτου του Ουϊλλιαμ Σαίξπηρ, Άγγλου ποιητή και θεατρικού συγγραφέα και του Μιγκέλ ντε Θερβάντες Σααβέδρα, Ισπανού συγγραφέα.

«Το βιβλίο ως εργαλείο διάδοσης της γνώσης και των νέων ιδεών που χρησιμοποιείτο τόσους αιώνες πρέπει να εξακολουθήσει να αποτελεί το μέσο για την αλληλογνωριμία των λαών, την εμπέδωση των πανανθρώπινων αξιών και τη διάδοση της γνώσης», αναφέρει από την πλευρά του στο ΚΥΠΕ ο Διευθυντής των Πολιτιστικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, Παύλος Παρασκευάς.

πηγη : ΚΥΠΕ




Η Γέννηση και ο θάνατος της ατομικής ιδιοκτησίας

Η Γέννηση

και ο θάνατος

της ατομικής ιδιοκτησίας

(Η ατομική ιδιοκτησία ως μήτρα βίας, εξουσίας,

ανισότητας, εγκληματικότητας, σκοταδισμού και ανηθικότητας)

 

 

Υπάρχουν λέξεις τοξικές και βιασμένες, έννοιες ταμπού, γλώσσες ευνουχισμένες που δεσμεύουν τον Νου και κοιμίζουν συνειδήσεις, για να υποτάξουν το υποκείμενο της ιστορίας και δημιουργό του πολιτισμού, τον εργαζόμενο άνθρωπο και να τον μετατρέψουν σε αντικείμενο των βιαστών της ιστορίας που την γράφουν οι εξουσιαστές, που κατά τον πατριάρχη του μανιακού καπιταλισμού, τον Ρότσιλντ, υποτίθεται ότι «εκτελούν το έργο του θεού», φυσικά για λογαριασμό τους. Λέξεις, έννοιες και γλώσσες που μας εντάσσουν σε προκατασκευασμένα σχήματα σκέψης, μύθους, ιδεολογήματα και συστήματα συμφερόντων που καταστρέφουν τη φαντασία, την περιέργεια, την αμφισβήτηση και την έρευνα για τη σχέση του Εγώ με το Εμείς, της κοινωνίας με τα μέλη της, της ανθρωπότητας με τη Βιόσφαιρα και το Σύμπαν. Σχήματα και συστήματα κλισέ για τον ευνουχισμό της σκέψης για τον στραγγαλισμό της αυτοπεποίθησης, του αυτοσεβασμού και της αξιοπρέπειάς μας, με σκοπό να μας καταστήσουν μοιρολάτρες, δούλους υποτιθέμενων θεών, για να μην κατανοούμε ότι με αυτόν τον τρόπο γινόμαστε δούλοι συνανθρώπων μας που πρόδωσαν την ανθρωποσύνη, την ανθρωπία τους και την κοινωνία που τους γέννησε, τους ανέθρεψε και τους φρόντισε.

Τέτοιες έννοιες, όπως λ. χ. τα κατηγορήματα: ‘οι νόμοι είναι δίκαιοι’, ‘οφείλουμε υπακοή στους νόμους’ ‘η ατομική ιδιοκτησία είναι ιερή’, ‘η ατομική ιδιοκτησία είναι φυσικό δικαίωμα’, η ατομική ιδιοκτησία είναι πηγή ασφάλειας και ελευθερίας’, ‘είμαστε όλοι ίσοι ενώπιον του θεού και των νόμων’ ‘ο θεός είναι ο δημιουργός μας’, ‘ο θεός είναι δίκαιος’, ‘ο θεός είναι μεγάλος’, η ‘αντιπροσωπευτική δημοκρατία είναι λαϊκή εξουσία’ ‘ο λαός είναι κυρίαρχος’, ‘πίστευε και μη ερεύνα’ και πολλά άλλα, τα οποία έχουν καταχρηστικά, εξαιτίας της άγνοιας, της βίας, της εξαπάτησης και της ‘εξ’ αποκαλύψεως αλήθειας’, καταγραφεί στη συνείδησή μας ως ‘αξιωματικές αλήθειες’ και ως ‘ηθικές αξίες’ ρυθμιστές της ζωής μας.

‘Αξιωματικές αλήθειες’ και ‘ηθικές αξίες’ που αρνούνται την επιστήμη, την ιερότητα της ζωής, την κοινωνική ισότητα, την ελευθερία και την ευτυχία γίνονται αναπόφευκτα αντικείμενο αμφισβήτησης, η οποία όμως ορίζεται ως ‘αμαρτία’, ως ‘παρέκκλιση από την κανονικότητα’, ως παραβατικότητα και ως ‘έγκλημα καθοσιώσεως’, με κατάληξη το στίγμα του ‘εχθρού του λαού και της τάξης’, την κοινωνική απομόνωση, την φυλακή, τον εγκλεισμό σε κάποια ‘λευκά κελιά’, σε κάποιο κολαστήριο: Μακρόνησο, Γκουαντάναμο, ή Γκουλάγκ και φυσικά την επίγεια και την υποτιθέμενη μεταθανάτια κόλαση. Όταν μάλιστα η αμφισβήτηση εκδηλώνεται ως κοινωνική δυσαρέσκεια και αναταραχή τότε επιστρατεύεται η ‘λογική των όπλων’ της εξουσίας και της καταστροφής, με τελικό όμως αποτέλεσμα, αργά ή γρήγορα, να πρυτανεύσει η λογική της ιστορίας και η βούληση της κοινωνίας που δίνει τέλος στη όποια τυραννία και κάνει το επόμενο βήμα προς τον πολιτισμό της αμεσοδημοκρατικής κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης, της οικονομίας των κοινών αγαθών και της κοινωνικής ισότητας.

Υπάρχει βέβαια και η εναλλακτική επιλογή, προσφορά των θρησκευτικών και εξουσιαστικών ιερατείων, όπως αυτή της μη-αμφισβήτησης τέτοιων κατηγορημάτων και η υποταγή στους σκοταδιστικούς κοινωνικούς προδότες-εξουσιαστές και στους εμπόρους θεών, πολέμων, ουσιών, ανοησιών και ψευδαισθήσεων, που οδηγεί ακόμα πολλούς στην ιδεολογική και στην κομματική οπαδοποίηση, ή/και στην θρησκοληψία, στον φονταμενταλισμό, στο τζιχάντ και στην σκοταδιστική-θρησκευτική ποιμνιοποίηση με κατάληξη τη σημερινή καπιταλιστική βαρβαρότητα.

Το δοκίμιο ‘Η γέννηση και ο θάνατος της ατομικής ιδιοκτησίας’ επιχειρεί να προσβάλει τα ταμπού, τα ιερά και τα όσια κάθε εξουσίας, να απομυθοποιήσει το ‘ιερό δισκοπότηρο’ του καπιταλισμού, την ατομική ιδιοκτησία και να φέρει στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου το πρόβλημα της οικονομικοκοινωνικής ανισότητας, που καταδικάζει την ανθρωπότητα να πορεύεται στην αυτοκαταστροφή μέσω της καπιταλιστικής παρακμής και βαρβαρότητας. Αυτή η μελέτη τολμά να αναμετρηθεί με την έλλειψη αντίστοιχων μελετών και να καλύψει ένα, καθόλου τυχαίο, κενό στη σχετική βιβλιογραφία και παρ’ όλα αυτά αποδείχνει πειστικά και τεκμηριωμένα ότι όλα τα αυταρχικά, αντιδημοκρατικά και εκμεταλλευτικά οικονομικοκοινωνικά συστήματα και ιδιαίτερα ο απάνθρωπος και καταστροφικός καπιταλισμός εδράζονται πάνω στον υποτιθέμενο ‘ιερό’ θεσμό της ατομικής ιδιοκτησίας, νόθο παιδί άγνοιας, σκοταδισμού, βίας και εξουσίας, ο οποίος γεννάει οικονομικές, κοινωνικές, περιφερειακές και εθνικές ανισότητες και συγκρούσεις που συνθλίβουν άτομα, οικογένειες, πόλεις και έθνη, οικονομίες, κοινωνίες και πολιτισμούς. Τέλος αυτή η ανάλυση επιβεβαιώνει την Λογική των Αιώνων και των Λαών και την αλήθεια των αγώνων ότι ο καπιταλισμός, όπως και κάθε προηγούμενο εκμεταλλευτικό οικονομικοκοινωνικό σύστημα και η ατομική ιδιοκτησία δεν είναι η μοίρα της ανθρωπότητας, γιατί:

·         ‘Τα πάντα ρει και ουδέν μένει ως έχει’,

·         Η πορεία της ανθρωπότητας προς την κοινωνική ισότητα, την άμεση δημοκρατία και την αταξική κοινωνία συνεχίζεται μέχρι την τελική νίκη, και

·         ‘Μέτρο όλων των πραγμάτων είναι ο άνθρωπος’.

 

*

Περιεχόμενα:

Πρόλογος του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου.

Σημείωμα του συγγραφέα.

Προμύθιο: Όσο βαραίνει η σκοτεινιά κι όσο ο Φόβος μένει…

Κεφάλαιο Α.: Η ατομική ιδιοκτησία ως έννοια και ως εξουσία: Για την έννοια, την καταγωγή και τη φύση της ατομικής ιδιοκτησίας. Ατομική ιδιοκτησία και άτομο. Ατομική ιδιοκτησία και οικογένεια. Ατομική ιδιοκτησία και οικονομία. Ατομική ιδιοκτησία και κοινωνία. Ατομική ιδιοκτησία, πολιτική και πολιτικά δικαιώματα. Ατομική ιδιοκτησία και πολιτισμός. Ατομική ιδιοκτησία και περιβάλλον. Ατομική ιδιοκτησία και Ηθική. Ατομική ιδιοκτησία και Δημοκρατία. Ατομική ιδιοκτησία, παγκοσμιοποίηση και τρομοκρατία. Ατομική ιδιοκτησία και ελευθερία.

Κεφάλαιο Β.: Η ιστορική εμφάνιση και η διαδρομή της ατομικής ιδιοκτησίας, Προϊστορικές, προ-ιδιοκτησιακές κοινωνίες. Προκαπιταλιστικές μορφές έγγειας ιδιοκτησίας. Η γέννηση της ατομικής ιδιοκτησίας και η Παγίδα του Σόλωνα. Οι μεταμορφώσεις της ατομικής ιδιοκτησίας. Η καπιταλιστική ατομική ιδιοκτησία. Η καπιταλιστική ατομική ιδιοκτησία ως ιδεολογία. Η καπιταλιστική ατομική ιδιοκτησία στην πράξη. Η ατομική ιδιοκτησία ως μήτρα εμφύλιων και μεγάλων γεωπολιτικών συγκρούσεων. Η ατομική ιδιοκτησία ως μήτρα παγκόσμιας συνομωσίας με στόχο τη Νέα Φασιστική Τάξη Πραγμάτων.

Κεφάλαιο Γ.: Περιοδολόγηση της ιστορίας της ιδιοκτησίας: Το στάδιο της ακτημοσύνης. Το στάδιο της κοινοκτημοσύνης. Το στάδιο της ατομικής ιδιοκτησίας. Η διαρκής διεκδίκηση της κοινοκτημοσύνης. Η Κομμούνα της Θεσσαλονίκης (1342-1350). Η Κομμούνα της Άνδρου (1822). Η Κομμούνα του Παρισιού (1871).

Κεφάλαιο Δ: Παρακμή και θάνατος των τεράτων και της ατομικής ιδιοκτησίας.

Επιμύθιο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.

_____________

Έκδοση και Κεντρική διάθεση: ΚΟΥΚΚΙΔΑ, Θεμιστοκλέους 37, 106 77 Αθήνα. Τηλ.: 210 3802644, E-mail:koukkida.edit@yahoo.gr. Σελίδες 274, Τιμή € 15.

 

*

 

 

«Στην ‘ατομική ιδιοκτησία ως μήτρα εξουσίας ανισότητας, εγκληματικότητας, σκοταδισμού και ανηθικότητας’, αναφέρεται το νέο δοκίμιο του Κώστα Λάμπου, συνεχίζοντας την αντισυμβατική του κριτική, που τόσο εύστοχα ανέλυσε στα προηγούμενα έργα του, για την εδραίωση του απόλυτου ατομικισμού στην τρίτη χριστιανική χιλιετία.

‘Κατ’ αυτήν την μεγάλη περίοδο’ γράφει, ‘της ανθρώπινης ιστορίας χωρίς ατομική ιδιοκτησία, που χρονολογείται με εκατοντάδες χιλιάδες ή και εκατομμύρια χρόνια, κατά την οποία το ανθρώπινο είδος εξελίχθηκε από αγελαίο τροφοσυλλεκτικό τετράποδο σε κοινωνικά σκεπτόμενο δίποδο και εξασφάλισε την επιβίωσή του, φαίνεται πως εκείνο που ενδιέφερε τα μέλη του δεν ήταν ο πλούτος, ως εξουσία του ενός σε βάρος των άλλων, αλλά η ασφαλέστερη ατομική και συλλογική επιβίωση και ευτυχία’.

Το βιβλίο διαβάζεται απνευστί και ο αναγνώστης ‘μορφώνεται’ με το πλήθος των αναφορών από κορυφαίους ανθρώπους του πνεύματος και των συγγενικών με το θέμα του ερευνητών, ενώ ο ταλαντούχος συγγραφέας, γνωρίζοντας την εκ των προτέρων κριτική που ενδεχομένως θα του ασκηθεί, έγκαιρα παίρνει τις αποστάσεις του από εκείνους οι οποίοι στις αρχές του 20ου αιώνα κατήργησαν μεν την ατομική ιδιοκτησία χωρίς να πετύχουν ούτε την ευτυχία ούτε την ευδαίμονη συλλογική επιβίωση.

Πολλές απορίες σας για το πώς έφτασε ο πλανήτης γη στη σημερινή οικονομική και περιβαλλοντική κρίση, θα απαντηθούν μέσα από τις σελίδες του εξαιρετικά επίκαιρου αυτού βιβλίου».

Αθήνα, Σεπτέμβρης 2016

Βασίλης Βασιλικός

 

«Το βιβλίο αυτό του Κώστα Λάμπου που κρατάτε στα χέρια σας, όπως και τα υπόλοιπα που έγραψε τα τελευταία χρόνια, διακρίνεται, πριν από όλα, για ένα αναμφισβήτητο και πολύ σημαντικό προσόν.

Ξαναγυρνάει τη συζήτηση στα πιο θεμελιώδη ζητήματα της κοινωνίας και του πολιτισμού μας, αυτά που επιδιώκεται λυσσωδώς στην εποχή μας να μη συζητιούνται, να θεωρούνται αυτονόητα και δεδομένα και ασφαλώς να μην τίθενται σε οποιαδήποτε αμφισβήτηση. Κεντρικό ανάμεσά τους ο θεσμός της Ατομικής Ιδιοκτησίας, ιδιαίτερα των μέσων παραγωγής, από τους βασικότερους της σημερινής κοινωνικής μας οργάνωσης και της κουλτούρας που την συνοδεύει».

Αθήνα Δεκέμβρης 2016

Δημήτρης Κωνσταντακόπουλος

 

*

Στη διάρκεια μιας πυρκαγιάς στο δάσος, όλα τα ζώα τρέχουν να ξεφύγουν από τη φωτιά για να σωθούν εκτός από ένα πολύ μικρό αλλά πανέμορφο πουλάκι, το κολιμπρί το οποίο παίρνει με κάθε πέταγμά του στην πιο κοντινή πηγή όσο νερό χωράει στο ράμφος του και το ρίχνει στη φωτιά για να τη σβήσει. Τα άλλα ζώα κοιτάνε αμήχανα και φοβισμένα και προσπαθούν να το πείσουν για την επικινδυνότητα και  τη ματαιότητα της πράξης του. Τότε το κολιμπρί τους απαντά:«Κάνω αυτό που μου αναλογεί, κι αν θέλετε να σωθείτε και να σωθεί και το κοινό μας σπίτι κάντε κι εσείς ό,τι σας αναλογεί».

Παλιά αφρικάνικη ιστορία

kostas lampos <claslessdemocracy@gmail.com




Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας: Κάθε σελίδα και μια ανακάλυψη

Ο Γιώργος Δουατζής γράφει για το βιβλίο του Δημήτρη Δαμασκηνού «Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας. Ένα δοκίμιο-μελέτη για τη ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη»

Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ραδάμανθυς

«Ο Δημήτρης Δαμασκηνός πλησιάζει με τρυφεράδα το έργο και τον συγγραφέα που μελετά. Αναδεικνύει στιγμές, καταστάσεις, τόπους, πρόσωπα, που επέδρασαν στη ζωή και το έργο του Λουντέμη. Η συγγραφή του προσιδιάζει περισσότερο σε ένα ιστορικό μυθιστόρημα με προσήλωση στις πηγές του, το οποίο απευθύνεται σε όλους, παρά σε ένα δοκίμιο που αφορά μόνον τους ειδικούς της λογοτεχνίας μας. Κάθε σελίδα, και μια ανακάλυψη. Κάθε παράγραφος, και μια πρόκληση σε σκέψη. Κάθε αναφορά, και αναπόληση για τους παλαιότερους. Κάθε πρόταση, και μια διεύρυνση του γνωστικού μας πεδίου».

Γιώργος Δουατζής: Ο Δημήτρης Δαμασκηνός κατάφερε έναν πραγματικό άθλο

    Μία μοναδική, σε ποιότητα και όγκο, εργασία του φιλόλογου Δημήτρη Δαμασκηνού κυκλοφόρησε προσφάτως (Εκδόσεις Ραδάμανθυς), για το έργο και τη ζωή του σπουδαίου ανθρώπου των Γραμμάτων μας Μενέλαου Λουντέμη (1912-1977) που «από τη γέννησή του κι ως το τέλος της ζωής του, υπήρξε ένα τραγωδιακό πρόσωπο εν εξελίξει» (Νικηφόρος Βρεττάκος).
    Ο Δημήτρης Δαμασκηνός κατάφερε έναν πραγματικό άθλο, δίνοντας όχι μόνον στοιχεία για τη ζωή και το έργο του Μ. Λουντέμη, αλλά και για το περιβάλλον του οποίου προϊόν υπήρξε ο Λουντέμης, ένα περιβάλλον που σημαδεύεται από κρίσιμες περιόδους της ιστορίας μας.
    Χαρακτηριστικό της κοπιώδους αυτής εργασίας,  είναι ότι το έργο αυτό βασίζεται σε πολυάριθμες καταγραφές για τον Λουντέμη. Είχα την υπομονή να μετρήσω 326 πηγές (!) βιβλιογραφίας, αρθρογραφίας, δημοσιευμάτων, από τις οποίες εμπλούτισε το υλικό του ο Δημήτρης Δαμασκηνός. Σημαντική είναι εδώ, η άκρως αποτελεσματική διαχείριση αυτού του υλικού με έναν ειρμό αξιοθαύμαστο, με τρόπο που ο αναγνώστης να μπορεί να περιηγηθεί στον χρόνο και τα γεγονότα, με οδηγό τη ζωή και τις γραφές του Λουντέμη. Γεγονότα, τα οποία εν παραλλήλω διαγράφουν και ιστορικούς σταθμούς της προ- και μεταπολεμικής Ελλάδας.
    Διαβάζοντας το εκτενές αυτό δοκίμιο, ο αναγνώστης διατρέχει ολόκληρο το έργο του Λουντέμη, με αποσπάσματα των βιβλίων του, με λεπτομερείς βιογραφικές και αυτοβιογραφικές αναφορές, με κριτικές των έργων του, αρνητικές και θετικές. Το εξέχον στοιχείο αυτής της πολύμοχθης εργασίας είναι ότι ο συγγραφέας μεταφέρει στον αναγνώστη καταλυτικά στοιχεία για την πορεία της πολιτικής ιστορίας μας και φωτίζει αρκετές άγνωστες πτυχές γεγονότων, τα οποία και διαμόρφωσαν την κοινωνία μας με προεκτάσεις ως το σήμερα. Ευνόητο, ότι οι καταγραφές του άπτονται της πορείας της Αριστεράς, μιας και ο Λουντέμης εκεί βρήκε ιδεολογικό καταφύγιο. Ένα καταφύγιο που το πλήρωσε – όπως πλήθος άλλων ανθρώπων του πνεύματος – με διώξεις, κατατρεγμούς, φυλακίσεις, εξορίες.
Ο Δημήτρης Δαμασκηνός μας προσφέρει άφθονο υλικό, και κυρίως τεκμηριωμένο, μακράν στεγνών, τεχνοκρατικής υφής, φιλολογικών αναλύσεων. Πλησιάζει με τρυφεράδα το έργο και τον συγγραφέα που μελετά. Αναδεικνύει στιγμές, καταστάσεις, τόπους, πρόσωπα, που επέδρασαν στη ζωή και το έργο του Λουντέμη. Η συγγραφή του προσιδιάζει περισσότερο σε ένα ιστορικό μυθιστόρημα με προσήλωση στις πηγές του, το οποίο απευθύνεται σε όλους, παρά σε ένα δοκίμιο που αφορά μόνον τους ειδικούς της λογοτεχνίας μας. Κάθε σελίδα, και μια ανακάλυψη. Κάθε παράγραφος, και μια πρόκληση σε σκέψη. Κάθε αναφορά, και αναπόληση για τους παλαιότερους. Κάθε πρόταση, και μια διεύρυνση του γνωστικού μας πεδίου.
    Πρόκειται για ένα βιβλίο που απευθύνεται σε κάθε αναγνώστη, ο οποίος μπορεί να διατρέξει ολόκληρο το έργο του Λουντέμη μέσα από τα εκτενή αποσπάσματα του όλου έργου του. Ο αναγνώστης θα ζήσει μέσα από την επιμελημένη και εύληπτη γραφή του Δ. Δαμασκηνού, την ταραγμένη ιστορική περίοδο από το 1930 έως το 1977 (χρονιά θανάτου του Λουντέμη), περίοδο που περιλαμβάνει τη Μεταξική δικτατορία, τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο, τον εμφύλιο σπαραγμό, την Ελληνική τραγωδία. Στοιχεία, συστατικά του περιβάλλοντος που βίωσε σκληρά ο Λουντέμης και σημάδεψαν την ψυχή και το έργο του.
Θεωρώ ότι αυτό το πόνημα δεν μπορεί να λείπει από τη βιβλιοθήκη όσων ενδιαφέρονται για τη λογοτεχνία, για το έργο του Λουντέμη ειδικότερα, για την πρόσφατη πολιτικοκοινωνική ιστορία μας, για τα όσα σημαντικά άφησαν τα ισχυρά τους ίχνη στην πολιτική και λογοτεχνική μας πορεία, ίχνη που επηρέασαν δραματικά και όσα ζει έως σήμερα ο τόπος μας.
Γιώργος Δουατζής είναι ποιητής, συγγραφέας και δημοσιογράφος
Αναδημοσίευση από Χρήστος Τσαντής – Εκδόσεις Ραδάμανθυς

Ο Μενέλαος Λουντέμης όπως δεν τον ξέρουμε

Το αποκαλυπτικό βιβλίο του Δημήτρη Δαμασκηνού -Σαράντα χρόνια μετά από το θάνατο του μεγάλου δημιουργού

    Το βιβλίο του φιλόλογου-ιστορικού Δημήτρη Δαμασκηνού, με τίτλο: «Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας. Ένα δοκίμιο-μελέτη για τη ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη», διαβάζεται σαν μυθιστόρημα. Φωτίζει άγνωστες πτυχές που σημάδεψαν τη ζωή και το έργο του μεγάλου συγγραφέα. Τον τοποθετεί μέσα στο ιστορικό πλαίσιο όπου και δημιούργησε. Περιέχει ντοκουμέντα που φιλοτεχνούν το πορτρέτο ενός ανθρώπου καθημερινού, ο οποίος αντιμετώπισε δύσκολες προσωπικές, οικονομικές, οικογενειακές και πολιτικοκοινωνικές καταστάσεις. Καταστάσεις που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του, ενώ ταυτόχρονα άφησαν ανεξίτηλα σημάδια στο ίδιο του το έργο.
Στο βιβλίο του Δημήτρη Δαμασκηνού καταγράφονται επίσης μαρτυρίες για τον Μενέλαο Λουντέμη, από τους εξής: Νίκος Καζαντζάκης, Μάνος Κατράκης, Γιάννης Ρίτσος, Βασίλης Βασιλικός, Γιάννης Κορδάτος, Άγγελος Σικελιανός, Κώστας Βάρναλης, Ναζίμ Χικμέτ, Μιλτιάδης Μαλακάσης, Φαίδρα Ζαμπαθά-Παγουλάτου, Διδώ Σωτηρίου, Έλλη Αλεξίου, Νίκος Παππάς, Γιάννης Μαγκλής, Δημήτρης Χατζής, Στρατής Τσίρκας, Νικηφόρος Βρεττάκος, Φώτης Σιούμπουρας, Ασημάκης Πανσέληνος, Μίκης Θεοδωράκης, Ανδρέας Κέδρος, Δημήτρης Ψαθάς, Γιώργης Τρικαλινός, Τάκης Φίτσος, Λεωνίδας Κύρκος, Λάμπρος Ζιώγας, Αλέξης Ζήρας, Δανάη Στρατηγοπούλου, Πέτρος Χάρης, Απόστολος Σαχίνης, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Γιάννης Χατζίνης, Πέτρος Μυλωνογιάννης, Βάσος Βαρίκας, Δημήτρης Ραυτόπουλος, Α. Ν. Γκοτοβός, Αγγέλα Καστρινάκη, Ηρακλής Κακαβάνης, και άλλους.
    Είναι αποτέλεσμα χρόνια ιστορικής-ερευνητικής εργασίας. Διαβάζοντάς το έχεις την αίσθηση ότι συνομιλείς με τον ίδιον τον Μενέλαο Λουντέμη, καθώς πέρα από την μυθιστορηματική περιγραφή της πολυτάραχης ζωής του, καταγράφονται σπάνιες μαρτυρίες αλλά και εξαιρετικά διαλεγμένα αποσπάσματα από το έργο του.
    Ο αναγνώστης, διαβάζοντας, νιώθει την αγωνία του Μενέλαου στην μάχη για την επιβίωση, την ευγνωμοσύνη του για τους ανθρώπους που στάθηκαν πολύτιμοι συμπαραστάτες του, όπως ο Γιάννης Σκαρίμπας ή ο Μιλτιάδης Μαλακάσης. Μπορεί κανείς να τον δει να στέκεται στην ουρά για τα συσσίτια των Καλλιτεχνών στα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής, αλλά και να συναντηθεί με τις απαρχές της Ποίησής του.
  Ο συγγραφέας αποδίδει παραστατικά, και εμπεριστατωμένα, γεγονότα από την προσωπική ζωή του συγγραφέα, όπως το γάμο του με την Έμυ Μαυραγάννη, τη γυναίκα με την οποία μοιράστηκε τη χαρά της γέννηση του παιδιού τους, αλλά και στιγμές που δεν μπορεί να τις διανοηθεί ο νους του ανθρώπου. «Η Μυρτώ χάθηκε«, γράφει ο Λουντέμης από την εξορία του και η ζωή του έμοιαζε να χάθηκε μαζί της. Μα, συγχωρείστε με που δεν θέλω να περιγράψω εδώ αυτές τις σκηνές από το βιβλίο του Δημήτρη Δαμασκηνού, γιατί, αν το κάνω, θα είναι αποσπασμένα από το ιστορικό και συγκινησιακό πλαίσιο του βιβλίου, κι έτσι θα σας στερήσω από τη χαρά να ανακαλύψετε μόνοι σας κάποιες πολύ λεπτές και ιδιαίτερες πινελιές που χρωματίζουν τον πίνακα της ζωής του αγαπημένου μας Μενέλαου Λουντέμη.
    Ο έρωτας του Μενέλαου για τη ζωή καταγράφεται μέσα στους στίχους των πρώτων του ποιημάτων, στο «σ’ αγαπώ«, αφιερωμένο στην συμμαθήτριά του, την Αγράμπελη. Κι ύστερα, έπειτα από τόσες και τόσες περιπέτειες έρχεται η «Ράντνικα» και άλλα διηγήματα όπως: «Μια νύχτα με πολλά φώτα κάτω από μια πόλη με πολλά αστέρια« και το «Κοιμήσου, Ανέζα μου, γλυκά».
    Ο Δ. Δαμασκηνός μας δίνει με γλαφυρότητα τις στιγμές της συνάντησης του Μενέλαου Λουντέμη με τον Γιάννη Σκαρίμπα στη Χαλκίδα, καθώς και την περίοδο όπου ο μεγάλος συγγραφέας τριγύριζε με τα θεατρικά μπουλούκια, για τις ανάγκες του βιοπορισμού. Ακολουθούν, η πρώτη έκδοση βιβλίου του στο Βόλο, η αγαπημένη του Έδεσσα, οι Σαρακατσάνοι και τόσα πολλά ακόμα… Ο Δημήτρης Δαμασκηνός όμως, μας δίνει την ευκαιρία να διαβάσουμε τη λογοτεχνική κριτική για το έργο του Λουντέμη, όπως αποτυπώθηκε την περίοδο της πρώτης έκδοσης των έργων του.
    Ο αναγνώστης διαβάζει για τους αγώνες του Μενέλαου Λουντέμη μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ. Την αγωνιστική του στάση και το δημιουργικό του οίστρο στην Ικαρία, στη Μακρόνησο, στον Άη-Στράτη. Διαβάζει για το ρόλο του Λουντέμη σε μία εποποιία. Ανακαλύπτει το διεισδυτικό του βλέμμα, που έγκαιρα διέγνωσε και μίλησε για τα παιχνίδια όλων των μεγάλων δυνάμεων στην Ελλάδα. Μαγνητίζεται από το ανυπότακτο πνεύμα του ενάντια στην αυθαιρεσία της εξουσίας, όποια μορφή κι αν έχει αυτή.
   Ο Δημήτρης Δαμασκηνός παρακολουθεί την πορεία του Λουντέμη στις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού», στο Βιετνάμ που φλέγεται από την επέμβαση των ΗΠΑ, και αποκαλύπτει τις επιθέσεις που δέχθηκε από εχθρούς και «φίλους».
    «Δεν μπορώ να σωπάσω», γράφει ο Μενέλαος Λουντέμης σε μία επιστολή του προς τα στελέχη και τα μέλη του ΚΚΕ, τον Φλεβάρη του 1968. «Αφήστε με να αρχίσω από τη φράση του Τολστόι. Ναι, φίλοι μου, δεν μπορώ. Γιατί αν σωπάσω τώρα, δεν θα έχω το δικαίωμα να μιλήσω ποτέ». Ο συγγραφέας που έμεινε για χρόνια στις φυλακές και στην εξορία καταγγέλθηκε από το «Ριζοσπάστη» ως… «Κομμουνιστής Πολυτελείας».
    Ο αναγνώστης παρακολουθεί την πορεία της ματαίωσης που βίωσε ο μεγάλος αυτός δημιουργός, αλλά και της δικαίωσης του Μενέλαου Λουντέμη, έως και την επιστροφή του στην Ελλάδα, και λίγο αργότερα την παλλαϊκή συμμετοχή στην κηδεία του. Ο Μενέλαος όμως είναι εδώ…

Ο Βαγγέλης Κακατσάκης γράφει για το βιβλίο του Δημήτρη Δαμασκηνού

«Ανθός αγάπης, καρπός γνώσης μα και προϊόν αντικειμενικότητας η δουλειά σου»

Έχουν αράξει και στις όχθες της δικής μου καρδιάς όπως και της δικής σου τα βιβλία του Μενέλαου Λουντέμη. Παραμένω πάντα, όπως κι εσύ, θαυμαστής του έργου του. Ένας επιπρόσθετος λόγος να σε συγχαρώ για το 500 σελίδων, ιδιαίτερα επιμελημένο και με πλούσιο φωτογραφικό υλικό, βιβλίο σου “Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας: Ένα δοκίμιο – μελέτη για τη ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη”, που κυκλοφορήθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις “Ραδάμανθυς” και είχες την καλοσύνη να μου το στείλεις.

    Το βιβλίο του Δ. Δαμασκηνού, αποτέλεσμα χρόνιας ιστορικής και λογοτεχνικής έρευνας, περιγράφει τη ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη: Ο άνθρωπος, ο δημιουργός, ο φιλόσοφος, ο πολιτικός, ο δεσμώτης, ο πρόσφυγας. Η διαδρομή του, ένα ταξίδι πάνω από την άβυσσο, γίνεται ο καμβάς, όπου πάνω αποτυπώθηκαν οι εικόνες μεγαλείου αλλά και τραγωδίας, ενός ολόκληρου λαού. Τα που γράφει ο συγγραφέας Χ. Τσαντής στο οπισθόφυλλο.
    Κι αν μου άρεσε! Απνευστί, μέσα σε μια μέρα, όπως διάβαζα τα βιβλία του αγαπημένου μας συγγραφέα (“Τα πλοία δεν άραξαν”, “Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα”, “Οι κερασιές θ’ ανθίσουν και φέτος”, “Το ρολόι του κόσμου χτυπά μεσάνυχτα”, κ.λπ.) το διάβασα. Κι αν εντυπωσιάστηκα! Ανθός αγάπης, καρπός γνώσης μα και προϊόν αντικειμενικότητας η δουλειά σου! Προσυπογράφω και με τα δυο μου χέρια! Έχουν θέση τα κείμενα του Λουντέμη στα σχολικά βιβλία του Δημοτικού, του Γυμνασίου και του Λυκείου!
Βαγγέλης Κακατσάκης

  Αναδημοσίευση από Χρήστος Τσαντής – Εκδόσεις Ραδάμανθυς

Δείτε ακόμα: 

Εποχές και Συγγραφείς – Μενέλαος Λουντέμης




«Ένας κόσμος βιβλία» στο Πεδίον του Άρεως, 2 έως 4 Απριλίου 2017

της Ερμίνας Κυπριανίδου, Αντιπεριφερειάρχη Κεντρικού Τομέα Αθηνών

«Ένας κόσμος βιβλία» στο Πεδίον του Άρεως, 2 έως 4 Απριλίου 2017

Η Περιφέρεια Αττικής (Περιφερειακή Ενότητα Κεντρικού Τομέα Αθηνών) με έναυσμα την Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου, συνδιοργανώνει  με το Δίκτυο για τα Δικαιώματα του Παιδιού και με την υποστήριξη μιας πλειάδας φορέων της εκπαιδευτικής και μορφωτικής κοινότητας, ένα τριήμερο εκδηλώσεων στο Πεδίον του Άρεως με γενικό τίτλο «Ένας κόσμος βιβλία».

Οι εκδηλώσεις επιδιώκουν να προβάλλουν τη σπουδαιότητα αλλά και την  αναγκαιότητα που έχουν τα παιδικά βιβλία στη ζωή κάθε παιδιού και εστιάζουν στις “ιστορίες που έχουν τη δύναμη να ενώνουν κόσμους, στα βιβλία που μας βοηθούν να κατανοήσουμε έναν κόσμο που μέχρι πριν λίγο καιρό ήταν άγνωστος για πολλούς, τον κόσμο των προσφύγων”.

Με αφορμή την διοργάνωση των εκδηλώσεων, σε μήνυμά της η Αντιπεριφεριάρχης ΚΤ Αθηνών Ερμίνα Κυπριανίδου αναφέρει:

“Το βιβλίο μπορεί να ενώσει τους λαούς, να ανοίξει γέφυρες, να ενδυναμώσει τα παιδιά από διαφορετικούς πολιτισμούς. Συνεχίζουμε να υποστηρίζουμε κοινωνικές πρωτοβουλίες που βάζουν στο επίκεντρο τον πολιτισμό και το παιδί. Προχωράμε στην αξιοποίηση του Πεδίου Άρεως, με δράσεις σε συνεργασία με κοινωνικούς φορείς. Η ενεργοποίηση της κοινωνίας μέσα από συμμετοχικές δράσεις πολιτισμού και αλληλεγγύης θα  συμβάλλει δραστικά στην ανάταξη του Πάρκου μας προς όφελος των πολιτών.”

Σας προσκαλούμε να έρθετε με τα παιδιά σας στο Πεδίον του Άρεως, την Κυριακή 2 Απρίλη καθώς και την Δευτέρα και Τρίτη 3 & 4 Απρίλη. Στο πλαίσιο του τριημέρου των εκδηλώσεων θα διοργανωθούν εκδηλώσεις με συγγραφείς, εργαστήρια για γονείς και εκπαιδευτικούς, ειδικές δημιουργικές δράσεις και παιχνίδια, έκθεση φωτογραφίας.

Αναλυτικά το πρόγραμμα των εκδηλώσεων στη διεύθυνση: http://ddp.gr/wp-content/uploads/2017/03/Αφίσα-και-έντυπο.pdf

 

Η ΑΝΤΙΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΡΧΗΣ                                                                                                                                              ΚΕΝΤΡΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ  ΑΘΗΝΩΝ

 

ΕΡΜΙΝΑ ΚΥΠΡΙΑΝΙΔΟΥ




Για τη νουβέλα Migozarad του Χρήστου Τσαντή

Για τη νουβέλα Migozarad του Χρήστου Τσαντή

Δημοσιεύουμε σήμερα την εισήγηση της εκπαιδευτικού Δ.Ε. Βίκυς Παπαναγιώτου για τη νουβέλα Migozarad του Χρήστου Τσαντή στην εκδήλωση που διοργανώθηκε στα Χανιά τη Δευτέρα το βράδυ, 27 Μαρτίου 2017,  στη γκαλερί VILLA DES ARTS με τη συμμετοχή δεκάδων φίλων της τέχνης. 

Ο Χρήστος Τσαντής σπούδασε Συμβουλευτική και Ψυχολογία. Ο συγγραφικός του προσανατολισμός συνδέεται -και λόγω της επαγγελματικής του ιδιότητας- με τα παιδιά και ευρύτερα την εκπαίδευση. Εκτός από τη συμμετοχή του ως εισηγητής σε βιωματικά εργαστήρια για εκπαιδευτικούς και ενημερωτικά σεμινάρια, έργα του αξιοποιήθηκαν και αξιοποιούνται τόσο στην πρωτοβάθμια όσο και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Μέχρι σήμερα έχουν εκδοθεί έξι βιβλία του. Ανάμεσα στ’ άλλα του έργα το 2012 ο συγγραφέας είχε εκδώσει και τη νουβέλα: «Φάρος» 1 , έργο που έχει το ίδιο θέμα, το μεταναστευτικό δηλαδή σαν το πιο κρίσιμο ζήτημα της εποχής μας, με τη νουβέλα: «Migozarad», που σήμερα θα παρουσιάσουμε. Και οι δύο, άλλωστε, αυτές νουβέλες του Χρήστου Τσαντή βασίζονται πάνω στο διήγημα «Γράμμα σ’ έναν φίλο που έφυγε πρώτος», το οποίο βραβεύτηκε με έπαινο στον 30ο διαγωνισμό (2011-2012), της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών.

Το «Migozarad« 2 είναι ένα βιβλίο για τους πρόσφυγες. Ο πρωταγωνιστής της ιστορίας αυτής και αφηγητής, δημοσιογράφος Λευτέρης Αντωνίου, βρίσκεται στην Πάτρα για ένα ρεπορτάζ. Τον έχει στείλει η εφημερίδα του για να καλύψει το προσφυγικό ζήτημα, όπως εκδηλώνεται με οξύτητα σ’ αυτήν την πόλη, μιας και στο λιμάνι της στοιβάζονται σε πρόχειρους καταυλισμούς και σε άθλιες συνθήκες εκατοντάδες πρόσφυγες, κυρίως Αφγανοί. Πολλοί ζουν εκεί για καιρό παρά το φόβο της σύλληψης από τις Αρχές, το ξύλο και το κυνηγητό της αστυνομίας. Υπομένουν όλες αυτές τις ταλαιπωρίες και τα βάσανα, γιατί θέλουν να μπουν κρυφά σε μια νταλίκα, για να επιβιβαστούν στο πλοίο της γραμμής Πάτρα-Αγκόνα και να περάσουν μ’ αυτόν τον τρόπο στην Ευρώπη. Η νταλίκα είναι η ελπίδα τους, το εισιτήριο για την ελευθερία. Όπως γράφει ο Φαζίλ στο «Γράμμα σ’ έναν φίλο…»:

κι αφού περπατήσαμε αρκετές νύχτες φτάσαμε στη χώρα απ’ όπου θα φεύγαμε για την Ευρώπη. Κι αυτή η χώρα ήταν γεμάτη από θάλασσα, όμως ήταν κλεισμένη με σίδερα και συρματοπλέγματα κι έμοιαζε με φυλακή…

Κυνηγούσαμε τα φορτηγά από πίσω. Μόνο έτσι μπορούσες να τρυπώσεις στο πλοίο. Κάποιοι έπαιρνα λεφτά και μας έβαζαν μέσα. Άλλοι έφερναν την αστυνομία και μας κυνηγούσε. Όποιον έπιαναν τον χτυπούσαν και τον έβριζαν. Εγώ λεφτά δεν είχα όμως και δεν ήξερα τί να κάνω για να βρω».

Προχθές έφεραν μεγάλες μπουλντόζες. Μας έβαλαν φωτιά και γκρέμισαν τις καλύβες μας. Από παντού θέλουν να μας διώξουν αλλά και δεν μας αφήνουν να φύγουμε. Αυτή η χώρα μας έχει φυλακίσει». 4 

Και συνεχίζει ο Φαζίλ το γράμμα του με την παιδικότητα που αποκαλύπτει τον παραλογισμό που αποκρύπτει η ρητορική των ισχυρών, όταν μιλούν για τους πρόσφυγες. Γράφει συγκεκριμένα:

«Αυτοί που μας έφεραν τον πόλεμο, μας κατηγορούν γιατί φύγαμε μακριά του. Αυτοί που τον έφεραν στη χώρα μου, μας κατηγορούν γιατί ήρθαμε στη δική τους. Οι νόμοι εδώ είναι περίεργοι. Δεν τους καταλαβαίνω. Μας κατηγορούν γιατί τρώμε από τα σκουπίδια κι έπειτα μας σκοτώνουν για να μην πεινάμε». 5

Ο συγγραφέας της νουβέλας Migozarad, Χρήστος Τσαντής

Στο βιβλίο υπάρχουν δύο ταξίδια: αφενός υπάρχει το ταξίδι των προσφύγων, των κατατρεγμένων από τον πόλεμο και την ανέχεια σ’ έναν αγώνα επιβίωσης και ελπίδας για μια καλύτερη ζωή. Αφετέρου υπάρχει το ταξίδι του ήρωα-αφηγητή, που είναι ο ίδιος ο δημοσιογράφος Λευτέρης Αντωνίου, ένα ταξίδι εσωτερικής αναζήτησης για να προσεγγίσει το βαθύτερο εγώ του, να βρει το κρυμμένο νόημα της ζωής του. Έτσι η συνάντησή του με τον μικρό Αφγανό Φαζίλ που κρύφτηκε στο πόρτ-μπαγκάζ του αυτοκινήτου του, είναι ένα γεγονός για την αφύπνιση της συνείδησης του ήρωα. Ο Φαζίλ είναι ένα μικρό παιδί, ένα από τα χιλιάδες προσφυγόπουλα που παλεύουν να ξεφύγουν από τον πόλεμο και να βρουν τη θέση τους στη ζωή. Μερικά το καταφέρνουν, τα περισσότερα όμως όχι. Ο Φαζίλ βάζει τη ζωή του σε κίνδυνο και εκλιπαρεί απεγνωσμένα για βοήθεια, γεγονός που συγκλονίζει τον αφηγητή, ο οποίος σε κάποιο σημείο της νουβέλας σημειώνει:

«Τί απόγνωση μπορεί να κυριεύει έναν άνθρωπο και να τον κάνει ικανό να κλειστεί από μόνος του στον μικρό χώρο αποσκευών ενός αυτοκινήτου που θα μπορούσε να μείνει κλειστός για μέρες;

Έμοιαζε με καλομελετημένη απόπειρα αυτοκτονίας. Μια πράξη αργού θανάτου… Μπορεί να μην τον άκουγα. Μπορεί κανείς να μην τον άκουγε. Μπορεί πάλι το αμάξι να έμενε ακινητοποιημένο για μέρες σε κάποιο εγκαταλελειμμένο γκαράζ, όπου γύρω δεν θα υπήρχε ψυχή για να ακούσει τις φωνές του, κανένας για να νιώσει την απελπισία του. Απελπισία όμως ήταν ή αποφασιστικότητα;… Ένας ιδανικός αυτόχειρας. Ζωή στο σκοτάδι και στον λιγοστό αέρα ο οποίος περνούσε από τις χαραμάδες που αφήνουν φθαρμένα λαστιχάκια. Εγκλωβισμένος εκεί αναπνέοντας αναθυμιάσεις μαζί με μπόλικη σκόνη. Και μάλιστα να έχεις τότε την αίσθηση πως βρίσκεσαι στον προθάλαμο της ελευθερίας ή στον δρόμο για την λύτρωση και σε τελική ανάλυση να μοιάζει αυτό το σκηνικό πολύ πιο ανθρώπινο απ’ ό,τι είχε ζήσει μέχρι εκείνη τη στιγμή». 6

Η προσφυγιά γεννάει μνήμες στον αφηγητή, γιατί η προσφυγιά είναι η συνεχής ιστορία του κόσμου. Είναι το πιο βίαιο και οδυνηρό κομμάτι της. Τα βιώματα του Μικρασιάτη παππού και οι αφηγήσεις του για τα δύσκολα χρόνια της προσφυγιάς είχαν επιδράσει βαθιά στη ψυχή του ήρωα, όταν ήταν κι αυτός παιδί. Η περιγραφή του ταξιδιού του παππού προς την Ελλάδα αποτυπώνει την σκληρότητα των συνθηκών που αντιμετώπισαν οι πρόσφυγες από την Μικρασία μετά την καταστροφή:

«Κυνηγημένοι οι άνθρωποι, αβοήθητοι, κουρελήδες, μετρώντας νεκρούς συνανθρώπους τους, παιδιά, γυναίκες, αδέρφια και συγγενείς, επιβιβάστηκαν κακήν-κακώς σ’ ένα καΐκι με προορισμό κάποιο ελληνικό νησί. Για κακή τους τύχη αυτή η ομάδα ήταν από τις τελευταίες που προσπαθούσε να πιάσει λιμάνι κι έτσι χρειάστηκε να ταξιδέψουν επί μία εβδομάδα με ελάχιστο νερό και προμήθειες, ώστε να τους δεχτούν τελικά κάπου. Όπου κι αν πήγαιναν, τους έδιωχναν λέγοντας πως έχουν έρθει ήδη τόσοι πολλοί, που ο τόπος τους δεν σήκωνε κι άλλους «ξένους». Ναι… ναι! Μην απορείς. Έτσι τους έλεγαν… «ξένους». 7

Και παρακάτω συνεχίζει:

«Ο παππούς μου έλεγε ότι υπήρχαν Έλληνες που τους έβριζαν και τους περιφρονούσαν. Κάποιοι ξεσήκωναν τους ντόπιους εναντίον τους λέγοντας πως αν δεν υπήρχαν αυτοί «οι φερτικοί», τα κτήματα και οι περιουσίες που πέρασαν στα χέρια του κράτους με τις ανταλλαγές, θα γίνονταν δικά τους». 8

Όλες αυτές οι μνήμες ξεπήδησαν και ήλθαν στην επιφάνεια μέσα από την τυχαία συνάντησή του Λευτέρη με τον μικρό Αφγανό. Όπως εξομολογείται και ο ίδιος ο πρωταγωνιστής:

«Ο μικρός Αφγανός μ’ έφερε χωρίς να το θέλει -χωρίς να έχει ιδέα για όλα αυτά- αντιμέτωπο με τη δική μου αλήθεια. Η συνάντηση αποκάλυψε πλευρές του εαυτού μου που δεν είχαν φανερωθεί ή κρυβόντουσαν κάτω από το πέπλο και τις μάσκες της καθημερινότητας. Οι ρόλοι τώρα ξεθωριάζανε κι ένας άλλος Λευτέρης προσέγγιζε τη ζωή. Χρωστώ πολλά τελικά σ’ αυτό το παιδί. Βρέθηκε μπροστά μου σ’ ένα πολύ κρίσιμο σταυροδρόμι για τη ζωή μου». 9

Στο Migozarad ο ήρωας-αφηγητής ακολουθεί ένα εσωτερικό ταξίδι προς την αυτογνωσία μέσα από την αφύπνιση της ίδιας του της συνείδησης και της ανάγκης να σηματοδοτήσει με νόημα τη ζωή του. Γι’ αυτό το λόγο η αφήγηση δεν ακολουθεί τη χρονολογική σειρά των γεγονότων. Σημειώνονται δηλαδή αναχρονίες, γιατί η εξέλιξη στην πλοκή ακολουθεί περισσότερο τις ψυχολογικές διεργασίες που συντελούνται στη συνείδηση του.

Η εκπαιδευτικός Δ.Ε.
Βίκυ Παπαναγιώτου
που προλόγισε το βιβλίο

Ο αφηγητής είναι δραματοποιημένος και συμμετέχει σα βασικό πρόσωπο-πρωταγωνιστής στην ιστορία, αφηγούμενος με εσωτερική εστίαση. Διαβάζουμε όσα έχει να μας πει σε πρώτο πρόσωπο παρακολουθώντας τον στην ανακάλυψη σιγά-σιγά της αλήθειας, μιας αλήθειας ωστόσο υποκειμενικής, στηριγμένης στο προσωπικό του βίωμα.

Η αλήθεια αυτή εμπεριέχει ένα αισιόδοξο μήνυμα για τη ζωή: παρά την τραγωδία και τη ζοφερή πραγματικότητα της προσφυγιάς, η ιστορία του Φαζίλ έχει αίσιο τέλος. Ο μικρός ξαναβρίσκει την οικογένειά του και φεύγει στην Ευρώπη. Επανασυνδέεται μαζί τους στη Γερμανία, όπου έχουν τα υπόλοιπα μέλη της καταφύγει.

Πριν το τέλος, όμως, της ιστορίας παρεμβάλλεται ο εφιάλτης του ήρωα-αφηγητή. Ο Λευτέρης Αντωνίου κατηγορείται για τον φόνο του μικρού Αφγανού! Το όνειρο αποκαλύπτει την προσωπική του ενοχή γι’ αυτά που δεν έκανε, γιατί παρέμεινε τόσα χρόνια στην ασφάλεια της καθημερινότητας. Η στάση του αυτή έχει τις ρίζες της στον φόβο, στην άρνηση των επιθυμιών και την πραγματοποίησή τους, στο φόβο των συνεπειών που απομακρύνει από την ίδια την εμπειρία και τη ζωή. Και ο αφηγητής καταλήγει:

«Διεκδικώ και αγωνίζομαι κι αυτή η διεκδίκηση δεν προσφέρεται στο πιάτο. Μα μέσα σε όλη αυτή την αναζήτηση της διεξόδου, που είναι ο προσωπικός μας δρόμος, ο δρόμος του καθενός, χαράζει η αυγή της υπέρβασης. Η αυγή μιας νέας ανθρώπινης προοπτικής. Τότε ο δρόμος ακτινοβολεί και σε άλλα μάτια. Γίνεται ορατός και σε άλλους ανθρώπους. Έτσι, παύει σ’ εκείνη τη φάση να είναι προσωπική υπόθεση. Τότε, η διήγηση μιας φανταστικής ιστορίας -μιας ιστορίας επινοημένης που εκτυλίσσεται μέσα σ’ ένα όνειρο, σταθμισμένη έτσι ώστε να χωρά στο πλαίσιο του ρόλου και στις ιδιαιτερότητες του πρωταγωνιστή- γίνεται σύνθημα βαμμένο με κόκκινη μπογιά στον τοίχο της καρδιάς μας. «Migozarad«! Αυτό είναι γραμμένο στον τοίχο. «Θα περάσει»! Μόνο εάν αποφασίσεις να κάνει την υπέρβαση. Γιατί έχει γίνει ο μεγαλύτερος άθλος το να καταφέρεις να δεις με μάτια καθαρά την ψυχή και τον εαυτό σου διαβαίνοντας την ανηφόρα της ζωής». 10

Το Migozarad είναι ένα βιβλίο για την ανθρωπιά που μαζί της φέρνει και την ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο. Και όπως γράφει ο αφηγητής:

«Σώθηκε μία ζωή. Σώθηκε ένα παιδί, ενώθηκε μια οικογένεια. Μπορώ κι εγώ να αντικρίσω στα μάτια το παιδί μου σήμερα. Το γεγονός αυτό όμως δεν αναιρεί την ανάγκη να γίνουν όλες οι απαραίτητες ενέργειες στο μέτρο του δυνατού, από όλους όσους διαθέτουν ανθρωπιά. Από όλους εκείνους που δεν υιοθετούν τα κηρύγματα του μίσους, του ρατσισμού και της ξενοφοβίας. Γι’ αυτούς που έρχονται αντιμέτωποι με το βίαιο ξεριζωμό από τις εστίες τους, με τα τείχη της ντροπής στην Παλαιστίνη, στα σύνορα των ΗΠΑ με το Μεξικό ή με τα συρματοπλέγματα και τις νάρκες στις όχθες του Έβρου, το σύνθημα που γράφτηκε στον τοίχο του καφενείου της Καμπούλ: «Migozarad«, δεν έχει ισχύ. Γιατί… «θα περάσει» μόνο εάν… 11

 Σημειώσεις-Παραπομπές

  1. Βλ. Χρήστος Τσαντής, Φάρος, νουβέλα, εκδόσεις Περί τεχνών, 2014.
  2. Βλ. Χρήστος Τσαντής, Migorazad-Η εποχή των υπερπολιτισμένων πιθήκων, εκδόσεις Ραδάμανθυς, Χανιά 2016.
  3. Βλ. Χρήστος Τσαντής, Migorazad, ο.π., σελ. 15.
  4. Βλ. Χρήστος Τσαντής, Migorazad, ο.π., σελ. 16.
  5. Βλ. Χρήστος Τσαντής, Migorazad, ο.π., σελ. 16.
  6. Βλ. Χρήστος Τσαντής, Migorazad, ο.π., σελ. 73.
  7. Βλ. Χρήστος Τσαντής, Migorazad, ο.π., σελ. 40-41.
  8. Βλ. Χρήστος Τσαντής, Migorazad, ο.π., σελ. 41.
  9. Βλ. Χρήστος Τσαντής, Migorazad, ο.π., σελ. 96.
  10. Βλ. Χρήστος Τσαντής, Migorazad, ο.π., σελ. 94.
  11. Βλ. Χρήστος Τσαντής, Migorazad, ο.π., σελ. 94.

Δες ακόμα: 




Η θρυλική Εβραία καπετάνισσα Σαρίκα Γ. του ΕΛΑΣ της Εύβοιας

Μία ιστορική αναφορά για τη θρυλική Εβραία καπετάνισσα Σαρίκα Γ. του ΕΛΑΣ της Εύβοιας που πολέμησε τους Ναζί και τους ντόπιους συνεργάτες τους

Η Εβραία καπετάνισσα Σαρίκα

[…] Πολλές γυναίκες συμμετείχαν στις μαχητικές μονάδες του ΕΛΑΣ που διακήρυσσε την απελευθέρωση του θηλυκού φύλου από τα δεσμά της πατριαρχίας. Το επαναστατικό αυτό μήνυμα υποστηρίχτηκε απρόθυμα και από άνδρες χωρικούς οι οποίοι γίνονταν με αυτόν τον τρόπο κοινωνοί της νέας τάξης πραγμάτων που εισήγαγε το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στα βουνά που βρίσκονταν υπό τον έλεγχό του. Το τέλος του πολέμου, ωστόσο, σήμανε και την απόρριψη τέτοιου είδους μηνυμάτων. Η ελληνική Δεξιά και οι Βρετανοί καταδίκασαν την αριστερή Αντίσταση ως κομμουνιστική, διευκολύνοντας, έτσι, τους άντρες στα χωριά να επανακτήσουν την κυριαρχία τους πάνω στις γυναίκες τους. Ανέρχονται, όμως, σε δεκάδες χιλιάδες οι γυναίκες που δεν δέχθηκαν να εκχωρήσουν το δικαίωμά τους στην ισότητα. Πολλές από αυτές πέρασαν μία ή δύο δεκαετίες στη φυλακή μετά τον πόλεμο, επειδή αρνήθηκαν να απολογηθούν για τη συμμετοχή τους στην Αντίσταση και την επανάστασή της.

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στα χρονικά της διαμάχης με την εμφάνιση γυναικών μαχητριών, ιδιαίτερα στα αντιστασιακά κινήματα που κατευθύνονταν από κομμουνιστές. […] Οι περιπτώσεις αρκετών Εβραίων γυναικών παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, κυρίως διότι οι Εβραίοι δεν αναφέρονται ούτε στη γενικότερη βιβλιογραφία για την Αντίσταση ούτε στις νεώτερες μελέτες για τις γυναίκες στο αντάρτικο. Η Ντόρα Μπουρλά πολέμησε στα βουνά της Μακεδονίας και ήταν γνωστή στους συμπολεμιστές της ως Ταρζάν. Μία άλλη Ντόρα, η Ραμπάν, ανήκε σε μια μάχιμη μονάδα τριάντα γυναικών.[…] Άλλες Εβραιοπούλες αναδείχτηκαν σε σημαντικές θέσεις στον ΕΛΑΣ λόγω της δυναμικής τους προσωπικότητας. Η Κάρμεν Κάκις από τη Δράμα, για παράδειγμα, με τα κόκκινα μαλλιά και τη γλυκιά φωνή της στο τραγούδι, ήταν καπετάνισσα, εντεταλμένη να στρατολογεί γυναίκες στην Αντίσταση 1. Πολλές φορές την έστειλαν στη Σκόπελο για ανάπαυση 2 όπου έμενε με τη Λιλή Μιτράνη. Η Μιτράνη ήταν δασκάλα από τη Θεσσαλονίκη που είχε ζητήσει από την κυβέρνηση μετάθεση σε μία ασφαλή περιοχή όπου θα μπορούσε να διδάσκει φανερά ως Εβραία. Αυτό κατόρθωσε να κάνει στη Σκόπελο όπου παρέμεινε καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου. Παράλληλα, ανήκε στη Αντίσταση και προσέφερε κατά καιρούς τη φιλοξενία της σε όσους συναγωνιστές την είχαν ανάγκη 3.

Ύστερα από την αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα, βρετανικές και ελληνικές δυνάμεις τους αντικατέστησαν, συνοδευόμενες από δυτικούς δημοσιογράφους. Παρακάτω θα δούμε αναφορές Βρετανών και Παλαιστινίων δημοσιογράφων. Εδώ θα σταθούμε στην ιστορία μιας καπετάνισσας, όπως την έγραψε ο ατρόμητος Ελληνοαμερικανός ανταποκριτής Κωνσταντίνος Πούλος, που μπήκε στην Ελλάδα στα μέσα Αυγούστου 1944 και βρισκόταν ήδη στην Αθήνα μία μέρα πριν φτάσουν οι βρετανικές δυνάμεις 4.

Αθήνα, 23 Οκτωβρίου (ΟΝΑ-ραδιοφωνικώς). Η Σαρίκα Γ., μία δεκαοχτάχρονη Ελληνοεβραία από τη Χαλκίδα, είναι λοχαγός μιας διμοιρίας Ελληνίδων ένστολων ανταρτισσών που βρίσκονται στο νησί της Εύβοιας. Φορώντας ένα ζευγάρι μπότες Βρετανού στρατιώτη και κασκέτο, καθώς και σακάκι και στολή ιππασίας φτιαγμένη από Αμερικανική κουβέρτα, οδηγεί τη διμοιρία της κάθε μέρα στις επιχειρήσεις που διατάζει το αντάρτικο σύνταγμα στο οποίο ανήκει.

Είναι μια κοντή, γεροδεμένη κοπέλα με σκούρα μαλλιά και γαλανά μάτια. Τρέχει σαν άντρας και μπορεί να κατεβάσει με το τουφέκι ένα καρύδι από ένα δέντρο σε απόσταση 200 γιαρδών. Δίνει οδηγίες βηματισμού στη διμοιρία της που κατεβαίνει το βουνίσιο μονοπάτι με τόνο ζωηρό και υπερήφανο・ άλλοτε φωνάζοντας ένα σταθερό «Επ, Επ, Επ», κι άλλοτε κρατώντας το ρυθμό με το μπράτσο της.

Μόνο μετά την παράδοση των Ελλήνων στους Ιταλούς αναγκάστηκε να διαφύγει στα βουνά. Από εκεί, ντυμένη σαν χωρική, γυρνούσε πότε-πότε πίσω στην γερμανοκρατούμενη Χαλκίδα για να μαζέψει πληροφορίες για το αντάρτικο σύνταγμά της. Όταν αυτό έγινε πολύ επικίνδυνο, άρχισε να διδάσκει σε σχολεία στο βουνό. Κατόπιν πήγε να εργαστεί στα κεντρικά γραφεία της Αντίστασης. Και αργότερα, όταν οργανώθηκε λόχος ανταρτισσών, διάλεξαν αυτήν για λοχαγό τους.

Από ολόκληρη τη μεγάλη οικογένειά της, από όλες τις αδελφές και τους γαμπρούς και τους θείους, μόνο αυτή και η μητέρα της έχουν μείνει. «Αυτή είναι η πατρίδα μου», μου είπε η Σαρίκα. «Εδώ γεννήθηκα και μεγάλωσα. Οι Έλληνες είναι ο λαός μου, ο αγώνας τους είναι αγώνας μου. Εδώ ανήκω».

Η Σαρίκα είναι μία από έναν απίστευτο αριθμό Ελληνίδων που συμμετείχαν στην ατρόμητη Αντίσταση. Καμιά φορά δημιουργείται η εντύπωση ότι στα βουνά υπήρχαν πιο πολλές γυναίκες από άντρες 5. Είδα οργανώτριες, μαγείρισσες, πλύστρες, κοινωνικές λειτουργούς και νοσοκόμες να εκτελούν τα καθήκοντά τους ακούραστες κάτω από τις πιο δύσκολες συνθήκες. Δούλευαν δέκα έως δώδεκα ώρες την ημέρα οργανώνοντας γυναικείες επιτροπές περίθαλψης, σχολεία, βρεφικούς σταθμούς, κλινικές και νοσοκομεία στις ανταρτοκρατούμενες περιοχές της Ελλάδας.

Παρακολούθησα μια διαδήλωση τεσσάρων χιλιάδων γυναικών και δεκαεφτά ιερέων, μαζεμένων από διάφορες περιοχές που εκτείνονταν σε μία ακτίνα τριανταπέντε χιλιομέτρων, να βαδίζουν προς ένα χωριό που βρισκόταν κάτω από την κυριαρχία των Ναζί για να απαιτήσουν την απελευθέρωση δεκάδων ομήρων. Δεν πέτυχαν τον στόχο τους, αλλά καθώς εγώ έφευγα εκείνες συζητούσαν για τα λάθη τακτικής που είχαν κάνει και σχεδίαζαν μία μεγάλη μαζική διαδήλωση καλώντας κι άλλες γυναίκες από άλλα χωριά.

Στη Ρούμελη πολλοί μου διηγήθηκαν την ιστορία της Αριάδνης Ντάλαρη, μιας οδοντιάτρου από τη Λαμία που την βασάνιζαν οι Ναζί για δεκαπέντε ημέρες, προσπαθώντας να την κάνουν να μιλήσει για την Αντίσταση. Αφού δεν κατάφεραν να την κάνουν να λυγίσει, την έστησαν στον τοίχο και την τουφέκισαν. Δίπλα της στεκόταν μια ομάδα γυναικών που τραγουδούσε αντάρτικα τραγούδια.

Διηγούνται επίσης την ιστορία μιας άλλης γυναίκας από τη Ρούμελη, της Αγγελικής Μοντεσάντου, που καταδικάστηκε σε θάνατο για αντιστασιακές πράξεις. Όταν ανέβηκε στην εξέδρα έβαλε η ίδια τη θηλιά γύρω από τον λαιμό της, την έσφιξε και φώναξε: «Πεθαίνω ευτυχής γιατί πεθαίνω για την πατρίδα μου».

Παρακολούθησα μια γυναικεία οργάνωση περίθαλψης να πηγαίνει από χωριό σε χωριό μαζεύοντας φαγητό και παλιά ρούχα για τις οικογένειες των οποίων τα σπίτια είχαν καεί από τους Γερμανούς. Μετά το πέρασμα των Ναζί, είδα τις γυναίκες να ξεθάβουν σάκους σιτάρι από τις κρυψώνες τους, κάτω από τα χωμάτινα πατώματα των σπιτιών τους. Σε άλλα μέρη είδα γυναίκες να κουβαλούν φαγητό και πολεμοφόδια σε απομονωμένα φυλάκια και φρουρές ανταρτών.

Ο Πούλος ήταν ένας ενεργητικός και επιθετικός ανταποκριτής, με καλό μάτι και καλή πένα. Χωρίς αμφιβολία έφερε πίσω μαζί του και πολλές άλλες καλές ιστορίες τις οποίες, όμως, δεν πρόλαβε να αναλύσει ή να καταγράψει. Ήταν, όμως, ο πρώτος που κατέγραψε για τους Συμμάχους – ήδη από τον καιρό του πολέμου – την ιστορία των ηρωικών γυναικών που υπηρέτησαν την Ελλάδα κατά την Κατοχή. Άλλες ιστορίες και αναλύσεις βγήκαν στο φως πενήντα χρόνια αργότερα από τις Αλταμιράνο, Χαρτ, Φουρτούνη και άλλους 6. Οι ιστορίες των Εβραίων γυναικών, ωστόσο, παρέμειναν καταγεγραμμένες μόνο στην προφορική μνήμη, ή θάφτηκαν σε μεταπολεμικές καταθέσεις ή δυσεύρετες εκδόσεις στα εβραϊκά.

Η μορφή της Σαρίκας ήταν πολύ γνωστή στους δημοσιογράφους των Συμμάχων, αν και ο Πούλος ήταν ο μόνος που της πήρε συνέντευξη και έγραψε ότι ήταν Εβραία. Εξαιτίας του μεταπολεμικού κατατρεγμού των πρώην ανταρτών, η Σαρίκα μετανάστευσε στην Παλαιστίνη το 1946 και επέστρεψε σε έναν πιο συμβατικό τρόπο ζωής. Αυτή η πρώην καπετάνισσα στο αρχηγείο του ΕΛΑΣ στην Εύβοια, παντρεύτηκε τον Μαρτσέλο Φόρτη και έκανε οικογένεια. Αργότερα έδωσε συνέντευξη για τα ισραηλινά αρχεία. Όπως φαίνεται από την παρακάτω περίληψη, ο Πούλος είχε μόνον επιφανειακή γνώση γι’ αυτήν την αξιοθαύμαστη νεαρή κοπέλα.

   Η Σαρίκα (Σάρα Γεοσούα) ήταν αριστούχος μαθήτρια και ηγετική φυσιογνωμία στο γυμνάσιό της στη Χαλκίδα, την πρωτεύουσα της Εύβοιας. Ήταν ανηψιά του αντισυνταγματάρχη Μορδοχαίου Φριζή, που σκοτώθηκε στην Πρεμετή ενώ ήταν επικεφαλής επίθεσης ενάντια στους Ιταλούς εισβολείς. Όταν ήταν μόλις δεκαπέντε χρόνων, διέφυγε με τη μητέρα της στους γειτονικούς λόφους καβάλα σε ένα γαϊδούρι και βρήκε καταφύγιο στο χωριό Στενή, όπου δίδασκε στις γυναίκες ανάγνωση και γραφή ενώ, παράλληλα, προσπαθούσε να αφυπνίσει τη θηλυκή τους συνείδηση. Τέτοιες δραστηριότητες, που κατά κανόνα εκτελούνταν από τις κοπέλες της ΕΠΟΝ, αποτελούσαν τον πυρήνα της συμμετοχής της Αντίστασης στην κοινωνική επανάσταση που δονούσε την ελληνική ενδοχώρα κατά τη διάρκεια του πολέμου. Όταν ειδοποιήθηκε ότι οι Γερμανοί άρχισαν να σαρώνουν την περιοχή, ο σύνδεσμός της την πήγε στα βουνά όπου η Σαρίκα άρχισε να δρα πιο ενεργά. Κρέμασε πάνω της δύο φυσεκλίκια και πήγαινε από χωριό σε χωριό και εξηγούσε την Αντίσταση στις γυναίκες. Κατάφερε έτσι να οργανώσει μια μονάδα από νεαρές κοπέλες, που αρχικά υπηρετούσαν ως βοηθητικές στους στρατώνες, δουλεύοντας στην κουζίνα, στο πλυσταριό κ.λπ. Αργότερα, τους έμαθαν να χειρίζονται τα όπλα και να παρασκευάζουν κοκτέιλ Μολότωφ (μπουκάλια γεμάτα βενζίνη με στουπί που ανάβονταν και ανατινάζονταν). Βρετανοί παρατηρητές περιέγραψαν αργότερα με θαυμασμό το παράδοξο θέαμα μια μικροκαμωμένης κοπελίτσας μπροστά στην οποία συντάσσονταν για επιθεώρηση άνδρες μαχητές δυο μέτρα μπόι.

Sara Fortis – Call me Capitan Sarika:  I was «Capitan Sarika». If anyone needed anything they would say, ‘tell Capitan Sarika and she’ll take care of it’. Tell me and I’d do it. If they forgot my name they said, here’s the [female] comrades’ Capitan. ‘Comrades’ in Greek is [Greek], and they used a word in Greek meaning the girls’ Capitan. The rest of the girls were called by their names. If they wanted to say, there’s a girl from Eretria they called her Maria of Eretria, they would say her name and the name of her village. But I was called Capitan Sarika, [female] Capitan Sarika.

Στις αρχές του 1944 ήταν έτοιμες να αναλάβουν δράση. Η καπετάνισσα Σαρίκα και οι δώδεκα επίλεκτες κοπέλες της αποτέλεσαν ιδιαίτερη διμοιρία αντιπερισπασμού στην Αντίσταση. Όταν προγραμματιζόταν μια ενέργεια ενάντια στους Γερμανούς, η Σαρίκα και η μονάδα της πήγαιναν με κοκτέιλ Μολοτώφ σε ένα μακρινό χωριό όπου «παρίσταναν» την μονάδα επίθεσης. Οι Γερμανοί ανταπέδιδαν. Οι κοπέλες εξαφανίζονταν αφού θεωρούνταν υπεράνω πάσης υποψίας και η κύρια δύναμη της Αντίστασης εκτελούσε την ενέργειά της αλλού. Μια φορά την έστειλε ο διοικητής της στο χωριό Κάμπια, του οποίου ο τοπικός ιερέας ήταν πληροφοριοδότης των Γερμανών. Ντυμένη ως χωρική, η Σαρίκα τού είπε πονηρά ότι είχε κάτι να εξομολογηθεί αλλά ντρεπόταν να το κάνει σε τέτοιο ιερό χώρο. Μόλις ο ιερέας βγήκε από την εκκλησία, οι αντάρτες τον συνέλαβαν. Η ιστορία διαδόθηκε γρήγορα στη γύρω περιοχή και η φήμη της μονάδας και της Εβραίας αρχηγού της αυξήθηκε ανάλογα.

Η ηγεσία του 7ου Συντάγματος ΕΛΑΣ, μετά την είσοδό του στη Χαλκίδα

Όταν οι Γερμανοί έμαθαν ότι η «δασκάλα» δρούσε έξω από το χωριό Στενή, έστειλαν έναν καταδότη για να την αποκαλύψει. Αντί για την Σαρίκα, όμως, έπιασε την ξαδέλφη της, την Μέντη Μόσκοβιτς, που ήταν επίσης δασκάλα. Είχε κάνει το λάθος να ζητήσει τη «δασκάλα». Οι Γερμανοί την συνέλαβαν και κατέστρεψαν το σπίτι όπου κρυβόταν. Στον καταδότη έδωσαν το προνόμιο να δολοφονήσει την Μέντη, αφού πρώτα την κακομεταχειρίστηκαν βάναυσα και την βασάνισαν. Όταν η Σαρίκα έμαθε τα καθέκαστα της τραγωδίας ζήτησε από τον διοικητή της την άδεια να πάρει εκδίκηση. Οι αντάρτες έμαθαν την ταυτότητα του καταδότη και η Σαρίκα πήγε στο χωριό. Στον δρόμο συνάντησε τον καταδότη και τον ρώτησε για την ξαδέλφη της. Εκείνος απάντησε, «επιτέλους την ξεφορτωθήκαμε την Εβραία δασκάλα». Η Σαρίκα έβγαλε το πιστόλι της και τον σκότωσε. Αυτή η πράξη ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τον θρύλο γύρω από το πρόσωπό της.

Κάποτε ήρθε η πληροφορία ότι οι Γερμανοί σχεδίαζαν μπλόκο στα περίχωρα της Χαλκίδας. Η Σαρίκα στάλθηκε να προειδοποιήσει τους κατοίκους. Σκαρφάλωσε σε μια στέγη και με ένα μεγάφωνο κάλεσε τους χωρικούς να διαφύγουν προς τους αντάρτες. Η νεανική της φωνή βρήκε απήχηση και οι νεαροί μπήκαν στην Αντίσταση. Όταν οι Γερμανοί αποχώρησαν από την Ελλάδα, η Σαρίκα γύρισε στη Χαλκίδα όπου συνέχισε να δουλεύει με τους νέους. Καθώς οι πρώην αντάρτες δεν έχαιραν της εκτίμησης των νέων ηγετών της Ελλάδας, η Σάρα σύντομα συνελήφθη, αλλά την έσωσε η φήμη της. Ο ανακριτής την συμβούλευσε να σπεύσει στον τοπικό Ραββίνο και να του ζητήσει να την στείλει στην Αθήνα, απ’ όπου μπόρεσε να εγκαταλείψει την Ελλάδα. Από το 1946 ζει στα περίχωρα του Τελ Αβίβ με την οικογένειά της.

Σημειώσεις-Παραπομπές 

  1. Περισσότερα στοιχεία για την Κ. Κ. μπορεί να βρει κανείς στα απομνημονεύματα του αδερφού της, Φρέντερικ Κάκις, Legacy of Courage. A Holocaust survival story in Greece, Bloomington, Indiana, 2003. (Ελληνική έκδοση Η κληρονομιά του θάρρους, εκδ. Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 2007). Η μητέρα τους ήταν γυναίκα έξυπνη και ανεξάρτητη και η υπόλοιπη οικογένεια πήρε ενεργό μέρος στο αντάρτικο.
  2. Η μητέρα της και οι δύο νεώτεροι αδελφοί της κρύβονταν στη γειτονική Σκιάθο. Τα αγόρια ανήκαν στην νεολαία του ΕΛΑΣ, την ΕΠΟΝ.
  3. Συνέντευξη με την κόρη της, Γέτη Μιτράνη. H οικογένεια Μόλχο κρύφτηκε επίσης στη Σκόπελο, όπως αφηγήθηκαν σε συνέντευξη στο βιβλιοπωλείο τους το 1998. Κατά τη διάρκεια του πολέμου αγνοούσαν οι μεν την ύπαρξη των δε. Μετά τον πόλεμο, ο γιος του Μόλχο ξανάνοιξε το βιβλιοπωλείο και προσέλαβε την Νταίζη Καράσσο – Μωσέ, μέχρι που αυτή μετανάστευσε με την οικογένειά της.
  4. Constantine Poulos, «Report on Greece», Taminent Library, New York University, Box I, File 39, σελ. 21-23 (ανατύπωση με άδεια του αρχειοφύλακα της βιβλιοθήκης Taminent). Ο Πούλος μπήκε στην Ελλάδα από την Τουρκία με ένα καΐκι του OSS (βλ. παρακάτω) και έγραψε σειρά από άρθρα με βάση τις εκτενείς περιηγήσεις του στην κατεχόμενη Ελλάδα.
  5. Βλ. τη διδακτορική διατριβή της Deborah Renee Altamirano, Up in arms: The lives and times of women activists in the World War II Greek Resistance, University of California at Santa Barbara, March 1993. H Altamirano υποστηρίζει ότι το ένα τρίτο του γυναικείου πληθυσμού ήταν αναμεμειγμένο σε αντιστασιακές ενέργειες.
  6. Βλ. προηγούμενη σημείωση, Eleni Fourtouni, Greek Women in Resistance, New Haven, 1985. Janet Hart, New Voices in the Nation. Women and the Greek Resistance, 1941-1964, Ithaca, 1996.

Το παραπάνω κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο του Steven Bowman, Η αντίσταση των Εβραίων στην κατοχική Ελλάδα, μετάφραση Ισαάκ Μπενμαγιόρ, Αθήνα 2012, σελ. 70-76.

Save

Save




Η ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη, του Δημήτρη Δαμασκηνού

Η ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη – Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας

Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ραδάμανθυς

Συγγραφέας: Δημήτρης Δαμασκηνός 

Επιμέλεια: Χρήστος Τσαντής.

Σχεδιασμός εξωφύλλου και μακέτα: Βασίλης Πιτσώνης-SCRIPTA
 
500 σελίδες, Διαστάσεις 15 Χ 23, Με φωτογραφικά ντοκουμέντα
ISBN 978-618-82572-8-3
«Το βιβλίο του Δ. Δαμασκηνού, αποτέλεσμα χρόνιας ιστορικής και λογοτεχνικής έρευνας, περιγράφει τη ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη: ο άνθρωπος, ο δημιουργός, ο φιλόσοφος, ο πολιτικός, ο δεσμώτης, ο πρόσφυγας. Η διαδρομή του, ένα ταξίδι πάνω από την άβυσσο, γίνεται ο καμβάς όπου πάνω του αποτυπώθηκαν οι εικόνες μεγαλείου, αλλά και τραγωδίας, ενός ολόκληρου λαού»,Χρήστος Τσαντής.
«Μια φορά, σ’ ένα απ’ τα απρόσμενα πετάγματά του (ενν. του Νίκου Καζαντζάκη) από την Αίγινα, του διηγήθηκα σε πόσο φοβερή αμηχανία μ’ έφερε μια γραία Κρητικιά. Ρώτησε μπροστά μου το γιο της «ίντα δουλειά κάνει ετούτο το κοπέλι;»

Κι ο γιος της τα χρειάστηκε.    -Μα ήτανε κουζουλός, ρώτησε ο Καζαντζάκης; Έπρεπε να της πει καθαρά το επάγγελμά σου.     -Της τόπε. Μα δεν κατάλαβε.

    -Θα της είπε φαίνεται «Συγγραφέας» ε; Πώς να καταλάβει μωρέ;

    -Και τι έπρεπε να της πει;

    -Το επάγγελμά σου. Παραμυθάς!».

(Μενέλαος Λουντέμης, Ο ΛΥΡΑΡΗΣ (Μ. Μαλακάσης), εκδόσεις Δωρικός, έκδοση 4η, Αθήνα 1977, σελ. 248-249).

Ο Δημήτρης Δαμασκηνός γεννήθηκε στη Χαλκίδα το 1966. Είναι απόφοιτος του Ιστορικού-Αρχαιολογικού Τμήματος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ). Υπήρξε μέλος της σύνταξης του περιοδικού Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης (2003-2007), ενώ το 2005-2007 ήταν μέλος του Δ.Σ. του Κέντρου Μελέτης και Τεκμηρίωσης (ΚΕ.ΜΕ.ΤΕ.) της Ο.Λ.Μ.Ε. Είναι μέλος της εθελοντικής συλλογικότητας Οι Φίλοι των Γραμμάτων και των Τεχνών, με έδρα τα Χανιά. Άρθρα του φιλοξενούνται συχνά σε εφημερίδες, σε λογοτεχνικά και επιστημονικά περιοδικά, αλλά και στο διαδίκτυο. Εργάζεται ως φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.
   Άλλα βιβλία του Δημήτρη Δαμασκηνού είναι:
   -Το γλωσσικό ζήτημα κατά την περίοδο της πνευματικής αναγέννησης του νέου ελληνισμού 1774-1821. Εκδόσεις επίκεντρο, 2008.
   -Δημοσθένης: Η ζωή και το έργο του. Εκδόσεις Σαββάλας, 2006.
   -Από τον Προμηθέα στο Σίσυφο. Η Τεχνική Επαγγελματική Εκπαίδευση στην Ελλάδα. Ιδιωτική έκδοση, 1987.
«[…] Ο Λουντέμης είναι πια νεκρός από τις 22 Ιανουαρίου 1977 και μαζί του και μια εποχή της πεζογραφίας μας γεμάτη λυρική διάθεση, αγωνιστική έξαρση και ρομαντισμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι η γυμνασιακή γενιά πολλών περιόδων της μεταπολεμικής ζωής μας, θήτευσε με πάθος στα βιβλία του Λουντέμη. Είναι η γενιά που αγαπά τους αγώνες, τα μεγάλα αισθήματα, τον πλούσιο λυρισμό στη φράση, τον ουμανιστικό μύθο, όπου ο άνθρωπος αποτελεί το μέτρο των πάντων και ο έρωτας το απόσταγμα της ζωής. Ο νεκρός συγγραφέας πρόσφερε αφειδώλευτα τον οβολό του στα νεανικά σκιρτήματα της ψυχής και δεν είναι μικρό πράγμα να σ’ αγαπά η γενιά εκείνη που μόλις κάνει τα πρώτα θαμπωτικά της βήματα στο πανηγύρι της ζωής».
Τάσος Βουρνάς

Για παραγγελίες του βιβλίου επικοινωνήστε στο 6983 091058

Για περισσότερες πληροφορίες: http://wp.me/p3dYt5-5aT

Αναδημοσίευση από τον Αγώνα της Κρήτης

Save

Save

Save




Ιστορία μιας προλεταριακής ζωής, του Μπαρτολομέο Βαντσέτι

Με αφορμή την προβολή της πολυβραβευμένης ταινίας: Σάκο και Βαντσέτι, του Τζουλιάνο Μολντάντο την περασμένη Κυριακή στα Χανιά δημοσιεύουμε την Ιστορία μιας προλεταριακής ζωής, του Μπαρτολομέο Βαντσέτι, το κειμενο δηλαδή που έγραψε στη φυλακή πριν οδηγηθεί στο θάνατο. Εκδόθηκε από την Eπιτροπή Yπεράσπισης των Σάκο και Bαντσέτι στη Bοστώνη της Mασαχουσέτης το 1923. Η μετάφραση από τα ιταλικά στα αγγλικά έγινε από την Eugene Lyons, ενώ στα ελληνικά έγινε από τη Λία Γκυιόκα.

Bartolomeo Vanzetti

Ιστορία μιας προλεταριακής ζωής

   A ́

Μπαρτολομέο Βαντσέτι.

Η ιστορία μου δεν αξιώνει ολόκληρη αυτοβιογραφία. Ανώνυμος σ’ ένα πλήθος ανωνύμων, μου έλαχε να ελκύσω και να καθρεφτίσω λίγο από το φως της δυναμικής σκέψης που οδηγεί την ανθρωπότητα σε καλύτερη μοίρα.    Γεννήθηκα στις 11 Ιουνίου 1888 από τον Tζιοβάνι Mπατίστα Bαντσέτι και την Tζοβάνα Bαντσέτι στο Bιλαφαλέτο, στην επαρχία του Kούνεο στο Πεδεμόντιο. Η πόλη εκτείνεται στη δεξιά όχθη του Mάγκρα, στη σκιά μιας όμορφης αλυσιδωτής λοφοσειράς. Η κοινότητα είναι κυρίως γεωργική. Εδώ έζησα στους κόλπους της οικογένειας ως τα δεκατρία μου χρόνια.

Πήγα στα τοπικά σχολεία της περιοχής. Αγαπούσα πολύ τη μελέτη. Οι πρώτες αναμνήσεις μου είναι από απονομές σχολικών βραβείων σε εξετάσεις, όπως ένα β’ βραβείο στη θρησκευτική κατήχηση. Ο πατέρας μου δεν ήταν σίγουρος αν έπρεπε να μ’ αφήσει να σπουδάσω ή να μαθητεύσω σε κάποιον τεχνίτη.

Μια μέρα διάβασε στην Gazzetta del Popolo ότι στο Tορίνο, σαρανταδύο δικηγόροι είχαν υποβάλει αίτηση να προληφθούν σε μια θέση που πλήρωνε μηνιάτικο μόλις τριανταπέντε λίρες το μήνα. Το άρθρο τούτο στάθηκε καθοριστικό για την ενηλικίωσή μου, αφού μετά απ’ αυτό ο πατέρας μου αποφάσισε ότι έπρεπε να μάθω κάποια τέχνη και ν’ ανοίξω μαγαζί.

Το 1901, λοιπόν, με παρέδωσε στα χέρια του σινιόρ Kονίνο, που είχε ζαχαροπλαστείο στο Kούνεο και με παράτησε εκεί για να δοκιμάσω, για πρώτη φορά στη ζωή μου, τι θα πει σκληρή κι αδιάκοπη δουλειά. Εκεί δούλεψα πάνω-κάτω είκοσι μήνες, από τις 7 κάθε πρωί μέχρι τις 10 το βράδυ κάθε μέρα, μ’ ένα τρίωρο διάλειμμα δύο φορές το μήνα.

Από το Kούνεο πήγα στο Kαβούρ, όπου βρέθηκα εγκατεστημένος στο αρτοπωλείο του σινιόρ Γκουάτρ. Έμεινα τρία χρόνια. Οι συνθήκες δεν ήταν καλύτερες απ’ ό,τι στο Kούνεο, μόνο που εκεί ο ελεύθερος χρόνος ανά δεκαπενθήμερο κρατούσε ίσαμε πέντε ολόκληρες ώρες.

Δεν μου άρεσε ιδιαίτερα η δουλειά. Επέμενα ωστόσο να την κρατώ για να ευχαριστήσω τον πατέρα μου, μα και γιατί δεν ήξερα τι άλλο να κάνω. Το 1905 εγκατέλειψα το Kαβούρ και πήγα στο Tορίνο, με την ελπίδα να βρω απασχόληση στη μεγάλη πόλη. Δεν είχα όμως τύχη και συνέχισα προς την Kουρν, όπου δούλεψα για έξι μήνες. Κατόπιν γύρισα στο Tορίνο, όπου έφτιαχνα καραμέλα.

Το Φεβρουάριο του 1907, στο Tορίνο, έπεσα στο κρεβάτι βαριά άρρωστος. Πονούσα πολύ, ήμουν κλεισμένος μέσα χωρίς αέρα, ήλιο ή χαρά, σαν το «θλιμμένο λουλούδι στο λυκόφως». Μόλις τα νέα του μαρτυρίου μου έφτασαν στ’ αυτιά των δικών μου, ήρθε ο πατέρας μου από το Bιλαφαλέτο για να με πάρει πίσω στην πατρίδα. Μου ’πε πως σπίτι θα με φρόντιζε η μητέρα μου, η καλή, η πολυαγαπημένη μου μητέρα.

Κι έτσι επέστρεψα, αφού πέρασα έξι χρόνια στη βαριά υγρασία των φούρνων και των εστιατορίων, χωρίς μια ανάσα απ’ τ’ αεράκι του θεού, ή μια κλεφτή ματιά στη δοξασμένη του δημιουργία. Έξι χρόνια που θα κυλούσαν τόσο όμορφα για έν’ αγόρι που διψούσε να μάθει και να νιώσει τον ανακουφιστικό αέρα της απλής ζωής του χωριού που τον γέννησε. Ήταν τα χρόνια του μεγάλου θαύματος που μεταμορφώνει το παιδί σε άντρα. Αχ, να είχα το χρόνο να παρακολουθήσω την υπέροχη τούτη πορεία βήμα-βήμα.

Τις τρεις ώρες μου στο τρένο σας αφήνω να τις φανταστεί τε όσοι έχετε περάσει πλευρίτιδα. Ακόμη όμως και μέσα στη ζάλη του πόνου έβλεπα το μεγαλείο της χώρας που διασχίζαμε και γινόμουν ένα μαζί της. Το βαθύ πράσινο των βορειοϊταλικών κοιλάδων, που ούτε και το χειμώνα δεν χλωμιάζει, έχει μείνει στη μνήμη μου ζωντανό ως σήμερα.

Η μητέρα μου με υποδέχτηκε με τρυφερότητα, κλαίγοντας μέσα στην πληρότητα της ευτυχίας και της λύπης. Μ’ έβαλε στο κρεβάτι – είχα σχεδόν ξεχάσει πώς ανθρώπινα χέρια μπορούν να χαϊδέψουν με τόση τρυφερότητα. Έμεινα καθηλωμένος για ένα μήνα και για δυο μήνες μετά μπορούσα κι έβγαινα με στήριγμα ένα βαρύ μπαστούνι. Επιτέλους ανέκτησα την υγεία μου. Από τότε μέχρι τη στιγμή που έφυγα για την Αμερική έμεινα στο σπίτι του πατέρα μου. Ήταν μια από τις πιο ευτυχισμένες περιόδους της ζωής μου. Είκοσι χρονών, στη μαγική ηλικία των ελπίδων και των ονείρων, ακόμη και γι’ αυτούς που, όπως εγώ, γυρίζουν τις σελίδες της ζωής πριν την ώρα τους. Έκανα φίλους πολλούς κι έδωσα απλόχερα αγάπη από την καρδιά μου. Βοήθησα στον κήπο του σπιτιού μ’ ένα πάθος που δεν είχα νιώσει ποτέ στις πόλεις. Μα σύντομα η ηρεμία μου έμελλε να διακοπεί, από την πιο επώδυνη ατυχία που μπορεί να χτυπήσει άνθρωπο.

Μια μέρα θλιβερή αρρώστησε η μητέρα μου. Καμία πένα δεν μπορεί να περιγράψει πόσο υπέφερε εκείνη, η οικογένεια κι εγώ μαζί. Ο παραμικρός θόρυβος της προξενούσε φρικτούς σπασμούς. Πόσες φορές δεν έτρεχα προς το δρόμο τα βράδια, αν καμιά ομάδα νέων τραγουδούσε όλο κέφι στα νεογέννητα άστρα, εκλιπαρώντας τους για όνομα του θεού και για την ψυχή της μάνας τους να ησυχάσουν. Πόσες φορές δεν παρακάλεσα τους άντρες στη γωνία έξω από το σπίτι μας να πάνε παραπέρα να συνεχίσουν την κουβέντα τους. Τις τελευταίες εβδομάδες της ζωής της, υπέφερε τόσο σφοδρά, που ούτε ο πατέρας μου, ούτε οι συγγενείς της, ούτε οι στενότεροί της φίλοι δεν είχαν το κουράγιο να πλησιάσουν το προσκεφάλι της. Έμεινα μόνος να την καθησυχάζω όσο καλύτερα μπορούσα. Μέρα νύχτα έμενα μαζί της να βασανίζομαι βλέποντάς την να υποφέρει έτσι. Για δύο μήνες δεν έβγαλα τα ρούχα από πάνω μου.

Μα ούτε η επιστήμη, ούτε η αγάπη δεν κατάφεραν να τη βοηθήσουν. Τρεις μήνες βάναυσης αρρώστιας και η μητέρα μου ξεψύχησε στην αγκαλιά μου. Πέθανε χωρίς να μ’ ακούσει να κλαίω. Εγώ την ξάπλωσα στο φέρετρο. Εγώ τη συνόδεψα στην τελευταία της κατοικία. Εγώ έριξα στον τάφο της το πρώτο χώμα. Και πράγματι, έτσι έπρεπε να γίνει, αφού μαζί της έθαβα ένα μέρος του εαυτού μου. Το κενό που άφησε μέσα μου δεν αναπληρώθηκε ποτέ.

Έντυπο οικονομικής ενίσχυσης της Επιτροπής Υπεράσπισης των Σάκο και Βαντσέτι.

Μεγάλο το κενό. Ο χρόνος, αντί να απαλύνει το χαμό της, έκανε τον πόνο μου όλο και πιο σκληρό. Είδα τον πατέρα μου ν’ ασπρίζει μέσα σε λίγον καιρό. Άρχισα ν’ αποτραβιέμαι και να σιωπώ· για μέρες ολόκληρες δεν έλεγα λέξη και περιπλανιόμουν στα δάση στις όχθες του Mάγκρα. Πολλές φορές, πηγαίνοντας στη γέφυρα, σταματούσα για ώρα, στύλωνα το βλέμμα μου στις μεγάλες λευκές πέτρες πάνω στην άμμο και σκεφτόμουν πως έβλεπα έναν βυθό όπου δεν υπάρχουν πια εφιάλτες.

Η απελπισία μου με ώθησε να εγκαταλείψω την Ιταλία για την Αμερική. Στις 9 Ιουνίου 1908 άφησα τους δικούς μου. Η θλίψη μου ήταν τόσο βαριά που κατά τον αποχωρισμό μας, την ώρα που φιλούσα τους συγγενείς μου, τους έσφιγγα στην αγκαλιά μου και δεν μπορούσα να βγάλω άχνα. Ο πατέρας

μου ήταν αμίλητος στο βαθύ του πένθος κι οι αδελφές μου έκλαψαν όπως όταν είχε πεθάνει η μητέρα. Ο ξενιτεμός μου είχε κινήσει το ενδιαφέρον στο χωριό και οι γείτονες είχαν γεμίσει το σπίτι, ο καθένας με την ελπίδα, την ευχή ή το δάκρυ του. Με ξεπροβόδισαν όλοι μαζί ως έξω στο δρόμο, σα να ’φευγα σε εξορία παντοτινή.

Θυμάμαι πολύ έντονα ένα περιστατικό του αποχωρισμού. Κάμποσες ώρες πριν φύγω πήγα ν’ αποχαιρετίσω μια γριά γυναίκα που, από τότε που είχε πεθάνει η μητέρα μου, έτρεφε για μένα ένα αίσθημα μητρικό. Τη βρήκα στο κατώφλι του σπιτιού της, μαζί με τη νεαρή της νύφη.

«Α, ήρθες λοιπόν», μου είπε. «Σε πρόσμενα. Πήγαινε κι είθε να σ’ ακολουθεί η αγάπη του θεού. Ποτέ δεν είδα γιο να κάνει για τη μητέρα του όσα έκανες εσύ για τη δική σου. Πάρε την ευχή μου, γιε μου.»

Φιληθήκαμε. Τότε μίλησε η νύφη. «Κι εμένα φίλησέ με. Πολύ σ’ αγαπώ που είσαι τόσο καλός», είπε και κατάπιε τα δάκρυά της. Τη φίλησα κι έφυγα, ακούγοντας πίσω μου το λυγμό τους.

Δυο μέρες μετά άφησα το Tορίνο για τη συνοριακή Mοδένα. Κι ενώ το τρένο με πήγαινε προς τα ξένα, ένιωσα να τρέχουν δάκρυα απ’ τα μάτια μου, εγώ που δεν συνήθιζα να κλαίω. Έτσι άφησα τη χώρα που γεννήθηκα, ταξιδιώτης χωρίς πατρίδα. Έτσι ανθίσαν κι οι ευχές των απλών εκείνων ψυχών με τα ευγενέστερα αισθήματα.

B ́

Στη Γη της Επαγγελίας

   Ύστερ’ από δυο μέρες ταξίδι με το τραίνο μέσ’ από τη Γαλλία και πάνω από επτά μέρες στον ωκεανό, έφτασα στη Γη της Επαγγελίας. Η Νέα Υόρκη ξεπρόβαλε στον ορίζοντα σ’ όλο της το μεγαλείο, γεμάτη ψευδαισθήσεις ευτυχίας. Πάνω στο κατάστρωμα, μισόκλεινα τα μάτια μου μήπως και διακρίνω κάτι μέσ’ από το συνονθύλευμα των σιδηροκατασκευών, που προσκαλούσε κι απειλούσε μαζί τους άντρες και τις γυναίκες που στοιβάζονταν στην τρίτη θέση.

Στο σταθμό μετανάστευσης δοκίμασα την πρώτη μου μεγάλη έκπληξη. Είδα τους υπαλλήλους να φέρονται στους επιβάτες του καταστρώματος σα να ’τανε ζώα. Ούτε μια καλή κουβέντα, ούτε μια ενθάρρυνση που να ελαφρύνει κάπως το βάρος του φόβου από τους ώμους των νεοερχομένων στις ακτές της Αμερικής. Η ελπίδα, που είχε σαγηνεύσει τους μετανάστες μέχρι τη νέα χώρα, ευθύς μαράθηκε στο άγγιγμα των άκαρδων υπαλλήλων. Μικρά παιδιά, που θα ’πρεπε να ’ναι όλο ζωή από την εγρήγορση της προσδοκίας, να κολλάνε στη φούστα της μάνας τους, κλαίγοντας τρομαγμένα. Τόσο αφιλόξενο είναι το κλίμα των στρατοπέδων για τους μετανάστες.

Λονδίνο. Συγκέντρωση αλληλεγγύης στους Σάκο και Βαντσέτι.

Πόσο καλά θυμάμαι που στάθηκα στο Mπάτερυ, στη νότια πλευρά της Νέας Υόρκης, μόλις είχα φτάσει, με τα λιγοστά μου υπάρχοντα και ρούχα κι ελάχιστα χρήματα. Μέχρι χθες ήμουνα με ανθρώπους που με καταλάβαιναν. Σήμερα το πρωί σαν να είχα ξυπνήσει σε μια χώρα όπου η γλώσσα μου –το νόημά της– σήμαινε για τον ντόπιο ό,τι και η αξιολύπητη κραυγή ενός κουτού ζώου. Πού να πήγαινα; Τι να ’κανα; Εδώ ήταν η γη της επαγγελίας. Ο υπερσιδηρόδρομος με προσπερνούσε θορυβωδώς, χωρίς απάντηση. Οι άμαξες και τα τρόλεϊ τρέχανε από δίπλα μου, ανέμελα, χωρίς να μου δίνουν σημασία.

Είχα μαζί μου μια διεύθυνση, όπου μου ’δωσε τις οδηγίες να πάω ένας συνταξιδιώτης. Ήταν το σπίτι ενός συμπατριώτη μου, στην οδό τάδε, κοντά στην Έβδομη Λεωφόρο. Κάθισα για λίγο, μα σύντομα ήταν φανερό πως δεν χωρούσα κι εγώ εκεί μέσα, έτσι στριμωγμένα που ήταν, γεμάτο ανθρώπους, όπως όλα τα σπίτια των εργατών. Σε βαθιά μελαγχολία, έφυγα κατά τις οκτώ το βράδυ για να ψάξω μέρος να κοιμηθώ. Έσυρα τα βήματά μου μέχρι το Mπάτερυ, όπου έκλεισα ένα κρεβάτι σ’ ένα ύποπτο πανδοχείο, ό,τι δηλαδή μου ’φταναν τα χρήματα να πληρώσω. Τρεις μέρες μετά την άφιξή μου, ο συμπατριώτης που ανέφερα παραπάνω, αρχιμάγειρας σ’ ένα ακριβό εστιατόριο στη Δυτική Οδό που έβλεπε κάτω τον ποταμό Xάντσον, μου βρήκε θέση στην κουζίνα του να πλένω πιάτα. Οι ώρες δεν περνούσαν. Στη σοφίτα όπου κοιμόμουν είχε ασφυκτική ζέστη. Τα έντομα δεν μ’ άφηναν να κλείσω μάτι. Κάθε νύχτα αναζητούσα διαφυγή στο πάρκο.

Φεύγοντας από κει, βρήκα παρόμοια δουλειά στο εστιατόριο Mουκέν. Αυτήν τη στιγμή δεν ξέρω τι συνθήκες επικρατούν εκεί πέρα. Τότε πάντως, πριν δεκατρία χρόνια, η αποθήκη τους ήταν φρικτή. Δεν είχε ούτε ένα παράθυρο. Κι όταν το ηλεκτρικό ήταν κομμένο για κάποιο λόγο, γύρω είχε απόλυτο σκοτάδι και δεν μπορούσαμε να κουνηθούμε χωρίς να σκοντάψουμε. Οι ατμοί από το βραστό νερό με το οποίο πλέναμε τα πιάτα, τις κατσαρόλες και τα μαχαιροπήρουνα σχημάτιζαν τεράστιες κηλίδες νερού στο ταβάνι, ρουφούσαν όλη τη σκόνη και τη βρωμιά εκεί πάνω και πέφταν σιγά-σιγά, σταγόνα-σταγόνα πάνω στο κεφάλι μου την ώρα που δούλευα. Η ζέστη ήταν ανυπόφορη. Τα αποφάγια που στοιβάζονταν σε βαρέλια δίπλα στην αποθήκη ανέδιδαν αναθυμιάσεις αηδιαστικές. Οι νιπτήρες δεν είχαν κανονική αποχέτευση και το νερό έτρεχε στο δάπεδο. Ο σωλήνας ήταν στη μέση του δωματίου και κάθε βράδυ βούλωνε, έτσι φούσκωναν τα βρωμόνερα και ξεχείλιζαν και περπατούσαμε στο βούρκο.

Δουλεύαμε δώδεκα ώρες τη μία μέρα και δεκατέσσερις την επόμενη, με πεντάωρο διάλειμμα την Κυριακή. Το υγρό πιάτο φαΐ που τρώγαμε δεν έκανε ούτε για σκυλιά και πληρωνόμασταν πέντ’ έξι δολάρια την εβδομάδα. Οκτώ μήνες μετά έφυγα μην τυχόν και τελειώσει το συμβόλαιό μου και βρεθώ απολυμένος.

Θλιβερή χρονιά. Ποιος εργάτης δεν τη θυμάται; Οι φτωχοί κοιμούνταν έξω κι έψαχναν σχολαστικά τους σκουπιδοτενεκέδες για κανένα μαρουλόφυλλο ή καμιά σάπια πατάτα. Για τρεις μήνες αλώνιζα τη Νέα Υόρκη, κατά μήκος και κατά πλάτος, χωρίς να βρίσκω δουλειά. Ένα πρωί στο Γραφείο Ανεργίας γνώρισα έναν νεαρό πιο έρμο και πιο άτυχο κι από μένα. Την προηγούμενη μέρα δεν είχε φάει τίποτα και παρέμενε νηστικός. Τον πήγα σ’ ένα μαγειρείο, επενδύοντας όλες μου σχεδόν τις οικονομίες σ’ ένα γεύμα που το καταβρόχθισε σα λύκος. Η πείνα του καταλάγιασε κι ο καινούριος μου φίλος μου ανακοίνωσε ότι ήταν ανόητο να μένει κανείς στη Νέα Υόρκη. Αν είχε λεφτά, είπε, θα πήγαινε στην ύπαιθρο, όπου υπήρχαν περισσότερες ευκαιρίες για δουλειά, για να μην μιλήσουμε για τον καθαρό αέρα και τον ήλιο που ήταντζάμπα. Με τα χρήματα που μου είχαν απομείνει πήραμε, την ίδια μέρα, το ατμόπλοιο για το Xάρτφορντ του Kονέκτικατ.

Από το Xάρτφορντ κινήσαμε για μια μικρή πόλη όπου ο φίλος μου είχε ξαναπάει – το όνομά της μου διαφεύγει. Ξεθεωθήκαμε στο περπάτημα και τέλος βρήκαμε το κουράγιο να χτυπήσουμε την πόρτα μιας καλύβας. Μας άνοιξε ένας αμερικάνος αγρότης. Ζητήσαμε δουλειά. Δεν είχε να μας προσφέρει, μα συγκινήθηκε με τη φτώχεια και την ολοφάνερη πείνα μας. Μας έδωσε φαΐ κι ύστερα γύρισε μαζί μας ολόκληρη την πόλη, ρωτώντας για δουλειά. Ούτε για δείγμα όμως. Τότε, από λύπηση, μας πήρε στο χωράφι του, ενώ δεν είχε ανάγκη από βοήθεια. Μας κράτησε δυο εβδομάδες. Για πάντα θα φυλάγω την ακριβή ανάμνηση εκείνης της οικογένειας. Ήταν οι πρώτοι Αμερικανοί που μας φέρθηκαν ανθρώπινα παρότι ερχόμασταν από τη χώρα του Δάντη και του Γκαριμπάλντι.

Ο περιορισμός του χώρου δεν μου επιτρέπει να περιγράψω με λεπτομέρεια τις περιπλανήσεις μας, ψάχνοντας για κάποιον να μας δώσει ψωμί και νερό σ’ αντάλλαγμα για τον κόπο μας. Πηγαίναμε από πόλη σε πόλη, από χωριό σε χωριό κι από χωράφι σε χωράφι. Χτυπούσαμε πόρτες εργοστασίων και μας διώχνανε… «Τίποτε δεν έχουμε να κάνετε… τίποτε δεν έχουμε…» Ήμαστε κυριολεκτικά άφραγκοι κι οι δυο και η πείνα μας ροκάνιζε τα σωθικά. Ευτυχώς κάποια στιγμή βρήκαμε έναν εγκαταλελειμμένο στάβλο να περάσουμε τη νύχτα και να κάνουμε μια προσπάθεια να κοιμηθούμε. Tο επόμενο πρωί σταθήκαμε τυχεροί. Στο Nότιο Γκλάστονμπρι ένας χωρικός από το Πεδεμόντιο μας κέρασε πρωινό. Χρειάζεται να σας πω πόσην ευγνωμοσύνη

νιώσαμε; Mα έπρεπε να συνεχίσουμε την αποθαρρυντική μας αναζήτηση. Κατά τις τρεις το απόγευμα φτάσαμε στη Mίντλταουν του Kονέκτικατ, κουρασμένοι, μελανιασμένοι και πεινασμένοι, μούσκεμα, μετά από τρεις ώρες περιπλάνηση στη βροχή.

Tον πρώτο άνθρωπο που συναντήσαμε τον ρωτήσαμε για Βορειοϊταλούς στην περιοχή (ο επιφανής μου σύντροφος είχε ιδιαίτερη αδυναμία στον τόπο καταγωγής του) και μας οδήγησε σ’ ένα παραδιπλανό σπίτι. Χτυπήσαμε την πόρτα. Mας άνοιξαν δύο γυναίκες από τη Σικελία, μάνα και κόρη. Ζητήσαμε να μας αφήσουν να στεγνώσουμε τα ρούχα μας στο φούρνο και, παρότι Νότιες, φάνηκαν πολύ πρόθυμες να μας αφήσουν. Kι όσο περιμέναμε να στεγνώσουμε, ρωτήσαμε τι ευκαιρίες θα ’χαμε να βρούμε απασχόληση στην περιοχή. Mας είπαν πως δεν υπάρχει ούτε κουμπότρυπα, και μας συμβούλεψαν να πάμε στο Σπρίνγκφιλντ, όπου είχε τρία κεραμοποιεία.

Νέα Υόρκη. Συγκέντρωση αλληλεγγύης στους Σάκο και Βαντσέτι.

Βλέποντας τα πρόσωπά μας ωχρά και τα κορμιά μας να τρέμουν, οι καλές εκείνες γυναίκες μας ρώτησαν άμα πεινούμε. Ομολογήσαμε πως είχαμε να φάμε από τις έξι το πρωί. Εκεί πάνω η νεώτερη μας έδωσε ένα κοντό καρβέλι ψωμί κι ένα μακρύ μαχαίρι.

«Δεν έχω τίποτ’ άλλο να σας δώσω», είπε και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα ειλικρινή. «Έχω πέντε παιδιά να ταΐσω και να φροντίσω τη γριά μητέρα μου. O άντρας μου δουλεύει στο σιδηρόδρομο, το μεροκάματό του είναι μόλις ένα δολάριο και τριανταπέντε σεντς και σαν να μην έφταναν όλ’ αυτά, καιρό τώρα έχω αρρωστήσει κιόλας.»

Όσο έκοβα το ψωμί, άρχισε να ψάχνει απεγνωσμένα το σπίτι απ’ άκρη σ’ άκρη, ώσπου ανακάλυψε κάτι μήλα κι επέμενε να τα φάμε. Ανανεωμένοι, κινήσαμε για τα κεραμοποιεία.

«Tι να ’χει κατά κει που είναι η καμινάδα», ρώτησε ο σύντροφός μου.

«Θα ’ναι το εργοστάσιο των τούβλων. Πάμε να ζητήσουμε δουλειά.»

«Mα είναι αργά», αντέκρουσε.

«E, τότε πάμε στο σπίτι του ιδιοκτήτη», πρότεινα.

«Όχι, όχι, πάμε κάπου αλλού. Θα σε σκότωνε τέτοια δουλειά. Δεν είναι η κράση σου για τέτοια», επέμενε.

Ήταν φανερό ότι μετά από τόσον καιρό άκαρπης αναζήτησης, ο άνθρωπος είχε χάσει την όρεξή του για δουλειά. Δεν είναι άλλωστε διόλου αφύσικη μια τέτοια στάση. Μετά από απανωτές απογοητεύσεις και ταπεινώσεις, πείνα και στερήσεις, το άνεργο θύμα αρχίζει και αδιαφορεί για την ίδια του τη μοίρα. H κατάσταση τούτη του μυαλού είναι τρομερή: αυτή είναι που ωθεί στη ζητιανιά τους πιο αδύναμους χαρακτήρες μεταξύ των άμοιρων ανθρώπων.

Kι ενώ στεκόμουν εκεί προσπαθώντας να τον επαναφέρω σε μια στάση πιο υγιή απέναντι στο πεπρωμένο μας, σκέφτηκα το σπίτι που μόλις είχαμε αφήσει. Σκέφτηκα το φτωχικό του δείπνο, που θα ’ταν ακόμη φτωχικότερο μετά από το ψωμί που είχαμε καταβροχθίσει. Oι δικές μου σκοτούρες με είχαν θολώσει για λίγο κι είχαν εκτοπίσει τις άλλες σκέψεις. Ρίγος με διαπέρασε στην ανάμνηση της προηγούμενης νύχτας, κρύας και ξάγρυπνης. Κοιτάχτηκα. Ήμουν σχεδόν κουρελιασμένος.

Άλλη μια νύχτα έπεφτε.

Γ ́

Δουλειά! Δουλειά! Δουλειά!

   Mε το ζόρι σχεδόν πήγα το συνταξιδιώτη μου στην πόλη όπου εξασφαλίσαμε δουλειά στα κεραμοποιεία, δουλειά από τις πιο απαιτητικές που ξέρω. Εκείνος δεν άντεξε τη δοκιμασία. Σε δυο βδομάδες τα παράτησε. Εγώ έμεινα δέκα μήνες. H δουλειά η ίδια ήταν πάνω απ’ τις δυνάμεις μου, μα οι χαρές ήταν πολλές όταν τελείωνε η εργάσιμη μέρα. Είχαμε μια σωστή αποικία μεταναστών από το Πεδεμόντιο, την Τοσκάνη και τη Βενετία που έγινε σαν οικογένειά μας. Tα βράδια ξεχνούσαμε την αθλιότητα της μέρας. Κάποιος θα σκάρωνε ένα σκοπό στο βιολί ή το ακορντεόν ή ό,τι έβρισκε τελοσπάντων, κάποιοι θα σηκώνονταν να χορέψουν – εγώ δεν είχα δυστυχώς κλίση στο χορό, καθόμουν μόνο και παρακολουθούσα. Στη ζωή μου, πάντοτε παρακολουθούσα κι έπαιρνα χαρά με την ευτυχία των άλλων.

Κάμποσες αρρώστιες, θυμάμαι, χτυπούσαν τη μικρή μας αποικία, ο ένας πυρετός μετά τον άλλο. Δεν περνούσε μέρα χωρίς να τρίξουν τα δόντια κάποιου αρρώστου.

Aπό κείνη τη στιγμή και πέρα, στάθηκα λίγο πιο τυχερός. Πήγα στο Mέριντεν του Kονέκτικατ και δούλεψα στα λατομεία, στην πιο δύσκολη ανειδίκευτη εργασία. Ζούσα μ’ ένα ηλικιωμένο ζευγάρι. Ήταν Tοσκανοί κι οι δυο και δοκίμασα πολλές στιγμές χαράς μαθαίνοντας την όμορφη τοσκανική διάλεκτο.

   Σ’ όλα τα χρόνια μου στο Σπρίνγκφιλντ και το Mέριντεν δεν έμαθα βέβαια μόνον τοσκανικά. Έμαθα ν’ αγαπώ και να συμπάσχω μ’ όλους εκείνους που, όπως κι εγώ, ήταν έτοιμοι να δεχτούν τον αθλιότερο μισθό για να κρατηθούνε σώοι ψυχή και σώματι. Έμαθα πως η ταξική συνείδηση δεν ήταν φράση που εφηύραν οι προπαγανδιστές, μα δύναμη πραγματική και ζωτική και πως όσοι νιώθαμε τη σημασία της δεν ήμασταν χαμένα κορμιά, μα ανθρώπινα όντα.

Έκανα φίλους παντού, χωρίς ποτέ να προσκολληθώ σε κανέναν, χωρίς ποτέ να το επιδιώξω συνειδητά. Ίσως εκείνοι που δουλεύαν δίπλα μου στα λατομεία και τα εργοστάσια έβλεπαν στα μάτια μου τη συμπόνια μου για δαύτους και τα όνειρα που έτρεφα ήδη στη φαντασία μου για έναν κόσμο όπου όλοι μας θα ζούσαμε μια καθαρότερη κι ανθρωπινότερη ζωή.

Oι φίλοι μου με συμβούλευαν να ξαναπιάσω το παλιό μου επάγγελμα του ζαχαροπλάστη. O ανειδίκευτος εργάτης, μου ’λεγαν, είναι το ευτελέστερο ζώο του κοινωνικού συστήματος. Kι αν έμενα ανειδίκευτος, δεν θα ’χα ούτε τροφή, ούτε αξιοπρέπεια. Ένας αγρότης από τη Νέα Υόρκη μπήκε κι αυτός στο χορό

των παραινέσεων. Γύρισα, λοιπόν, πίσω στη Νέα Υόρκη και σύντομα βρήκα απασχόληση ως βοηθός του αρχιζαχαροπλάστη στο εστιατόριο του Σαβαρέν στο Mπρόντγουεϊ. Σ’ έξι ή οκτώ μήνες απολύθηκα. Tότε δεν είχα καταλάβει γιατί. Αμέσως βρήκα άλλο πόστο σ’ ένα ξενοδοχείο στην Έβδομη Λεωφόρο, στη γειτονιά των θεάτρων. Σε πέντε μήνες απολύθηκα κι από κει. Kαι τότε έμαθα το λόγο για τις περίεργες αυτές απολύσεις. Oι σεφ εκείνον τον καιρό είχανε συμφωνήσει με τα γραφεία απασχόλησης να παίρνουν μίζα κάθε φορά που θα προσλάμβαναν κάποιον. Όσο πιο συχνά απέλυαν, τόσο πιο συχνά έβρισκαν κάποιον άλλον και εισέπρατταν και το μερίδιό τους.

Oι σπιτονοικοκύρηδες εκεί που έμενα με ξόρκιζαν να μην απελπιστώ. «Βάστα στην τέχνη σου», επέμεναν, «κι όσο έχουμε να σου προσφέρουμε σπίτι, κλίνη και φαγητό, να μην ανησυχείς. Kι αν χρειαστείς λεφτά, να μη διστάσεις να μας το πεις».

Nα οι μεγάλες καρδιές που κρύβονται στις μάζες, δείτε Φαρισαίοι!…

Για πέντε μήνες περιδιάβηκα τα πεζοδρόμια της Νέας Υόρκης, ανήμπορος να βρω δουλειά, όχι ν’ ασκήσω την τέχνη μου, ούτε να πλύνω πιάτα… Έπεσα τελικά σ’ ένα γραφείο στην οδό Mάλμπερυ που έψαχνε άντρες να δουλέψουν με φτυάρι και τσάπα. Προσφέρθηκα και με δεχτήκανε. Mε οδήγησαν μαζί μ’ ένα κοπάδι ρακένδυτων σαν κι εμένα σ’ ένα εργοτάξιο στα δάση κοντά στο Σπρίνγκφιλντ της Μασαχουσέτης, όπου κατασκευαζόταν ένας σιδηρόδρομος. Εδώ δούλεψα μέχρι που ξεπλήρωσα ένα χρέος εκατό δολαρίων που είχε μαζευτεί κατά τους μήνες της ανεργίας μου κι έβαλα και κάτι στην άκρη. Κατόπιν πήγαμε μ’ ένα σύντροφο σ’ άλλο εργοτάξιο κοντά στο Γούστερ. Στην περιοχή εκείνη έμεινα πάνω από ένα χρόνο, δουλεύοντας σε κάμποσα εργοστάσια. Έκανα πολλούς φίλους, που τους θυμάμαι με τα πιο δυνατά συναισθήματα, με μιαν αγάπη σταθερή κι αναλλοίωτη. Κάποιοι απ’ αυτούς ήταν Αμερικανοί.

Aπό το Γούστερ μεταφέρθηκα στο Πλύμουθ (αυτό έγινε πριν εφτά περίπου χρόνια), που έγινε σπίτι μου μέχρι την ώρα που με συνέλαβαν. Έμαθα να το βλέπω με πραγματική αγάπη, γιατί όσο περνούσε ο καιρός αντιπροσώπευε για μένα όλο και περισσότερους ανθρώπους που τους είχα στην καρδιά μου, τους σπιτονοικοκύρηδές μου, τους ανθρώπους που δούλευαν δίπλα μου, τις γυναίκες που αργότερα αγόραζαν τα είδη που πουλούσα ως έμπορος.

Παρεμπιπτόντως, ας αναφέρω πόσο μ’ ευχαριστεί να νιώθω ότι οι συντοπίτες μου στο Πλύμουθ ανταποδίδουν την αγάπη που τους έχω. Όχι μόνον έχουν υποστηρίξει την υπόθεσή μου οικονομικά –τα χρήματα είναι άλλωστε το λιγότερο– μα έχουν εκφράσει, άμεσα και έμμεσα, την πίστη τους στην αθωότητά μου. Όσοι εργάστηκαν μαζί με τους καλούς μου φίλους στην επιτροπή υπεράσπισης, δεν ήταν μόνον εργάτες, μα και μαγαζάτορες που με ξέρανε. Δεν ήταν μόνον Ιταλοί, μα και Εβραίοι, Πολωνοί, Έλληνες και Αμερικανοί.

Eν πάση περιπτώσει, δούλεψα στα λατομεία για πάνω από ένα χρόνο κι ύστερα για την Εταιρεία Σχοινοποιίας για δεκαοκτώ μήνες. H ενεργή συμμετοχή μου στην απεργία των εργατών στα σκοινιά στο Πλύμουθ απέκλειε κάθε πιθανότητα να ξαναβρώ δουλειά εκεί… Εδώ που τα λέμε, επειδή όλο και πιο συχνά εμφανιζόμουν στην εξέδρα του ομιλητή σε κάθε λογής ομάδες εργατών, γινόταν όλο και πιο δύσκολο να βρω δουλειά οπουδήποτε. Σε ορισμένα εργοστάσια ήμουν σίγουρα στα μαύρα κατάστιχα. Kι όμως, ο οποιοσδήποτε εργοδότης μου μπορούσε να καταθέσει ότι ήμουν δουλευταράς και έμπιστος εργάτης κι ότι το μεγάλο μου σφάλμα ήταν ότι προσπαθούσα να φέρω λίγο από το φως της συνείδησης στις σκοτεινές ζωές των συναδέλφων μου.

Για κάποιον καιρό έκανα την πιο δύσκολη χειρωνακτική εργασία για την Sampson & Douland. Μπορώ να πω ότι συμμετείχα σε όλα σχεδόν τα βασικά δημόσια έργα στο Πλύμουθ. Σχεδόν οποιοσδήποτε Ιταλός ή οποιοσδήποτε προϊστάμενός μου στις διάφορες δουλειές μπορεί να καταθέσει για την εργατικότητα και τη σεμνότητα της ζωής μου αυτήν την περίοδο. Oι πνευματικές υποθέσεις είχαν αρχίσει να με απασχολούν βαθιά, με τη μεγάλη ελπίδα που με κινεί ακόμη κι εδώ στο σκοτεινό κελί μου, όπου περιμένω να πεθάνω για ένα έγκλημα που δεν διέπραξα.

H υγεία μου δεν ήταν καλή. Tα χρόνια της σκληρής δουλειάς, αλλά και τα ακόμη χειρότερα χρόνια της ανεργίας, μου στέρησαν την αρχική ζωντάνια. Από τι να πιαστώ που θα μ’ έσωζε; Οκτώ περίπου μήνες πριν συλληφθώ, ένας φίλος μου που σχεδίαζε να γυρίσει στην πατρίδα μού είπε: «Γιατί δεν αγοράζεις το κάρο, τα μαχαίρια και τη ζυγαριά μου για να πουλάς ψάρια, αντί να μένεις κάτω από το ζυγό των αφεντικών;» Άδραξα την ευκαιρία κι άρχισα να πουλάω ψάρια, πιο πολύ επειδή αγαπούσα την ελευθερία.

Tην εποχή εκείνη, το 1919, είχε τρυπώσει στην καρδιά μου η επιθυμία να δω του δικούς μου άλλη μια φορά κι η νοσταλγία μου για την πατρίδα. O πατέρας μου, που δεν μου ’γραφε ποτέ χωρίς να με καλέσει στο σπίτι, επέμενε περισσότερο από ποτέ και η καλή μου αδελφή Λουίτζια συμπλήρωνε τις παρακλήσεις του. Μπορεί να μη φαινόταν η δουλειά που έβγαζα, μα δούλευα σαν το μουλάρι, χωρίς σταματημό, μέρα με τη μέρα.

    24 Δεκεμβρίου, παραμονή Χριστουγέννων, ήταν η τελευταία μέρα που πούλησα ψάρια εκείνη τη χρονιά. H μέρα ήταν φορτωμένη, αφού όλοι οι Ιταλοί αγοράζουν χέλια για τη γιορτή της παραμονής. Oι αναγνώστες μπορεί να θυμούνται πόσο τσουχτερό ήταν το κρύο εκείνα τα Χριστούγεννα. O βάρβαρος καιρός δεν έπαψε μετά τις γιορτές και το να σέρνεις ένα κάρο δεν είναι και δουλειά που σε ζεσταίνει. Για ένα μικρό διάστημα έκανα μια δουλειά πιο σκληρή κι εξίσου παγωμένη: για λίγες μέρες μετά τα Χριστούγεννα έκοβα πάγο για τον κύριο Πετερσένι. Mια μέρα, όταν δεν είχε αρκετή δουλειά για να με πάρει, φτυάρισα κάρβουνο για την Εταιρεία Ηλεκτρισμού. Όταν τελείωσε η δουλειά με τον πάγο, έπιασα δουλειά με τον κύριο Xάουλαντ, όπου έσκαβα χαντάκια μέχρι που μια χιονοθύελλα με ξανάφησε άνθρωπο της σχόλης. Μόνο για λίγες ώρες όμως. Νοίκιασα τις δυνάμεις μου στο δήμο και καθάριζα τα χιόνια από τους δρόμους κι όταν τελείωσε αυτό, καθάριζα τα χιόνια από τις σιδηροδρομικές γραμμές. Κατόπιν με ξαναπροσλάβανε στην Οικοδομική εταιρεία του Sampson που έστηναν έναν κεντρικό αγωγό νερού για την Puritan Woolen. Kι εκεί έμεινα μέχρι να τελειώσει η δουλειά.

Πάλι δεν έβρισκα δουλειά. Oι απεργίες στο σιδηρόδρομο είχαν κόψει τις παροχές τσιμέντου κι έτσι δεν κουνιόταν φύλλο στις οικοδομές. Ξανάρχισα να πουλάω ψάρια, όταν βέβαια έβρισκα, αφού κι η αγορά των ψαριών είχε περιοριστεί. Όταν δεν έβρισκα ψάρια, μάζευα μύδια, μα το κέρδος τους ήταν λιλιπούτειο, είχαν πολύ μεγάλα πάγια έξοδα που δεν άφηναν περιθώρια. Τον Απρίλιο συμφωνήσαμε μ’ έναν ψαρά να συνεταιριστούμε. Δεν υλοποιήσαμε ποτέ τη συμφωνία μας, γιατί στις 5 Μαΐου, την ώρα που ετοίμαζα μια μαζική συγκέντρωση διαμαρτυρίας για το θάνατο του Σαλσέντο στα χέρια του Υπουργείου Δικαιοσύνης, με συνέλαβαν. Μαζί και τον καλό φίλο και σύντροφό μου Nίκολα Σάκο.

«Άλλη μια υπόθεση απέλασης», είπαμε ο ένας στον άλλον.

Δεν ήταν όμως. Μας απηύθυναν τις φρικτές κατηγορίες που τώρα γνωρίζει ο κόσμος όλος. Εγώ κατηγορήθηκα για ένα έγκλημα στο Mπριτζγουότερ και καταδικάστηκα μετά από εννιά μέρες, σε μία δίκη από τις μεγαλύτερες φάρσες που είδα ποτέ μου, σε δεκαπέντε χρόνια φυλακή. Την ποινή επέβαλε ο δικαστής Γουέμπστερ Θέιερ, ο ίδιος δικαστής που αργότερα θα ήτανε πρόεδρος του δικαστηρίου για το φόνο.

Όταν ανακοίνωνε την ποινή, δεν είχε ίχνος συμπόνιας η φωνή του. Όσο τον άκουγα, αναρωτιόμουν γιατί να με μισεί τόσο. Δεν είναι υποτίθεται αμερόληπτοι οι δικαστές; Τώρα ξέρω πια. Θα πρέπει να του φαινόμουν σαν παράξενο ζώο, εγώ ο απλός εργάτης, ο ξένος, ο ριζοσπάστης μέχρι το κόκκαλο. Kαι γιατί όλους τους δικούς μου μάρτυρες, ανθρώπους απλούς, που αγωνιούσανε να πουν την απλή αλήθεια, τους κάγχασαν και τους περιφρόνησαν; Δεν έλαβαν τα λόγια τους υπόψιν, γιατί κι αυτοί ήταν ξένοι… Άλλο οι καταθέσεις των ανθρώπων, αυτές μάλιστα, να τις δεχτούμε, αλλά των ξένων…

ουστ!

Δ ́

Οι πνευματικές αναζητήσεις και τα πιστεύω μου

     Θα ’θελα να κάνω μια αναδρομή με τη μνήμη στην πορεία που ακολούθησα στη ζωή. Σας έδωσα τα χειροπιαστά στοιχεία της ιστορίας μου. Mα η βαθύτερη και πιο αληθινή ιστορία ενός ανθρώπου δεν βρίσκεται στις εξωτερικές συνθήκες και περιστάσεις, μα στην εσωτερική του ανάπτυξη, στο πνεύμα και στην ψυχή, στην οικουμενική του συνείδηση.

Πήγα σχολείο από τα έξι μέχρι τα δεκατρία μου χρόνια. Είχα πάθος πραγματικό με τη μελέτη. Στα τρία χρόνια που ήμουν στο Kαβούρ είχα την καλή τύχη να βρεθώ στο πλευρό ενός ανθρώπου σπουδαγμένου. Mε τη βοήθειά του διάβασα όλες τις εκδόσεις που έφτασαν στα χέρια μου. O προϊστάμενός μου ήταν συνδρομητής ενός καθολικού περιοδικού της Γένοβας. Ένιωθα τυχερός, αφού τότε ήμουν ένθερμος καθολικός.

Στο Τορίνο δεν είχα φίλους έξω από τους συναδέλφους στη δουλειά, που ήταν όλοι νεαροί υπάλληλοι, γραφιάδες και χειρώνακτες. Δήλωναν σοσιαλιστές και κορόιδευαν τη θρησκευτική μου κλίση. Mε φώναζαν φανατικό και υποκριτή. Μάλιστα μ’ έναν απ’ αυτούς μια μέρα ήρθαμε στα χέρια.

Τώρα που γνωρίζω πάνω-κάτω όλες τις τάσεις του σοσιαλισμού, συνειδητοποιώ πως δεν ήξεραν καλά-καλά ούτε τι σήμαινε η λέξη. Αποκαλούσαν τους εαυτούς τους σοσιαλιστές από συμπάθεια προς τον Nτε Aμίτσις (τότε στο απόγειο της συγγραφικής καριέρας του) κι από ενθουσιασμό για το πνεύμα του τόπου και της εποχής. Τόσο έντονη ήταν η επίδραση του περιβάλλοντος, που ακόμη κι εγώ άρχισα ν’ αγαπώ το σοσιαλισμό χωρίς να τον γνωρίζω και χωρίς να λέω πως είμαι σοσιαλιστής.

Τηρουμένων πάντοτε των αναλογιών, το στάδιο εξέλιξης της συνείδησης εκείνων των ανθρώπων στάθηκε για μένα ευεργετικό και με βελτίωσε πολύ. Oι αρχές του ανθρωπισμού και της ισότητας των δικαιωμάτων άνοιξαν ένα αυλάκι στην καρδιά μου. Διάβασα το Cuore του Nτε Aμίτσις κι αργότερα τα Ταξίδια και τους Φίλους του.

Στο σπίτι υπήρχε ένα βιβλίο του Αγίου Αυγουστίνου. Από κείνο το βιβλίο, μια φράση παραμένει χαραγμένη στο μυαλό μου: «Tο αίμα των μαρτύρων είναι ο σπόρος της απελευθέρωσης». Βρήκα επίσης το Promessi Spossi και το διάβασα δύο φορές. Τέλος έπιασα τη Θεία Κωμωδία. Μα, αλίμονο, δεν ήταν για τα δόντια μου. Ωστόσο, βάλθηκα απεγνωσμένα να το ξεκοκκαλίσω κι όχι άδικα, νομίζω.

Tις τελευταίες μέρες της παραμονής μου στη γενέτειρά μου, έμαθα πολλά από τον δρα Φράνσις, τον Σκριμάλιο τον φαρμακοποιό και τον κύριο Mπο τον κτηνίατρο. Είχα ήδη αρχίσει να συνειδητοποιώ ότι η μεγαλύτερη πανούκλα που πλήττει αλύπητα την ανθρωπότητα είναι η άγνοια και ο εκφυλισμός των φυσικών συναισθημάτων. Σύντομα, η θρησκεία μου δεν χρειαζόταν ναούς, θυσιαστήρια κι επίσημες προσευχές. O θεός έγινε για μένα ένα ον τέλεια πνευματικό, χωρίς κανένα ανθρώπινο χαρακτηριστικό. Παρόλο που ο πατέρας μου μου έλεγε συχνά ότι η θρησκεία ήταν απαραίτητη για να συγκρατεί τα ανθρώπινα πάθη και να παρηγορεί τον άνθρωπο στις συμφορές του, εγώ ένιωθα το καλό και το κακό των πραγμάτων μέσα στην καρδιά μου. Με τέτοια στο μυαλό μου πέρασα τον ωκεανό.

Όταν έφτασα στην Αμερική, δοκίμασα όλες τις κακουχίες, τις απογοητεύσεις και τις στερήσεις που συνοδεύουν αναπόφευκτα κάθε νέο που φτάνει εδώ είκοσι χρονώ, κάπως ονειροπόλος, που δεν ξέρει ακόμα τη ζωή. Γνώρισα όλων των ειδών τις βαναυσότητες, τη διαφθορά και τις αδικίες που μαστίζουν τραγικά την ανθρωπότητα.

Μα παρόλ’ αυτά, κατάφερα να ενισχύσω τον εαυτό μου σωματικά και νοητικά. Εδώ μελέτησα τα έργα του Kροπότκιν, του Γκόρκι, του Mερλίνο, του Mαλατέστα, του Pεκλί. Διάβασα το Κεφάλαιο του Μαρξ, τα έργα του Λεόνε ντι Λαμπριόλα, την πολιτική Διαθήκη του Kάρλο Πισακάνε, τα Καθήκοντα του Ανθρώπου και πολλά άλλα συγγράμματα πάνω στο κοινωνικό ζήτημα. Εδώ διάβασα τα περιοδικά κάθε σοσιαλιστικής, πατριωτικής και θρησκευτικής φράξιας. Μελέτησα τη Βίβλο, τη Ζωή του Χριστού (του Ρενάν) και το Ο Χριστός Δεν Υπήρξε Ποτέ του Mισελμπό. Εδώ διάβασα ελληνική και ρωμαϊκή ιστορία, την ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών, της Γαλλικής Επανάστασης και της Ιταλικής Επανάστασης. Μελέτησα τον Δαρβίνο και τον Σπένσερ, τον Λαπλάς και τον Φλαμμαριόν. Ξανάπιασα τη Θεία Κωμωδία και την Απελευθερωμένη Ιερουσαλήμ. Ξαναδιάβασα τον Λεοπάρντι κι έκλαψα μαζί του. Διάβασα τα έργα του Oυγκό, του Λέοντος Tολστόι, του Zολά και του Kαντί, την ποίηση του Tζούστι, του Γκερίνι, του Pαπισάρντι και του Kαρντούτσι.

Mη νομίσεις, αγαπητέ αναγνώστη, πως ήμουνα κανένας διανοούμενος. Κάθε άλλο. H βασική μου παιδεία ήταν ατελής κι οι διανοητικές μου δυνάμεις δεν επαρκούσαν για ν’ αφομοιώσω ολόκληρο το τεράστιο τούτο υλικό. Πρέπει επίσης να θυμάσαι ότι μελετούσα μετά από μια μέρα σκληρής δουλειάς και χωρίς τις απαραίτητες ανέσεις. Aχ, πόσα βράδια έσκυβα πάνω από κάποιον τόμο δίπλα στο σπινθήρισμα μιας σόμπας υγραερίου μέχρι το πρωί! Πόσες φορές, μόλις ξαπόσταινα το κεφάλι μου στο μαξιλάρι, σφύριζε το εγερτήριο κι έτρεχα στο εργοστάσιο ή το λατομείο.

    Mα έμαθα από τη μελέτη μου να παρατηρώ αμείλικτα, διεισδυτικά κι επίμονα τους ανθρώπους, τα ζώα και τα φυτά, τα πάντα δηλαδή που περιβάλλουν τους ανθρώπους. Το Βιβλίο της Ζωής: να το Βιβλίο των Βιβλίων. Όλα τα υπόλοιπα σου μαθαίνουν μόνο πώς να διαβάσεις αυτό. Μιλάω για τα τίμια βιβλία· γιατί τα ανειλικρινή βιβλία έχουν τον αντίθετο σκοπό.

Tις πράξεις μου και τις αρχές μου τις καθόρισε ο διαλογισμός πάνω σε τούτο το Βιβλίο. Αρνήθηκα το «ο καθένας για τον εαυτό του κι έχει ο θεός για όλους». Υποστήριξα τους αδύναμους, τους φτωχούς, τους καταπιεσμένους, τους απλούς και τους καταδιωγμένους. Θαύμασα τον ηρωισμό, τη δύναμη και τη θυσία όταν γίνονταν για να θριαμβεύσει το δίκιο. Κατάλαβα ότι στο όνομα του Θεού, του Νόμου, της Πατρίδας, της Ελευθερίας και των αγνότερων αφηρημένων εννοιών, των ανώτερων ανθρώπινων ιδανικών εκτελούνται και θα συνεχίσουν να εκτελούνται τα φρικτότερα εγκλήματα, μέχρι τη μέρα που θα ’χουμε δει το φως και δεν θα είναι πια δυνατό για τους λίγους στ’ όνομα του Θεού να κάνουν κακό στους πολλούς.

Κατάλαβα πως ο άνθρωπος δεν μπορεί ατιμώρητα να καταπατά τους άγραφους νόμους που κυβερνούν τη ζωή του, δεν μπορεί να κόψει τους δεσμούς του με το σύμπαν. Κατάλαβα πως τα βουνά, οι θάλασσες, τα ποτάμια, τα “φυσικά σύνορα” που λέμε, έγιναν όλα πριν τον άνθρωπο, μέσ’ από περίπλοκες φυσικές και χημικές διαδικασίες και όχι για να διαιρούν τους λαούς.

Συνειδητοποίησα τη σημασία της αδελφότητας και της παγκόσμιας αγάπης. Ένιωσα πως ό,τι ευεργετεί ή πληγώνει έναν άνθρωπο, ευεργετεί ή πληγώνει ολόκληρο το είδος. Αναζήτησα την απελευθέρωσή μου στην απελευθέρωση όλων· την ευτυχία μου στην ευτυχία όλων.

Κατάλαβα πως η ισότητα στις πράξεις, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, είναι η μοναδική ηθική βάση στην οποία μπορεί να οικοδομηθεί μια δίκαιη ανθρώπινη κοινωνία. Έβγαλα το ψωμί μου με τον τίμιο ιδρώτα του προσώπου μου. Δεν έβαψα με στάλα αίμα τα χέρια μου, ούτε και τη συνείδησή μου. Κατάλαβα πως ο ανώτερος σκοπός της ζωής είναι η ευτυχία. Ότι τα αιώνια κι απαράλλαχτα θεμέλια της ανθρώπινης ευτυχίας είναι η υγεία, η καθαρή συνείδηση, η ικανοποίηση των ζωτικών αναγκών και μια ειλικρινής πίστη. Κατάλαβα πως κάθε άνθρωπος έχει δύο εγώ, ένα πραγματικό κι ένα ιδανικό, ότι το δεύτερο είναι η πηγή κάθε προόδου και ότι καθετί που πάει να εξισώσει το πρώτο με το δεύτερο δεν γίνεται καλοπροαίρετα. Η διαφορά σε κάθε άνθρωπο μεταξύ των δύο εγώ του είναι πάντοτε η ίδια, αφού είτε στην τελειότητα είτε στην παρακμή, τα δύο κρατούν μεταξύ τους την ίδιαν απόσταση.

Κατάλαβα ότι ο άνθρωπος δεν είναι ποτέ αρκετά σεμνός απέναντι στον εαυτό του κι ότι η πραγματική σοφία βρίσκεται στην ανοχή.

Ήθελα στέγη για κάθε οικογένεια, ψωμί για κάθε στόμα, παιδεία για κάθε καρδιά και φωτισμό για κάθε νου.

Είμαι πεπεισμένος πως η ανθρώπινη ιστορία δεν έχει αρχίσει ακόμα. Ότι βρισκόμαστε στην τελευταία περίοδο της προϊστορικής εποχής. Βλέπω με τα μάτια της ψυχής μου τις αχτίδες της νέας χιλιετίας να διαπερνούν τον ουρανό.

   Θεωρώ πως η ελευθερία της συνείδησης είναι δικαίωμα αναφαίρετο όπως κι η ίδια η ζωή. Με όλη μου τη δύναμη προσπάθησα να κατευθύνω το ανθρώπινο πνεύμα προς το καλό όλων. Γνωρίζω από την πείρα μου ότι τα δικαιώματα και τα προνόμια ακόμη θα κερδίζονται και θα διατηρούνται με τη βία, μέχρι η ανθρωπότητα να τελειοποιηθεί.

Στην πραγματική ιστορία της μελλοντικής εποχής –όταν θα έχουν καταργηθεί οι τάξεις και τα προνόμια, οι ανταγωνισμοί των συμφερόντων μεταξύ των ανθρώπων– η πρόοδος και η αλλαγή θα καθορίζονται από τη συνετή σκέψη και το κοινό συμφέρον.

Aν εμείς και η γενιά που οι γυναίκες μας κρατούν στην αγκαλιά τους δεν φτάσουμε λίγο πιο κοντά στο στόχο, δεν θα έχουμε καταφέρει τίποτα πραγματικό και η ανθρωπότητα θα συνεχίσει να ζει στη μιζέρια και τη δυστυχία.

Kαι τώρα; Σε ηλικία τριαντατριών ετών –την ηλικία του Χριστού και, σύμφωνα με ορισμένους ειδικούς, την ηλικία των παραβατών γενικότερα– μου έχουν προδιαγράψει φυλακή και θάνατο. Ωστόσο, αν ήταν να ξαναρχίσω το “ταξίδι της ζωής”, τον ίδιο δρόμο θ’ ακολουθούσα, με την προσπάθεια ίσως να μειώσω τα κρίματα και τα λάθη μου και να πολλαπλασιάσω τις αγαθές μου πράξεις.

Στέλνω στους συντρόφους μου, στους φίλους μου, σε όλους τους καλούς ανθρώπους την αδελφική μου αγκαλιά, την αγάπη και τον θερμό μου χαιρετισμό!

ΤEΛOΣ THΣ IΣTOPIAΣ, APXH THΣ IΣTOPIAΣ




Μικρό χρονολόγιο για την ποίηση της Αργυρώς και του Βαγ. Λουλαδάκη, του Δημήτρη Δαμασκηνού

Δημήτρης Δαμασκηνός | Μικρό χρονολόγιο για την ποίηση της Αργυρώς και του Βαγγέλη Λουλαδάκη

    Η Aργυρώ Λουλαδάκη γεννήθηκε το 1973 και κατοικεί στα Χανιά της Κρήτης. Είναι απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης. Έχοντας ήδη κάνει τρεις κύκλους μεταπτυχιακών σπουδών που αφορούν στη Νεοελληνική Λογοτεχνία του 19ου αιώνα και τις Επιστήμες της Εκπαίδευσης, εργάζεται ως καθηγήτρια-φιλόλογος στο Μουσικό Γυμνάσιο Χανίων. Εκτός από την πιο πρόσφατη ποιητική της απόπειρα έχει ήδη εκδώσει δύο ακόμα ποιητικές συλλογές.
    Η πρώτη επιγράφεται “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, και εκδόθηκε στο Ρέθυμνο το 1997 1: Όπως αναφέρει στο οπισθόφυλλο της έκδοσης η Αργυρώ: “Το μεγαλύτερο μέρος των ποιημάτων που περιλαμβάνονται στην παρούσα συλλογή γράφτηκαν κατά τη διάρκεια των φοιτητικών μου χρόνων στο Ρέθυμνο.”
    Αυτή η πρώτη ποιητική της δοκιμή περιέχει  αρκετά αξιόλογα ποιήματα. Η ποιήτρια επέλεξε τότε -σποραδικά έστω και ως παιγνιώδη παράβαση- να υιοθετήσει μια υποψία ομοιοκαταληξίας 2 που θα εγκαταλείψει στη συνέχεια γράφοντας μόνο σε ελεύθερο στίχο. Μερικές παρομοιώσεις της επιπρόσθετα φαίνεται να έχουν αντληθεί “μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου”, στην προσπάθεια της να πειραματιστεί στη σύνταξη της ιδιαίτερης δικής της ποιητικής ιδιολέκτου ιχνηλατώντας διαύλους επικοινωνίας με τον αναγνώστη. Κάτι τέτοιο συμβαίνει, για παράδειγμα, στο ποίημα “Βρασμένο νερό”, όπου ο θάνατος, αθόρυβος και ευέλικτος:
όλα τα κάνει αόρατα,
όπως τα απορρυπαντικά γενικής χρήσης
απομακρύνει λεκέδες, στίματα, μυρωδιές…
     Το θέμα του θανάτου επανέρχεται στην ποίησή της και πάλι. Από την πρώτη ενότητα που τιτλοφορείται “ΠΑΡ-Ακμή”, η οποία περιέχει ποιήματα γραμμένα ανάμεσα στο 1992-1995, οι “Φωτιές”, για παράδειγμα, αποτυπώνουν έναν μετα-ρομαντικό, γι’ αυτό χαμηλόφωνο, σχεδόν υποδόριο συγκλονισμό μπρος στο αναπόφευκτο του θανάτου, αφού, όπως εκμυστηρεύτηκε στον γράφοντα η ίδια η Αργυρώ, το ποίημα το συνέθεσε όταν πληροφορήθηκε τα “κακά μαντάτα” για το προδιαγεγραμμένο τέλος ενός πολύ αγαπημένου της συγγενικού προσώπου.
“Φωτιές”

Γέμισαν τα σοκάκια φωτιές∙
θα ξεφαντώνουν τα ξωτικά.

Κι η νύχτα θα γελάει στα κρεβάτια
Ντυμένη προβιές ζώου και φωνές,

Και θα φτάνει η ματιά σου ίσαμε μένα
Σαν απλωμένο χέρι στο κατάρτι.

Γέμισα, γέμισες, γέμισε
Γεμίσαμε, γεμίσατε, γέμισαν φωτιές.

Το ποίημα αυτό, αν και είναι αρκετά πρώιμο, γραμμένο το Νοέμβριο του 1994 4, εμπεριέχει, ωστόσο, στοιχεία του προσωπικού -τότε- ύφους της Αργυρώς, ιδιαίτερα τον υπαινικτικό  εικονοπλαστικό της λόγο που επιτρέπει στον αναγνώστη να κάνει τους δικούς του συνειρμούς, εξίσου θεμιτούς με τις προθέσεις της ποιήτριας που το έγραψε: κάποιος, διαβάζοντας το, θα μπορούσε π.χ. να υποθέσει πως αποτυπώνει ένα αυθεντικό  ερωτικό συναίσθημα που φτάνει στην κορύφωση του με τους φλεγόμενους εραστές, ίσως μια κάποια δωδεκάτη  σαιξπηρική νύχτα, να συμμετέχουν σε μια καρναβαλική -σχεδόν- μέθεξη της φύσης και των σωμάτων. Η απόκλιση στη νοηματοδότηση του περιεχομένου μπορεί αφενός να οφείλεται στην αδυναμία της νεαρής -τότε- ποιήτριας να τιθασεύσει την έκφραση της ορίζοντας με σαφήνεια έναν ορίζοντα προσδοκιών από το ποίημα στον αναγνώστη κατά τη διαδικασία της ανάγνωσης, μπορεί αφετέρου να υπήρξε, όμως, και συνειδητή της επιλογή, επιτρέποντας μ’ αυτόν τον τρόπο να γίνει ο αναγνώστης συν-δημιουργός του νοήματος σ’ ένα πιο ρευστό πλαίσιο συνειρμών και συμβολικών αναπαραστάσεων.
    Από τις δύο πιθανές ερμηνείες, ωστόσο, ας συγκρατήσει κανείς πιο πολύ τη βίωση της εμπειρίας του θανάτου, γιατί η ποίηση της Αργυρώς, αν και αναγνωρίζει βέβαια την επίδραση του ερωτικού συναισθήματος, δεν είναι -εντούτοις- ηδονιστική: ο έρωτας μοιάζει μάλλον σαν τις μέρες που ρίχνουν “τα απροσδόκητα φώτα στη ρίζα των ονείρων μας” 5, ενώ η ζωή είναι “μια μπάλα που ‘φυγε απ’  τα χέρια των παιδιών κι έρχεται ως τα πόδια σου και τ’ ακουμπά” 6. “Στον επόμενο τόνο”, όμως:
Το φως
σε τρώει όπως η θάλασσα το βράχο
γεμάτη κουφάλες
ν’ αντηχά το σπασμένο κύμα
στα σωθικά σου.
υπογραμμίζοντας στη ροή του χρόνου τη φθαρτότητα της ύπαρξης 7.

   Στην πρώτη της αυτή συλλογή διακρίνεται με ευκρίνεια το ύφος που μετέπειτα θα καλλιεργήσει στην ποίησή της: οι θρυμματισμένες εμπειρίες, τα συναισθήματα και οι εικόνες, αυτά “τ’ απομεινάρια από την αγωνία της ημέρας και τις σιωπές της νύχτας” που καταθέτει στον αναγνώστη συγκροτούν μια αντιηρωική ποιητική αποτύπωση χωρίς λυρικές μεγαλοστομίες, η οποία -αν και η ματιά της είναι στραμμένη στη θέαση αυτού του κόσμου- ασφαλώς δεν επιχειρεί να “κοινωνήσει” με τον λεγόμενο “ρεαλισμό” και τα καλλιτεχνικά ρεύματα που εμπνεύστηκαν από αυτόν ή έστω ενσωμάτωσαν κάποια στοιχεία του.
    Ασφαλώς δεν παραπέμπει σ’ ένα σύστημα συμβολικών αξιών που θα μπορούσε να οριστεί ως υψηλό, αξίες που όριζαν παλιότερα κοινωνικές και πολιτικές πρακτικές βρίσκοντας συχνά την αποτύπωσή τους στην ποίηση του αιώνα που μας πέρασε (βλ. π.χ. την αντιστασιακή ποίηση ιδιαίτερα της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς).  Αντίθετα η ποίηση της Αργυρώς παραπέμπει στον μοντερνισμό και τα καλλιτεχνικά ρεύματα που ενέπνευσε, αποτελεί συνεπώς σπουδή -τόσο για τον ποιητή όσο και για τον αναγνώστη- της βιωμένης υποκειμενικότητας των καθημερινών στιγμών που καταγράφονται σ’ έναν χώρο. Είναι συνεπώς μια ποίηση εσωτερική, σχεδόν εξομολογητική, ποίηση ειλικρινής στη τόλμη της ν’ απέχει συνειδητά (;) από το αιώνιο θέμα της εξουσίας, ωστόσο ενδιαφέρουσα και ιδιαίτερη στην επιλογή χαμηλών -κατά βάση- τόνων έκφρασης και την αποφυγή της ρητορικής μεγαλοστομίας.

Κι ο θάνατος
μια ελλειπτική τροχιά
μια ρόδα που γυρίζει
στο κενό 8.

θα γράψει στη δεύτερη ποιητική της συλλογή με τίτλο: “Κάποια ποιήματα” 9. Εκδόθηκε στα Χανιά το 2013 και αποτελείται από δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος που επιγράφεται στιγμές περιλαμβάνονται ποιήματα γραμμένα έως το 2008.
    Σ’ αυτά συνεχίζει το παιχνίδι των αντιθέσεων: το φως, η σκιά και το σκοτάδι, η νύχτα και η μέρα, η απουσία και το κενό, η ζωή και ο θάνατος συνθέτουν μερικούς αντιφατικούς πόλους χρωματισμένους από το άσπρο στις “διαχωριστικές γραμμές” 10 των λεωφόρων και στους λευκούς τοίχους 11, από το “μαύρο χαρτί” της νύχτας 12 μα και από το κίτρινο του φεγγαριού  που τη νικούσε 13, από το κόκκινο των λουλουδιών 14 και του αίματος 15, από το μπλε -τέλος- που “περίσσευε απ’ τη θάλασσα” 16. Ένα πλήθος ταπεινών καθημερινών αντικειμένων φωτίζονται, ακινητούν στις λιγοστές παρομοιώσεις της ή “αφήνουν το μελανό αποτύπωμά τους στον τοίχο” 17, όπως τα κάδρα τη νύχτα.
     Σ’ αυτές τις ολιγόστιχες και λιτές ποιητικές καταγραφές που φέρουν, ωστόσο, όλα τα χρώματα και τ’ αντικείμενά τους, η Αργυρώ συνθέτει -πράγματι- στιγμές σ’ ένα διαθλασμένο από την ανθρώπινη εμπειρία χωρικό συνεχές, στο οποίο οι μορφές μεταβάλλονται αέναα, τα περιγράμματα, τα νοήματα και τα συναισθήματα μεταπλάθονται αδιάκοπα, μ’ έναν πιο ασυνεχή όμως και πιο κατηγορηματικό τρόπο, αφού ο χρόνος:

…άλλο ένα κουβάρι
παρατημένο στη γωνία
με χαμένη την άκρη του
απροσδιόριστη την αρχή του
χωμένη στην παραλληλία,
τη διάζευξη, τεμνόμενη
από αλλεπάλληλες σειρές-κλωστές
γεγονότων όλων ταυτόχρονα
ισχυόντων∙ στην κοίλη-καμπύλη
επιφάνειά του, στην κυλιόμενη τροχιά του. 18

καταντά μια παγίδα:

 σαν εκείνες τις κορδέλες
αλειμμένες με κάτι σα μέλι
για τις μύγες
στα παλιά καφενεία· 19
    που κολλάει πάνω του κανείς βυζαίνοντας λαίμαργα τη γλύκα των ωρών του ώσπου να πεθάνει ή:
σαν τις σταγόνες το αίμα
στο χώμα που φανερώνουν
την πορεία του σκοτωμένου 20.
    Σ’ αυτό το ποιητικό σύμπαν της Αργυρώς τα ποιήματα της μοιάζουν με “εκκενώσεις ηλεκτρικές” 21, και οι στίχοι που μέσα τους αναπνέει είναι τα αιμοφόρα αγγεία που τρέφουν την ύπαρξή της 22. Αυτοί οι στίχοι της τρυπούν τη μέρα ανοίγοντας σήραγγες στο κορμί:
…διόδους μυστικούς για να χωρέσουν
ήχοι καινούριοι, κύματα, πνοές…. 23.
την ώρα που η ποιήτρια πατάει:

…πάνω στη σιωπή
προσεχτικά μη σπάσει
κι απλωθούν παντού
τα κομμάτια της
κομμάτια κοφτερά
σαν από γυαλί 24.

και μόνο η θάλασσα μοιάζει σάρκα από:

σώμα υγρό που πάλλεται
ηδονικά στο άγγιγμα του ήλιου 25.

     Στο δεύτερο μέρος που έχει τίτλο της σκιάς… και του φωτός… περιλαμβάνονται ποιήματα γραμμένα το 2011-2012. Η   Αργυρώ σ’ αυτό το μέρος προτάσσει στα [Σπαράγματα στίχων] μια διάσημη βουδιστική γραφή, την παρακάτω: (Formisemptinessandemptinessisform = Η μορφή είναι κενή και η κενότητα είναι μορφή) 26.
    Αυτή η φράση παρμένη από τη Σούτρα της καρδιάς υποδεικνύει πως η έννοια της κενότητας αποτελεί σημαντικό εργαλείο και οδηγό για την άσκηση του διαλογισμού, αφού:

τα πάντα είναι κενότητα.
Δεν υπάρχουν γέννηση, θάνατος,
αγνότητα, σπίλωση,
αύξηση, μείωση.
Για αυτό στην κενότητα δεν υπάρχουν η μορφή, οι σπιλώσεις,
μάτια, αυτιά, μύτη, γλώσσα, σώμα, νους.
Δεν υπάρχει χρώμα, ούτε ήχος, οσμή, γεύση, αφή, σκέψη.
Δεν υπάρχει νόηση, ούτε άγνοια, ψευδαίσθηση ή παύση των ψευδαισθήσεων.
Δεν υπάρχει φθορά, ούτε θάνατος, ούτε τέλος στη φθορά και τον θάνατο.
Δεν υπάρχει γνώση, ούτε κέρδος, ούτε απώλεια. 

   Με την κατάκτηση αυτής της υπέρτατης σοφίας που απελευθερώνει από τη δυστυχία, η ψευδαίσθηση και η προσκόλληση καταρρέουν και ο άνθρωπος μπορεί να δει την αλήθεια, την πραγματική κενότητα και να συλλάβει τον απόλυτο νόμο της ύπαρξης, τη Νιρβάνα 27.
    Επιστρέφοντας στην ποιητική ενότητα στιγμές, ας ειπωθεί για την ποιήτρια πως χρησιμοποιεί έκφραση ακόμα πιο ελλειπτική, από την οποία συχνά απουσιάζει το ρήμα 28, δηλαδή δεν εκδηλώνεται η ενέργεια, συνεπώς συναιρείται και ο χρόνος, ακόμα και σ’ αυτά που τον προϋποθέτουν για να υπάρξουν όπως στο ποίημα:

[11]

Νύχτα
στα σεντόνια οι λέξεις
ξέσκεπες
στην ισορροπία του σκοταδιού.

Σχήμα κορμιού
ξεχασμένο στο μαξιλάρι… 29

    Τέλος η παρούσα ποιητική συλλογή: “Εκτός. Χώροι”, της Αργυρώς και του Βαγγέλη Λουλαδάκη  είναι “μία σημαντική ποιητική απόπειρα και πραγμάτωση δύο νέων Χανιωτών ποιητών που αξίζει να προσεχθούν από το φιλότεχνο κοινό γιατί έχουν πολλά να προσφέρουν στην ποίηση του τόπου μας και ευρύτερα” 30.
    Η συλλογή κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2016, τυπωμένη από τις εκδόσεις Μανδραγόρας. Την προσεγμένη έκδοση επιμελήθηκαν η Αγγελική Ασπρογέρακα – Γρίβα και ο Κώστας Κρεμμύδας, ποιητής ο ίδιος και εκδότης του ομώνυμου περιοδικού Μανδραγόρας.
    Η συνεισφορά της Αργυρώς σ’ αυτή την κοινή ποιητική προσπάθεια των δύο αδελφών περιλαμβάνεται στις σελίδες 9-73 διαρθρωμένη στις ενότητες:
I – IX,
Κενού σιωπή,
(Γιατί;) & Άτιτλα ποιήματα

     Γράφει η Αργυρώ στο ποίημα της ΙΧ στις σελίδες 22-25 31 από την πιο πρόσφατη ποιητική της απόπειρα:
Το καλοκαίρι αργό
στην επανάληψη του δρόμου
στην ένταση της κίνησης των αμαξιών.

Ο χώρος
αφήνει τα δωμάτια
κενά…

“Τούτο το σπίτι μυρίζει θάνατο”, μου είπε. “Οι κουρτίνες, τα πατώματα, οι καρέκλες, οι καρέκλες έχουν την οσμή του θανάτου”. “Την οσμή του αίματος”, συμπλήρωσα εγώ.

Το σπίτι
σχηματίζει
τη σιωπή.

Το σπίτι
αγγίζει τη σιωπή
όπως τα χέρια το άψυχο σώμα.

Απόψε το φεγγάρι
έκαψε τον ουρανό

κι η νύχτα
άστρο π’ αναζητά
την τροχιά του…

Κι η νύχτα
να επαναλαμβάνεται
στο μαξιλάρι μου
όπως η βροχή στα σύννεφα·

κίνηση αδιάκοπη
στην απόσταση
του χρόνου… 32


    Ο Βαγγέλης Λουλαδάκης, από την άλλη πλευρά, ο αδελφός της, στις σελίδες του βιβλίου 75-123 υπογράφει τη συνέχεια με τα: 1 – 31 & 13 ποιήματα για τη νύχτα με μια γραφή που όχι απλά παρουσιάζει ομοιότητες μ’ αυτήν της Αργυρώς, μα  παραπέμπει σε μια κοινή αισθητική και μια ταυτόσημη βίωση του ποιητικού φαινομένου. Γράφει για παράδειγμα στο ποίημα 6:
6

Το πάτωμα
πεταμένο σχήμα,
σπασμένη συμμετρία
κάτω απ’ το τραπέζι 33.

σε μια κουζίνα που σκορπίζει όταν πέφτει ένα ποτήρι 34. Μα και στα Δεκατρία ποιήματα για τη νύχτα εκμυστηρεύεται στον αναγνώστη πως:

Τη νύχτα, τα δωμάτια
εγκαταλείπουν το πάτωμα
κάτω απ’ το σπίτι.
Μένει μόνο το περίγραμμα
του χώρου,
κουφάρι νεκρού ζώου 35.

    Σε άλλα ποιήματά του αρέσκεται να χρησιμοποιεί στα σχεδόν φωτογραφικά του ενσταντανέ έναν τρόπο γραφής κρυπτικό, ασύντακτο, ασυνεχή, θραυσματικό εντέλει (προ)καλώντας τον αναγνώστη να εγκαταλείψει την προσφιλή του συνήθεια των έτοιμων απαντήσεων, προτρέποντας τον να γίνει ενεργός συμμέτοχος στο ποιητικό γίγνεσθαι, για να (συν)οικοδομήσουν μαζί το νόημα στη μετέωρη φράση, όπως π.χ. στο ποίημα 7, όταν γράφει:
Το κύμα έσπασε φορτηγό στην ακτή 36.
    Αυτή η ποιητική φράση έχει το νόημα πως: Το κύμα έσπασε (πάνω σ’ ένα) φορτηγό (που βρισκόταν) στην ακτήή πως:Το κύμα έσπασε (όπως σπάει ένα) φορτηγό (πέφτοντας/προσκρούοντας) στην ακτή;
    Πολλές ακόμα υποθέσεις μπορεί ο αναγνώστης να κάνει. Θεμιτό νόημα, φυσικά, δεν υπάρχει. Ο καθένας από εμάς θα γίνει συνδημιουργός του συμπληρώνοντας, αποκαθιστώντας και ερμηνεύοντας με τον δικό του τρόπο την τραυματισμένη φράση με το να συγκολλήσει λιγότερο ή περισσότερο προσεκτικά τις λέξεις με άλλη διάταξη και συντακτική συνάφεια, όπως τα κομμάτια ενός παζλ ή ενός σπασμένου καθρέφτη, κίνηση που θα του επιτρέψει να κοιτάξει βαθύτερα μέσα στον ψυχισμό του.
    Αυτή η απόπειρα για μια νέα ποιητική γραφή δε σημαίνει πως ο Βαγγέλης Λουλαδάκης δεν ξέρει να χειρίζεται τα εργαλεία της τέχνης του. Το κάθε άλλο συμβαίνει: το έκτο π.χ. από τα Δεκατρία ποιήματα για τη νύχτα αποτελεί έξοχη πραγμάτωση του συνυποδηλωτικού και εικονοπλαστικού λόγου:

Τη νύχτα τα αντικείμενα
μαζεύονται στο φως
όπως το ψάρι στο δόλωμά του.
Ανυποψίαστα λαχταρούν
την εξαπάτησή τους 37.

    Ποιός είναι, όμως, ο Βαγγέλης Λουλαδάκης; Γεννήθηκε το 1977 στα Καμισιανά του νομού Χανίων Κρήτης. Το επάγγελμα του είναι επιπλοποιός, ενώ παράλληλα ασχολείται με τη ζωγραφική και τη φωτογραφία. Οι φωτογραφίες, άλλωστε, της ποιητικής συλλογής: “Εκτός. Χώροι”, και η φωτογραφία του εξώφυλλου είναι δικές του.

Φωτογραφία του Βαγγέλη Λουλαδάκη
στην ποιητική συλλογή: “Εκτός. Χώροι”, σελ. 124.

Έχει εκδώσει το 2010 μια ποιητική συλλογή με τίτλο: “Μικρές μελέτες” 38. Αυτή η πρώτη ποιητική του απόπειρα, που επίσης περιέχει πολύ μικρά ποιήματα, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στα Χανιά τον Φεβρουάριο του 2016.  Ο κ. Σταμάτης Φιλιππίδης, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης ανέφερε τότε μεταξύ άλλων: “Τη λέξη μελέτες τη χρησιμοποιεί με την έννοια της προσήλωσης γιατί μιλάει για αντικείμενα κυρίως. Νομίζω ότι θα ήταν προσφυέστερος ο τίτλος αν ήταν εν ριπή οφθαλμού ή ενσταντανέ δηλαδή στιγμιαία φωτογραφία. Με μια πολύ γρήγορη ματιά προσπαθεί να δει τα πράγματα μ’ ένα διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι συνήθως τα βλέπουμε” 39.

    Αυτή είναι μία εύστοχη παρατήρηση, όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς διαβάζοντας το πρώτο-πρώτο ποίημα της συλλογής, στην οποία προτάσσεται η ενότητα για τη ΜΕΛΕΤΗ του ΦΩΤΟΣ. Γράφει, λοιπόν, ο Βαγγέλης Λουλαδάκης:

1.

Τα καλοκαιρινά απογεύματα.
Που αφήνουν το αίμα τους
πάνω στις κουρτίνες
και συ απρόσεκτος τις ακουμπάς
συμμετέχοντας άθελά σου
στο φόνο 40.

Γιατί:

Κάθε απόγευμα,
η μέρα σκοτώνει
αργά το φως της
μέχρι η νύχτα να τ’ αποτελειώσει.
Όπως αργά και σταθερά
κρατάς το μαχαίρι στο λαιμό του ζώου
μέχρι να ξεψυχήσει 41.

    Στην  ΜΕΛΕΤΗ του ΧΩΡΟΥ πάλι ο αναγνώστης μοιράζεται τον φόβο του εφιάλτη με τον ποιητή, όταν τον ακούει να ψιθυρίζει πως τη νύχτα, αυτήν την “κούφια πλευρά της μέρας” 42:

τα αντικείμενα απορροφούν το σκοτάδι
όπως οι γάζες το αίμα 43.

    Η συλλογή ολοκληρώνεται με τέσσερα πεζά ποιήματα (στις σελ. 51-57) που κι αυτά αριθμούνται από τον δημιουργό τους χωρίς τίτλο. Το πρώτο από αυτά είναι νομίζω χαρακτηριστικό της ποιητικής αισθητικής του Βαγγέλη Λουλαδάκη:

Έβρεχε πολύ εκείνη τη νύχτα. Ξαφνικά έγινε διακοπή ρεύματος. Ανάψαμε κάποια παλιά κεριά και μαζευτήκαμε όλοι στο υπνοδωμάτιο. Έκανε πολύ κρύο έξω κι εμείς τυλιγμένοι στις κουβέρτες περιμέναμε να έρθει το φως. Τότε θυμάμαι καλά τη μάνα μου που μας έλεγε ιστορίες –πόσο δύσκολα πέρασε τα παιδικά της χρόνια, μα πόσο νοσταλγικά τα επιζητούσε πίσω. Ύστερα πάλι ήρθε το φως απότομα και όλα γύρισαν πάλι στην αρχική τους θέση 44.

    Το συμπέρασμα που προκύπτει διαβάζοντας τα ποιήματα  του Βαγγέλη είναι πως στην πρώτη ποιητική του απόπειρα κινήθηκε σε γενικές γραμμές στο ίδιο ύφος που αναδίδει και η παρούσα συλλογή Εκτός. Χώροι που από κοινού υπέγραψαν με την Αργυρώ.
    Οι ομοιότητες στην ποίησή τους είναι πολλές, αφού, όπως έγραψε και ο Νίκος Χουρδάκης, γενεαλογικά… τα δυο αδέλφια, ανήκουν οργανικά στη λεγόμενη «γενιά του ’90» ή αλλιώς: «σε μια αθέατη γενιά», σύμφωνα με τον οξυδερκή χαρακτηρισμό της Αγγελικής Κωσταβάρα… Τα χαρακτηριστικά της γενιάς… είναι: η νοσταλγία για την ολότητα και η μετα-ρομαντική αίσθηση, ο ελλειπτικός λόγος και το ασύμπτωτο της ποιητικής εικόνας, ο εγκιβωτισμός του φόβου σαν βραδυφλεγής εκρηκτικός μηχανισμός και ο απελευθερωτικός ρόλος της ποίηση και το σημαντικότερο, ίσως, ότι η θέα αυτής της, κατά τα άλλα αθέατης γενιάς, είναι προς τον κόσμο 45. Σχεδόν όλα αυτά τα χαρακτηριστικά ενυπάρχουν στο έργο των αδελφών Λουλαδάκη.
Δημήτρης Δαμασκηνός 
Σημειώσεις- Παραπομπές
1. Αργυρώ Λουλαδάκη, “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, φωτογραφία εξώφυλλου: Λουλαδάκης Βαγγέλης, εκδόσεις Bookstars-Γιωγγαράς, Ρέθυμνο 1997, σελ. 91.
2. Βλ. το ποίημα “Μένουν μόνο τα τελειώματα…”, από την ποιητική συλλογή “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, ο.π., σελ. 28, αλλά και το “Ανάστροφα” στη σελίδα 56.
3. Βλ. το ποίημα “Βρασμένο νερό”, από την ποιητική συλλογή “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, ο.π., σελ. 29.
4. Αργυρώ Λουλαδάκη, “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, ο.π., σελ. 14.
5. Βλ. ποίημα “Μέρες” της Αργυρώς Λουλαδάκη, από την ποιητική συλλογή “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, ο.π., σελ. 72. Το ίδιο ακριβώς ποίημα, χωρίς ωστόσο τίτλο, αριθμημένο ως [14], περιλαμβάνεται και στη δεύτερη ποιητική συλλογή της Αργυρώς Λουλαδάκη “Κάποια ποιήματα”, εκδόσεις Bookstars-Γιωγγαράς, Χανιά 2013, σελ. 22.
6. Βλ. ποίημα “Ζέστα” της Αργυρώς Λουλαδάκη, από την ποιητική συλλογή “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, ο.π., σελ. 52.
7. Βλ. ποίημα “Στον επόμενο τόνο” της Αργυρώς Λουλαδάκη, από την ποιητική συλλογή “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, ο.π., σελ. 76.
8. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [71], στην ποιητική συλλογή: “Κάποια ποιήματα”, εκδόσεις Bookstars-Γιωγγαράς, Χανιά 2013, σελ. 79.
9. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, “Κάποια ποιήματα”, εκδόσεις Bookstars-Γιωγγαράς, Χανιά 2013, σελ. 150.
10. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [20], ο.π., σελ. 28.
11. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [53], ο.π., σελ. 61.
12. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [72], ο.π., σελ. 80.
13. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [65], ο.π., σελ. 73.
14. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [59], ο.π., σελ. 67.
15. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [12], ο.π., σελ. 20.
16. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [79], ο.π., σελ. 80.
17. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [77], ο.π., σελ. 85.
18. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [79], ο.π., σελ. 80.
19. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [79], ο.π., σελ. 87.
20. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [12], ο.π., σελ. 20.
21. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [1], σελ. 09.
22. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [57], ο.π., σελ. 65.
23. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [47], ο.π., σελ. 44.
24. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [30], ο.π., σελ. 38.
25. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [5], ο.π., σελ. 13.
26. Γράφει η Σούτρα της καρδιάς ανάμεσα στ’ άλλα και τα παρακάτω:
[…] Ω Σαριπούτρα, γράφει η Σούτρα της καρδιάς,
τα φαινόμενα δεν διαφέρουν από την κενότητα,
η κενότητα δεν διαφέρει από τα φαινόμενα,
η μορφή είναι κενή, η κενότητα είναι μορφή.
27. Βασισμένος στη Μεγάλη Σοφία που οδηγεί στο επέκεινα, ο Μποντισάτβα είναι ατρόμητος.
Η ψευδαίσθηση και η προσκόλληση καταρρέουν
και αυτός συλλαμβάνει τον απόλυτο στόχο της ύπαρξης, τη Νιρβάνα.
Όλοι οι Βούδες του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος,
μέσα από το ασύγκριτο, απαράμιλλο και αυθεντικό μάντρα της Μεγάλης Σοφίας,
μπορούν να αποκτήσουν την υπέρτατη σοφία που μας απελευθερώνει από τη δυστυχία.
Καθώς μας γλιτώνει από όλη τη δυστυχία,
μας επιτρέπει να δούμε την αλήθεια, την πραγματική κενότητα.
 (Πήγαινε, πήγαινε, πήγαινε στο επέκεινα, ακόμη πιο πέρα, στην ακτή της Φώτισης).
28. Αυτό συμβαίνει στα ποιήματα [1], [2], [3], [4], [7], [9], [11], [12], [13], [14], [15], [18], [20], [22], [23], [24], [25], [26], [27], [32], [33], [36] και [39], δηλαδή στα 23 από τα 43 ποιήματα αυτού του δεύτερου μέρους.
29. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, Ποιήματα (2011-2012) [11], στην ποιητική συλλογή: “Κάποια ποιήματα”, ο.π., σελ. 115.
30. Βλ. τη δήλωση του Δημήτρη Δαμασκηνού, φιλόλογου και συγγραφέα στο άρθρο του Γιώργου Δρακάκη, Παρουσίαση ποιητικής συλλογής στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Χανίων, εφημερίδα Χανιώτικα Νέα, Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017. Άλλωστε στο ίδιο άρθρο ο  ψυχολόγος – ποιητής, Νίκος Χουρδάκης χαρακτήρισε τη συλλογή ως ένα πολύ ξεχωριστό γεγονός όχι μόνο για τον τόπο μας αλλά και γενικότερα για τη χώρα μας.
«Μπορεί να ακουστεί αυτό υπερφίαλο στις καταστάσεις που ζούμε, αλλά δεν είναι συνηθισμένο δύο αδέλφια να υπογράφουν μία ποιητική συλλογή παρότι έχουμε και στο παρελθόν περιπτώσεις αδελφών που γράφουνε ποίηση. Ένα κλασικό παράδειγμα είναι ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης και η Ζωή Καρέλλη. Ποτέ όμως δεν υπέγραψαν μία συλλογή μαζί. Εδώ έχουμε κάτι πιθανόν πρωτοφανές. Δύο αδέλφια να υπογράφουν μία συλλογή και μάλιστα με τόσο σημαντικά αποτελέσματα», είπε.
31. Το ποίημα ΙΧ της Αργυρώς Λουλαδάκη μάλλον ολοκληρώνεται στις σελίδα 29. Αυτή  η αμφιβολία ακολουθεί τον αναγνώστη, μιας και δεν υπάρχει σαφής τυπογραφική ένδειξη για τη μετάβαση στην επόμενη ενότητα με τον τίτλο Κενού σιωπή, γεγονός που φαίνεται να υπήρξε συνειδητή επιλογή της Αργυρώς.
32. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, Εκτός. Χώροι, επιμέλεια: Αγγελική Ασπρογέρακα-Γρίβα, Κώστας Κρεμμύδας, σειρά: ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ, εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα, Δεκέμβριος 2016, σελ. 22-25.
33. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 6 από τα ποιήματα 1 – 31 στην ποιητική συλλογή Εκτός. Χώροι, ο.π., σελ. 82.
34. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 24 από τα ποιήματα 1 – 31 στην ποιητική συλλογή Εκτός. Χώροι, ο.π., σελ. 100.
35. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 3 από τα Δεκατρία ποιήματα για τη νύχτα στην ποιητική συλλογή Εκτός. Χώροι, ο.π., σελ. 113.
36. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 7 σ από τα ποιήματα 1 – 31 την ποιητική συλλογή Εκτός. Χώροι, ο.π., σελ. 83.
37. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 6 από τα Δεκατρία ποιήματα για τη νύχτα στην ποιητική συλλογή Εκτός. Χώροι, ο.π., σελ. 116.
38. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, Μικρές μελέτες, εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2010, σελ. 59.
39. Βλ. Γιάννης Κάκανος, “Μικρές μελέτες” ποιητικής γραφής. Από τον Βαγγέλη Λουλαδάκη, εφημερίδα Χανιώτικα Νέα, Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2016.
40. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 1 από τη Μελέτη Φωτός στη συλλογή: Μικρές μελέτες, ο.π., σελ. 9.
41. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 6 από τη Μελέτη Φωτός στη συλλογή: Μικρές μελέτες, ο.π., σελ. 12.
42. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 4 από τη Μελέτη Χώρου στη συλλογή: Μικρές μελέτες, ο.π., σελ. 23.
43. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 34 από τη Μελέτη Χώρου στη συλλογή: Μικρές μελέτες, ο.π., σελ. 38.
44. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 1 από τα Τέσσερα πεζά ποιήματα, στη συλλογή: Μικρές μελέτες, ο.π., σελ. 53.
45. Αγγελική Κωσταβάρα, «Η γεωμετρία μιας αθέατης γενιάς» στο: Η γεωμετρία μιας αθέατης γενιάς. Ανθολογία ποίησης της γενιάς του ’90, εκδόσεις Μανδραγόρας, 2002, σελ. 11-21.