Η ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη, του Δημήτρη Δαμασκηνού

Η ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη – Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας

Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ραδάμανθυς

Συγγραφέας: Δημήτρης Δαμασκηνός 

Επιμέλεια: Χρήστος Τσαντής.

Σχεδιασμός εξωφύλλου και μακέτα: Βασίλης Πιτσώνης-SCRIPTA
 
500 σελίδες, Διαστάσεις 15 Χ 23, Με φωτογραφικά ντοκουμέντα
ISBN 978-618-82572-8-3
«Το βιβλίο του Δ. Δαμασκηνού, αποτέλεσμα χρόνιας ιστορικής και λογοτεχνικής έρευνας, περιγράφει τη ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη: ο άνθρωπος, ο δημιουργός, ο φιλόσοφος, ο πολιτικός, ο δεσμώτης, ο πρόσφυγας. Η διαδρομή του, ένα ταξίδι πάνω από την άβυσσο, γίνεται ο καμβάς όπου πάνω του αποτυπώθηκαν οι εικόνες μεγαλείου, αλλά και τραγωδίας, ενός ολόκληρου λαού»,Χρήστος Τσαντής.
«Μια φορά, σ’ ένα απ’ τα απρόσμενα πετάγματά του (ενν. του Νίκου Καζαντζάκη) από την Αίγινα, του διηγήθηκα σε πόσο φοβερή αμηχανία μ’ έφερε μια γραία Κρητικιά. Ρώτησε μπροστά μου το γιο της «ίντα δουλειά κάνει ετούτο το κοπέλι;»

Κι ο γιος της τα χρειάστηκε.    -Μα ήτανε κουζουλός, ρώτησε ο Καζαντζάκης; Έπρεπε να της πει καθαρά το επάγγελμά σου.     -Της τόπε. Μα δεν κατάλαβε.

    -Θα της είπε φαίνεται «Συγγραφέας» ε; Πώς να καταλάβει μωρέ;

    -Και τι έπρεπε να της πει;

    -Το επάγγελμά σου. Παραμυθάς!».

(Μενέλαος Λουντέμης, Ο ΛΥΡΑΡΗΣ (Μ. Μαλακάσης), εκδόσεις Δωρικός, έκδοση 4η, Αθήνα 1977, σελ. 248-249).

Ο Δημήτρης Δαμασκηνός γεννήθηκε στη Χαλκίδα το 1966. Είναι απόφοιτος του Ιστορικού-Αρχαιολογικού Τμήματος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ). Υπήρξε μέλος της σύνταξης του περιοδικού Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης (2003-2007), ενώ το 2005-2007 ήταν μέλος του Δ.Σ. του Κέντρου Μελέτης και Τεκμηρίωσης (ΚΕ.ΜΕ.ΤΕ.) της Ο.Λ.Μ.Ε. Είναι μέλος της εθελοντικής συλλογικότητας Οι Φίλοι των Γραμμάτων και των Τεχνών, με έδρα τα Χανιά. Άρθρα του φιλοξενούνται συχνά σε εφημερίδες, σε λογοτεχνικά και επιστημονικά περιοδικά, αλλά και στο διαδίκτυο. Εργάζεται ως φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.
   Άλλα βιβλία του Δημήτρη Δαμασκηνού είναι:
   -Το γλωσσικό ζήτημα κατά την περίοδο της πνευματικής αναγέννησης του νέου ελληνισμού 1774-1821. Εκδόσεις επίκεντρο, 2008.
   -Δημοσθένης: Η ζωή και το έργο του. Εκδόσεις Σαββάλας, 2006.
   -Από τον Προμηθέα στο Σίσυφο. Η Τεχνική Επαγγελματική Εκπαίδευση στην Ελλάδα. Ιδιωτική έκδοση, 1987.
«[…] Ο Λουντέμης είναι πια νεκρός από τις 22 Ιανουαρίου 1977 και μαζί του και μια εποχή της πεζογραφίας μας γεμάτη λυρική διάθεση, αγωνιστική έξαρση και ρομαντισμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι η γυμνασιακή γενιά πολλών περιόδων της μεταπολεμικής ζωής μας, θήτευσε με πάθος στα βιβλία του Λουντέμη. Είναι η γενιά που αγαπά τους αγώνες, τα μεγάλα αισθήματα, τον πλούσιο λυρισμό στη φράση, τον ουμανιστικό μύθο, όπου ο άνθρωπος αποτελεί το μέτρο των πάντων και ο έρωτας το απόσταγμα της ζωής. Ο νεκρός συγγραφέας πρόσφερε αφειδώλευτα τον οβολό του στα νεανικά σκιρτήματα της ψυχής και δεν είναι μικρό πράγμα να σ’ αγαπά η γενιά εκείνη που μόλις κάνει τα πρώτα θαμπωτικά της βήματα στο πανηγύρι της ζωής».
Τάσος Βουρνάς

Για παραγγελίες του βιβλίου επικοινωνήστε στο 6983 091058

Για περισσότερες πληροφορίες: http://wp.me/p3dYt5-5aT

Αναδημοσίευση από τον Αγώνα της Κρήτης

Save

Save

Save




Μικρό χρονολόγιο για την ποίηση της Αργυρώς και του Βαγ. Λουλαδάκη, του Δημήτρη Δαμασκηνού

Δημήτρης Δαμασκηνός | Μικρό χρονολόγιο για την ποίηση της Αργυρώς και του Βαγγέλη Λουλαδάκη

    Η Aργυρώ Λουλαδάκη γεννήθηκε το 1973 και κατοικεί στα Χανιά της Κρήτης. Είναι απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης. Έχοντας ήδη κάνει τρεις κύκλους μεταπτυχιακών σπουδών που αφορούν στη Νεοελληνική Λογοτεχνία του 19ου αιώνα και τις Επιστήμες της Εκπαίδευσης, εργάζεται ως καθηγήτρια-φιλόλογος στο Μουσικό Γυμνάσιο Χανίων. Εκτός από την πιο πρόσφατη ποιητική της απόπειρα έχει ήδη εκδώσει δύο ακόμα ποιητικές συλλογές.
    Η πρώτη επιγράφεται “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, και εκδόθηκε στο Ρέθυμνο το 1997 1: Όπως αναφέρει στο οπισθόφυλλο της έκδοσης η Αργυρώ: “Το μεγαλύτερο μέρος των ποιημάτων που περιλαμβάνονται στην παρούσα συλλογή γράφτηκαν κατά τη διάρκεια των φοιτητικών μου χρόνων στο Ρέθυμνο.”
    Αυτή η πρώτη ποιητική της δοκιμή περιέχει  αρκετά αξιόλογα ποιήματα. Η ποιήτρια επέλεξε τότε -σποραδικά έστω και ως παιγνιώδη παράβαση- να υιοθετήσει μια υποψία ομοιοκαταληξίας 2 που θα εγκαταλείψει στη συνέχεια γράφοντας μόνο σε ελεύθερο στίχο. Μερικές παρομοιώσεις της επιπρόσθετα φαίνεται να έχουν αντληθεί “μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου”, στην προσπάθεια της να πειραματιστεί στη σύνταξη της ιδιαίτερης δικής της ποιητικής ιδιολέκτου ιχνηλατώντας διαύλους επικοινωνίας με τον αναγνώστη. Κάτι τέτοιο συμβαίνει, για παράδειγμα, στο ποίημα “Βρασμένο νερό”, όπου ο θάνατος, αθόρυβος και ευέλικτος:
όλα τα κάνει αόρατα,
όπως τα απορρυπαντικά γενικής χρήσης
απομακρύνει λεκέδες, στίματα, μυρωδιές…
     Το θέμα του θανάτου επανέρχεται στην ποίησή της και πάλι. Από την πρώτη ενότητα που τιτλοφορείται “ΠΑΡ-Ακμή”, η οποία περιέχει ποιήματα γραμμένα ανάμεσα στο 1992-1995, οι “Φωτιές”, για παράδειγμα, αποτυπώνουν έναν μετα-ρομαντικό, γι’ αυτό χαμηλόφωνο, σχεδόν υποδόριο συγκλονισμό μπρος στο αναπόφευκτο του θανάτου, αφού, όπως εκμυστηρεύτηκε στον γράφοντα η ίδια η Αργυρώ, το ποίημα το συνέθεσε όταν πληροφορήθηκε τα “κακά μαντάτα” για το προδιαγεγραμμένο τέλος ενός πολύ αγαπημένου της συγγενικού προσώπου.
“Φωτιές”

Γέμισαν τα σοκάκια φωτιές∙
θα ξεφαντώνουν τα ξωτικά.

Κι η νύχτα θα γελάει στα κρεβάτια
Ντυμένη προβιές ζώου και φωνές,

Και θα φτάνει η ματιά σου ίσαμε μένα
Σαν απλωμένο χέρι στο κατάρτι.

Γέμισα, γέμισες, γέμισε
Γεμίσαμε, γεμίσατε, γέμισαν φωτιές.

Το ποίημα αυτό, αν και είναι αρκετά πρώιμο, γραμμένο το Νοέμβριο του 1994 4, εμπεριέχει, ωστόσο, στοιχεία του προσωπικού -τότε- ύφους της Αργυρώς, ιδιαίτερα τον υπαινικτικό  εικονοπλαστικό της λόγο που επιτρέπει στον αναγνώστη να κάνει τους δικούς του συνειρμούς, εξίσου θεμιτούς με τις προθέσεις της ποιήτριας που το έγραψε: κάποιος, διαβάζοντας το, θα μπορούσε π.χ. να υποθέσει πως αποτυπώνει ένα αυθεντικό  ερωτικό συναίσθημα που φτάνει στην κορύφωση του με τους φλεγόμενους εραστές, ίσως μια κάποια δωδεκάτη  σαιξπηρική νύχτα, να συμμετέχουν σε μια καρναβαλική -σχεδόν- μέθεξη της φύσης και των σωμάτων. Η απόκλιση στη νοηματοδότηση του περιεχομένου μπορεί αφενός να οφείλεται στην αδυναμία της νεαρής -τότε- ποιήτριας να τιθασεύσει την έκφραση της ορίζοντας με σαφήνεια έναν ορίζοντα προσδοκιών από το ποίημα στον αναγνώστη κατά τη διαδικασία της ανάγνωσης, μπορεί αφετέρου να υπήρξε, όμως, και συνειδητή της επιλογή, επιτρέποντας μ’ αυτόν τον τρόπο να γίνει ο αναγνώστης συν-δημιουργός του νοήματος σ’ ένα πιο ρευστό πλαίσιο συνειρμών και συμβολικών αναπαραστάσεων.
    Από τις δύο πιθανές ερμηνείες, ωστόσο, ας συγκρατήσει κανείς πιο πολύ τη βίωση της εμπειρίας του θανάτου, γιατί η ποίηση της Αργυρώς, αν και αναγνωρίζει βέβαια την επίδραση του ερωτικού συναισθήματος, δεν είναι -εντούτοις- ηδονιστική: ο έρωτας μοιάζει μάλλον σαν τις μέρες που ρίχνουν “τα απροσδόκητα φώτα στη ρίζα των ονείρων μας” 5, ενώ η ζωή είναι “μια μπάλα που ‘φυγε απ’  τα χέρια των παιδιών κι έρχεται ως τα πόδια σου και τ’ ακουμπά” 6. “Στον επόμενο τόνο”, όμως:
Το φως
σε τρώει όπως η θάλασσα το βράχο
γεμάτη κουφάλες
ν’ αντηχά το σπασμένο κύμα
στα σωθικά σου.
υπογραμμίζοντας στη ροή του χρόνου τη φθαρτότητα της ύπαρξης 7.

   Στην πρώτη της αυτή συλλογή διακρίνεται με ευκρίνεια το ύφος που μετέπειτα θα καλλιεργήσει στην ποίησή της: οι θρυμματισμένες εμπειρίες, τα συναισθήματα και οι εικόνες, αυτά “τ’ απομεινάρια από την αγωνία της ημέρας και τις σιωπές της νύχτας” που καταθέτει στον αναγνώστη συγκροτούν μια αντιηρωική ποιητική αποτύπωση χωρίς λυρικές μεγαλοστομίες, η οποία -αν και η ματιά της είναι στραμμένη στη θέαση αυτού του κόσμου- ασφαλώς δεν επιχειρεί να “κοινωνήσει” με τον λεγόμενο “ρεαλισμό” και τα καλλιτεχνικά ρεύματα που εμπνεύστηκαν από αυτόν ή έστω ενσωμάτωσαν κάποια στοιχεία του.
    Ασφαλώς δεν παραπέμπει σ’ ένα σύστημα συμβολικών αξιών που θα μπορούσε να οριστεί ως υψηλό, αξίες που όριζαν παλιότερα κοινωνικές και πολιτικές πρακτικές βρίσκοντας συχνά την αποτύπωσή τους στην ποίηση του αιώνα που μας πέρασε (βλ. π.χ. την αντιστασιακή ποίηση ιδιαίτερα της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς).  Αντίθετα η ποίηση της Αργυρώς παραπέμπει στον μοντερνισμό και τα καλλιτεχνικά ρεύματα που ενέπνευσε, αποτελεί συνεπώς σπουδή -τόσο για τον ποιητή όσο και για τον αναγνώστη- της βιωμένης υποκειμενικότητας των καθημερινών στιγμών που καταγράφονται σ’ έναν χώρο. Είναι συνεπώς μια ποίηση εσωτερική, σχεδόν εξομολογητική, ποίηση ειλικρινής στη τόλμη της ν’ απέχει συνειδητά (;) από το αιώνιο θέμα της εξουσίας, ωστόσο ενδιαφέρουσα και ιδιαίτερη στην επιλογή χαμηλών -κατά βάση- τόνων έκφρασης και την αποφυγή της ρητορικής μεγαλοστομίας.

Κι ο θάνατος
μια ελλειπτική τροχιά
μια ρόδα που γυρίζει
στο κενό 8.

θα γράψει στη δεύτερη ποιητική της συλλογή με τίτλο: “Κάποια ποιήματα” 9. Εκδόθηκε στα Χανιά το 2013 και αποτελείται από δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος που επιγράφεται στιγμές περιλαμβάνονται ποιήματα γραμμένα έως το 2008.
    Σ’ αυτά συνεχίζει το παιχνίδι των αντιθέσεων: το φως, η σκιά και το σκοτάδι, η νύχτα και η μέρα, η απουσία και το κενό, η ζωή και ο θάνατος συνθέτουν μερικούς αντιφατικούς πόλους χρωματισμένους από το άσπρο στις “διαχωριστικές γραμμές” 10 των λεωφόρων και στους λευκούς τοίχους 11, από το “μαύρο χαρτί” της νύχτας 12 μα και από το κίτρινο του φεγγαριού  που τη νικούσε 13, από το κόκκινο των λουλουδιών 14 και του αίματος 15, από το μπλε -τέλος- που “περίσσευε απ’ τη θάλασσα” 16. Ένα πλήθος ταπεινών καθημερινών αντικειμένων φωτίζονται, ακινητούν στις λιγοστές παρομοιώσεις της ή “αφήνουν το μελανό αποτύπωμά τους στον τοίχο” 17, όπως τα κάδρα τη νύχτα.
     Σ’ αυτές τις ολιγόστιχες και λιτές ποιητικές καταγραφές που φέρουν, ωστόσο, όλα τα χρώματα και τ’ αντικείμενά τους, η Αργυρώ συνθέτει -πράγματι- στιγμές σ’ ένα διαθλασμένο από την ανθρώπινη εμπειρία χωρικό συνεχές, στο οποίο οι μορφές μεταβάλλονται αέναα, τα περιγράμματα, τα νοήματα και τα συναισθήματα μεταπλάθονται αδιάκοπα, μ’ έναν πιο ασυνεχή όμως και πιο κατηγορηματικό τρόπο, αφού ο χρόνος:

…άλλο ένα κουβάρι
παρατημένο στη γωνία
με χαμένη την άκρη του
απροσδιόριστη την αρχή του
χωμένη στην παραλληλία,
τη διάζευξη, τεμνόμενη
από αλλεπάλληλες σειρές-κλωστές
γεγονότων όλων ταυτόχρονα
ισχυόντων∙ στην κοίλη-καμπύλη
επιφάνειά του, στην κυλιόμενη τροχιά του. 18

καταντά μια παγίδα:

 σαν εκείνες τις κορδέλες
αλειμμένες με κάτι σα μέλι
για τις μύγες
στα παλιά καφενεία· 19
    που κολλάει πάνω του κανείς βυζαίνοντας λαίμαργα τη γλύκα των ωρών του ώσπου να πεθάνει ή:
σαν τις σταγόνες το αίμα
στο χώμα που φανερώνουν
την πορεία του σκοτωμένου 20.
    Σ’ αυτό το ποιητικό σύμπαν της Αργυρώς τα ποιήματα της μοιάζουν με “εκκενώσεις ηλεκτρικές” 21, και οι στίχοι που μέσα τους αναπνέει είναι τα αιμοφόρα αγγεία που τρέφουν την ύπαρξή της 22. Αυτοί οι στίχοι της τρυπούν τη μέρα ανοίγοντας σήραγγες στο κορμί:
…διόδους μυστικούς για να χωρέσουν
ήχοι καινούριοι, κύματα, πνοές…. 23.
την ώρα που η ποιήτρια πατάει:

…πάνω στη σιωπή
προσεχτικά μη σπάσει
κι απλωθούν παντού
τα κομμάτια της
κομμάτια κοφτερά
σαν από γυαλί 24.

και μόνο η θάλασσα μοιάζει σάρκα από:

σώμα υγρό που πάλλεται
ηδονικά στο άγγιγμα του ήλιου 25.

     Στο δεύτερο μέρος που έχει τίτλο της σκιάς… και του φωτός… περιλαμβάνονται ποιήματα γραμμένα το 2011-2012. Η   Αργυρώ σ’ αυτό το μέρος προτάσσει στα [Σπαράγματα στίχων] μια διάσημη βουδιστική γραφή, την παρακάτω: (Formisemptinessandemptinessisform = Η μορφή είναι κενή και η κενότητα είναι μορφή) 26.
    Αυτή η φράση παρμένη από τη Σούτρα της καρδιάς υποδεικνύει πως η έννοια της κενότητας αποτελεί σημαντικό εργαλείο και οδηγό για την άσκηση του διαλογισμού, αφού:

τα πάντα είναι κενότητα.
Δεν υπάρχουν γέννηση, θάνατος,
αγνότητα, σπίλωση,
αύξηση, μείωση.
Για αυτό στην κενότητα δεν υπάρχουν η μορφή, οι σπιλώσεις,
μάτια, αυτιά, μύτη, γλώσσα, σώμα, νους.
Δεν υπάρχει χρώμα, ούτε ήχος, οσμή, γεύση, αφή, σκέψη.
Δεν υπάρχει νόηση, ούτε άγνοια, ψευδαίσθηση ή παύση των ψευδαισθήσεων.
Δεν υπάρχει φθορά, ούτε θάνατος, ούτε τέλος στη φθορά και τον θάνατο.
Δεν υπάρχει γνώση, ούτε κέρδος, ούτε απώλεια. 

   Με την κατάκτηση αυτής της υπέρτατης σοφίας που απελευθερώνει από τη δυστυχία, η ψευδαίσθηση και η προσκόλληση καταρρέουν και ο άνθρωπος μπορεί να δει την αλήθεια, την πραγματική κενότητα και να συλλάβει τον απόλυτο νόμο της ύπαρξης, τη Νιρβάνα 27.
    Επιστρέφοντας στην ποιητική ενότητα στιγμές, ας ειπωθεί για την ποιήτρια πως χρησιμοποιεί έκφραση ακόμα πιο ελλειπτική, από την οποία συχνά απουσιάζει το ρήμα 28, δηλαδή δεν εκδηλώνεται η ενέργεια, συνεπώς συναιρείται και ο χρόνος, ακόμα και σ’ αυτά που τον προϋποθέτουν για να υπάρξουν όπως στο ποίημα:

[11]

Νύχτα
στα σεντόνια οι λέξεις
ξέσκεπες
στην ισορροπία του σκοταδιού.

Σχήμα κορμιού
ξεχασμένο στο μαξιλάρι… 29

    Τέλος η παρούσα ποιητική συλλογή: “Εκτός. Χώροι”, της Αργυρώς και του Βαγγέλη Λουλαδάκη  είναι “μία σημαντική ποιητική απόπειρα και πραγμάτωση δύο νέων Χανιωτών ποιητών που αξίζει να προσεχθούν από το φιλότεχνο κοινό γιατί έχουν πολλά να προσφέρουν στην ποίηση του τόπου μας και ευρύτερα” 30.
    Η συλλογή κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2016, τυπωμένη από τις εκδόσεις Μανδραγόρας. Την προσεγμένη έκδοση επιμελήθηκαν η Αγγελική Ασπρογέρακα – Γρίβα και ο Κώστας Κρεμμύδας, ποιητής ο ίδιος και εκδότης του ομώνυμου περιοδικού Μανδραγόρας.
    Η συνεισφορά της Αργυρώς σ’ αυτή την κοινή ποιητική προσπάθεια των δύο αδελφών περιλαμβάνεται στις σελίδες 9-73 διαρθρωμένη στις ενότητες:
I – IX,
Κενού σιωπή,
(Γιατί;) & Άτιτλα ποιήματα

     Γράφει η Αργυρώ στο ποίημα της ΙΧ στις σελίδες 22-25 31 από την πιο πρόσφατη ποιητική της απόπειρα:
Το καλοκαίρι αργό
στην επανάληψη του δρόμου
στην ένταση της κίνησης των αμαξιών.

Ο χώρος
αφήνει τα δωμάτια
κενά…

“Τούτο το σπίτι μυρίζει θάνατο”, μου είπε. “Οι κουρτίνες, τα πατώματα, οι καρέκλες, οι καρέκλες έχουν την οσμή του θανάτου”. “Την οσμή του αίματος”, συμπλήρωσα εγώ.

Το σπίτι
σχηματίζει
τη σιωπή.

Το σπίτι
αγγίζει τη σιωπή
όπως τα χέρια το άψυχο σώμα.

Απόψε το φεγγάρι
έκαψε τον ουρανό

κι η νύχτα
άστρο π’ αναζητά
την τροχιά του…

Κι η νύχτα
να επαναλαμβάνεται
στο μαξιλάρι μου
όπως η βροχή στα σύννεφα·

κίνηση αδιάκοπη
στην απόσταση
του χρόνου… 32


    Ο Βαγγέλης Λουλαδάκης, από την άλλη πλευρά, ο αδελφός της, στις σελίδες του βιβλίου 75-123 υπογράφει τη συνέχεια με τα: 1 – 31 & 13 ποιήματα για τη νύχτα με μια γραφή που όχι απλά παρουσιάζει ομοιότητες μ’ αυτήν της Αργυρώς, μα  παραπέμπει σε μια κοινή αισθητική και μια ταυτόσημη βίωση του ποιητικού φαινομένου. Γράφει για παράδειγμα στο ποίημα 6:
6

Το πάτωμα
πεταμένο σχήμα,
σπασμένη συμμετρία
κάτω απ’ το τραπέζι 33.

σε μια κουζίνα που σκορπίζει όταν πέφτει ένα ποτήρι 34. Μα και στα Δεκατρία ποιήματα για τη νύχτα εκμυστηρεύεται στον αναγνώστη πως:

Τη νύχτα, τα δωμάτια
εγκαταλείπουν το πάτωμα
κάτω απ’ το σπίτι.
Μένει μόνο το περίγραμμα
του χώρου,
κουφάρι νεκρού ζώου 35.

    Σε άλλα ποιήματά του αρέσκεται να χρησιμοποιεί στα σχεδόν φωτογραφικά του ενσταντανέ έναν τρόπο γραφής κρυπτικό, ασύντακτο, ασυνεχή, θραυσματικό εντέλει (προ)καλώντας τον αναγνώστη να εγκαταλείψει την προσφιλή του συνήθεια των έτοιμων απαντήσεων, προτρέποντας τον να γίνει ενεργός συμμέτοχος στο ποιητικό γίγνεσθαι, για να (συν)οικοδομήσουν μαζί το νόημα στη μετέωρη φράση, όπως π.χ. στο ποίημα 7, όταν γράφει:
Το κύμα έσπασε φορτηγό στην ακτή 36.
    Αυτή η ποιητική φράση έχει το νόημα πως: Το κύμα έσπασε (πάνω σ’ ένα) φορτηγό (που βρισκόταν) στην ακτήή πως:Το κύμα έσπασε (όπως σπάει ένα) φορτηγό (πέφτοντας/προσκρούοντας) στην ακτή;
    Πολλές ακόμα υποθέσεις μπορεί ο αναγνώστης να κάνει. Θεμιτό νόημα, φυσικά, δεν υπάρχει. Ο καθένας από εμάς θα γίνει συνδημιουργός του συμπληρώνοντας, αποκαθιστώντας και ερμηνεύοντας με τον δικό του τρόπο την τραυματισμένη φράση με το να συγκολλήσει λιγότερο ή περισσότερο προσεκτικά τις λέξεις με άλλη διάταξη και συντακτική συνάφεια, όπως τα κομμάτια ενός παζλ ή ενός σπασμένου καθρέφτη, κίνηση που θα του επιτρέψει να κοιτάξει βαθύτερα μέσα στον ψυχισμό του.
    Αυτή η απόπειρα για μια νέα ποιητική γραφή δε σημαίνει πως ο Βαγγέλης Λουλαδάκης δεν ξέρει να χειρίζεται τα εργαλεία της τέχνης του. Το κάθε άλλο συμβαίνει: το έκτο π.χ. από τα Δεκατρία ποιήματα για τη νύχτα αποτελεί έξοχη πραγμάτωση του συνυποδηλωτικού και εικονοπλαστικού λόγου:

Τη νύχτα τα αντικείμενα
μαζεύονται στο φως
όπως το ψάρι στο δόλωμά του.
Ανυποψίαστα λαχταρούν
την εξαπάτησή τους 37.

    Ποιός είναι, όμως, ο Βαγγέλης Λουλαδάκης; Γεννήθηκε το 1977 στα Καμισιανά του νομού Χανίων Κρήτης. Το επάγγελμα του είναι επιπλοποιός, ενώ παράλληλα ασχολείται με τη ζωγραφική και τη φωτογραφία. Οι φωτογραφίες, άλλωστε, της ποιητικής συλλογής: “Εκτός. Χώροι”, και η φωτογραφία του εξώφυλλου είναι δικές του.

Φωτογραφία του Βαγγέλη Λουλαδάκη
στην ποιητική συλλογή: “Εκτός. Χώροι”, σελ. 124.

Έχει εκδώσει το 2010 μια ποιητική συλλογή με τίτλο: “Μικρές μελέτες” 38. Αυτή η πρώτη ποιητική του απόπειρα, που επίσης περιέχει πολύ μικρά ποιήματα, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στα Χανιά τον Φεβρουάριο του 2016.  Ο κ. Σταμάτης Φιλιππίδης, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης ανέφερε τότε μεταξύ άλλων: “Τη λέξη μελέτες τη χρησιμοποιεί με την έννοια της προσήλωσης γιατί μιλάει για αντικείμενα κυρίως. Νομίζω ότι θα ήταν προσφυέστερος ο τίτλος αν ήταν εν ριπή οφθαλμού ή ενσταντανέ δηλαδή στιγμιαία φωτογραφία. Με μια πολύ γρήγορη ματιά προσπαθεί να δει τα πράγματα μ’ ένα διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι συνήθως τα βλέπουμε” 39.

    Αυτή είναι μία εύστοχη παρατήρηση, όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς διαβάζοντας το πρώτο-πρώτο ποίημα της συλλογής, στην οποία προτάσσεται η ενότητα για τη ΜΕΛΕΤΗ του ΦΩΤΟΣ. Γράφει, λοιπόν, ο Βαγγέλης Λουλαδάκης:

1.

Τα καλοκαιρινά απογεύματα.
Που αφήνουν το αίμα τους
πάνω στις κουρτίνες
και συ απρόσεκτος τις ακουμπάς
συμμετέχοντας άθελά σου
στο φόνο 40.

Γιατί:

Κάθε απόγευμα,
η μέρα σκοτώνει
αργά το φως της
μέχρι η νύχτα να τ’ αποτελειώσει.
Όπως αργά και σταθερά
κρατάς το μαχαίρι στο λαιμό του ζώου
μέχρι να ξεψυχήσει 41.

    Στην  ΜΕΛΕΤΗ του ΧΩΡΟΥ πάλι ο αναγνώστης μοιράζεται τον φόβο του εφιάλτη με τον ποιητή, όταν τον ακούει να ψιθυρίζει πως τη νύχτα, αυτήν την “κούφια πλευρά της μέρας” 42:

τα αντικείμενα απορροφούν το σκοτάδι
όπως οι γάζες το αίμα 43.

    Η συλλογή ολοκληρώνεται με τέσσερα πεζά ποιήματα (στις σελ. 51-57) που κι αυτά αριθμούνται από τον δημιουργό τους χωρίς τίτλο. Το πρώτο από αυτά είναι νομίζω χαρακτηριστικό της ποιητικής αισθητικής του Βαγγέλη Λουλαδάκη:

Έβρεχε πολύ εκείνη τη νύχτα. Ξαφνικά έγινε διακοπή ρεύματος. Ανάψαμε κάποια παλιά κεριά και μαζευτήκαμε όλοι στο υπνοδωμάτιο. Έκανε πολύ κρύο έξω κι εμείς τυλιγμένοι στις κουβέρτες περιμέναμε να έρθει το φως. Τότε θυμάμαι καλά τη μάνα μου που μας έλεγε ιστορίες –πόσο δύσκολα πέρασε τα παιδικά της χρόνια, μα πόσο νοσταλγικά τα επιζητούσε πίσω. Ύστερα πάλι ήρθε το φως απότομα και όλα γύρισαν πάλι στην αρχική τους θέση 44.

    Το συμπέρασμα που προκύπτει διαβάζοντας τα ποιήματα  του Βαγγέλη είναι πως στην πρώτη ποιητική του απόπειρα κινήθηκε σε γενικές γραμμές στο ίδιο ύφος που αναδίδει και η παρούσα συλλογή Εκτός. Χώροι που από κοινού υπέγραψαν με την Αργυρώ.
    Οι ομοιότητες στην ποίησή τους είναι πολλές, αφού, όπως έγραψε και ο Νίκος Χουρδάκης, γενεαλογικά… τα δυο αδέλφια, ανήκουν οργανικά στη λεγόμενη «γενιά του ’90» ή αλλιώς: «σε μια αθέατη γενιά», σύμφωνα με τον οξυδερκή χαρακτηρισμό της Αγγελικής Κωσταβάρα… Τα χαρακτηριστικά της γενιάς… είναι: η νοσταλγία για την ολότητα και η μετα-ρομαντική αίσθηση, ο ελλειπτικός λόγος και το ασύμπτωτο της ποιητικής εικόνας, ο εγκιβωτισμός του φόβου σαν βραδυφλεγής εκρηκτικός μηχανισμός και ο απελευθερωτικός ρόλος της ποίηση και το σημαντικότερο, ίσως, ότι η θέα αυτής της, κατά τα άλλα αθέατης γενιάς, είναι προς τον κόσμο 45. Σχεδόν όλα αυτά τα χαρακτηριστικά ενυπάρχουν στο έργο των αδελφών Λουλαδάκη.
Δημήτρης Δαμασκηνός 
Σημειώσεις- Παραπομπές
1. Αργυρώ Λουλαδάκη, “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, φωτογραφία εξώφυλλου: Λουλαδάκης Βαγγέλης, εκδόσεις Bookstars-Γιωγγαράς, Ρέθυμνο 1997, σελ. 91.
2. Βλ. το ποίημα “Μένουν μόνο τα τελειώματα…”, από την ποιητική συλλογή “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, ο.π., σελ. 28, αλλά και το “Ανάστροφα” στη σελίδα 56.
3. Βλ. το ποίημα “Βρασμένο νερό”, από την ποιητική συλλογή “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, ο.π., σελ. 29.
4. Αργυρώ Λουλαδάκη, “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, ο.π., σελ. 14.
5. Βλ. ποίημα “Μέρες” της Αργυρώς Λουλαδάκη, από την ποιητική συλλογή “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, ο.π., σελ. 72. Το ίδιο ακριβώς ποίημα, χωρίς ωστόσο τίτλο, αριθμημένο ως [14], περιλαμβάνεται και στη δεύτερη ποιητική συλλογή της Αργυρώς Λουλαδάκη “Κάποια ποιήματα”, εκδόσεις Bookstars-Γιωγγαράς, Χανιά 2013, σελ. 22.
6. Βλ. ποίημα “Ζέστα” της Αργυρώς Λουλαδάκη, από την ποιητική συλλογή “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, ο.π., σελ. 52.
7. Βλ. ποίημα “Στον επόμενο τόνο” της Αργυρώς Λουλαδάκη, από την ποιητική συλλογή “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, ο.π., σελ. 76.
8. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [71], στην ποιητική συλλογή: “Κάποια ποιήματα”, εκδόσεις Bookstars-Γιωγγαράς, Χανιά 2013, σελ. 79.
9. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, “Κάποια ποιήματα”, εκδόσεις Bookstars-Γιωγγαράς, Χανιά 2013, σελ. 150.
10. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [20], ο.π., σελ. 28.
11. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [53], ο.π., σελ. 61.
12. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [72], ο.π., σελ. 80.
13. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [65], ο.π., σελ. 73.
14. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [59], ο.π., σελ. 67.
15. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [12], ο.π., σελ. 20.
16. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [79], ο.π., σελ. 80.
17. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [77], ο.π., σελ. 85.
18. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [79], ο.π., σελ. 80.
19. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [79], ο.π., σελ. 87.
20. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [12], ο.π., σελ. 20.
21. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [1], σελ. 09.
22. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [57], ο.π., σελ. 65.
23. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [47], ο.π., σελ. 44.
24. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [30], ο.π., σελ. 38.
25. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [5], ο.π., σελ. 13.
26. Γράφει η Σούτρα της καρδιάς ανάμεσα στ’ άλλα και τα παρακάτω:
[…] Ω Σαριπούτρα, γράφει η Σούτρα της καρδιάς,
τα φαινόμενα δεν διαφέρουν από την κενότητα,
η κενότητα δεν διαφέρει από τα φαινόμενα,
η μορφή είναι κενή, η κενότητα είναι μορφή.
27. Βασισμένος στη Μεγάλη Σοφία που οδηγεί στο επέκεινα, ο Μποντισάτβα είναι ατρόμητος.
Η ψευδαίσθηση και η προσκόλληση καταρρέουν
και αυτός συλλαμβάνει τον απόλυτο στόχο της ύπαρξης, τη Νιρβάνα.
Όλοι οι Βούδες του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος,
μέσα από το ασύγκριτο, απαράμιλλο και αυθεντικό μάντρα της Μεγάλης Σοφίας,
μπορούν να αποκτήσουν την υπέρτατη σοφία που μας απελευθερώνει από τη δυστυχία.
Καθώς μας γλιτώνει από όλη τη δυστυχία,
μας επιτρέπει να δούμε την αλήθεια, την πραγματική κενότητα.
 (Πήγαινε, πήγαινε, πήγαινε στο επέκεινα, ακόμη πιο πέρα, στην ακτή της Φώτισης).
28. Αυτό συμβαίνει στα ποιήματα [1], [2], [3], [4], [7], [9], [11], [12], [13], [14], [15], [18], [20], [22], [23], [24], [25], [26], [27], [32], [33], [36] και [39], δηλαδή στα 23 από τα 43 ποιήματα αυτού του δεύτερου μέρους.
29. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, Ποιήματα (2011-2012) [11], στην ποιητική συλλογή: “Κάποια ποιήματα”, ο.π., σελ. 115.
30. Βλ. τη δήλωση του Δημήτρη Δαμασκηνού, φιλόλογου και συγγραφέα στο άρθρο του Γιώργου Δρακάκη, Παρουσίαση ποιητικής συλλογής στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Χανίων, εφημερίδα Χανιώτικα Νέα, Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017. Άλλωστε στο ίδιο άρθρο ο  ψυχολόγος – ποιητής, Νίκος Χουρδάκης χαρακτήρισε τη συλλογή ως ένα πολύ ξεχωριστό γεγονός όχι μόνο για τον τόπο μας αλλά και γενικότερα για τη χώρα μας.
«Μπορεί να ακουστεί αυτό υπερφίαλο στις καταστάσεις που ζούμε, αλλά δεν είναι συνηθισμένο δύο αδέλφια να υπογράφουν μία ποιητική συλλογή παρότι έχουμε και στο παρελθόν περιπτώσεις αδελφών που γράφουνε ποίηση. Ένα κλασικό παράδειγμα είναι ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης και η Ζωή Καρέλλη. Ποτέ όμως δεν υπέγραψαν μία συλλογή μαζί. Εδώ έχουμε κάτι πιθανόν πρωτοφανές. Δύο αδέλφια να υπογράφουν μία συλλογή και μάλιστα με τόσο σημαντικά αποτελέσματα», είπε.
31. Το ποίημα ΙΧ της Αργυρώς Λουλαδάκη μάλλον ολοκληρώνεται στις σελίδα 29. Αυτή  η αμφιβολία ακολουθεί τον αναγνώστη, μιας και δεν υπάρχει σαφής τυπογραφική ένδειξη για τη μετάβαση στην επόμενη ενότητα με τον τίτλο Κενού σιωπή, γεγονός που φαίνεται να υπήρξε συνειδητή επιλογή της Αργυρώς.
32. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, Εκτός. Χώροι, επιμέλεια: Αγγελική Ασπρογέρακα-Γρίβα, Κώστας Κρεμμύδας, σειρά: ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ, εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα, Δεκέμβριος 2016, σελ. 22-25.
33. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 6 από τα ποιήματα 1 – 31 στην ποιητική συλλογή Εκτός. Χώροι, ο.π., σελ. 82.
34. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 24 από τα ποιήματα 1 – 31 στην ποιητική συλλογή Εκτός. Χώροι, ο.π., σελ. 100.
35. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 3 από τα Δεκατρία ποιήματα για τη νύχτα στην ποιητική συλλογή Εκτός. Χώροι, ο.π., σελ. 113.
36. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 7 σ από τα ποιήματα 1 – 31 την ποιητική συλλογή Εκτός. Χώροι, ο.π., σελ. 83.
37. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 6 από τα Δεκατρία ποιήματα για τη νύχτα στην ποιητική συλλογή Εκτός. Χώροι, ο.π., σελ. 116.
38. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, Μικρές μελέτες, εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2010, σελ. 59.
39. Βλ. Γιάννης Κάκανος, “Μικρές μελέτες” ποιητικής γραφής. Από τον Βαγγέλη Λουλαδάκη, εφημερίδα Χανιώτικα Νέα, Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2016.
40. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 1 από τη Μελέτη Φωτός στη συλλογή: Μικρές μελέτες, ο.π., σελ. 9.
41. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 6 από τη Μελέτη Φωτός στη συλλογή: Μικρές μελέτες, ο.π., σελ. 12.
42. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 4 από τη Μελέτη Χώρου στη συλλογή: Μικρές μελέτες, ο.π., σελ. 23.
43. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 34 από τη Μελέτη Χώρου στη συλλογή: Μικρές μελέτες, ο.π., σελ. 38.
44. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 1 από τα Τέσσερα πεζά ποιήματα, στη συλλογή: Μικρές μελέτες, ο.π., σελ. 53.
45. Αγγελική Κωσταβάρα, «Η γεωμετρία μιας αθέατης γενιάς» στο: Η γεωμετρία μιας αθέατης γενιάς. Ανθολογία ποίησης της γενιάς του ’90, εκδόσεις Μανδραγόρας, 2002, σελ. 11-21.



Αργυρώ Λουλαδάκη και Βαγγέλης Λουλαδάκης ΕΚΤΟΣ. ΧΩΡΟΙ, του Νίκου Ι. Χουρδάκη

Αργυρώ Λουλαδάκη και Βαγγέλης Λουλαδάκης ΕΚΤΟΣ. ΧΩΡΟΙ

Η συλλογή της Αργυρώς (1973) και του Βαγγέλη Λουλαδάκη (1977), που εκδόθηκε πρόσφατα από τον Μανδραγόρα, αποτελεί ένα αισθητικό γεγονός άξιο προσοχής όχι μόνο για τα δρώμενα της πόλης μας, αλλά γενικότερα. Δεν είναι π.χ. συνηθισμένο δυο αδέλφια να υπογραφούν μια συλλογή με τέτοια οργανική συνοχή, η οποία αν και δεν εξαφανίζει τις διαφορές, τις συμπλέκει δημιουργώντας ένα επίτευγμα συνόλου.

Δίνω στον όρο αισθητικό γεγονός, όπως καταλαβαίνεται, ένα ευρύτερο περιεχόμενο από τον όρο ποιητικό γεγονός καθώς στη συλλογή υπάρχει μια αλληλοπεριχώρηση γραφής ή γραφών, φωτογραφίας ή φωτογραφιών και τυπογραφικής μορφής. Αλλά υπάρχει και μια διάσταση στη συλλογή προσφοράς και πρόσληψης, με την έννοια που έχει δώσει στο όρο πρόσληψη ο Χανς Ρόμπερτ Γιάους (1921-1997) και η σχολή του, της Κωνστάντιας 1. 

Συνοπτικά, οι θεωρητικοί αυτής της σχολής εκτιμούν πως το πιο σημαντικό σχετικά με ένα έργο τέχνης είναι ο τελικός αποδέκτης του, δηλαδή ο αναγνώστης, ο ακροατής ή ο θεατής. Με άλλα λόγια, ο πλέον σημαντικός είναι ο «αποκωδικοποιητής» του μηνύματος μιας και το μήνυμα θα πρέπει να εκφραστεί μέσω ενός συστήματος συμβόλων τα οποία χρησιμοποιεί ο συγγραφέας/ πομπός και πρέπει να κατανοεί ο αναγνώστης/ αποδέκτης για να θεωρηθεί ολοκληρωμένη η επικοινωνία.

Η ισχύς αυτού του αξιώματος είναι προσαρμοσμένη, δεν ξέρω απιγνωσμένα ή ανεπίγνωστα, στη συλλογή των αδελφών Λουλαδάκη, την οποία διαβάζοντας την, μας δημιουργείται μια εγρήγορση πρόσληψης την οποία αν δεν διαχειριστούμε θα μείνουμε μετέωροι• καλούμαστε, λοιπόν, ως αναγνώστες να ερμηνεύσουμε και να συμπληρώσουμε την ελλειπτικότητα των ποιημάτων, την εικονοποιίας τους, τα σύμβολα, τις μορφικές καινοτομίες, τα νοήματα, τις αμφισημίες, κλπ. που τα απαρτίζουν.

Το βιβλίο τυπογραφικά διαθέτει μια μορφή, που προϋποθέτει διάκριση σχεδιασμού και προσεχτική υλοποίηση, χωρίς όμως αυτά να καταλήγουν σε μια εξεζητημένη κατάθεση. Το αντίθετο, το βιβλίο γίνεται οικείο και πρόσχαρο σ’ αυτόν που θα το διαβάσει και θα το αναστοχαστεί.

Τονίζω τη λέξη αναστοχαστεί, γιατί θεωρώ, ότι το Εκτός. Χώροι μπορείς να το ανακαλύψεις ή εξακολουθητικά να το ανακαλύπτεις μετά από το διάβασμά του. Όταν για παράδειγμα πέφτει μια σκιά στο δωμάτιο όπου ζεις και εσύ αντί να την περάσεις απαρατήρητη αρχίζεις να την παρατηρείς• να παρατηρείς τη διαφοροποίηση της φωτεινότητας των αντικειμένων, την αλλοίωση των περιγραμμάτων τους, την μοναδικότητα των στιγμών και αρχίζεις να νιώθεις ότι η ποίηση φωλιάζει παντού και όχι μόνο στα μεγάλα θέματα (συναισθηματικά, δραματικά, ιστορικά). Αρχίζεις να νιώθεις ότι η ποίηση είναι οργανικό στοιχείο της φυσικής ή κατασκευασμένης διάστασης του κόσμου και ότι μπορείς να την ανακαλύψεις και να την αποκαλύψεις, όπως μας κάνουν τα δυο αδέλφια, παντού στον κόσμο στον οποίο φιλοξενούμαστε.

Η ποίηση, συνεπώς, δεν έχει ανάγκη για να υπάρξει τα μεγάλα θέματα ή γεγονότα, αλλά μπορούμε να την ανακαλύψουμε στο μικρό, το σύνηθες, στο απέριττο, στο χώρο όπου ζούμε, παρατηρώντας τις λεπτομέρειες του δομημένου ή κατασκευασμένου ή φυσικά προσφερόμενου περιβάλλοντος. Σε ένα ποίημα γράφει η Αργυρώ: «Σημείο επαναφοράς ο χώρος», με την έννοια ότι ο χώρος μας χωρεί και μας ορίζει• ότι ο χώρος είναι όχι μόνο η φυσική κατοικία μας, αλλά το υποστασιακό μέγεθος της ύπαρξης μας• μας χωρεί αλλά και χωρούμε το χώρο με την έννοια που υποδηλώνει το ποίημα του Βαγγέλη: «Πατάς ξυπόλυτος κάτω/ χώρεσε το πάτωμα στα παπούτσια»• όσο για την άλλη τη θεμελιώδη διάσταση τον χρόνο αυτός μόνο συνεκδοχικά τονίζεται εδώ με την έννοια της μέρας (πρωινό, μεσημέρι απόγευμα) και της νύχτας.

Πιθανόν, στη συνέχεια, τα δυο αδέλφια να εκπονήσουν και μια τέτοια συλλογή, στην οποία να προσδιορίζουν το κοσμικό μέγεθος του χρόνου υπό την ποιητική οξυδέρκειά τους.
Προς το παρόν είναι όμως ο χώρος το κύριο αντικείμενο της εργασίας τους και σκέπτομαι πως σ’ αυτήν τους την επιλογή, πιθανόν, να συμβάλουν και βιογραφικοί λόγοι καθώς προέρχονται από μια οικογένεια με ξεχωριστή προσφορά στην επιπλοποιεία, στον τόπο μας.

Είναι όμως φρονώ, κυρίως, τα πνευματικά τους κίνητρα, που τους ώθησαν στην έρευνα του χώρου και της εκτό(πισή)ς του, το ότι, δηλαδή, η Αργυρώ έχει μια επιστημονική συγκρότηση στη σύγχρονη θεωρία της λογοτεχνίας• στη διατριβή της αναφέρω ότι απασχολήθηκε με τη θεωρία και πρακτική της μεταφοράς στην ελληνική ποίηση του 19ου αιώνα και ότι ο Βαγγέλης έχει μια αδιάλειπτη συνέχεια, από τα παιδικά χρόνια του, στη ζωγραφική και τη φωτογραφία, παράλληλα με το καθημερινό βιοποριστικό επάγγελμα του επιπλοποιού και κατασκευαστή πρωτότυπων επίπλων.

Ο χώρος σα φυσικό μέγεθος και τα αντικείμενα που τον κοσμούν έχουν μια έντονη παρουσία στη συλλογή: τα παράθυρα, οι πόρτες, οι καρέκλες, τα ποτήρια, τα τραπέζια, οι βρύσες, οι νιπτήρες, δείχνονται διαρκώς σα χωρικά σημαίνοντα και σημαινόμενα μαζί με τα δωμάτια, τοίχους, ταβάνια, πατώματα• παίζοντας ένα διαρκές παιγνίδι με το φως της μέρας ή με την απουσία του, τη νύχτα.

Η εργασία της Αργυρώς και του Βαγγέλη προϋποθέτει τα μοντερνιστικά κινήματα του περασμένου αιώνα, τα οποία σύμφωνα με τον ποιητή Νάνο Βαλαωρίτη (1921): «…[ήταν το] Dada, [ο] Φουτουρισμός, [ο] Υπερρεαλισμός, [οι] Σιτουσιονιστές, [οι] Λεττριστές, [η] Φωνητική ποίηση, [η] οπτική, [οι] poetes electriques, [οι] γλωσσοκεντρικοί, [οι οποίοι] συμμετείχαν στην πολιτική με τη στάση τους απέναντι στη γλώσσα, την κοινωνία και τον κόσμο.» 2. 

Τα αδέλφια δεν προσχωρούν στον μεταμοντερνισμό• εμμένουν στη γραμμή του μοντερνισμού και πιθανολογώ ότι φιλοδοξούν την ανανέωση του, μέσα στο πλαίσιο της σύγχρονης, βαρύτατης για τον τόπο μας πραγματικότητας. Ο μοντερνισμός πέρα από αισθητικό κίνημα απόκτησε μια βαθιά πολιτική σημασία και με αυτή την έννοια είναι προοδευτικά ασύγκριτος σε σχέση με τη μεταμοντέρνα ιδεολογία, η οποία δε διακρίνεται για τα σημεία αντιστάσεως της στον ολετήρα των αγορών και των συνειδήσεων, για να μην πούμε, ότι αυτή η μεταμοντέρνα κατάσταση, για να θυμηθούμε τον Ζαν- Φρανσουά Λυοτάρ (1924-1998) 3, είναι στοιχείο της ίδιας της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, στο επίπεδο του εποικοδομήματος.

Τα ποιήματα της συλλογής, που έχει γράψει η Αργυρώ, είναι πιο ελλειπτικά και υποβλητικά• τα ποιήματα του Βαγγέλη είναι πιο άμεσα, παρότι διαθέτουν μια εντυπωσιακή αφαιρετική ευφυΐα, όμως η συνύπαρξη αμφότερων παραμένει μια πρόκληση πρόσληψης με την έννοια που προανέφερα.

Γενεαλογικά θα πρέπει να πω, ότι τα δυο αδέλφια, ανήκουν οργανικά στη λεγόμενη «γενιά του ’90» ή αλλιώς: «σε μια αθέατη γενιά», σύμφωνα με τον οξυδερκή χαρακτηρισμό της Αγγελικής Κωσταβάρα, η οποία πολιτογράφησε πρώτη με την απαράμιλλη κριτικής της οξυδέρκεια τη συγκεκριμένη γενιά. Τα χαρακτηριστικά της γενιάς, κατά την αείμνηστη Αγγελική είναι: η νοσταλγία για την ολότητα και η μετα-ρομαντική αίσθηση, ο ελλειπτικός λόγος και το ασύμπτωτο της ποιητικής εικόνας, ο εγκιβωτισμός του φόβου σαν βραδυφλεγής εκρηκτικός μηχανισμός και ο απελευθερωτικός ρόλος της ποίηση και το σημαντικότερο, ίσως, ότι η θέα αυτής της, κατά τα άλλα αθέατης γενιάς είναι προς τον κόσμο 4.

Σχεδόν όλα αυτά τα χαρακτηριστικά ενυπάρχουν στο έργο των αδελφών Λουλαδακη και δεν περιορίζομαι μόνο σ’ αυτό που σήμερα παρουσιάζουμε, εδώ, αλλά και στις άλλες, τις προγενέστερες καταθέσεις τους.

Ειδικότερα, τώρα, οι φωτογραφίες του Βαγγέλη τονίζουν την αποφθευγματικότητα και ελλειπτικότητα των στίχων με στιλιζαρισμένη επεξεργασία, που μας παραπέμπει στο φορμαλισμό, χωρίς όμως ο φορμαλισμός του να γίνεται άτεγκος και δύσπεπτος.

Στη περίπτωσή τους τον φορμαλισμό του θα πρέπει να την εννοήσουμε ως στήριξη των μορφών, ως προσπάθεια επιβίωσης των αντικειμένων μέσα στο χώρο• ως μια συνειδητή προσπάθεια να συγκρατηθούν και να μην καταρρεύσουν οι χώροι που μας περιβάλλουν και συγκρατούν την ισορροπία μας. Αυτή είναι η θεμελιακή έννοια του φορμαλισμού, αν διαβάσουμε με ανοικτό πνεύμα τους Αϊχενμπάουμ και Σλόφσκι 5.

Το ίδιο και στα ποιήματα της Αργυρώς και του Βαγγέλη ο φορμαλισμός τους έχει αυτή τη διάσταση: να παραμείνουν αρραγείς οι χώροι ακόμα και όσοι βρίσκονται εκτός δηλαδή «[σ]Τα περιθώρια/ που είναι όρια/ αντίθετα των πραγμάτων», όπως γράφει σε ένα ποίημα η Αργυρώ. Αλλά, ίσως, χαρακτηριστικότερο αποτύπωμα της φορμαλιστικής προσπάθειας τους να είναι το ποίημα που ανοίγει τη συλλογή, όπου γράφει, πάλι, η Αργυρώ, τον Μάρτιο του ’13: «Ακίνητη η καρέκλα/ σταματάει το χώρο». Το ερμηνεύω σα μια προσπάθεια της/ τους να συγκρατήσουν, να σταθεροποιήσουν, με την ευχέρεια που τους δίνουν οι λέξεις, το χώρο, με το νόημα πως όπως ο χώρος του πατώματος κρατά σταθερή μια καρέκλα, το ίδιο κι καρέκλα δεν αφήνει το χώρο να φύγει και τον σταθεροποιεί.

Πίσω απ’ όλα αυτά, δεν είναι απίθανο, στις περιοχές του ασυνειδήτου, να εμφωλεύουν δραματικές ψυχολογικές ανάγκες, γιατί βρίσκουμε και ποιήματα στα οποία η προσπάθεια αποβαίνει μάταιη. Ένα τέτοιο ποίημα είναι αυτό που γράφει η Αργυρώ: «Κι οι λέξεις/ μάταια να συγκρατούν/ το νόημα/ τις σημασίες/ χώρος κενός.// [κι οι λέξεις χώρος κενός]. Αλλά, λίγα ποιήματα παρακάτω, φαίνεται να αποδράμει η ένταση και γράφει με πιστοποιημένη βεβαιότητα: «Σημείο επαναφοράς/ ο χώρος.»

Ανάλογες εντάσεις ανιχνεύονται και στον Βαγγέλη, αν και πιο αποστασιοποιημένες καθώς όλα λες σ’ αυτόν γίνονται εικόνες, εικόνες που παρεμβάλλονται ανάμεσα στα στρώματα του γνωστικού συστήματος και των συναισθημάτων: «Έπεσε το ποτήρι στο πάτωμα/ η κουζίνα σκόρπισε/ κάτω απ’ το τραπέζι», αλλά, τελικά, η δυναμική του χώρου ανοίγεται ατέρμονα μπροστά του: «Στο χώρο/ ο χώρος πόρτα που ανοίγει μέσα στο χώρο/ χώρος χώρου χώρος».

Οι αντιστρεφόμενοι στίχοι, τα greeklish και τα γεωμετρικά σχήματα τονίζουν χαρακτηριστικά τη λεττριστική καταγωγή των επιρροών τους κι επ’ ευκαιρία πρέπει να τονίσω, ότι με μια έννοια τα δυο αδέλφια έρχονται σε συνέχεια στη γραμμή που χάραξαν από τη δεκαετία του εβδομήντα ο Μιχαήλ Μήτρας (1944), ο αείμνηστος Ανδρέας Παγουλάτος(1948-2010), ο Ζάχος Σιαφλέκης (1952), ο Τηλέμαχος Χυτήρης (1945), αλλά και ο δικός μας ο Δημήτρης Κακαβελάκης, για τον οποίο εκκρεμεί ένας σοβαρός απολογισμός του πρωτοποριακού έργου του κι αυτόν τον απολογισμό αντί να περιμένουμε να τον πράξουν άλλοι ας τον πράτταμε εμείς, οι Χανιώτες.

Καταλήγω λέγοντας ότι το βιβλίο έχει μεγάλες ανάσες στην τυπογραφική του διάταξη, οι οποίες βρίσκονται σε οργανική σύνδεση με τα ποιήματα και τα νοήματα που υποβάλλουν. Εικόνες, μορφές και περιεχόμενα δημιουργούν μια ισχυρή πλέξη, που πιστοποιεί τις ικανότητες των δυο αυταδελφών οι οποίοι το δημιούργησαν καθώς και τη μέριμνα του εκδότη τους να στηρίξει την προσπάθεια ουσιαστικά και όχι τυπικά. Σε μένα, άλλωστε, είναι γνωστό το φιλόστοργο ενδιαφέρον του Κώστα Κρεμμύδα, του έκδοτη του Μανδραγόρα, για τον Βαγγέλη και την Αργυρώ.

Νίκος Ι. Χουρδάκης
 Ψυχολόγος, ΜΑ, ΥΔ 

Σημειώσεις-Παραπομπές 

1.  K. M Newton (επιμ.), Η λογοτεχνική θεωρία του εικοστού αιώνα.. Ανθολόγιο κειμένων, μτφρ. Αθανάσιος Κατσικερός, Κώστας Σπαθαράκης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο σσ. 332-340.

2.  «Νάνος Βαλαωρίτης: Αυτό που ζούμε είναι «πόλεμος με άλλα μέσα» στο: www. parathyro. com/ ?p=25435.

3. Ζαν- Φρανσουά Λυοτάρ, Η μεταμοντέρνα κατάσταση, μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης, εκδ. Γνώση, 2008.

4. Αγγελική Κωσταβάρα, «Η γεωμετρία μιας αθέατης γενιάς» στο: Η γεωμετρία μιας αθέατης γενιάς. Ανθολογία ποίησης της γενιάς του ’90, εκδ. Μανδραγόρας, 2002, σσ. 11-21.

5.  Β. Σκλόβσκι, Μπ. Αϊχενμπάουμ, Για τον φορμαλισμό. Η ανάσταση της λέξης: Η θεωρία της «φορμαλιστικής μεθόδου», μτφρ. Βασίλης Λαμπρόπουλος, Νίκος Καλταμπάνος, Έρασμος, 1985, σ. 20.

Αναδημοσίευση από το περιοδικό Μανδραγόρας 




Πολιτισμος | “Σύγχρονοι Έλληνες Ποιητές” . Οχτώ ποιήματα της Καρδιτσιώτισσας Θεοδώρας Τσιτσιπά …

 

                                                          Αθήνα, 10 Νοεμβρίου 2016

 

 

 

 

 

Συμμετοχή της Καρδιτσιώτισσας Θεοδώρας Τσιτσιπά με οχτώ ποιήματα στην συλλεκτική έκδοση του Ομίλου για την Ουνέσκο Τεχνών Λόγου και Επιστημών Ελλάδος, αφιερωμένη σε Σύγχρονους ΄Ελληνες Ποιητές

 

%cf%84%cf%83%ce%b9%cf%84%cf%83%ce%b9%cf%80%ce%b1-%ce%b8%ce%b5%ce%bf%ce%b4%cf%89%cf%81%ce%b1-%cf%86%cf%89%cf%84%ce%bf-%ce%b5-%ce%bc

Με οχτώ ποιήματά της συμμετέχει η Καρδιτσιώτισσα Θεοδώρα Τσιτσιπά στην συλλεκτική έκδοση του Ομίλου για την Ουνέσκο Τεχνών Λόγου και Επιστημών Ελλάδος, αφιερωμένη σε Σύγχρονους ΄Ελληνες Ποιητές.

Για την έκδοση αυτή η πρόεδρος του Ομίλου για την Ουνέσκο κ. Νίνα Διακοβασίλη γράφει στον πρόλογο του βιβλίου: “Ξεφυλλίζοντας τις σελίδες αυτού του ποιητικού λευκώματος και μυρίζοντας τις τυπωμένες λέξεις στο χαρτί, θα αισθανθείς, ότι, όλοι οι ποιητές που συμμετέχουν μάζεψαν μέλι, από τα άνθη της περισυλλογής.

Μέσα από τον πόνο της ψυχής τους, γέννησαν στίχους.

Μέσα από την χαρά τους, ξεπήδησαν ουράνιες σκέψεις και το ψιθύρισμα των ωρών τους μετατράπηκε σε μουσική της σκέψης.

Ορμές τυφλές, γεμάτες γνώσεις αποτυπώθηκαν και ξετύλιξαν τα μυστικά της καρδιάς τους.

Ύφαναν με νήματα παρμένα απ΄ την καρδιά τους, τις λέξεις…

Έσπειραν με τρυφεράδα και χαρά… τις στροφές.

Ταξίδεψαν στο ουράνιο τόξο και μετέτρεψαν τη φωνή του ανέμου σε τραγούδι γλυκύτερο και από την ίδια την αγάπη.

Άπλωσαν κάτω από τον ήλιο την ψυχή τους και ονειρεύτηκαν… τις.

γαλήνιες νύχτες.

Η ψυχική τους δύναμη έγινε χείμαρρος  που όρμησε στη θάλασσα της ποίησης, κουβαλώντας τα μυστικά των λόφων και τα τραγούδια του δάσους.

Ο Όμιλος για την Ουνέσκο Τεχνών Λόγου και Επιστημών Ελλάδος, εκκόλαψε την ιδέα και πραγματοποίησε το όνειρο μιας λογοτεχνικής συνάντησης ταλαντούχων νέων δημιουργών και καταξιωμένων μελών του Ομίλου μας. Αποτύπωσε αντιπροσωπευτικά ποιήματα νεοελληνικής τεχνοτροπίας και σαν σμήνος αγγέλων τα παραδίδει σε αιώνια πτήση.”

 

Παρακάτω παρατίθενται τα οχτώ ποιήματα με τα οποία η κ. Τσιτσιπά συμμετέχει στην συλλεκτική έκδοση:


Στο δρόμο με τις λεύκες

Αγόρι τσιγγάνων

προχωρούσες φορτωμένος καλάθια

στη μικρή άσφαλτο

ανάμεσα σε δυο χωριά.

Αγόρι τσιγγάνων

τα μάτια και το χρώμα σου

τρέλαναν ένα μικρό κορίτσι

στο δρόμο με τη βαριά ομίχλη

ανάμεσα σε δυο χωριά.

Τσιγγάνε

περπατώντας στο δρόμο με τις λεύκες

τα χώματα βογκούσαν ζέστη

κάτω από τον χειμωνιάτικο πάγο.

Ερωτεύτηκε τα βήματά σου

και σ’ ακολούθησε

με την τσάντα φορτωμένη βιβλία

άγουρης μάθησης.

Τσιγγάνικο αγόρι

Ανάμεσα σε δυο χωριά

τυχερός να κουβαλάς καλάθια

ανάμεσα σε δυο χωριά

στο δρόμο με τη βαριά ομίχλη.

Κι ήταν δεκατριώ χρονών.


Γράμμα στη Κατερίνα Γώγου

Άκου, Κατερίνα

πάει καιρός

που οι δυο μας δεν τα ΄χουμε πει.

Είναι κοντά η μέρα, Κατερίνα,

που το φως θα κατακλύσει τη γη

και τα λουλούδια θ’ ανθίσουν παντού

που τα βήματά μας

θα φέρνουν γάργαρο νερό

να κυλάει κάτω απ’ τις πατούσες μας.

Ήρθε ο καιρός, Κατερίνα

που τα παιδιά δε θα φοβούνται μη τα βάλουν σε ιδρύματα

μη τα σκοτώσουν στους δρόμους

μη τα βιάσουν οι πατεράδες τους

μη τα εγκαταλείψουν οι μάνες τους.

Ήρθε ο καιρός που σύμβολό μας

δε θα ‘ναι το γαρύφαλλο κρεμασμένο στα κάγκελα

να θυμίζει

το σκοτωμένο σύντροφο.

Ήρθε ο καιρός, Κατερίνα

που θα ξεβρομίσει ο τόπος

απ’ τους αλήτες που λυμαίνονται

τον υλικό και άυλο πλούτο μας

αλλά κι απ’ αυτούς που έχουμε μέσα μας.

Άκου, Κατερίνα

είναι η μαγιά που άφησες πίσω

είναι τα ρεμάλια

είναι τα ρετάλια

που κατάφεραν να επιβιώσουν

στον μακρύ πόλεμο της ανθρωπότητας

στην πορεία προς το φως…

Και, μη φοβάσαι, Κατερίνα

είσαι εκεί όπου όλα θα τα δεις να γίνονται.

Γιατί τίποτα δεν πάει χαμένο.

Ακούσαμε τις φωνές

ανακαλύψαμε τα ίχνη

βρήκαμε τα σημάδια

που οδηγούν στην Έξοδο.

Κι είναι πολύ αργά, Κατερίνα

για να μας κάνουν πίσω

είναι πολύ αργά για να μας νικήσουν.

Είναι χαμένοι από χέρι, Κατερίνα

κι είναι ζήτημα χρόνου

να συμβεί.


Το συνολικό σχέδιο

– Γιατί κλαίς;

– Γιατί δε ξέρω το συνολικό σχέδιο…

– Ευτυχώς που δε ξέρεις το συνολικό σχέδιο. Αυτό σημαίνει ότι έχεις πολλές περιοχές ακόμη να εξερευνήσεις. Θα ΄ναι υπέροχο ταξίδι… Σκέψου πόσα πράγματα έμαθες, έζησες και είδες έως τώρα κι όμως ούτε πριν ήξερες το συνολικό σχέδιο… Εμπιστέψου το συνολικό σχέδιο…


Έγινα φως

Δεν ονειρεύτηκα καμένη γη

μήτε κομμένα στάχυα.

Αν κι έπαιξα παιδί σε θημωνιές ανάμεσά τους

που σπίτι μου γινήκανε τα μεσημέρια με το λίβα

σε κάμπους πεδινούς

αμόλυντους

απ’ τα χαμένα σύμβολα της πόλης

και τις αναίτιες πάλες.

Δε στάθηκα σ’ αυλές μαρμαρωμένες

μήτε απολιθωμένοι βασιλιάδες με μαγέψαν.

Βουτηγμένη μες τη σκόνη και τη λάσπη

είχα αέρα, χρώμα κι ορίζοντα ανοιχτό

σαν πιάτο πάνω από το κεφάλι

κορώνας αρχοντικής ήλιου σκεύασμα.

Ανάμεσα σε μύρα γιασεμιών και τριαντάφυλλων πασχαλινών κυλίστηκα

κουτσό, σχοινάκι και κρυφτό

της Κυριακής τα πρωινά

στης εκκλησιάς το σχόλασμα

καθώς περίμενα

την προκοπή της μάνας.

Έγινα φως, αιθέριο σέλας

δροσοσταλίδα σε ουράνιο τόξο.

Βουνά πήδηξα και θάλασσες λιμπίστικα

το όραμα κυνήγησα.


Όμορφη πατρίδα

΄Ομορφη πατρίδα

που να σε πρωτοσυναντήσω;

Μια λωρίδα φως

Μια λωρίδα μπλε

Μια λωρίδα ασήμι

ενώνει τη γη με τα ουράνια

βουλιάζει την ψυχή μου στο δάκρυ

΄Ομορφη πατρίδα

πώς να σε προφυλάξω;

Με τι μυαλό

Με τι καρδιά

Με τι ψυχή

να σ’ αγκαλιάσω;

Σε τι κόρφους να σε κρύψω;

Που ραγίζεις

Σκίζεις και σκίζεσαι

σα κοφτερό διαμάντι;


Θα με ταξίδευες

 

Αν ήσουνα εδώ

ξέρω πως θα με ταξίδευες

πως θα ΄διωχνες τον πόνο

απ΄ τη συναναστροφή των ανθρώπων.

Αν ήσουνα εδώ

ξέρω πως θα με ταξίδευες

στις ομορφιές του κόσμου

για ξωτικά

μαγεμένα

χαμένα.

Σ΄ εκκλησιές και μοναστήρια των Μετεώρων

θα με πήγαινες

ν΄ ακούσω τον εαρινό ύμνο της Ανάστασης

από γλυκόπιοτες φωνές μοναχών.

Την αγριάδα του κόσμου να ημερέψεις.

Ένστικτα αποχαλινωμένα

νύχια γαμψά αρπακτικών

στο λαιμό μου.

Η ανάσα τους

βρυχηθμός θηρίου

θολώνει το τοπίο εμπρός μου

κρύβει τη βροχή και το φως μου.

Ω!… Αν ήσουνα εδώ

σε βουνά απάτητα θα μ΄ έπαιρνες

σε δρόμους δύσβατους

και χαράδρες απόκρημνες

την αγάπη θα μου ΄δειχνες

  • μπάνιο στις πηγές -.


Ταξίδεψα στη πλάνη σου…

Ταξίδεψα στη πλάνη σου

περπάτησα στα χώματά σου να χωθώ

γεύτηκα τη δύναμή σου

με υγρές πατούσες κι άδεια χέρια

ανοιχτή ψυχή.

Έβαλα τα χέρια μου στο μέτωπο

σκιά να ρίξω να σε δω

καθώς δεν άντεξα την τόση λάμψη

κι ομορφιά σου να θωρώ.

Έγειρα σε σκαμμένο βράχο

και μισόκλειστη σε δέχτηκα

ασημένια βροχή

ασημένια βροχή

ασημένια βροχή!…


Στον φίλο που έκανε σάλτο στον θάνατο

Έρχεσαι

κι έρπεσαι

σαν φιδάκι ύπουλο

στον ύπνο μου.

Σαυρίτσα αλαφροΐσκιωτη

σε στρωματάκι λεπτό

ριγμένο στο πάτωμα.

Το κεφάλι ριγμένο στην πόρτα

νύχτες καλοκαιρινές

Αυγουστιάτικες

λίγη δροσιά

ν’ αναζητεί

ποτισμένες αποβραδίς οι γλάστρες.

Έρχεσαι

κι έρπεσαι

σαν φιδάκι ύπουλο

στο στρώμα μου.

Πως ψύχρανε ο καιρός

τέλος Αυγούστου

κι ήρθε ο χειμώνας

Ριγεί το κορμί

στην πρώτη δροσιά.

Πόσο θα ‘θελα να ‘μουν εσύ

να πεθάνω μαζί σου.

Έχει το πρώτο φως της ημέρας

το δικό σου χρώμα

Είναι π’ ανοίγω το παράθυρο

πολύ πρωί, καμιά φορά

να φύγει η μπόχα του μυαλού μου

οι αναθυμιάσεις της καρδιάς.

Πως θα αντέξω

τόσο γαλανό φως των ματιών σου

να ‘χει καταλάβει όλο τον ουρανό;

 




Τάσος Λειβαδίτης: Ο ποιητής της πιο όμορφης ουτοπίας

Επιμέλεια αφιερώματος: Δημήτρης Δαμασκηνός

Συμπληρώνονται στις 30 Οκτωβρίου 2016 28 ολόκληρα χρόνια από τον θάνατο ενός από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς ποιητές, του Τάσου Λειβαδίτη. Ως ελάχιστος φόρος τιμής δημοσιεύεται το σύντομο αφιέρωμα που ακολουθεί.

Μικρή μαρτυρία για τον ποιητή Τάσο Λειβαδίτη,
(απόσπασμα)
…του Μανόλη Πρατικάκη 1

tasos-leivaditisΘα περιγράψω ένα περιστατικό σχετικά με δημοσίευση ποιημάτων του Λειβαδίτη σε περιοδικό, γιατί νομίζω ότι έχει ένα γενικότερο ενδιαφέρον, καθώς εμπλέκονται σ’ αυτό και άλλοι σημαντικοί ποιητές. Το 1988 ήταν τα δεκάχρονα του περιοδικού «Το Δέντρο» και στο πανηγυρικό τεύχος ο Μαυρουδής και ο Γουδέλης θέλησαν να τιμήσουν τον Λειβαδίτη, με πρωτοσέλιδα ανέκδοτα ποιήματά του.

Ο Μαυρουδής γνώριζε την φιλία μου με τον Λειβαδίτη και με παρακάλεσε να μεσολα-βήσω για τη συγκατάθεσή του και να έρθουν τα πρωτότυπα κείμενα στα χέρια τους. Πράγματι τηλεφώνησα στον Λειβαδίτη, του εξήγησα την πρόθεση του περιοδικού και εκείνος συμφώνησε. Συναντηθήκαμε στο σπίτι του και μου έδωσε τα ποιήματα, τα οποία και έδωσα στο «Δέντρο». Το περιοδικό όμως είχε ζητήσει συνεργασία, για το ίδιο, πανηγυρικό τεύχος και από τους Ρίτσο, Καρούζο, Βρεττάκο, κ.λ.π. Προσωπικά αγνοούσα τα ονόματα των άλλων συνεργατών πλην του Λειβαδίτη. Δέκα μέρες, περίπου, αργότερα με παίρνει τηλέφωνο ο Λειβαδίτης. Άρχισε διστακτικά να μου λέει ότι δεν ήταν απαραίτητο να μπουν «πρώτα» τα ποιήματά του, και κάτι τέτοια. Του απάντησα ότι η επιλογή ήταν πηγαία, ότι «ήταν μια επιλογή εκτίμησης και αγάπης σ’ εσένα και το έργο σου» κ.λ.π.

«Καλά παιδί μου», απάντησε, όπως συνήθιζε με τους φίλους του. Την επόμενη άλλο τηλεφώνημα, γύρω από το ίδιο θέμα με αυξανόμενη αγωνία. Παρά τις εξηγήσεις μου, που προς το παρόν τον έπειθαν, επανερχόταν εναγωνίως. Όταν τον ρώτησα αν υπάρχει κάποιος σοβαρός λόγος, απάντησε αρνητικά. Όμως όπως έμαθα αργότερα, υπήρχε. Στο μεταξύ ο Νίκος Καρούζος, αυτός ο σπουδαίος ποιητής, φίλος επίσης, και με πιο συχνές συναντήσεις, είχε μάθει τη μεσολάβησή μου για τα ποιήματα του Λειβαδίτη στο «Δέντρο». Με παίρνει, λοιπόν, έξαλλος, σ’ ένα μεταμεσονύχτιο τηλεφώνημα, βρίζοντας τους υπεύθυνους του περιοδικού και αφήνοντας αρκετές αιχμές για τη δική μου μεσολάβηση. «Τον Φίλο σου τον Λειβαδίτη», όπως έλεγε συχνά με κάποια ζηλόφθονη σκοπιμότητα.

Πάνω από μισή ώρα φώναζε με ένα βάναυσο επίμονο, δαιμονικό αλλά συγκρατημένο λόγο: «κανείς ζωντανός δεν μπορεί να προηγηθεί από μένα, να το πεις στους φίλους σου, στον άθλιο Μαυρουδή και τον τρισάθλιο Γουδέλη, ας μην τολμήσουν… σαράντα χρόνια τώρα μου χρωστάει η Ελλάδα… κανένας ζωντανός», επαναλάμβανε για πολλοστή φορά ως συνήθιζε, «μόνο οι νεκροί μπορούν να προηγηθούν, μόνο οι νεκροί», κ.ο.κ. Προσπάθησα μάταια να τον καθησυχάσω. Επαναλάμβανε σαν από μαγνητόφωνο τις ίδιες ακριβώς φράσεις, σα μια οργισμένη μηχανή που ήξερε να χρησιμοποιεί μόνο αυτές τις λέξεις, με αυτήν την αλληλουχία, με την ίδια αδιάλειπτη οξύτητα και οργή.

Συμφωνήσαμε να συναντηθούμε την επομένη. «Αλλά οι άθλιοι ας μην τολμήσουν» ήταν η επωδός. Όταν έκλεισε ήρθε μπροστά μου η ήρεμη, καλοσυνάτη μορφή του Λειβαδίτη, ο διακριτικός, γεμάτος δισταγμούς λόγος του, που «απαιτούσε» ακριβώς το αντίθετο από εκείνο που απαιτούσε ο μαινόμενος Καρούζος. Τι διαφορά! Έβλεπα μπροστά μου δυο ειδών παραλογισμούς, που μόνο από καλλιτέχνες μπορούσαν να εκφραστούν. Όταν αργότερα βρέθηκα στο σπίτι του Λειβαδίτη, σε μια στιγμή που εκείνος έλειπε, η γυναίκα του η Μαρία, πολύ εμπιστευτικά μου αποκάλυψε ότι ο Τάσος δεν θέλει να είναι πρωτοσέλιδο «γιατί θα στεναχωρηθεί και θα θυμώσει ο Γιαννάκης», δηλ. ο Ρίτσος, μου είπε χαμηλόφωνα. Και πρόσθεσε, σχεδόν φοβισμένη: «Έχει κάνει και τρεις μήνες να του πει καλημέρα, σε κάποιες ανάλογες περιπτώσεις. Πρέπει όλα να περνούν από την έγκρισή του. Ο Τάσος τον σέβεται, τον θεωρεί δάσκαλό του, αν κι εκείνος δεν παύει ποτέ να μας το υπενθυμίζει, αλλά και τον φοβάται. Συχνά για τέτοια, τον κρατά σε καραντίνα, πράγμα που ο γλυκός μου ο Τάσος, δεν μπορεί να αντέξει. Εσύ ξέρεις πόσο καλός και πόσο εύθραυστος είναι. Ο Ρίτσος έμαθε για το πρωτοσέλιδο του «Δέντρου» και ήδη μας έκανε αρκετούς υπαινιγμούς, ξέρει εκείνος τον τρόπο», πρόσθεσε. Ήταν η Τρίτη κατά σειρά έκπληξή μου.

tasosleivaditis2Όταν την επομένη μου τηλεφώνησε ο Λειβαδίτης, για το γνωστό θέμα, του είπα, σχεδόν, οργισμένος. «Ε, ως εδώ, Τάσο. Τα ποιήματά σου θα μπουν πρωτοσέλιδο. Οι τιμές και τα πρωτοσέλιδα του Ρίτσου δεν μετριούνται. Δεν έχεις δικαίωμα να αποποιηθείς μια τιμή που σου κάνει ένα περιοδικό. Μη με ξαναπάρεις γι’ αυτό το θέμα, τέρμα και τελεία. Ο Ρίτσος έχει μπουχτίσει, αλλά παραμένει άπληστος. Ως εδώ». Φαίνεται ότι η οργή μου τον ανακούφισε. Καταλάβαινε επίσης πως είχα αντιληφθεί την πηγή της αγωνίας του. Και ότι με είχε εξοργίσει η αιτία αυτής της αγωνίας, αυτή η καταπιεστική μηχανή, η ρετουσαρισμένη με τόσο τέλεια και ατελείωτη απρέπεια, στο όνομα της φιλίας και της ιδεολογικής ανιδιοτελούς συντροφικότητας – τι κούφιες λέξεις!

Σ’ αυτό το περιστατικό η μοίρα θέλησε να παίξει ένα μακάβριο παιχνίδι. Πριν κυκλοφορήσει το τεύχος του «Δέντρου» με τη συνεργασία αυτών των κορυφαίων ποιητών, ο Λειβαδίτης εισάγεται στο Γενικό Κρατικό Αθηνών, και μετά από δύο εξάωρα χειρουργεία για ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής, στα οποία, με παράκληση του ποιητή, ήμουν παρών, πεθαίνει. Ένας τεράστιος, απρόβλεπτος θρόμβος (μοναδικός στα χρονικά της Αγγειοχειρουργικής κλινικής), έφραξε το μόσχευμα και παρά τις απέλπιδες προσπάθειες, κατέληξε. Φαντάζομαι ότι ο Καρούζος θα έμεινε άναυδος. Τώρα πια θα μπορούσαν άνετα να τεθούν σε εφαρμογή οι αφορισμοί του. «Οι νεκροί προηγούνται». Τον είχε προλάβει η πραγματικότητα. Και φυσικά, ούτε ο Ρίτσος θα τολμούσε να απαιτήσει υπακοή από τον νεκρό «μαθητή» και σύντροφο στους αγώνες και την τέχνη. Όταν αργότερα συνάντησα τον Καρούζο στο γνωστό στέκι της πλατείας Μαβίλη, μου επανέλαβε μ’ εκείνη τη βραχνή μεταλλική φωνή του «οι νεκροί όντως προηγούνται… είδες φίλε μου τι παιχνίδι μας έπαιξε η τύχη;». Μόνο που τώρα η φωνή του είχε ένα ράγισμα, ένα θάμπωμα. Εκείνη την στιγμή κατάλαβα ότι αισθάνθηκε τον παραλογισμό του και ότι είχε ίσως την υποψία ότι με την άγρια εμμονή του οδήγησε (σε επίπεδο μεταφυσικής) τα πράγματα, έτσι, που να προηγηθεί ο Λειβαδίτης, αλλά όχι βέβαια ζωντανός.

Στο σπίτι του νεκρού πια Λειβαδίτη είχαμε μαζευτεί πολλοί. Ήταν εκεί και ο Ρίτσος. Έκλαιγε σπαρακτικά, με λυγμούς, απογυμνωμένος. Γέρος όσο ποτέ. Χωρίς κανένα φτιασίδι. Δίχως να σκέφτεται πως θα τον δει χωρίς τις προσωπίδες του ο κόσμος. Αφάνταστα γέρος, εύθραυστος και πελιδνός, αυτός με τις παλιές συντεταγμένες σοσιαλιστικές του βεβαιότητες με το αγέρωχο επιτηδευμένο ύφος που μας δήλωνε πόσο μακριά στεκόταν από ευτέλειες και ματαιοδοξίες. Ήταν καθισμένος εκεί, ένα θλιβερό ανθρώπινο κουρέλι με πραγματικούς λυγμούς και αληθινά δάκρυα. Πρώτη φορά τον έβλεπα αυθεντικό και γνήσιο. Ήταν η κατάρρευση ενός μύθου. Εκμηδενισμένος, ξένος προς το ποιητικό του σώμα. Έκλαιγε για όλους και για όλα που είχαν καταρρεύσει και προ πάντων για τον ίδιο. (Βρισκόμαστε στο 1989 που μόλις είχε καταρρεύσει η Σοβιετική Ένωση, ο Τσαουσέσκου, κ.λ.π.). Έκλαιγε μπροστά στο θάνατο ενός αληθινά Αγγελικού ποιητή.
Που δεν ήξερε τι θα πει μικρότητα.

Αθήνα, Μανόλης Πρατικάκης

1. Από το τελευταίο τεύχος του εργοταξίου εξαιρετικών αισθημάτων, Οδός Πανός, Τεύχος 140, Απρίλιος- Ιούνιος 2008 και από το μεγάλο αφιέρωμα στον Τάσο Λειβαδίτη.

Τάσος Λειβαδίτης (1922-1988), Ανθολογία-Ποιητική Εργογραφία

Δε φοβάμαι παρά μόνο το Θεό-εκτός
κι αν τον υπηρετώ. Και την Ποίηση-
ακόμα κι όταν την υπηρετώ.
Τ. Λ


Φύλλα ημερολογίου

Ποιος ξέρει τι θα συμβεί αύριο, ή ποιος έμαθε ποτέ τι συνέβη χτες,
τα χρόνια μου χάθηκαν εδώ κι εκεί, σε δωμάτια, σε τραίνα, σε
όνειρα
αλλά καμιά φορά η φωνή μιας γυναίκας καθώς βραδιάζει μοιάζει
με το αντίο μιας ηλικίας που τέλειωσε
κι οι μέρες που σου λείπουν, ω Φεβρουάριε, ίσως μας αποδοθούν
στον παράδεισο-
συλλογιέμαι τα μικρά ξενοδοχεία όπου σκόρπισα τους στεναγμούς
της νιότης μου
ώσπου στο τέλος δεν ξεφεύγει κανείς, αλλά και να πάει που;
κι ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο
ένας τον άλλον-
Κύριε, αδίκησες τους ποιητές δίνοντάς τους μόνο έναν κόσμο,
κι όταν πεθάνω θα ’θελα να με θάψουν σ’ ένα σωρό από φύλλα ημε-
ρολογίου
για να πάρω και το χρόνο μαζί μου.

Κι ίσως ό,τι μένει να ’ναι στην άκρη του δρόμου μας
ένα μικρό μη με λησμονεί.

Ποιητές

Φτωχοί λαθρεπιβάτες πάνω στις φτερούγες των πουλιών
την ώρα που πέφτουν χτυπημένα.

Το όνειρο

Τελικά τους έκλεισα την πόρτα «τι να την κάνω εγώ την πραγματικό-
τητα, τους λέω-εγώ έχω τ΄»όνειρο»
ίσως γι΄ αυτό αγαπώ τα νεκροταφεία, γιατί βάζουν τέλος στις λε-
πτομέρειες.
Ένα τραγούδι λυπημένο τη νύχτα είναι πάντα ένας αποχαιρετι-
σμός.

Δειλινό

Λεπτομέρειες ασήμαντες που κάνουν πιο οδυνηρές τις αναμνήσεις
και τα χρόνια μας, βαλσαμωμένα πουλιά, μας κοιτάζουν τώρα με μάτια ξένα –
αλλά κι εγώ ποιός ήμουν; ένας πρίγκηπας του τίποτα
ένας τρελός για επαναστάσεις κι άλλα πράγματα χαμένα
και κάθε που χτυπούσαν οι καμπάνες ένιωθα να κινδυνεύει η ανθρωπότητα
κι έτρεχα να τη σώσω.
Κι όταν ένα παιδί κοιτάει μ’ έκσταση το δειλινό, είναι που αποθηκεύει θλίψεις για το μέλλον.

Απολογισμός

Νύχτωσε. Ώρα πού αναρωτιέται κανείς τι έπραξε στη ζωή του.

Κι οι νεκροί πλάγιασαν και σταύρωσαν τα χέρια, σαν αυτό που

ψάχναν

να το αγγίζουν, επιτέλους, μέσα τους.

Απλοί στίχοι

Ένα σπίτι για να γεννηθείς
ένα δέντρο για ν’ ανασάνεις
ένας στίχος για να κρυφτείς
ένας κόσμος για να πεθάνεις.

Απλή κουβέντα

Δεν είμαστε πια ποιητές
παρά μονάχα
σύντροφοι
με μεγάλες πληγές και πιο μεγάλα όνειρα.
{…}
Μας φτάνει να μιλήσουμε
απλά
όπως πεινάει κανείς απλά
όπως αγαπάει
όπως πεθαίνουμε
απλά.

Απάντηση

«Μα πως περπατάς επί των κυμάτων;» ρώτησα.

«Έχασα το δρόμο» μου λέει.

12

Κύριε, όλα από σένα ξεκινούν. Κι όλα σε σένα θα

‘ρθουν να τελειώσουν.

Κι η άνοιξη δεν είναι παρά η νοσταλγία σου για κει-

νες τις λίγες ώρες που έζησες στη γη.

Χρόνια της φωτιάς

Πίσω απ΄τις γρίλιες παίζονται δράματα σκοτεινά

αυτοί που οραματίστηκαν χάθηκαν τόσο νέοι.-

ζήσαμε με χαμένα όνειρα και σκοτωμένη μουσική…

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν’ αγωνίζεσαι
για την ειρήνη και για το δίκιο.
Θα βγεις στους δρόμους , θα φωνάξεις
τα χείλη σου θα ματώσουν απ’ τις φωνές
Το πρόσωπό σου θα ματώσει απ’ τις σφαίρες
μα δε θα κάνεις ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου θα ‘ ναι μια πετριά
στα τζάμια των πολεμοκάπηλων.
Κάθε χειρονομία σου θα ‘ναι
για να γκρεμίζει την αδικία.
Δεν πρέπει ούτε στιγμή να υποχωρήσεις,
ούτε στιγμή να ξεχαστείς.
Είναι σκληρές οι μέρες που ζούμε.
Μια στιγμή αν ξεχαστείς,
αύριο οι άνθρωποι θα χάνονται
στη δίνη του πολέμου,
έτσι και σταματήσεις
για μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα
θα γίνουν στάχτη απ’ τις φωτιές.
Δεν έχεις καιρό, δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί και να πεθάνεις
για να ζήσουν οι άλλοι.
Θα πρέπει να μπορείς να θυσιάζεσαι
ένα οποιοδήποτε πρωινό.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θα πρέπει να μπορείς να στέκεσαι
μπρος στα ντουφέκια!

Αιχμαλωσία

Παρ’ όλο που σε όλη μου τη ζωή βιαζόμουν, η νύχτα μ’ έβρισκε πάντα απροετοίμαστο ή μάζευα τα φύλλα του φθινοπώρου, έχουν μια μυστηριώδη τύχη που μας ξεπερνά και γενικά τ’ ανθρωπιστικά αισθήματα δε σ’ ανεβάζουν ψηλά, το πολύ να φτάσεις ως τη λαιμητόμο ή έστω ως το παράθυρο μιας γυναίκας με κόκκινα μαλλιά, και λέω κόκκινα γιατί αγαπώ το μέλλον, όπως και τα φαρμακεία τη νύχτα μοιάζουν με φανταστικές εξόδους κι οι ποιητές ονειρεύονται ρωμαϊκές γιορτές ή αρνούνται να πεθάνουν, κατά τα άλλα συνήθως καίγομαι, έτσι ξεχειμωνιάζω καλύτερα ή στα σπίτια που μ’ έδιωχναν άφηνα πάντα πίσω απ’ την πόρτα ένα τσεκούρι.
Aλλά οι καλύτερες στιγμές μου είναι τα βράδια, όταν ανοίγω το παράθυρο κι αφήνω ελεύθερα τα ωραία ωδικά πουλιά που εκγυμνάζω τις ατέλειωτες ώρες της αιχμαλωσίας

Αθάνατες κοινοτυπίες

Οι ονειροπόλοι γυρίζουν κουρασμένοι (από πού;)-

μέσα στα μάτια τους έχουν πνιγεί τα προάστια,

στο άσυλο μετράνε με τις ψείρες τους την υπομονή,

με τα δάκρυά τους το μέγεθος της μέρας,

άξαφνα ο φύλακας μ’ αρπάζει απ΄ το λαιμό, εγώ σα-

στίζω και τότε ακούγεται η ωραιότερη μουσική-

σαν μια σανίδα από θλιβερό ναυάγιο ταξιδεύει η

γηραιά μας ήπειρος.

Αιώνας εμπορίου

H προσφορά κι η ζήτηση ρυθμίζουνε την κοινωνία
έλεγε ο μεγάλος αδερφός μου Mαρξ. Ένα μικρό, ανήθικο
εμπόριο
κάθε χειρονομία, κάθε λέξη, κι η πιο κρυφή σου σκέψη ακόμα,
μεγάλα λόγια στις γωνιές των δρόμων, οι ρήτορες σαν τους
λαχειοπώλες
διαφημίζοντας όνειρα για μελλοντικές κληρώσεις
τα αισθήματα στο Xρηματιστήριο, στα λογιστικά βιβλία
δούναι και λαβείν, πίστωση, χρέωση,
ισολογισμοί, εκπρόθεσμες συναλλαγματικές, μετοχές,
χρεώγραφα
κι ας κλαίει αυτή η γυναίκα στο δρόμο, τί σημασία έχει;
«ζούμε σε μια μεγάλη εποχή», οι παπαγάλοι δεν κάνουν
ποτέ απεργία
μικροί, ανάπηροι μισθοί αγορασμένοι με νεκρές
περηφάνειες
γνώση αβέβαιη, πληρωμένη μ’ όλη τη βέβαιη νιότη σου,
βρέχει νομίσματα, οι άνθρωποι τρέχουν σαν τρελοί να τα
μαζέψουν
νομίσματα όλων των εποχών, ελληνικά, ρωμαϊκά, της Bαβυλώνας,
δολάρια ασημένια
η βροχή είναι πυκνή, ανελέητη, πολλοί σκοτώνονται
πλανόδιοι έμποροι αγοράζουνε τα πτώματα ― θα χρειαστούν
μεθαύριο
σαν ανεξόφλητες αποδείξεις της «μεγάλης μας εποχής»,
κι αυτούς τους λίγους στίχους χρειάστηκε ένα ολόκληρο
θησαυροφυλάκιο πόνου, για να τους αποσπάσω
απ’ τη φιλάργυρη αιωνιότητα, σαν τοκογλύφοι οι μέρες μας
μάς κλέβουν τη ζωή, τί ζέστη, θε μου, κι όμως βρέχει,
τί καιρός, μα δε θα μου τη σκάσετε εμένα, κύριοι,
είμαι ιδιοφυία στο είδος σας, πίστωση, χρέωση,
ο Pοκφέλλερ άρχισε
πουλώντας καρφίτσες. Θα χτίσω, λοιπόν, κι εγώ ένα μεγάλο
προστατευτικό σπίτι
με τις πέτρες που μου ρίξατε
σ’ όλη τη ζωή μου.

Το υπόγειο

Aν άρχιζε ο Θεός μια μέρα να μετράει όσα έφτιαξε,
άστρα, πουλιά, σπόρους, βροχές, μητέρες, λόφους,
θα τέλειωνε ίσως κάποτε. Eγώ κάθομαι εδώ, ολομόναχος,
μέσα σε τούτο το υγρό υπόγειο, έξω βρέχει,
και μετράω τα σφάλματα που έκανα, τις μάχες που έδωσα,
τις δίψες, τις παραχωρήσεις,
μετράω τις κακίες μου, κάποτε θαυμαστές, τις καλωσύνες μου
συχνά επηρμένες, μετράω, μετράω, δίχως ποτέ μου
να τελειώνω ― α, εσείς,
εσείς ταπεινώσεις, αλτήρες της ψυχής μου,
βαθύ, θρεπτικό ψωμί, αιώνιε πόνε μου,
όλη η δροσιά του μέλλοντος τραγουδάει μες στις κλειδώσεις μου
την ίδια ώρα που μου στρίβει το λαρύγγι η πείνα χιλιάδων
φτωχών προγόνων,
κι ω ήττες, συντρόφισσές μου, που μέσα σε μια στιγμή
με λυτρώσατε απ’ τους αιώνιους φόβους της ήττας.

Είμαι κι εγώ ένας Θεός μες στο δικό του σύμπαν, σε τούτο
το υγρό υπόγειο, έξω βρέχει,
ένα σύμπαν ανεξιχνίαστο κι ανεξάντλητο κι απρόβλεπτο,
ένας Θεός καθόλου αθάνατος,
γι’ αυτό και τρέμοντας από έρωτα για κάθε συγκλονιστική
κι ανεπανάληπτη στιγμή του.

Αντίο

Κάποτε μια νύχτα θ΄ ανοίξω τα μεγάλα κλειδιά των τρένων για να

περάσουν οι παλιές μέρες

οι κλειδούχοι θα ΄χουν πεθάνει, στις ράγιες θα φυτρώνουν μαργαρί-

τες απ΄τα παιδικά μας πρωινά

κανείς δεν έμαθε ποτέ πως έζησα, κουρασμένος από τους τόσους χειμώ-

νες

τόσα τρένα που δεν σταμάτησαν πουθενά, τόσα λόγια που δεν ειπώ-

θηκαν,

οι σάλπιγγες βράχνιασαν, τις θάψαμε στο χιόνι

που είμαι; γιατί δεν παίρνω απάντηση στα γράμματά μου;

κι αν νικηθήκαμε δεν ήταν απ΄ την τύχη ή τις αντιξοότητες, αλλά

απ’ αυτό το πάθος μας για κάτι πιο μακρινό

κι ο αγέρας που κλείνει απότομα τις πόρτες και μένουμε πάντοτε

έξω

όπως απόψε σε τούτο το ερημικό τοπίο που παίζω την τυφλόμυγα με

τους νεκρούς μου φίλους.

Όλα τελειώνουν κάποτε. Λοιπόν, αντίο! Τα πιο ωραία ποιήματα

δεν θα γραφτούν ποτέ….

Ποιητικές του Συλλογές:

Τα Άπαντά του κυκλοφορούν σε 3 τόμους από τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ.

Ποιήματα από το βιβλίο «Απάνθισμα Τάσου Λειβαδίτη» του Γ. Δουατζή εκδόσεις Κέδρος 1997 (εξαντλημένο)

MAXH ΣTHN AKPH THΣ NYXTAΣ   (1952)

…πως θα ξαναπιστέψουμε στον κόσμο

τι ώρα νάναι;

…πικρή νύχτα

σαν την αδικία πικρή.

…πικρή νύχτα

σαν την ταπείνωση μικρή.

Μας κοίμιζε άλλοτε η μάνα μας

μ” ένα τραγούδι σιγανό

τι κάνατε το τραγούδι αυτό;

Ένας άνθρωπος καίγεται

ένας άνθρωπος φωτίζει την νύχτα…

 

AYTO TO AΣTEPI EINAI ΓIA OΛOYΣ MAΣ   (1952)

…δός μου τα χέρια σου να κρατήσω τη ζωή μου.

…μια φέτα ψωμί που δε θα τη μοιραζόμαστε πως να την  αγγίξω;

Πως θάνοιγα μια πόρτα όταν δε θάτανε για να σε συναντήσω

πως να διαβώ ένα κατώφλι αφού δε θάναι για να σε βρώ.

Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου

είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου

αγαπημένη μου.

Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή.

Θάθελα να φωνάξω τ” όνομά σου, αγάπη, μ” όλη μου τη δύναμη.

Nα το φωνάξω τόσο δυνατά

που να μην ξανακοιμηθεί κανένα όνειρο στον κόσμο

καμιά ελπίδα πια να μην πεθάνει.

 

ΦYΣAEI ΣTA ΣTAYPOΔPOMIA TOY KOΣMOY     (1953)

 

…ο θάνατος περιοδεύει τον κόσμο με τη μάσκα ενός στρατηγού…

…τα μάτια μας θα ζήσουνε και πέρα απο το θάνατό μας

για να κλαίνε

φυσάει.

…φυσάει μες απ” τα τρύπια βρακιά των ανέργων

φυσάει

φυσάει μέσα στην οργισμένη καρδιά του λαού.

…ερχόμαστε

παραμερίστε

κατεβαίνουμε σαν μια χιονοστιβάδα που όσο κατηφορίζει μεγαλώνει.

 

O ANΘPΩΠOΣ ME TO TAMΠOYPΛO    (1956)

 

…μήπως δούμε το χαμόγελό σου

να κρέμεται σαν παγούρι πάνω απ” τη δίψα μας.

Mας φτάνει να μιλήσουμε

απλά

όπως πεινάει κανείς απλά

όπως αγαπάει

όπως πεθαίνουμε

απλά.

…δάγκωνε σφιχτά στα δόντια το χαμόγελό του

μη του το πάρουν.

…κρύβω στην τσέπη μου ένα όνειρο κουρελιασμένο

σφίγγω στα χέρια το άγνωστο όνομά μου…

Kι όταν σου πούν να με πυροβολήσεις

χτύπα με αλλού

μη σημαδέψεις την καρδιά μου.

Kάπου βαθιά της ζεί το παιδικό σου πρόσωπο.

Δεν θάθελα να το λαβώσεις.

…δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

 

ΣTIXOI ΓPAMMENOI ΣE ΠAKETA TΣIΓAPA

 

Πατρίδα, είσαι γεννημένη απ” τους πεθαμένους.

Πάνω στα ματωμένα πουκάμισα των σκοτωμένων

εμείς καθόμασταν τα βράδια

και ζωγραφίζαμε σκηνές από την αυριανή ευτυχία του κόσμου.

Eτσι γεννήθηκαν οι σημαίες μας.

Kι όταν πεθάνω και δε θάμαι ούτε λίγη σκόνη πιά μέσα στους

δρόμους σας

τα βιβλία μου, στέρεα και απλά

θα βρίσκουν πάντοτε μια θέση πάνω στα ξύλινα τραπέζια

ανάμεσα στο ψωμί

και τα εργαλεία του λαού.

Kατά που πέφτει, λοιπόν, ο κόσμος;

 

ΣYMΦΩNIA  Aρ. 1     (1957)

…η δυστυχία σε κάνει πάντα να αναβάλεις – έφυγε η ζωή.

Πάνω στα υγρά τσαλακωμένα σεντόνια μαραίνονταν το γέλιο

των αγέννητων παιδιών.

…και σμίγουν και χωρίζουν οι άνθρωποι

και δεν παίρνει τίποτα ο ένας απ” τον άλλον. Γιατί ο έρωτας

είναι ο πιο δύσκολος δρόμος να γνωριστούν.

Kαι τότε κατάλαβες γιατί οι απελπισμένοι

γίνονται οι πιό καλοί επαναστάτες.

 

Συχώρα με, αγάπη μου, που ζούσα πριν να σε γνωρίσω.

…χωρίς όνειρα να μας ξεγελάσουνε και δίχως φίλους πια

να μας προδώσουν…

Kι ύστερα μπήκατε ορθοί στη γη, όπως μπαίνει ο άντρας στη

γυναίκα.

Έτσι γεννήθηκαν τα στάχυα κι οι σημαίες.

Γιατί οι άνθρωποι υπάρχουν απ” τη στιγμή που βρίσκουνε

μια θέση

στη ζωή των άλλων.

OI  ΓYNAIKEΣ  ME  TA  AΛOΓIΣIA  MATIA   (1958)

 

…γι αυτό και μέσα σε κάθε ζωή υπάρχει πάντα κάτι πιο βαθύ

απ” τον εαυτό της – η ζωή των άλλων.

…η μοναξιά είναι τόσο απέραντη

ώστε έρχονται δυο – δυο για να την υπομείνουν.

Δεν ήξερε,

πως το κλειδί της φυλακής του καθένας το κρατάει στην τσέπη του…

Γιατί οι γυναίκες έχουν προαιώνιους,

μυστικούς δεσμούς με το αίμα

αίμα της ήβης, αίμα της παρθενιάς, αίμα της γέννησης…

 

Γιατί η ζωή είναι ατελείωτη και μπορεί κανείς να ξαναρχίσει

και δυο φορές – να ξαναρχίζει κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή…

…ένα καινούργιο ζευγάρι ανεβαίνει κιόλας τη σκάλα

έτοιμο να ριψοκινδυνέψει την ψυχή του στη μεγάλη

αβεβαιότητα του έρωτα.

…τους μιλούσε για την ελπίδα και το μέλλον  – κι άλλες

τέτοιες βλασφημίες.

Kαι μόνο εκείνη η γυναίκα, θάρθει η αναπότρεπτη ώρα,

μια νύχτα, που θα νιώσει με τρόμο ξαφνικά,

πως στέρησε τον εαυτό της απ” την πιο βαθιά, την πιο μεγάλη ερωτική πράξη

μην αφήνοντας έναν άντρα να κλάψει στα πόδια της.

Kι ο άνεργος που γυρίζει αργά, για νάχουν όλοι κοιμηθεί

στο σπίτι…

 

25η PAΨΩΔIA THΣ OΔYΣΣEIAΣ   (1963)

 

Kαι νάμαι τώρα

διασχίζοντας το Άπειρο

πιο ανάλαφρος απ” τους τρελούς και τα παιδιά…

…όσα δε ζήσαμε

αυτά μας ανήκουν…

…αγαπημένες μου,

εσείς, που ριχτήκατε τη νύχτα πάνω στα μαχαίρια της γύμνιας μου…

…κι ολόδροσος

σαν ένα χωριάτικο κοιμητήρι που διασχίζει το χρόνο.

 

ΠOIHMATA   (1958 – 1964)

 

…οι ερωτικές κραυγές μας

τινάζονταν μέσα στον ουρανό σα μεγάλα γιοφύρια

απ” όπου θα περνούσαν οι αιώνες…

…ά, για να γεννηθείς εσύ,

κι εγώ για να σε συναντήσω,

γι” αυτό έγινε ο κόσμος.

…αφού έζησα όλο

το μαρτύριο της ελπίδας, έφτασα στο πιο ανθρώπινο

έγκλημα: να πιστέψω στους ανθρώπους.

Kι ο άντρας είπε: θάθελα νάμαι Θεός. Kι η γυναίκα είπε:

θα γεννήσω σε λίγο.

…αδερφωμένοι ξαφνικά

μες στην παμμέγιστη αρετή της Tέχνης.

…κι η γριά πόρνη που σηκώνει τα φουστάνια της, για ένα γιαούρτι

δείχνοντας έναν ολόκληρο γκρεμισμένο Παράδεισο…

Oι εραστές είναι ακριβά, ένδοξα κύπελλα, όπου ο ένας πίνει

τον άλλον.

Kι εσύ, αγαπημένη, όταν με διώχνεις, κλείνεις έξω απ” την πόρτα σου

έναν ολάκαιρο πικραμένο κόσμο.

…σταθήκαν τίμιοι, μα Aπόντες.

 

OI TEΛEYTAIOI  (1966)

 

Tα μαλλιά της γεράσανε και πάνω στα ωχρά της χείλη

σαπίζουν αρχαία μακρόσυρτα φιλιά και πολλά ανοιξιάτικα λόγια.

…και μέναμε κι οι δυο μετέωροι κι ολομόναχοι, κρεμασμένοι

απ” την αρπαγή

μιας ασυνάντητης ηδονής…

Oλα όσα αρνηθήκαμε – αυτό είναι το πεπρωμένο μας.

…κάθε τόσο σηκωνόταν κι έβγαζε το καπέλο του

σαν να ζητούσε συγνώμη που υπήρχε.

 

NYXTEPINOΣ EΠIΣKEΠTHΣ (1972)

 

Σε τι χρησίμεψαν λοιπόν οι αμαρτίες μου;

… όταν βράδιασε, άδειασα τα παπούτσια μου απ” όλους τους δρόμους κι έπεσα να κοιμηθώ…

O ίδιος γύριζε σπίτι του τώρα δίχως πρόσωπο – σαν το Θεό.

…είχαμε κάποτε γκρεμίσει όλους τους τοίχους για να χωρέσουν εκείνοι που έφευγαν

…σε τι είχα φταίξει, εμένα το μόνο μου έγκλημα ήταν ότι δεν μπόρεσα να μεγαλώσω, κυνηγημένος πάντα, που να βρεις καιρό…

…γιατί την ώρα που πεθαίνεις, σαν ένας φονιάς που απομακρύνεται βιαστικά,

φεύγει από μέσα σου ο άγνωστος που υπήρξες.

…» τώρα, μου λέει, θα πάμε μακριά», » μα δεν βλέπεις, του λέω, μας ξέχασαν», » γι” αυτό» μου λέει…

…στο βάθος του δρόμου το άγαλμα διηγιόταν στα πουλιά το αληθινό ταξίδι.

» μητέρα, ρώτησα κάποτε, που μπορούμε να βρούμε λίγο νερό για τ” άλογό μου΄», «μα δε βλέπω κανένα άλογο», «κι εσύ, μητέρα!»…

Kανείς δε θα μάθει ποτέ με πόσες αγρύπνιες συντήρησα τη ζωή μου…

 

ΣKOTEINH ΠPAΞH (XOPIKO) 1974

 

Kάτω απ” το μανδύα ενός άλλου πηγαίνουμε, που προχωράει σιωπηλός, δίχως όνομα, ίσως γι” αυτό και πιο αληθινός…

Kαι μόνο ο τυφλός χαμογελούσε καθώς το ραβδί του, σοφό, τον πήγαινε πέρα απ” τη ματαιότητα, μες στο σκοτάδι.

…κι έπρεπε σαν έναν άλλο, πιό μεγάλο ουρανό, ν” αντέξουμε

την καθημερινή μας ιστορία.

…ακόμα κι άν δεν υπήρχε ουρανός εμείς εκεί θα πηγαίναμε.

…ζήσαμε έξω απ” τη θλίψη μας για να μη μας βρίσκουν.

OI TPEIΣ  (1975)

 

…άνθρωπος ασήμαντος δεν είχα φτιάξει ποτέ στη ζωή μου επισκεπτήρια…

…αυτοί, που έζησαν χωρίς ιστορία, σαν τον Θεό…

…έτσι η πιο αλησμόνητη ιστορία δε θα γραφτεί ποτέ, αφού πρέπει να την ξεχάσουμε, για να ζούμε ακόμα…

…κι εκείνος ο θλιμμένος άντρας, στο γειτονικό θάλαμο, ήθελε να πετάξει, έλεγε, και τρεφόταν μόνο με ψίχουλα…

…ίσως αργότερα μάθουν πως έζησα…

…ώρα που ο αιμομίχτης πρέπει να ονειρευτεί τη μητέρα του, ο φονιάς το άλλο του χέρι, η πόρνη να γυρίσει επιτέλους, στο πλευρό της, και ν” ανάψει το λύχνο του ο τυφλός.

 

O ΔIABOΛOΣ ME TO KHPOΠHΓIO  (1975)

 

Σκέφτομαι, αλήθεια, γιατί όλα αυτά, αφού με πολύ λιγότερα μπορεί κανείς να χαθεί.

…η εξέγερση θα γίνει τα μεσάνυχτα, έλεγαν, «έτσι θα μάθουμε και την ώρα», είπε κάποιος…

Είμαι άντρας, και με μια φτωχή βιογραφία πρέπει να ετοιμάσω

μια δίκαιη αναχώρηση.

…στις έγκυες μάλιστα σήκωναν το φόρεμα

κι έβρισκαν πανάρχαια κλοπιμαία…

Υπάρχουν, αλήθεια, χιλιάδες τρόποι να κερδίσει κανείς τη ζωή του

μα ένας μόνο για να τη χάσει.

…ή να πονέσω τόσο πολύ που ο Θεός να υπάρξει…

…κάθε φορά που κάποιος μπαίνει στη ζωή σου,

είναι σαν να σου παίρνει μια βελόνα γραμμοφώνου, ώσπου, τελικά,

πρέπει να τραγουδήσεις μόνος σου…

 

BIOΛI ΓIA MONOXEIPA  (1976)

 

…ακόμα κι η ζωή μου αποχτά σημασία

όταν τη διηγούμαι σε κάποιον…

…ή ο παιδικός μας φίλος, που καθισμένοι στο πεζούλι τα βράδια

μοιράζαμε τον κόσμο – αλλά εγώ τον έκλεβα.

…έτσι δεν μπόρεσα ν” αποτελειώσω καμιά ηλικία…

…σαν ένα παιδί που το αθώωσαν για να μην έχει τίποτα δικό του…

…ώ έρημοι δρόμοι, που μπορείς όλα να τους τα πείς, χωρίς να

τ” ακούσουν…

…το πιό θανάσιμο αμάρτημα είναι να μήν αγαπάς τον εαυτό σου…

… ακριβώς όπως ένας άνθρωπος, ίσως, μπορεί να παίξει και μ” ένα χέρι βιολί, όταν με τ” άλλο πρέπει να κρατήσει τη ζωή του…

… και το πρωί θα πρέπει να ξαναντυθείς, μόνο και μόνο για να πονέσεις…

ANAKAΛYΨH (1977)

 

… οι άγιοι φοβισμένοι είχαν καταφύγει στα ημερολόγια…

… ίσως γιατί υπάρχει κάτι που γι” αυτό δε μίλησε ποτέ κανείς – και μόνο εκεί ζήσαμε…

… έτσι έμεινα χωρίς ηλικία σαν τα παλιά σφάλματα….

… και ξεκινάει μια μέρα καλή, όταν παραδεχτείς απ” το πρωί τη νύχτα που φτάνει…

Και κάθε τόσο ανοίγω το ερμάρι και βεβαιώνομαι πως το παιδικό μου χέρι είναι ακόμα εκεί και κάποτε θα μου χτυπήσει το τζάμι.

… κινδύνεψα μπρος σε μια λέξη…

Κανείς δε μας συγχώρησε που ζήσαμε σιωπηλοί…

… τις νύχτες κοιμόμουν στο πάτωμα, αφήνοντας το κρεβάτι για τον εφιάλτη…

… τα σκυλιά, το βράδυ, κοιτάζουν δακρυσμένα προς τα κει πού ήμαστε κάποτε παιδιά

 

Πόσες ψευδομαρτυρίες δεν έσωσαν μιά ζωή.

… «μην τον ακούς, είπε η γριά, αυτός είναι ο πεθαμένος – αφού κρύβει ακόμα τα λεφτά του».

… οι λέξεις είναι η ποινή μου, ο ύπνος η βιογραφία μου

 

EΓXEIPIΔIO EYΘANAΣIAΣ  (1979)

 

Τόσα άστρα κι εγώ να λιμοκτονώ.

… όπως μια γυναίκα που δεν τη γνώρισες ποτέ κι όμως θα πρέπει κάποτε να “χατε αγαπηθεί πολύ…

… γιατί αλίμονο αν μαθαίναμε όσα μας έχουν συμβεί.

. ή μια χειρονομία απαλή, όπως καρφιτσώνεις ένα ρόδο στο στήθος μιας γυναίκας

που ποτέ δεν υπήρξε.

… έχω τόσες ωραίες ιδέες να συντηρήσω…

… ίσως όταν ξαναΐδωθούμε να μην ξέρει πια καθόλου ο ένας τον άλλον.

Έτσι που επιτέλους να μπορέσουμε να γνωριστούμε.

… κι αφού ποτέ δεν είχα ζήσει φανερά

θ” ακούτε το τραγούδι κι όταν λείπω.

 

… κι η ειλικρίνεια αρχίζει πάντα εκεί, που τέλειωσαν όλοι οι άλλοι τρόποι να σωθείς.

O TYΦΛOΣ ME TO ΛYXNO  (1983)

 

Έρχομαι από μέρες που πρέπει ν” αποσιωπηθούν, από νύχτες που θέλω να τις ξεχάσω…

… εξάλλου άνθρωπος είμαι κι εγώ, χρειάζομαι λίγη μέριμνα: ένα όνειρο ή μια μητέρα ή έστω μια ξαφνική περιφρόνηση…

…παλιά, ρυτιδωμένη γη που μόνο έναν αιώνιο ύπνο υποσχόταν –

κι ώ σοφή προνοητικότητα των παιδιών, που πιάνουν από νωρίς φιλίες με το χώμα.

Aν έχασα τη ζωή μου είναι γιατί πάντα είχα μίαν άλλη ηλικία απ” την αληθινή…

…ώσπου ξημέρωνε

κι ερχότανε ένας καινούριος πόνος να με σώσει απ” τον παλιό.

…ζήσαμε με χαμένα όνειρα και σκοτωμένη μουσική…

Οπωσδήποτε  θα είχα κάνει μεγάλα πράγματα στη ζωή μου, αλλά είχα γεννηθεί πολύ απασχολημένος…

… οι πιο ωραίες ιστορίες θα ειπωθούν για μας

όταν δε θα “ναι πια κανείς να τις ακούσει.

Aν ρίχναν ένα καράβι μες στο μυαλό μου θα ναυαγούσε.

… αλλά τι να “κανα που υπήρξα πάντα

απ” την άλλη μεριά της ζωής.

 

BIOΛETEΣ ΓIA MIA EΠOXH  1985

 

… μόνον η ανωνυμία μας διατηρεί μακριά από μύθους ή λεηλασίες…

… ένας μικροδιεκπεραιωτής του ανέφικτου μες στην αιώνια λησμονιά…

… οι φτωχοί κατακτούν αναίμακτα τα πάρκα…

… μια γυναίκα πιο κει τόσο θλιμμένη που ο κόσμος θα “πρεπε να ξαναρχίσει…

… ρωτάμε αλλά η απάντηση υπάρχει μόνο όσο δεν τη γνωρίζουμε

είμαστε τ” όνειρο ενός μανιακού, η μεγαλοφυΐα ενός τρελού που

δραπετεύει μέσα σε μια λέξη…

… θα “δινα ένα βασίλειο για μια παιδική νύχτα…

… άνθρωποι αθώοι σαν άγραφες σελίδες

άνθρωποι ανυπεράσπιστοι σαν τις σελίδες που γράφτηκαν πια.

…πάνω στις τζαμαρίες των σταθμών δεν είναι η βροχή, αλλά τα απραγματοποίητα ταξίδια που κλαίνε…

…έξω απ” τα ορφανοτροφεία σωπαίνουν τα διωγμένα παραμύθια…

…οι άλλοι φτιάχνουν από μας ένα πρόσωπο για δική τους χρήση…

… ζήσαμε μεγάλα χρόνια, όμως πράγματα ασήμαντα μας πέθαναν…

…όπως τα παιδικά παιχνίδια που μια μέρα εξαφανίζονται άξαφνα σα να τα πήρε μαζί του το παιδί – καθώς πέθαινε, περίλυπο, μέσα στον άντρα.

 

MIKPA ΓYMNAΣMATA ΛHΣMONIAΣ

 

…δεν είχε πού να πάει,

ώσπου σηκώθηκε και με αργά, αβέβαια βήματα ανέβηκε στον ουρανό.

«Mα πως περπατάς επί των κυμάτων;» ρώτησα.

«Eχασα τον δρόμο» μου λέει.

Oι άνθρωποι βιάζονται: έγνοιες, βιοτικές συνθήκες, όνειρα συμβιβασμοί – πού καιρός να γνωρίσουν τη ζωή τους.

…αλλά τι αθλιότητα, κάθε φορά που έχω κάτι σπουδαίο να πω, τα χάνω, έτσι μένει στο σκοτάδι η ανθρωπότητα.

Kι, ώ αναμνήσεις, που συγκρατείτε κάτι πιο πολύ απ” αυτό που ζήσαμε…

Γι” αυτό, σας λέω, ας κοιτάξουμε τη ζωή μας με λίγη περισσότερη συμπόνια

μιας και δεν ήταν ποτέ πραγματική…

 

ΜIKPO BIBΛIO ΓIA MEΓAΛA ONEIPA  (1987)

 

…στάθηκα πάντα ανυπεράσπιστος μπροστά στους άλλους όπως οι νεκροί

έτσι έμαθα τι θα πει αιωνιότητα.

A, έχασα τις μέρες μου

αναζητώντας τη ζωή μου.

…μίλησα πάντοτε με λόγια απλά για να επιδέχονται όλες τις ερμηνείες…

Kαι πεθαίνουμε στερημένοι σ” έναν παράδεισο από λέξεις.

Εξάλλου, εγώ έχω το άπειρο, τι να τις κάνω τις γνωριμίες.

…η οικογένειά μου, από τις πιο ευυπόληπτες, διατηρούσε όλες τις μεγαλοαστικές συνήθειες μόνο που το σπίτι δε χωρούσε τόσες μικρότητες κι είχαμε κι ένα άλλο στην εξοχή.

Kι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον

είμαστε κιόλας νεκροί.

…η νεότητα πέθανε, ας σκεπάσουμε τους καθρέφτες…

 

TA XEIPOΓPAΦA TOY ΦΘINOΠΩPOY 1990 (εκδόθηκε μετά το θάνατό του ποιητή)

 

…η σιωπή κάνει τον κόσμο πιο μεγάλο, η θλίψη πιο δίκαιο…

…κι ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλο…

Oλόκληρη η ζωή μου δεν ήταν παρά η ανάμνηση ενός ονείρου μέσα σε ένα άλλο όνειρο.

Tα ρολόγια σημαίνουν τις χαμένες ώρες, αλλά κανείς δεν τα πιστεύει…

…οι ερωτευμένοι παντρεύτηκαν και τώρα γερνάνε πλάι σε ανθρώπους ξένους…

…ω μα γιατί άφησα να μεγαλώσω, πώς ξεγελάστηκα…

O κόσμος μόνο όταν τον μοιράζεσαι υπάρχει…

Kάποτε θα μας πνίξουν τόσα ανείπωτα λόγια.

…κορίτσια που βγάζουν το φουστάνι τους για να μπουν στον ουρανό…

H ελπίδα που κάνει ακόμα πιο αβέβαιο τον κόσμο.

T” άστρα ήταν το πρώτο μας αναγνωστικό.

 

 

 




Η «Αγία Οικογένεια» του Ασημάκη Πανσέληνου & άλλα ποιήματά του

%ce%b1%cf%83%ce%b7%ce%bc%ce%ac%ce%ba%ce%b7%cf%82-%cf%80%ce%b1%ce%bd%cf%83%ce%ad%ce%bb%ce%b7%ce%bd%ce%bf%cf%82

Από αριστερά, Ασημάκης Πανσέληνος, Αλέκος Α. Χρυσούλα και Κρίτων Ελ., Έφη Πανσελήνου.

[…] Ο συντοπίτης του Κ(ώστα) Κοντού Ασημάκης Πανσέληνος (γεννήθηκε στη Μυτιλήνη το 1905) είναι ποιητής με άλλη κατεύθυνση. Ανήκει στην παράταξη των πρωτοποριακών, που είναι συνεπαρμένοι από το κοινωνικό πρόβλημα και τη σοσιαλιστική ιδεολογία. Το επάγγελμα του είναι δικηγόρος, αλλά τις «ώρες της σχόλης» του έγραφε ποιήματα, δοκίμια και κριτικές. «Αν δεν κάνω λάθος, πρωτοεμφανίστηκε στους «Πρωτοπόρους». Έχει στιχουργική ευχέρεια. Το ξεχωριστό στην ποίηση του είναι η ειρωνεία και κάποτε ο σαρκασμός. Ξεσηκώνω ένα από τα πρώτα του τραγούδια, που το επιγράφει «Αγία Οικογένεια»:

ΑΓΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

Μέσα στο σπίτι λάμπει αποσπερίτης
η μάνα μου, παλιά νοικοκυρά.
Είναι ο μπαμπάς φιλόνομος πολίτης
κι’ έχει παρά με φούντα και ουρά.

Δε βγαίνει από το σπίτι πριν τις δέκα
κι’ έχει υποθέσεις πάντα σοβαρές,
κι’ όταν το φέρει ο λόγος για γυναίκα,
έχει και λίγο αρχές αριστερές.
(Μα σαν ακούει την λέξη «μπολσεβίκοι»
σηκώνονται του οι τρίχες από φρίκη).

Στην αρετή του πάντα είναι ρολόι
και για το σπίτι κάνει σαν τρελλός,
γιατί έτσι κάνουν οι άνθρωποι από σόι,
γιατί έτσι κάνει ο κόσμος ο καλός.

Μα κάποτε τον ζώνουν κι’ οι διάβολοι
κι’ η μάνα μου – να φύγη η γρουσουζιά,
παίρνει από του μπαμπά το πορτοφόλι
κι’ ανάβει ένα κερί στην Παναγιά
«Συ πουσαι απ’ τους άγιους όλους πρώτη
στον ίσιο δρόμο φέρ’ τον Παναγιώτη!»

Την Κυριακή σα βγούμε στο σεργιάνι,
μπράτσο ο μπαμπάς τη μάνα μου κράτα·
δίνει δεκάρες κι’ εύχονται οι ζητιάνοι
κι’ ό κόσμος ο καλός μας χαιρετά!

Στο παραπάνω ποίημα του ο Πανσέληνος σατιρίζει τα «κατά συνθήκην» ψευδή της αστικής οικογένειας. Να και ένα άλλο αντιπολεμικό. Ο τίτλος του είναι «Χριστιανικό»:

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ

asimakisΤα σπίτια μου, τα ζα μου, τα παιδιά μου
νάναι καλά, – κι’ ο πόλεμος ας βράζει!
Αφού σου καίω καντήλι μ’ έξοδα μου,
πως πίνω ξένο αίμα τι πειράζει;
Πλερώνω στην πατρίδα μου για νάχει
κανόνια και στρατό – πράματα δίκια,
και για όσους σακατεύονται στη μάχη
πλερώνω κι’ αγοράζουν δεκανίκια!
Θεέ μου, εσύ πού παίρνεις δίχως κόπο
της χήρας της φτωχής τον οβολό,
δώσε να ζήσω ανέγνοια κάποιο τρόπο,
και πάστρεψε τον άγιο μας τον τόπο
από καθένα ανήσυχο μυαλό!
-Για το φτωχό, καθένας μας το ξέρει,
η σκέψη είν’ επικίντυνο μαχαίρι!

Γιάννης Κορδάτος, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, τ. 2, Επικαιρότητα, Αθήνα, 1983, σελ. 671- 672.

Ο Πανσέληνος (1903-1984), θα γράψει σε κάποια ανάρτησή του ο Νίκος Σαραντάκος (βλ. Εφτά ποιήματα του Ασημάκη Πανσέληνου) ήταν παλιός φίλος με τον παππού και τη γιαγιά μου, ακόμα από τη Μυτιλήνη· τον είχα γνωρίσει κι εγώ, μάλιστα έχω ένα βιβλίο του με αφιέρωση, που μου το έστειλε λίγους μήνες πριν πεθάνει σε αντιχάρισμα του πρώτου μου βιβλίου που του είχα στείλει.

ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΕΙΟΝ

Πάνω στην ξύλινη έδρα καθισμένοι,
μια γνώμη, μια καρδιά ευχαριστημένη,-
τρεις ομοιόμορφοι, ήσυχοι ανθρωπάκοι
κι ο εισαγγελέας, με Φαίρμπανξ μουστακάκι!

epson001-613x960

Ο Ασημάκης Πανσέληνος (δεξιά) με το φίλο του Αλέκο Α. στη Μυτιλήνη, σε ηλικία 26 ετών . “Ναβάγια της ζωής” έχει γράψει αυτοσαρκαστικά στο πίσω μέρος της φωτογραφίας, σε προκλητική «μαλλιαρή»

Ένας εργάτης κάθεται στον μπάγκο,
από ένα σπάγγο κρέμεται ο Χριστός
κι απ’ το Χριστό κρεμιέται, δίχως σπάγγο,
το Καθεστώς!

«Εσύ ήσουν αρχηγός στην απεργία;»
«Αυτό για μένα θα ήτανε τιμή».
«Και τι σας φταίει το Κράτος κι η Θρησκεία»;
«Βοηθούν όσους μας κλέβουν το ψωμί»!

Ο πρόεδρος είναι μάνα στη δουλειά του
κι είναι αυστηρός στα ήθη και στους τρόπους,
κοιτάει το νόμο μέσα απ’ τα γιαλιά του
και μέσα από το νόμο τους ανθρώπους.

«Δυο χρόνια φυλακή και δυο εξορία»!
Και τον ακούει ο εργάτης καθιστός,
κλαίει μια γριούλα με ήμερη πικρία,
μειδιά κάτου απ’ τη σκόνη του ο Χριστός,

Πάνω στην ξύλινη έδρα καθισμένοι,
μια γνώμη, μια καρδιά ευχαριστημένη,
δικάζουνε τον κλέφτη, τον αλήτη
κι απέ παίρνουν το τραμ και πάνε σπίτι.

Τρων και μιλάν για το Άδικο με πάθος,
διδάσκουν τα παιδιά τους ηθική,
βέβαιοι αυτοί πως είναι κατά βάθος,
πιο τίμιοι απ’ όσους κλειουν στη φυλακή.

Φαίρμπανξ μουστακάκι: σαν του διάσημου ηθοποιού Ντούγκλας Φέρμπανκς, λεπτότριχο και μακρύ· ή, ντούγκλας το μουστάκι, που λέει και το τραγούδι του Καπετανάκη.

ΣΤΡΑΤΑΡΧΗΣ ΕΝ ΜΕΓΑΛΗ ΣΤΟΛΗ
ΜΕΤΑ ΣΤΡΑΤΑΡΧΙΚΗΣ ΡΑΒΔΟΥ

Κατά προτίμηση Γερμανός

Μοιάζει στο βλέμμα του όρνιο παλαβό,
με το δεξί του χέρι απά στη ζώνη,
ενώ με τ’ άλλο χέρι το ζερβό
κρατά ένα μαραφέτι σαν τρομπόνι.

Κορδόνια, αστέρια και σταυροί μαζί,
η δόξα του είναι δάφνη από τιρτίρι,
το στήθος του είναι υπαίθριο μαγαζί,
στο τραγικό της ζωής μας πανηγύρι.

panselinso1-thumb-largeΓυναίκειο σκέρτσο, αντρίκια γρουσουζιά
και το μουστάκι του αρειμάνιο τόξο
κι αν του ’χε δώσει η φύση και βυζιά,
θα τα ’βγαζε απ’ τ’ αμπέχονό του απόξω.

Με τέτοια ωραία ρούχα που φορεί,
το μεγαλείο η ύπαρξή του στάζει,
κανείς που τον κοιτάει δεν απορεί
πως έχει το δικαίωμα να μας σφάξει.

Να κόβει εμάς και να ψηλώνει εκείνος
να κάνει τη ζωή μας ρημαδιό.
Ρωτιέσαι αν είναι θεός ή αν είναι κτήνος
και σκέφτεσαι πως είναι και τα δυο.

τιρτίρι: επίχρυσο ελικοειδές σύρμα που χρησιμοποιείται σε κεντήματα, παράσημα κτλ.

ΕΞΩΣΙΣ ΔΥΣΤΡΟΠΟΥΝΤΟΣ ΜΙΣΘΩΤΟΥ

Δεν είναι παγωνιά δεν είναι ζέστα,
είναι μονάχα της καρδιάς το ψύχος
κι οι δικαστές κι οι νόμοι και τα ρέστα
χωρίζονται απ’ τον άνθρωπο με τείχος

κι όπου ζωή σημαίνει απανθρωπία,
ο νόμος λέει τη φτώχεια «δυστροπία».

Παράτα τη ζωή και δες το νόμο·
ήρθε ο κλητήρας με ρυθμό γοργό
και της πετάει τα πράματα στο δρόμο
-χρωστούσε πέντε νοίκια η Μαριγώ-

τα φίδια έχουν φωλιές, τ’ αγρίμια, οι λύκοι
κι οι άνθρωποι έχουν σπίτια με το νοίκι.

Χειμερινή λιακάδα του Φλεβάρη
κι ο κόσμος ζει σ’ αιώνια αποκριά
όσο που να ’ρθει ο μπόγιας να την πάρει
σ’ έν’ άσυλο, νετάρισε η γριά,

η γριά μέσα στο βιος που της ανήκει
μια χύτρα, μια στρωμνή κι ένα καθίκι.

Χειμερινή λιακάδα του Φλεβάρη
και σκα η ζωή και στο ξερό κλωνάρι,
σκέπει τα πάντα ελληνική πληρότης,
κοιμάται η γριά σε στρώμα μαλακό

κι η Άνοιξη κουνάει τον πισινό της
σαν παραστρατημένο θηλυκό.

ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΟ ΜΑΤΣ

15956

Ασημάκης Πανσέληνος (1903-1984)

Εικοσιδυό λεβέντες και μια μπάλα
τις ώρες της δουλειάς και της σχολής μας
με ιδανικά τις γέμισαν μεγάλα,
να φτιάξουν, λέει, το μέλλον της φυλής μας.
Πόδια στραβά, στραβά μυαλά και χέρια,
κωλοπηδούν να πιάσουνε τ’ αστέρια!

Ορμούν, χτυπούν και κουτουλούν σα βόδια,
να βρουν το νόημα της ζωής στην πάλη,
όλο τους το μυαλό πήγε στα πόδια
και λες κλοτσούν πια τ’ άδειο τους κεφάλι
και ζουν κι αυτοί κι ο λαός μια καταδίκη
ανάμεσο στην ήττα και στη νίκη.

Νοικοκυραίοι φτωχοί μαγαζατόροι
κινούν νωρίς τ’ απόγεμα σα λύκοι,
της ζωής οι νικημένοι με το ζόρι
της νίκης ν’ απολάψουν τ’ αλκολίκι
και κλειουν σ’ ενός μαντράχαλου τα σκέλια
του κόσμου την αρχή και τη συντέλεια.

Κι ύστερα χουγιαχτό, βουή και χτύπος
και δεν έχει προβλήματα η ζωή,
καλά που ’ναι κι ελεύτερος ο τύπος,
για να μαθαίνει ο κόσμος το πρωί
πόσο κλοτσάει με νόηση ένα χαϊβάνι
κι η Λίζα η Τέιλορ έρωτα πώς κάνει.

Στείρα καρδιά και δύναμη τυφλή,
παράγουν ήρωες μαζικά στους τόπους,
ω κι αν βρισκόταν δυο άνθρωποι δειλοί,
να σώσουν απ’ τους ήρωες τους ανθρώπους
που ζουν σ’ ενός πολέμου μες στη δίνη,
για να ξεσυνηθίζουν την Ειρήνη.

Κι ω να βρισκόταν και στον κόσμο μια άκρη
που η χλαλοή του ματς να μην τη σκιάζει
να υπάρχει μια χαρά και μες στο δάκρυ
κι ένας καημός στων κοριτσιών το νάζι,
της Κυριακής χρυσή να πέφτει η εσπέρα
χωρίς κραυγή πολέμου και φοβέρα.

ΕΝΤΙΜΟΣ ΒΙΟΣ

Αμέριμνη η ζωή του νοικοκύρη,
δεν κάνει τούμπες, δεν έχει φτερά
και κάποτε σκυμμένος στο ποτήρι,
στο σκύψιμο γυρεύει τη χαρά.

Μοχτάει σκληρά και δε σηκώνει μύτη
και οικονομάει το χρήμα του σοφά,
στα εξήντα του αγοράζει κάποιο σπίτι
και μπαίνει μες στο σπίτι και ψοφά.

ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΦΥΛΑΚΕΣ

Στην Κηφισιά, πριν μπεις, είναι μια βίλα
με σύρμα αγκαθωτό, δεντρά και χλόη.
Μέσα της κλειουν παιδάκια εγκληματίες
και τα φρουρούν μαντράχαλοι αθώοι.

Σ’ ΕΝΑ ΠΑΙΔΑΚΙ

Στον Αλέξη

Παιδί μου, αυτές τις μέρες που γεννήθηκες,
κόλαση η ανθρωπότητα είναι κρύα,
λιωμένο ατσάλι βρέχει στον πλανήτη μας
κι οι άνθρωποι ντροπιάζουν τα θηρία.

Έτσι μπορεί μια μέρα κι ο πατέρας σου
πριν σε χαρεί και πριν τον αγαπήσεις,
μ’ έν’ αναμμένο βόλι μες στα στήθια του
να μη σου μείνει ουδέ στις αναμνήσεις.

Η ελευθερία κυβέρνησε τη μοίρα του,
αυτή που ζωογονεί και θανατώνει,
δεν έκανε κακό, μονάχα μίλησε,
που έχει μιλήσει λίγο μετανιώνει.

Ήταν στο βάθος άνθρωπος αδύνατος
και μέθαγε στο πιο εύκολο μεθύσι,
πολλά μπορούσε, τίποτα δεν έκανε
κι έζησε περιμένοντας να ζήσει.

Μα εσύ να ζήσεις άξια και περήφανα
να ζεις και για τη ζωή να μη σε νοιάζει,
μονάχα ό,τι πληρώνεται με θάνατο,
μονάχα αυτό σε ζει και σ’ ανεβάζει.

(1943)

Δείτε ακόμα: 




ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

afisa_a3%ce%b11Θέμα: Μουσική-ποιητική παράσταση: “Διάλογος” – Ο Γιώργος Ψυχογιός αυτοσχεδιάζει στην ποίηση του Γιώργου Δουατζή, στο Βενιζέλειο Ωδείο Χανίων.

Ο πολιτιστικός σύλλογος «Οι φίλοι των γραμμάτων και των τεχνών» και το «Βενιζέλειο Ωδείο Χανίων» συνεχίζοντας την κοινή τους προσπάθεια για τη διοργάνωση καλλιτεχνικών εκδηλώσεων υψηλού επιπέδου στα Χανιά, σας προσκαλούν στην πρωτότυπη μουσική-ποιητική εκδήλωση “Διάλογος” – Ο Γιώργος Ψυχογιός αυτοσχεδιάζει στην ποίηση του Γιώργου Δουατζή. Απαγγέλλει ο ηθοποιός Βαγγέλης Λιοδάκης.

Πρόκειται για τον άμεσο διάλογο δύο τεχνών, ο οποίος παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα, με σημείο εκκίνησης τα Χανιά, στο Βενιζέλειο Ωδείο Χανίων, Νικηφόρου Φωκά 3, το Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2016, στις 21.00′ μ.μ.

Η παράσταση περιλαμβάνει τον μουσικό αυτοσχεδιαστικό σχολιασμό στο πιάνο, από τον διεθνούς φήμης συνθέτη Γιώργο Ψυχογιό σε ποιήματα του Γιώργου Δουατζή, που θα απαγγείλει ο ηθοποιός Βαγγέλης Λιοδάκης. Σημειώνεται ότι δεν υπάρχουν γραμμένα μουσικά μέρη από πριν, αλλά ο Γ. Ψυχογιός ανάλογα με την έμπνευσή του με αφορμή κάθε ποίημα θα συνθέτει μουσική εκείνη τη στιγμή στο πιάνο.




Μενέλαος Λουντέμης: Από την Ικαρία της συμπόνιας και της αλληλεγγύης στο πέτρινο φίμωτρο της Μακρονήσου…

Ξέρω. Το μαξιλάρι σου καίει / Σαν τον μαρτυρικό τροχό. /Το γέμισαν από βραδύς / Οι δήμιοι των ύπνων μας / Με αναμμένα καρφιά / Μα εσύ κοιμήσου. Κοιμήσου. / Έστω κι αν στέκουν από πάνω σου / Με το όπλο “επί σκοπόν” / Και με το δάχτυλο στη σκαντάλη / Δύο διμοιρίες εφιάλτες. / Εσύ κοιμήσου. / Κοιμήσου. / Και στην άκρη του ορίζοντα / Ακούονται οι ρωγμές / Που κάνει η ήλιος / Στα κάστρα της νύχτας. / Μα εσύ κοιμήσου. (Μενέλαος Λουντέμης, Θα ξημερώσει ). 6

Ξέρω. Το μαξιλάρι σου καίει / Σαν τον μαρτυρικό τροχό. /Το γέμισαν από βραδύς / Οι δήμιοι των ύπνων μας / Με αναμμένα καρφιά / Μα εσύ κοιμήσου. Κοιμήσου. / Έστω κι αν στέκουν από πάνω σου / Με το όπλο “επί σκοπόν” / Και με το δάχτυλο στη σκαντάλη / Δύο διμοιρίες εφιάλτες. / Εσύ κοιμήσου. / Κοιμήσου. / Και στην άκρη του ορίζοντα / Ακούονται οι ρωγμές / Που κάνει η ήλιος / Στα κάστρα της νύχτας. / Μα εσύ κοιμήσου. (Μενέλαος Λουντέμης, Θα ξημερώσει ). (6)

Του Δημήτρη Δαμασκηνού,

εκπαιδευτικού Δ.Ε.-ιστορικού, negreponte2004@yahoo.gr

    Στις πρώτες σελίδες του αυτοβιογραφικού μυθιστορήματος  Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα 1 ο Μενέλαος Λουντέμης το 1949 λιπόσαρκος 2 και σακατεμένος από το ξύλο 3, βρίσκεται ακόμα εξόριστος στην Ικαρία 4, περιμένοντας μέρα τη μέρα να τον μπαρκάρουν για τη Μακρόνησο 5.

    Τα πάθη του ο συγγραφέας τα διηγείται σε πρώτο πρόσωπο: «Εμείς είμαστε ακόμα στην Ικαρία», θα γράψει χρησιμοποιώντας εμφαντικά το εμείς, για να εντάξει  βέβαια το ταπεινό του σαρκίο στην πολυπληθή ομάδα των συνεξόριστων συντρόφων του που έχουν κατακλύσει το νησί 7 και μεταφέρονται «συνοδεία» με τα βαπόρια που πύκνωσαν τα δρομολόγιά τους στη Μακρόνησο.

    «Κι είναι Άνοιξη! Ντροπαλά αεράκια μαλώνουν συναμεταξύ τους. Σηκώνουν χνούδια και πουλιά. Και χαρτάκια μ’ ανορθογραφίες: ‘Όσον περί εμέ… βρίσκομαι στα τελευταία μου. Κατά τ’ άλλα… είμαι καλά! Τρομαγμένα ξεμύτισαν φέτος τα μπουμπούκια. Η αγάπη κρυβόταν στις γωνίες και σκέπαζε με την απαλάμη τα φιλιά της. Φέτος δε θάχουμε φρούτα. Τα σκότωσαν όλα πάνω στον ανθό. Μόνο τα πουρνάρια πρασινίζουν άφοβα -άγρια μες στην ασκήμια τους. Αυτά μόνο. Κι οι χωροφύλακες.» 8, που έχουν κατακλύσει το νησί, δούλοι: «που κάποτε γίνονται αφέντες. Κι οι αφέντες που προέρχονται από δούλους είναι σκληρότεροι από τους αφέντες των δούλων» 9.

    Ο Μενέλαος Λουντέμης ζώντας ως εξόριστος στην Ικαρία, όλο αυτόν τον καιρό μετά την ήττα του Δεκέμβρη, έχοντας σε πρώτη φάση τις εμπειρίες και τα βιώματα του καταδιωκόμενου και ύστερα του πολιτικού εξόριστου, καταγράφει προσεκτικά τις δραματικές του αναμνήσεις σ’ ένα χειρόγραφο που -για να μη χαθεί- έχει αντιγράψει σε δύο αντίγραφα. Το ένα, προσεκτικά κρυμμένο στο κούφωμα μέσα στο καρφωμένο τακούνι του παπουτσιού του, το κουβαλάει συνέχεια πάνω του, ενώ το άλλο το εμπιστεύεται στην ασπρομάλλα Ζωίτσα, μιαν Ικαριώτισσα που έδινε πολλές φορές τα λιγοστά ραδίκια από τον κήπο της στον Μενέλαο Λουντέμη, τη μόνη του τροφή, «γιατί δεν δέχονταν τίποτ’ άλλο το στομάχι μου» 10.

    «Η Ικαρία… Πρέπει να τη βαφτίσουμε ‘Συμπόνοια'», γράφει ο συγγραφέας 11 και συνεχίζει για την παροιμιώδη αλληλεγγύη των Iκαριωτών στους πολιτικούς εξόριστους επισημαίνοντας: «Οι Ικαριώτες… Θυμούμαι πέρσι πούμασταν στο  άλλο χωριό, το Mαυράτο. Γη δεν είχε ούτε κείνο… Λίγη αλεσμένη πέτρα όπου φυτεύανε δέκα μαρούλια και πέντε κρεμμύδια. Mα κανένας τους δεν τα γεύτηκε. Όλα τα τάιζαν σ’ εμάς. Tα πετούσαν κρυφά τις νύχτες απ’ τα μεσότοιχα. Mια μέρα μας έστειλαν αγγαρεία στην πέτρα. Tα πεζούλια απ’ όπου περνούσαμε ήταν στρωμένα με φρεσκοκομμένα σύκα. Tάχαν αφηγμένα στιβίτσες στιβίτσες απάνω στα συκόφυλλα για να τα βρούμε γυρνώντας απ’ τη σκληρή δουλειά. Aλλά τι να πρωτοθυμηθώ; Tο γάλα… Tο κάθε σπίτι είχε από μια κατσικίτσα, κι ένα σωρό παιδιά. Tα παιδιά αυτά από τότε που πήγαμε εμείς χάσανε το γάλα τους. Mας τόδιναν με χίλιες πονηριές για τους αρρώστους μας. Το ξέρανε πως ο Χλαμούτσης ήταν ικανός να τους εκτελέσει επί τόπου αν τους έπιανε. Το ξέρανε. Αλλά δεν έκαναν πίσω» 12.

38

Pάχες 1947. Oμάδα εξορίστων και ανάμεσά τους με το ραβδί 0 Mίκης Θεοδωράκης. Ακριβώς πίσω από τον Θεοδωράκη ο Μένιος Τσερώνης. Στην Ικαρία το ίδιο διάστημα βρέθηκαν ως εξόριστοι και ο Λάκης Σιάντας 15 , ο Ρούσος Κούνδουρος, ο Μήτσος Παρτσαλίδης, ο Φοίβος Ανωγιαννάκης και πολλοί άλλοι γνωστοί αγωνιστές του ΕΑΜικού κινήματος. Ανάμεσά τους και ο Ευάγγελος Μαχαίρας που αναφέρει πως, όταν το καλοκαίρι του 1948 μεταφέρθηκε από τον Χρυσόστομο στο Μαυράτο της Ικαρίας, βρήκε εκεί τον Μενέλαο Λουντέμη κι έκαναν καθημερινή παρέα «σ’ ένα «θάλαμο» Ποντίων, που είχαν μια λύρα και μας τραγουδούσαν ποντι¬ακά τραγούδια ή μας έλεγαν ποντιακά ανέκδοτα» 16.

    «Από την άλλη πλευρά», θα σημειώσει η κ. Ελένη Μαμουλάκη, «οι εξόριστοι πρόσφεραν τις γνώ­σεις και τις υπηρεσίες τους σε πολλούς τομείς της κα­θημερινής ζωής στο νησί. Αυτός ήταν ένας τρόπος να «ανταποδώσουν» τη φιλοξενία των ντόπιων και να κάνουν πράξη το όραμα μιας κοινωνία ισότητας και αλληλεγγύ­ης. Υπήρχαν πολλοί εκπαιδευτικοί που έκαναν μαθήματα στα παιδιά του νησιού, γιατροί που πρόσφεραν τις υπη­ρεσίες τους στους ντόπιους, άνθρωποι του θεάτρου που ανέβασαν παραστάσεις τις οποίες παρακολουθούσαν και οι ντόπιοι, μουσικοί και ζωγράφοι που δίδαξαν και δημι­ούργησαν, αλλά και ένας τεράστιος αριθμός εργαζομέ­νων από όλα τα επαγγέλματα που πρόσφερε εργασία σε κοινωφελή τεχνικά έργα όπως πλακοστρώσεις δρόμων, έργα ύδρευσης, κατασκευές κ.α 13. Έχουμε, λοιπόν, έναν εντυπωσιακό βαθμό αυτοοργάνωσης των ντόπιων και των εξορίστων, με πρακτικές, που στο πλαίσιο της φιλο­ξενίας, οδήγησαν σε κοινωνικές και πολιτισμικές ζυμώ­σεις που επηρέασαν τη ζωή τόσο των μεν όσο και των δε» 14.

    Ο ίδιος ο Μενέλαος Λουντέμης παραμένει στην Ικαρία μέχρι «το έμπα του Ιούνη» 17. Τότε μεταφέρεται σιδηροδέσμιος από δύο όργανα της τάξεως στο Διοικητήριο του Άη-Κήρυκα, παραδίδεται στον υπομοίραρχο με τα «συνοδευτικά» του έγγραφα και εγκλείεται σ’ ένα γεμάτο από θανατοποινίτες αγωνιστές, βρώμικο και σκοτεινό κελλί «που βράζει σα σκουληκοφωλιά» 18.

    Το επόμενο πρωί, απ’ τα χαράματα κιόλας, οδηγείται σ’ ένα βαρυεστημένο καϊκάκι που τον περίμενε υπομονετικά στο αραξοβόλι 19 του. Το μοτόρι σε λίγο βάζει μπρος με κατεύθυνση τον Εύδηλο, για να επιβιβαστεί το βραδάκι με τη συνοδεία του χωροφύλακα Σκουπίδα στο βαπόρι με προορισμό το Λαύριο. Η θαλασσοταραχή, ωστόσο, αναγκάζει τον καπετάνιο ν’ αναζητήσει ασφαλές καταφύγιο στο Βαθύ της Σάμου, όπου φτάνουν αργά το βράδυ της επόμενης μέρας:

     Γι’ αυτή του την εμπειρία γράφει χαρακτηριστικά ο Μενέλαος Λουντέμης: «… Το βαπόρι αργά, βουβά, ήρθε και φουντάρησε 20 αντίκρυ από το Λιμεναρχείο. Άδεια ήταν όλη η παραλία. Η κυκλοφορία απαγορευόταν μετά τη δύση του ήλιου. Τα σπίτια όλα μανταλωμένα 21. Οι μόνοι που κυκλοφορούσαν ελεύθερα ήταν εκείνοι που απαγόρευαν την ελεύθερη κυκλοφορία.

    Με κατέβασαν σε μια βάρκα μαζί με το φρουρό μου. Το κέφι του Σκουπίδα ήταν μαύρο.

-Τί μας έφεραν εδώ; μουρμούριζε και κυττούσε ολοένα κατά τα βουνά. Τα τηράς 22; μου λέει… όλα τούτα είναι γιομάτα κατσαπλιάδες 23 & 24. Μην τους χαίρεσαι. Κλάφτους. Όπου νάναι τελειώνουν τα ψωμιά τους. Στραβωμάρα είχαν και μας έφεραν μες στη μύτη τους; » 25.

    Σε λίγο ο Μενέλος Λουντέμης οδηγείται εξαντλημένος στο κρατητήριο και σπρώχνεται σ’ ένα μπουντρούμι 26 μπουκωμένο βαριά αποφορά από τσιγαρίλες και ποδαρίλες, να περάσει τη νύχτα ανάμεσα σε μεροκαματιάρηδες που έχουν συλληφθεί για μικροπαρανομίες από ένα ανάλγητο στη φτώχεια τους κράτος.

Πολιτικοί εξόριστοι στα Θέρμα πλένουν τα ρούχα τους στο ποτάμι, Ικαρία 1947 (φωτογραφία του Γ. Καπετάνου).

Πολιτικοί εξόριστοι στα Θέρμα πλένουν τα ρούχα τους στο ποτάμι, Ικαρία 1947 (φωτογραφία του Γ. Καπετάνου).

    Το πρωί που ξυπνά συναναστρέφεται με τους συγκρατούμενούς του και δέχεται τις περιποιήσεις και μοιράζεται το προσφάι με τον μπαρμπα Θαλή Αληφασκή,  έναν γέρο ψαρά που τον έπιασε η αστυνομία ένεκα «αλιείας μετά της δυναμίτιδος» 27. Όταν πέφτει ξανά το σκοτάδι τον βαρύ και τρομαγμένο ύπνο των κρατουμένων διακόπτουν σεισμοί, μπαταριές 28, χαλασμός:

    «Στα όπλα! ούρλιαζαν από παντού. Στα όπλα! Συναγερμός. Καλυφθήτε! Πυρ!

    Τί έτρεξε; «Το αντάρτικο, λέει, έκανε έφοδο στην πόλη». Βλακείες. Κάποιος χωροφύλακας θα τρόμαξε ως φαίνεται από τον ίσκιο του κι άρχισε να πυροβολεί. Κι εδώ λοιπόν τα ίδια. Κι έδώ έκανε έφοδο μεσ’ στην ψυχή τους ο φόβος 29.

    Μα ο χαλασμός ωστόσο ήταν τόσος που λες πως έπεσε η πόλη σε χέρια άγριων κουρσάρων που τώρα περνούσαν τον πληθυσμό από σφαγή και λεηλασία. Ποδοβολητά ακούγονταν από παντού, κλαγγές 30, λαχανιάσματα. Φαίνεται πως όλοι, ο στρατός κι η χωροφυλακή, συγκεντρώνονταν για επίθεση. Τώρα θα συντάσσονται για να τρέξουν κατά τα βουνά. Μα… τα ποδοβολητά αντί ν’ ακουστούν στο πλακόστρωτο ακούστηκαν μέσα, στο διάδρομό μας. Και κει -απομείναμε όλοι!- οι μπούκες 31 των ντουφεκιών αντί να στραφούν προς τα έξω στράφηκαν προς τα μέσα και μας σημάδευαν.

    -Αλτ!.. να μη σαλέψει κανείς… μας φώναξαν πίσω απ’ τους φεγγίτες. Τα κινητά ουραία 32 ετοιμάστηκαν.

    Θα σας καθαρίσουμε όλους!.. ξαναφώναξαν.

    Τα χέρια τους δε φαίνονταν για να δούμε αν έτρεμαν αλλά έτρεμαν οι κάννες τους… Έτρεμαν σα να ήσαν κρεμασμένες στον αέρα.

13836

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μανώλη Διακογιάννη, για να αντιμετωπίσουν οι κυβερνητικοί τον Δημοκρατικό Στρατό στη Σάμο: «στο τέλος, αναγκάστηκαν, μαζί με τον Παπάγο και τον επικυρίαρχο Αμερικανό Βαν Φλιτ, να ‘ρθουν οι ίδιοι στη Σάμο, φέρνοντας μαζί τους εικοσαπλάσιες στρατιωτικές δυνάμεις. Έδωσαν δε αυστηρές εντολές να αδειάσουν όλα τα χωριά, για να μπορέσουν να μας αντιμετωπίσουν με την καμένη γη. Επόμενο ήταν, βέβαια, ότι δε θα αντέχαμε στην άνιση αυτή αναμέτρηση. Ετσι, όταν έγινε η μεγάλη μάχη του Κέρκη στις 21 Ιούλη του ’49, ο αρχηγός μας, Γιάννης Μαλαγάρης, μπροστά στον κίνδυνο να πιαστεί αιχμάλωτος, αυτοκτόνησε 34 μαζί με τους άλλους συντρόφους του» 35.

    Πέρασε ώρα. Η σάλπιγγα κάποτε βουβάθηκε. Οι κάννες αποσύρθηκαν. Είχε σταματήσει και το τρεμούλιασμα. Έξω βασίλευε πάλι ησυχία. Τα πολυβόλα είχαν σταματήσει. Τα βήματα των χωροφυλάκων σύρθηκαν στο διάδρομο. Σε λίγο ξανάγινε ησυχία. Ξημέρωνε. Απ’ έξω ακούστηκαν να κυλούν κάτι ρόδες. Οι βρύσες άρχισαν να τρέχουν» 33 και μπήκε φρικιαστική, άυπνη από το παραθυρόνι η φάτσα του χωροφύλακα Σκουπίδα, για να οδηγήσει τον Μενέλαο Λουντέμη ως τη σκάλα του βαποριού.

    Το βαπόρι πραγματικά ήταν γεμάτο από νέα παιδιά, 20 ως 25 χρονών, που τους πήγαιναν σιδηροδέσμιους για «κατάταξη» στη Μακρόνησο. Ο Μενέλαος Λουντέμης κατέβηκε στο αμπάρι που έβραζε σαν καζάνι, για να υποβληθεί από τους δεσμώτες του, όπως και όλοι οι υπόλοιποι, στο μαρτύριο της δίψας για καμιά εικοσαριά ώρες, όπως σαδιστικά ανακοίνωσε ο ανθυπομοίραρχος από το καπάκι, όσο δηλαδή θα διαρκούσε το ταξίδι για το Λαύριο. Από τις διαμαρτυρίες και τα ξεφωνητά οι ναύτες άνοιξαν τα δύο καπάκια και με τη μάνικα από τη θάλασσα άρχισαν έναν άγριο, αλμυρό καταιονισμό 36 που κράτησε ως μισή ώρα.

    «Φαίνεται ότι η διαταγή ήταν: ‘Φέρτε τους εξαντλημένους, αποκαμωμένους, αλλά όχι νεκρούς. Από τους νεκρούς δεν αποσπώνται δηλώσεις’. Απουσίαζε λοιπόν κι απ’ αυτήν την πράξη κι η παραμικρή υποψία συμπόνιας. Ο σκοπός τους αποκαλύφθηκε γυμνός στα μάτια μας. Οι σφαίρες τους πέφτανε απάνω μας όχι για να μας εξοντώσουν αλλά να μας αχρηστέψουν. Οι νεκροί μεγαλώνουν μια ιδεολογία, δεν την αχρηστεύουν.

    Αυτές τις αλήθειες τις ξέρανε απέξω κι ανακατωτά οι δεσμώτες μας. Γι΄αυτό και τ’ αποσπάσματα δεν έρριχναν πιο πολλούς από είκοσι την ημέρα. Το ποσοστό της φυσικής εξόντωσης το κράτησαν ως το τέλος σ’ αυτά τα μέτρα.

    Τον ηθικό όμως αφανισμό τον άπλωσαν παντού… Τον κάνανε εθνικό πρόγραμμα. Γενικό μαστίγωμα του λαού. Το θύμα θα δέρνεται ώσπου να γίνει ερπετό. Θα φτάνει ως το χείλος του λάκκου που του ανοίγεις… αλλά δε θα τον αφήνεις να πέφτει μέσα. Θα περάσει ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή του δίπλα σ’ αυτόν τον λάκκο. Δίπλα, όχι μέσα. Θάναι πάντα κατάλληλος για θάψιμο, αλλά θα του το αναβάλλετε κάθε μέρα. Αν, τώρα στη διάρκεια αυτής της ‘επεξεργασίας’, μείνει και κανένας στα χέρια σου δε χάλασε ο κόσμος. Δεν είναι το μικρότερο κακό. Είναι το μικρότερο καλό» 37.

    Το βαπόρι άραξε στο Λαύριο κοντά στα ξημερώματα. Τότε ανέβηκαν όλοι στο κατάστρωμα. Το Μακρονήσι ορθωνόταν αντίκρυ ως πέτρινο φίμωτρο.

Σημειώσεις-Παραπομπές

  1. Μενέλαος Λουντέμης, Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα (Σαρκοφάγοι ΙΙ), εκδόσεις Δωρικός, έκδοση Γ’, Αθήνα 1974.
  2. «Τους βλέπεις πώς με κάνανε», θα πει στον πονόψυχο χωροφύλακα Μπαντούνα, που έρχεται και τον βρίσκει στο αναρρωτήριο. «Από εβδομήντα κιλά δεν μ’ αφησανε ούτε σαράντα» (βλ. Μενέλαος Λουντέμης, Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα, ο.π., σελ. 20).
  3. Όχι μόνο στην περίπτωση του Μενέλαου Λουντέμη μα και στους άλλους πολιτικούς εξόριστους στην Ικαρία συχνοί ήταν οι εντελώς αναίτιοι, αδικαιολόγητοι και συστηματικοί ξυλοδαρμοί. Σ’ αυτούς, ερχόταν να προστεθούν η σκόπιμα κακή εξυπηρέτηση της ταχυδρομικής υπηρεσίας καθώς και ο πόλεμος των νεύρων που γινόταν ένας σκελετός καλομελετημένου σχεδίου, για να κάνει τη ζωή των εξορίστων δυσκολότερη, ώστε να παρασυρθούν στον ηθικό και φυσικό ξεπεσμό. «Ο στόχος της Χωροφυλακής, που είχε την ευθύνη για τον έλεγχο και την… αναμόρφωση των εξορίστων, ένας: Η «δήλωση»», όπως αναφέρει το κεντρικό άρθρο της εφημερίδας της ΟΣΠΕ Αγ. Δημήτρης. (Αναστασία Μοσχόβου, Πολιτικοί Εξόριστοι της Ικαρίας. Κυψέλες ζωής και δημιουργίας μέσα στην εξορία, εφημερίδα Ριζοσπάστης, Κυριακή 3 Οχτώβρη 2004, σελ. 18).
  4. «Στην Ικαρία δεν υπήρχαν στρατόπεδα συγκέντρωσης εξορίστων όπως σε άλλες περιοχές. Οι εξόριστοι έφθαναν στο νησί με πολεμικά πλοία που ξεφόρτωναν το «φορτίο» των αμπαριών τους σε μικρά καΐκια ντόπιων ψαράδων του Εύδηλου ή του Αγίου Κήρυκου. Από εκεί η χωροφυλακή αναλάμβανε τη συγκέντρωση των εξορίστων, την καταλογογράφησή τους και την αποστολή τους σε διάφορα χωριά όπου θα παρέμεναν. Πολλά χωριά του νησιού φιλοξένησαν πολιτικούς κρατουμένους, χωριά όπως οι Ράχες, το Γυαλισκάρι, ο Αρμενιστής και ο Νας, και σε όλα τα χωριά οι πολιτικοί εξόριστοι γνώρισαν τη φιλοξενία και τη ζεστασιά του ικαριώτικου λαού». [βλ. Σκίντσας Γιώργος, Μίκης Θεοδωράκης: Στα χρόνια της εξορίας στην Ικαρία (1947-1948), εφημερίδα Το Βήμα, 13/03/2015].
  5. Είναι, επίσης, αξιοσημείωτο πως ο οικονομολόγος και μέλος του ΔΣ του ΠΟΔΕ (Πολιτιστικός Οργανισμός του Δήμου Ευδήλου) Σ. Φράγκος στο συνέδριο «Το πολιτιστικό ταξίδι των εξορίστων στο Αιγαίο», με επίκεντρο το χρονικό διάστημα 1947-1949, το οποίο πραγματοποιήθηκε το 2004 στον Εύδηλο της Ικαρίας, μετά από πρωτοβουλία του ΠΟΔΕ ανέδειξε το στοιχείο που καταγράφεται στα «Ικαριακά» (Δεκέμβρης 1987), εφημερίδα που εξέδιδε η Πανικαριακή Κοινότητα Αθηνών, σύμφωνα με την οποία ο Μ. Λουντέμης έγραψε το μυθιστόρημα Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα, το διάστημα της εξορίας του στην Ικαρία.  (βλ. Αναστασία Μοσχόβου, Πολιτικοί εξόριστοι της Ικαρίας. Κυψέλες ζωής και δημιουργίας μέσα στην εξορία, εφημερίδα Ριζοσπάστης, Κυριακή 3 Οχτώβρη 2004, σελ. 18).
  6. Βλ. Μενέλαος Λουντέμης, Οι εφτά κύκλοι της μοναξιάς, εκδόσεις Δωρικός, Αθήνα 1977, σελ. 87.
  7. Χμ… Σε γνωρίζω εγώ εσένα. / Σε ξέρω απ’ έξω κι’ ανακατωτά / Όχι απ’ την “όψη του σπαθιού την τρομερή” / Μα από την όψη τη χοντρή και βρωμερή. / Και μη θαρρείς πως γεννήθηκες σήμερα, / Είσαι πιο παλιός κι’ από το μπιστόλι σου / Κι’ απ’ το καουτσικένιο σου ρόπαλο / Το γεμάτο ξερά αίματα. / Είσαι πιο παλιός κι’ απ’ το μίσος σου / Κι’ απ’ το δικαίωμα ζωής και θανάτου / Πάνω στις ζωές μας. / Επάγγελμά σου το ξύλο. / Καρδιά σου το ξύλο. / Ξύλινος ο κόσμος σου / Ξυλοκοπημένος ο κόσμος σου. / Δεν είσαι αποδώ / Δεν είσαι μόνο εδώ. / Έρχεσαι από παντού. / Απ’ τη Χιλή και το Περναμπούκο / Απ’ το Σικάγο και το Τέξας. / Κι’ απ’ τον κάθε τόπο όπου οι άνθρωποι / Ζητούν ψωμί. Ενώ / Πρέπει να το ζητιανεύουν. / (Μενέλαος Λουντέμης, Ο φύλαξ άγγελος). (28)

    Χμ… Σε γνωρίζω εγώ εσένα. / Σε ξέρω απ’ έξω κι’ ανακατωτά / Όχι απ’ την “όψη του σπαθιού την τρομερή” / Μα από την όψη τη χοντρή και βρωμερή. / Και μη θαρρείς πως γεννήθηκες σήμερα, / Είσαι πιο παλιός κι’ από το μπιστόλι σου / Κι’ απ’ το καουτσικένιο σου ρόπαλο / Το γεμάτο ξερά αίματα. / Είσαι πιο παλιός κι’ απ’ το μίσος σου / Κι’ απ’ το δικαίωμα ζωής και θανάτου / Πάνω στις ζωές μας. / Επάγγελμά σου το ξύλο. / Καρδιά σου το ξύλο. / Ξύλινος ο κόσμος σου / Ξυλοκοπημένος ο κόσμος σου. / Δεν είσαι αποδώ / Δεν είσαι μόνο εδώ. / Έρχεσαι από παντού. / Απ’ τη Χιλή και το Περναμπούκο / Απ’ το Σικάγο και το Τέξας. / Κι’ απ’ τον κάθε τόπο όπου οι άνθρωποι / Ζητούν ψωμί. Ενώ / Πρέπει να το ζητιανεύουν. / (Μενέλαος Λουντέμης, Ο φύλαξ άγγελος). 38.

    Χιλιάδες άλλοι αγωνιστές της Αριστεράς στάλθηκαν εξόριστοι κατά την περίοδο 1938-1954. Το 1946-1949 σ’ αυτό το νησί των 11.000 κατοίκων υπήρχαν 14.000 εξόριστοι! (Βλ. Θ. Λ., Οι εννιά της Νικαριάς. Τιμή στους αλύγιστους της ταξικής πάλης, εφημερίδα Ριζοσπάστης, Κυριακή 28 Ιούνη 2015 – 2η έκδοση, σελ. 26).

  8. Μενέλαος Λουντέμης, Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα, ο.π., σελ. 15.
  9. Μενέλαος Λουντέμης, Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα, ο.π., σελ. 15.
  10. Μενέλαος Λουντέμης, Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα, ο.π., σελ. 23.
  11. Μενέλαος Λουντέμης, Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα, ο.π., σελ. 23.
  12. Μενέλαος Λουντέμης, Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα, ο.π., σελ. 26-27.
  13. «Στον Ξυλοσύρτη βρίσκεται ο μοναδικός νερόμυλος της Ικαρίας με δύο καμάρες. Τον έχτισαν εξόριστοι. Στο Χρυ­σόστομο οι εξόριστοι έφτιαξαν το μόλο, στο δρόμο δί­πλα στο γιαλό. Στο Μαυράντο επισκεύασαν τις πλύστρες. Στην Αράτουσα, ειδικοί μαστόροι κατάφεραν να φέρουν νερό στην κεντρική πλατεία. Στις Ράχες επισκεύασαν το δρόμο προς τον Αρμενιστή. Εξόριστος γεωπόνος, από τον Πόντο, ήταν εκείνος που έμαθε τους ντόπιους να καλλιεργούν πατάτες με νέα μέθοδο». (Βλ. Αναστασία Μοσχόβου, Πολιτικοί εξόριστοι της Ικαρίας. ο.π., σελ. 18).
  14. Μαμουλάκη Ελένη, «Το σπίτι των εξορίστων», Κέντρο Έρευνας και Τεκμηρίωσης στους Βρακάδες Ικαρίας, περιοδικό της Εταιρείας Ικαριώτικων Μελετών, τριμηνιαία έκδοση, αριθμ. φύλλου 14, έτος 5ον, σελ. 14.
  15. Βλ. Λάκης Σάντας, Στην εξορία, περιοδικό της Εταιρείας Ικαριώτικων Μελετών, τριμηνιαία έκδοση, αριθμ. φύλλου 14, έτος 5ον, σελ. 8-9.
  16. Βλ. Ευάγγελος Μαχαίρας, Ικαρία-Μακρόνησος-Στρατοδικεία. Εξόριστος στην Ικαρία και στη Μακρόνησο, περιοδικό της Εταιρείας Ικαριώτικων Μελετών, τριμηνιαία έκδοση, αριθμ. φύλλου 14, έτος 5ον, σελ. 25.
  17. Μενέλαος Λουντέμης, Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα, ο.π., σελ. 28.
  18. Μενέλαος Λουντέμης, Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα), ο.π., σελ. 31.
  19. αραξοβόλι το: (λογοτ.) 1. μέρος κοντά στην ακτή, προφυλαγμένο από ανέμους, όπου αγκυροβολούν τα πλοία· αγκυροβόλιο. 2. (μτφ.) καταφύγιο.
  20. φουντάρω μππ. φουνταρισμένος: (εδώ, προφ.) ρίχνω άγκυρα, αγκυροβολώ.
  21. μανταλώνω -ομαι: (λαϊκότρ., συνήθ. για πόρτα ή παράθυρο) κλείνω με το μάνταλο || (επέκτ.) κλείνω καλά, κλειδώνω: Mανταλώθηκαν όλοι στα σπίτια τους, κλείστηκαν μέσα.
  22. τηράω: (λαϊκότρ.) βλέπω.
  23. κατσαπλιάς ο: (εδώ) υβριστικός χαρακτηρισμός για τους αντάρτες, κυρίως κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου.
  24. Η Σάμος, πράγματι, ήταν το νησί όπου ακόμα και τον Ιούνιο του 1949 συνεχιζόταν ο εμφύλιος πόλεμος,  οι διαστάσεις του οποίου για μια περίοδο δεν υπολείπονταν σε σφοδρότητα από εκείνες στα άλλα μέτωπα της ημειρωτικής Ελλάδας: «Εκτός από τις οικονομικές δυνατότητες του νησιού, που επέτρεπαν τη συντήρηση ενός μικρού σχετικά αλλά σημαντικού αντάρτικου σώματος, ήταν οι ιδιομορφίες της περιόδου της Κατοχής που είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός αποφασισμένου σώματος του ΔΣΕ στο νησί. Όπως και στην περίπτωση του Έβρου, και εδώ χιλιάδες άνθρωποι έφυγαν για τη Μέση Ανατολή, την περίοδο που οι Γερμανοί επανακατέλαβαν το νησί μετά την ιταλική συνθηκολόγηση. Η πλειοψηφία τους εντάχτηκε στο ΕΑΜ και πήρε μέρος στις κινητοποιήσεις στο στράτευμα τον Απρίλιο του 1944 με αποτέλεσμα να βρεθούν στα βρετανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Οι αρχές του νησιού τους υπολόγιζαν σε 4.500 άτομα, τα οποία επέστρεψαν στη Σάμο μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας». (βλ. Γιάννης Σκαλιδάκης, Οι μεγάλες μάχες του εμφυλίου πολέμου: Ιανουάριος-Ιούλιος 1949, άρθρο δημοσιευμένο στο συλλογικό έργο Ελλήνων Ιστορικά: 1946-1949 οι μεγάλες μάχες του Εμφύλιου Πολέμου, εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 2012). Σύμφωνα -τέλος- με τη μαρτυρία του Μανώλη Διακογιάννη μέχρι και τον Απρίλη του 1949, ο Δημοκρατικός Στρατός Σάμου αριθμούσε 700 αντάρτες με πέντε συγκροτήματα, ένα στον Κέρκη και τέσσερα στον Καρβούνη. (βλ. Μανώλης Διακογιάννης, Η ηρωϊκή δράση του Δημοκρατικού Στρατού Σάμου, εφημερίδα Ριζοσπάστης,  Παρασκευή 6 Οχτώβρη 2000, σελ. 32).
  25. Μενέλαος Λουντέμης, Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα, ο.π., σελ. 40.
  26. μπουντρούμι το: (εδώ παρωχ.) κρατητήριο ή φυλακή.
  27. Μενέλαος Λουντέμης, Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα, ο.π., σελ. 43.
  28. μπαταριά η: (παρωχ.) ομοβροντία.
  29. Ο φόβος για μια ενδεχόμενη επίθεση των δυνάμεων του ΔΣΕ στο Βαθύ της Σάμου, αν και υποτιμάται από τον Μενέλαο Λουντέμη σ’ αυτό το σημείο του μυθιστορήματος, εντούτοις σε κάποιον βαθμό  ήταν πραγματικός, αφού από τις αρχές του 1948, ο ΔΣΕ είχε πραγματοποιήσει ήδη μια σειρά επιθέσεις σε πόλεις και χωριά της Σάμου, για να αναπληρώσει τα εφόδια του, που είχαν εξαντληθεί στις συγκρούσεις του φθινοπώρου του 1947. Στις 20 προς 21 Ιανουαρίου του 1948 -για παράδειγμα- ο ΔΣΕ μπήκε στο Καρλόβασι και κατέσχεσε όχι μόνο μια σειρά υλικών αλλά και χρήματα από το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας, με αποτέλεσμα να είναι σε θέση να αγοράζει ό,τι του χρειάζεται. (βλ. Γιάννης Σκαλιδάκης, Οι μεγάλες μάχες του εμφυλίου πολέμου: Ιανουάριος-Ιούλιος 1949, ο.π., εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 2012). Είχαν προηγηθεί, άλλωστε, επιθέσεις του ΔΣΕ στο Καλαμπάχτασι (12 Αυγούστου 1947) και στους Γκιναίους (29 Αυγούστου 1947), η συντριβή της φρουράς της Υδρούσας (4 Σεπτεμβρίου 1947), η εξουδετέρωση της φρουράς του Πλατάνου (6 Σεπτεμβρίου 1947), προπάντων, όμως, ο πετυχημένος ελιγμός των ανταρτών του Καρβούνη μέσα από το ίδιο το Καρλόβασι τη νύχτα της 16ης προς 17η Σεπτεμβρίου, για να περάσουν στον Κέρκη αποφεύγοντας την περικύκλωση τους από τις κυβερνητικές δυνάμεις. (βλ. Α[νυπόγραφο] Ά[ρθρο], Άτιτλο (άρθρο που αφορά στη δράση του ΔΣΕ στη Λέσβο, Σάμο και Ικαρία), εφημερίδα Ριζοσπάστης, ένθετη έκδοση: «7 Μέρες Μαζί», Κυριακή 3 Σεπτέμβρη 2006, σελ. 11).
  30. κλαγγή η: ήχος που ακούγεται, όταν συγκρούονται σιδερένια όπλα, κυρίως ξίφη.
  31. μπούκα η: (εδώ) το στόμιο, ιδίως του πυροβόλου όπλου.
  32. ουραίος -α -ο: (ως ουσ.) το κινητό ουραίο, ονομασία του κλείστρου στα οπισθογεμή επαναληπτικά τουφέκια.
  33. Μενέλαος Λουντέμης, Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα, ο.π., σελ. 48-49.
  34. Βλ. Αριστούλα Ελληνούδη, Ηρωϊκός αυτόχειρας της Σάμου, εφημερίδα Ριζοσπάστης, Κυριακή 2 Νοέμβρη 2003, σελ. 4 & Έπης Χριστοδούλου, Γιάννης Μαλαγάρης, Ιστορική βιογραφία, Σάμος 1908-1949, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2003.
  35. Βλ. Μανώλης Διακογιάννης, ο.π., σελ. 32.
  36. καταιονισμός ο: (λόγ.) κατάβρεγμα με συσκευή που εκτοξεύει το νερό από ψηλά, σαν βροχή. || (ειδικότ.) ντους.
  37. Μενέλαος Λουντέμης, Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα, ο.π., σελ. 52-53.
  38. Μενέλαος Λουντέμης, Οι εφτά κύκλοι της μοναξιάς, εκδόσεις Δωρικός, Αθήνα 1977, σελ. 58-59.

Save




Κραυγή στα πέρατα (1954), του Μενέλαου Λουντέμη

του Δημήτρη Δαμασκηνού, εκπαιδευτικού Δ.Ε.-ιστορικού 1

Ω, εσύ, γυναίκα, οπτασία λησμονημένη…
Μικρή παιδούλα, μάνα, κόρη αυριανή…
Μέσα στα σπλάχνα σου βογγούνε οι σκοτωμένοι
Και τραγουδούν οι αυριανοί μας ζωντανοί!

(Μενέλαος Λουντέμης, απόσπασμα από το ποίημα

«Έρχονται οι γυναίκες στη Μακρόνησο» 2

AI 04

Γυναίκες εξόριστες στο Τρίκερι. (Αρχείο Σόνιας Τζωρτζάκη)

    Τον Ιανουάριο του 1950 μεταφέρθηκαν και οι γυναίκες εξόριστες από το Τρίκερι στη Μακρόνησο και εγκαταστάθηκαν στο Ειδικόν Σχολείον Αναμορφώσεως Γυναικών που ανήκε στη δικαιοδοσία του Α’ Ειδικού Τάγματος Οπλιτών. «Εκεί η κατάσταση ήταν χειρότερη από οπουδήποτε αλλού. Από την πρώτη στιγμή οι αρχές του στρατοπέδου φανέρωσαν πλήρως τις προθέσεις τους. Διέξοδος πέραν της δήλωσης δεν υπήρχε για τις εξόριστες. «Ελληνίδες – φώναζαν τα μεγάφωνα – δεν ταιριάζουν στα χέρια σας οι αλυσίδες του κομμουνισμού – Ελληνίδες γυρίστε πίσω στα σπίτια σας – Ζητήστε συγνώμη από την πατρίδα» 3.

   …Οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν ήταν πολλές. Χωρίστηκαν οι μάνες από τα παιδιά τους, χρησιμοποιήθηκαν φαντάροι που είχαν υπογράψει δηλώσεις για να περιγράψουν στις κρατούμενες τα βασανιστήρια που τις περίμεναν και να τις τρομοκρατήσουν, οι πιο «επικίνδυνες» κομμουνίστριες απομονώθηκαν από τις υπόλοιπες. Κατόπιν άρχισαν τα βασανιστήρια: Εφοδοι από τους αλφαμίτες μέσα στη νύχτα, καψώνια, βρισιές, εξευτελισμοί, ανακρίσεις επί ώρες, ξυλοδαρμοί» 4. Κάτω από αβάστακτες συνθήκες βίας, οι γυναίκες θα χωριστούν κι αυτές σε «ανανήψασες» και αμετανόητες.

image00312

Ένα σπάνιο ντοκουμέντο, αδιάψευστος μάρτυρας της βάρβαρης εκτόπισης γυναικών, ακόμη και μικρών παιδιών, στο κολαστήρι της Μακρονήσου. Σε μια σκάφη η μικρή της φωτογραφίας προσπαθεί να δροσιστεί με τα νερά της βροχής.

    Χαρακτηριστική από την άποψη των συνθηκών που επικρατούσαν στη Μακρόνησο είναι η ακόλουθη μαρτυρία: «Η 30 Ιανουαρίου 1950 είναι η μέρα του ξυλοδαρμού των εξορίστων γυναικών στο κολασμένο νησί της Μακρονήσου…» θα πει η Νίτσα Γαβριηλίδου, εξόριστη στο Μακρονήσι. «Στο ημερολόγιο, η μέρα αυτή είναι των Τριών Ιεραρχών, μα για μας τις εξόριστες, ήταν η χειρότερη μέρα της ζωής μας… Τις γυναίκες… τις μεταχειρίστηκαν με τον ίδιο βάναυσο τρόπο που μεταχειρίστηκαν και τους άντρες. Άλλωστε, ο Βασιλόπουλος μας το δήλωσε κατηγορηματικά μόλις φτάσαμε: «Να μην έχουμε αυταπάτες πως σαν γυναίκες θα μας σεβαστούν. Στη Μακρόνησο δεν υπάρχουν εύνοιες και διακρίσεις. Μας περιμένει αυτό που πάθαν χιλιάδες άντρες. Στο χέρι μας είναι να διαλέξουμε» και με έμφαση αποτελείωνε: «Πάντως, να ξέρετε πως εδώ είναι Μακρόνησος και όποιος δεν υπογράφει πεθαίνει». Κι όπως μας το είπαν έτσι και το πραγματοποίησαν. Οι μαστόροι αυτοί της βίας και του εγκλήματος δε σεβάστηκαν ούτε ηλικιωμένες γυναίκες, ούτε άρρωστες κατάκοιτες, ούτε παιδιά και μωρομάνες. Μας πέρασαν όλες από το ίδιο κόσκινο. Καμιά μας δε θα ξεχάσει το φτερούγισμα εκείνο της ψυχής μας, όταν μας πλησίαζαν μέσα στη νύχτα οι Αλφαμίτες με τους φακούς κι αρπάζανε ανάμεσά μας, άλλες να τις πάνε στα γραφεία του Α2 για αλφάδιασμα, άλλες τις απομόνωναν σε σκηνές και τις χτυπούσαν κι άλλες τις στήναν και μπροστά μας για να βλέπουμε το βούρδουλα να πέφτει στα κορμιά τους. Το βράδυ εκείνο που αποφάσισαν να χτυπήσουν τις γυναίκες, όλες οι σκηνές των φαντάρων, όλοι οι κλωβοί 5 των ιδιωτών, ακόμη κι οι χαράδρες, όλα είχαν βουβαθεί παντελώς. Τη νύχτα εκείνη η σκέψη του καθενός πετούσε στις γυναίκες. Ο πατέρας που είχε την κόρη του, ο γιος τη μάνα, την αδελφή του, όλων η σκέψη βρισκόταν στον κλωβό των γυναικών. Το βράδυ εκείνο της 30 Ιανουαρίου του 1950 μία μόνο σκέψη κυριαρχούσε στη Μακρόνησο: «ΑΠΟΨΕ ΧΤΥΠΟΥΝΕ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ» 6.

    Ο Μενέλαος Λουντέμης θα αφιερώσει ένα ποίημα σ’ αυτά τα αγέρωχα αγριοπούλια που φτάνουν σ’ αυτόν τον τόπο του μαρτυρίου μεσ’ στην καρδιά του χειμώνα:

Έρχονται οι γυναίκες στη Μακρόνησο 7

image0051

Γυναίκες εξόριστες στη Μακρόνησο (ΑΣΚΙ-Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας).

Απ’ τ’ ακρωτήρι που κυττάει προς τα πελάγη
μες’ σ’ ένα σύννεφο απ’ αμμόσκονη και φως,
Με τ’ ανοιξιάτικου πρωινού τις ηλιαχτίνες
κινούνε, κι έρχονται, και φτάνουνε, καθώς
-σμήνος χαρμόσυνο- οι μικρές μας χρυσαϊτίνες.

Ξαναγυρνούν οι ουρανοί οι λησμονημένοι…
Μεθυστικός δονεί στα στέρνα μας σεισμός.
Στ’ ακροθαλάσσι μας φτεροκοπούν αλκυόνες 8.
Περνάει φλογάτη μια βραγιά 9 από ανεμώνες,
που τις μαστίγωσε ο χιονιάς, κι’ ο φασισμός.

Καλωσορίσατε. Σα φύλλα από βιολέττες,
τα λόγια αυτά από τα τραγούδια μου μαδώ,
καθώς ο μπάτης 10 το μαντήλι μου φουσκώνει
Πάω να σας δείξω ουρανό –και δείχνω σκόνη…
Δεν έχουμε άλλο τίποτα εδώ.
Περνάει η γυναίκα, -η Ανδρομάχη 11, η Ηγερία… 12
Περνάει μαζί της η φωτιά κα το νερό.
Μα οι ραβδισμοί βαρειά τα γόνατα λυγάνε.
Ά! Τη γυναίκα, που δεν πρέπει να τη χτυπάνε
ούτε και με της μύγας το φτερό.

Πρώτη περνά –παραμερίστε να διαβεί-
Περνάει πικρή, βαλαντωμένη 13, η νέα μητέρα.
Μικρή τρυγόνα, δίχως ταίρι και φωλιά.
Η αυγουστιάτικη περνάει μοσκοβολιά,
της νέας μας θρησκείας η πλατυτέρα.

Περνάει η Μάνα –γονατίστε- η μαύρη Μάνα-
Στήθος κλειστό σαν ιερό εκκλησιάς βουβής.
Μερονυχτίς ηχολογάνε νοερά της,
τα Σκοπευτήρια που ματώσαν τα όνειρά της,
καταμεσίς στο πανηγύρι της ζωής.

Περνούν οι ωραίες –ωραίες όλες, ως τη μια:
Τα έκθαμβα μάτια, τ’ ανυπόμονα τα χείλη..
Περνάει η νέα Ελληνίδα η ανθοστήλη.
Όλες ωραίες –ωραίες όλες- ως τη μια.
Για να περάσουνε πετούμε τις πληγές μας-
γιασεμιά…
Λεύκες ολόρθες που εθροούσατε μακρυά μας
τρεις αργοκίνητους αιώνες, τρεις χρονιές.
Σήμερα θύελλα, αύριο πείνα –οι παγωνιές.
Ζούσατε κάτω απ’ τη βροχή κι’ απ’ τη στοργή μας
(μια βαρβαρότητα όλη η μέρα σας ωμή)
Με λίγα ψίχουλα από ελπίδα και ψωμί.

Ά, τα τραγούδια που θα λέαμε στη χαρά μας…
Τάπαμε κλάματα τρεις χρόνους στη σειρά,
για τα χαμένα καλοκαίρια –τα παιδιά μας,
που άφησαν βίαια τη ζωή με μια κραυγή,
και το γαρούφαλο του έρωτα απ’ το στόμα
τους το φορέσανε στο στήθος μια πληγή.

Και τα κορίτσια, τ’ ανθισμένα, ωραία, κορίτσια.
Που ακινητούν σε κοιμητήρια βραδυνά,
λιγνά φυτά, κεραυνωμένα απ’ το δρολάπι 14,
πούφυγαν άξαφνα απ’ το πλάι σας με ένα «αχ»!…
πριν να προφτάσουν να στενάξουν απ’ αγάπη.

Μα ας τη σκορπίσουμε τη θλίψη αυτή την ώρα.
Κι ας ξεδιπλώσουμε στον ήλιο τη χαρά.
Καλωσορίσατε! Κι’ οι γάζες μας μαντήλια!
(Ά, τι γλυκά η πληγή μας τώρα που πονεί…)
Καλωσορίσατε! Ξεβράχνιασε η φωνή!

Ω, εσύ, γυναίκα, οπτασία λησμονημένη…
Μικρή παιδούλα, μάνα, κόρη αυριανή…
Μέσα στα σπλάχνα σου βογγούνε οι σκοτωμένοι
Και τραγουδούν οι αυριανοί μας ζωντανοί!

    Παρά την αίγλη που η κυβέρνηση προσπαθούσε να δώσει στη Μακρόνησο όσον αφορά την επιτυχία στην «αναμόρφωση» των πολιτικών αντιπάλων, το εγχείρημα αποδείχθηκε ότι δεν είχε πολύ μέλλον. Το πλήθος των καταγγελιών στον Tύπο για τις συνθήκες που επικρατούσαν στη Μακρόνησο την έφερναν σε δύσκολη θέση. Η ίδια η επιτυχία της «αναμόρφωσης» διαψευδόταν, άλλωστε, από τα γεγονότα, όπως στις εκλογές της 5ης Μαρτίου του 1950 όπου η πλειονότητα των πολιτικών εξορίστων ψήφισε υπέρ της Δημοκρατικής Παράταξης που υποστηριζόταν από την Αριστερά 15, μιας και το ΚΚΕ ήταν ήδη εκτός νόμου και δεν είχε συγκροτηθεί ακόμη η ΕΔΑ 16. «Οι χιλιάδες των κρατουμένων, οι «Δελτα-πίτες», όλα τα παιδιά αυτά, που ζητωκραύγαζαν πότε υπέρ του Βασιλόπουλου κι άλλοτε υπέρ του Μπαϊρακτάρη, όλα τα παιδιά που τραγουδούσαν συντεταγμένα: «Μολυσμένη ως τώρα η ψυχή μας / θέλει βάπτισμα ξανά εθνικό, ναι εθνικό / φόβο πια δε θα έχει η φυλή μας / απ’ τον άτιμο κομμουνισμό».

    Όλα τα παιδιά αυτά της ΕΠΟΝ και της Εθνικής Αντίστασης, που κάτω από άγρια βασανιστήρια είχαν κάνει τη δήλωση μετανοίας και που με τη νοσηρή κι εγκληματική του φαντασία ο Βασιλόπουλος πίστευε και μας έλεγε: «πως είχαν αποβάλει τον παλιό τους εαυτό για να ενταχθούν στους κόλπους της πατρίδας». Ψήφισαν όλα τη Δημοκρατική Παράταξη – το σύνθημα της ομάδας κρατουμένων – και τίναξαν τη Μακρόνησο και το σύστημά της στον αέρα» 17.

1M2

«Η επιβίωση στον Αη- Στράτη προϋποθέτει ένα συνεχή και σκληρό αγώνα με τα στοιχεία της φύσης και η θαλασσοταραχή εμποδίζει πολύ συχνά το καράβι να πλησιάσει» 19. (Η φωτογραφία είναι από το αρχείο Βασίλη και Βύρωνα Μανικάκη) 20.

    Η κυβέρνηση του Νικολάου Πλαστήρα, τον Μάιο του 1950 αποφάσισε την κατάργηση των στρατοπέδων για πολίτες στη Μακρόνησο. Το καλοκαίρι του 1950 2.815 άνδρες εξόριστοι μεταφέρθηκαν στον Άγιο Ευστράτιο και 532 γυναίκες στο Τρίκερι» 18.

    Ανάμεσα σ’ αυτούς τους «αμετανόητους» που μεταφέρονται από το κολαστήριο της Μακρονήσου στον Άη Στράτη 21 ήταν και ο Μενέλαος Λουντέμης που δεν είχε υπογράψει δήλωση μετανοίας, μαζί με τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Γιάννη Ρίτσο. Στο ποίημά του «Ταξίδι στον Άη-Στράτη» ο συγγραφέας περιγράφει το ταξίδι του και αποτυπώνει τις πρώτες εντυπώσεις του στον νέο τόπο της εκτόπισης και του μαρτυρίου του:

Ταξίδι στον Άη-Στράτη 22

Χτες την αυγή φουντάραμε
στο νέο πετρονήσι μας.

Ο «Αλφειός» («Μεταγωγόν ο Αλφειός»),

εσύρθηκε νωθρά στ’ ακροθαλάσσι…
Άνοιξε τις μασέλες του. Και ξέρασε-

μιαν αμπαριά καινούργιους Ιωνάδες 23.

Βαρύ ήταν το ταξίδι μας. Ενάντιο.

Κι’ η θάλασσα ένα πέλαγο χολή.

Το πλοίο οκνό, κι’ ολονυχτίς μας εσεργιάνιζε
στα βορινά σοκάκια του Αιγαίου.
-Μεταλλικό κιβούρι 24
που έψαχνε για το νεκροταφείο μας.
Είμαστ’ ένα φορτίο αγύριστα μυαλά,

παραδομένα με το μέτρο.
Ένα φορτίο αντίγνωμοι,
Φερέοικοι 25 Ροβινσώνες του Αιγαίου.
Που ζαλωθήκαμε 27 στην πλάτη την τιμή μας,
και πάμε στης θυσίας το Μαραθώνιο.

… Πίσω στο βράχο του Μακρονησιού

ακόμη κυματίζει,
η διψασμένη ανάσα μας.

Και στο γιαλό απ’ την πέτρινην εξέδρα της

μ’ ένα γυμνό κλαρί,
μας ξεπροβόδισε ξεφούσκωτη η Ιστορία.
Είχαμε κάτι μάτια θεονήστικα για πράσινο.
Κάτι χείλια ραγισμένα για νερό.
Και κάτι χέρια κόκκαλα…

Και χτες πρωί, με την αυγή
φουντάραμε στον Κόσμο μας,
σε νέο καταστρωμένο ανθρωποστάσι.
Νησί μικρό χαμένο στα νερά
(«κλωβός επικινδύνων»).

Μα ο κόσμος ήταν πάλι χωροφύλακες…
Αμπαρωμένα σπίτια και τουφέκια.
Σπίτια τεφρά. Και βράχοι κυματόδαρτοι.
Βράχοι ξανά. Όλο βράχοι. Και βοριάδες.
(Η Μακρόνησο μας πήρε το κατόπι…)

FARSAKIDIS_TO-AI-STRATISweb

Στ’ αρματαγωγό. Από το Μακρονήσι για τον Αϊ-Στράτη (Γιώργος Φαρσακίδης: σχέδιο του 1950) 25 .

Μα σαν επήραμε σιγά τη ρεματιά,
πατώντας στο εμβατήριο που μας έψελναν
οι ραψωδοί της ζέστης – τα τζιτζίκια.
Σαν πήραμε το ρέμα για το πλάτωμα.
Εκεί που βούιζε το πάνινο χωριό μας.
Εκεί που πρασινίζαν και μας προσμέναν
κάτι γρηούλες μυγδαλιές
λίγου νερού ζητιάνες
Σαν πήραμε το ρέμα-ρέμα για το πλάτωμα…
Μια λυγαριά καταμεσίς στη ρεματιά,
(προσκυνητάρι της πανώριας Άνοιξης)
Αγκάλιασε τη μέση μας σαν αδελφή.
Και μας θυμιάτισε με τη μοσκοβολιά της…

Κι’ εκεί… Αυτή η ψυχή…

Αυτή η ψυχή που ελύγισε τα σίδερα.
Αυτή η ψυχή η ορθή, αυτή η ψυχή μας,
(μπροστά στο τέμπλο της πανώριας Άνοιξης).
Ανάσανε βαθειά. Βαθειά πολύ.
Ανάσανε για όλες τις ανάσες.
Και προσκύνησε.
Ήταν η πρώτη φορά…

Ο Άη Στράτης ήταν τότε ένα απομονωμένο νησί στην άγονη γραμμή του Βορείου Αιγαίου, που δεν μπορούσε να ζήσει τους λιγοστούς κατοίκους του, που συνέχεια ξενιτεύονται 29. Ήταν μια γη που της έλειπε το νερό, όμως μόνιμα η ατμόσφαιρά της ήταν κορεσμένη από υγρασία. Οι γυμνές πλαγιές που τις έδερναν ολοχρονίς οι άνεμοι οδηγούσαν στη χαράδρα. Εκεί στήνονταν τα τσαντίρια των εξόριστων…» 30.

image0141

Εξόριστοι στον “Αη-Στράτη. (Αρχείο Βασίλη και Βύρωνα Μανικάκη) Ο άδηλος χρόνος: Εκτοπίσεις επ” αόριστον: Οι Επιτροπές Δημοσίας Ασφαλείας μπορούσαν να επιβάλουν εκτοπίσεις μέχρι 12 μήνες. Είχαν όμως τη δυνατότητα να παρατείνουν την εκτόπιση «δι’ εν εισέτι έτος». Με αυτόν τον τρόπο εκατοντάδες άνδρες και γυναίκες έμειναν στην εξορία για πέντε, δέκα ή και περισσότερα χρόνια. «Ο διωγμός μας οφείλεται σε καθαρά πολιτικά ελατήρια. Στο πρόσωπό μας, η κυβέρνηση τιμωρεί όχι τους παραβάτες κανενός ιδιαίτερου νόμου, αλλά τους πολιτικούς της αντιπάλους. Ο λόγος που μας έστειλαν εξορία για τρία περίπου χρόνια, και μερικούς μάλιστα για τέσσερα, είναι γιατί αρνηθήκαμε να υπογράψουμε τις λεγόμενες ‘δηλώσεις μετανοίας’, αρνηθήκαμε, δηλαδή, να υπογράψουμε γραφτές δηλώσεις με τις οποίες να απαρνιόμαστε ορισμένες απόψεις και πεποιθήσεις». (Υπόμνημα πολιτικών εξορίστων, 1950)

Το στρατόπεδο των εξόριστων βρισκόταν σε κάποια απόσταση από τον παλιό οικισμό μέσα σε δύο μικρές κοιλάδες που σχηματίζουν οι χείμαρροι Παραδείσης και Τενεδιώτης πριν να ενωθούν για να καταλήξουν στην παραλία του οικισμού. Ολόγυρα στις πλαγιές και τα υψώματα, όπως του Αγίου Μηνά που βρίσκεται ανάμεσα στις δυο κοιλάδες, υπήρχαν φυλάκια και σκοπιές της χωροφυλακής που επιτηρούσαν νυχθημερόν τους εξόριστους. Η δύναμη της φρουράς αποτελούνταν από ένα λόχο χωροφυλακής με 100-120 άνδρες ενώ υπήρχε και Τμήμα Ασφαλείας. Οι εξόριστοι ζούσαν συλλογικά και χωρισμένοι σε μικρές ομάδες, κυρίως με βάση την καταγωγή τους, μέσα σε σκηνές από καραβόπανο και αυτοσχέδια πλινθόκτιστα καλύβια. Για τους ηλικιωμένους και τους άρρωστους είχαν ενοικιαστεί μικρά σπιτάκια και δωμάτια στον οικισμό.

Στον Άη Στράτη την περίοδο 1948-1963 οι εξόριστοι μαζί με τους φρουρούς-χωροφύλακές τους ξεπέρασαν τους 4.000: «Οι αγέρηδες κουρελιάζουν τα τσαντίρια…, πρέπει ν’ αγωνιστούμε για ν” αυξηθεί το επίδομα πείνας…, να σταματήσει η λογοκρισία, να σπάσει η απομόνωσή μας από το χωριό και τους κατοίκους του, να επιτραπεί το επισκεπτήριο…, να σταματήσουν οι ψυχολογικές πιέσεις, οι απειλές και οι ‘υποσχέσεις’… Κάθε χρόνο… οι επιτροπές δημόσιας ασφάλειας συνεδριάζουν και υπογράφουν τις στερεότυπες παρατάσεις της εκτόπισης (που) συνέχεια ανανεώνονται… Πρέπει να οργανώσουμε την ‘επ” αόριστον’ ζωή μας εδώ… Ανοίγουμε πηγάδια και προσπαθούμε με το γλυφό νερό να εξασφαλίσουμε μια μικρή παραγωγή σε λαχανικά» 31.

    Το κρατικό επίδομα μόλις και μετά βίας αρκούσε στους εκτοπισμένους για ένα γεύμα την ημέρα. Ωστόσο, με τη συλλογική οργάνωση εξασφάλιζαν τρόφιμα από την καλλιέργεια λαχανικών, την εκτροφή πουλερικών, την αλιεία και άλλες ασχολίες. Οι εξόριστοι οργάνωσαν κουζίνα και αρτοποιείο, δημιούργησαν συνεργεία τσαγκάρηδων, ραπτών, κουρέων κλπ., λειτούργησαν λευκοσιδηρουργείο και μηχανουργείο, στελέχωσαν οικοδομικά συνεργεία και συνεργεία υλοτόμων, ενώ οι εξόριστοι γιατροί και φοιτητές της Ιατρικής στον Άη Στράτη πρόσφεραν πολύτιμες υπηρεσίες στους εκτοπισμένους, αλλά και στους μόνιμους κατοίκους του νησιού, που σε πολλές περιπτώσεις σώθηκαν από βέβαιο θάνατο.

image016

‘Aποψη του στρατοπέδου του ‘Αη-Στράτη στη δεκαετία του 1950 (Αρχείο Βασίλη και Βύρωνα Μανικάκη).

    Εκτός από τον Μενέλαο Λουντέμη βρίσκονταν εκεί οι Βάρναλης, Ρίτσος, Καρούζος, Κατράκης, Πατρίκιος, Λειβαδίτης κ.α. Ανάμεσα στους εκτοπισμένους βρέθηκαν σημαντικές προσωπικότητες του θεάτρου, όπως οι Τζαβαλάς, Κώστας Μπαλαδήμας, Φάνης Καμπάνης, καθώς και λογοτέχνες, όπως οι “Aρης Αλεξάνδρου, Μανώλης Φουρτούνης, Νίκος Παπαπερικλής. Πολλοί ήταν και οι μουσικοί και μουσικολόγοι, μεταξύ των οποίων οι Φοίβος Ανωγειανάκης, Νίκος Μάργαρης, Κώστας Τριανταφύλλου και Στάθης Αλημίσης. Υπήρχαν επίσης ζωγράφοι και χαράκτες, όπως ο Χρίστος Δαγκλής και άλλοι. Κοντά τους εκπαιδεύτηκαν και αργότερα διακρίθηκαν στη ζωγραφική και τη χαρακτική ο Γιώργος Φαρσακίδης, ο Τάκης Τζανετέας και πολλοί άλλοι εκτοπισμένοι.

    Εξόριστος στον Άη-Στράτη ήταν εκείνη την εποχή και ο Κώστας Γαβριηλίδης 32, πρώτος βουλευτής Θεσσαλονίκης στις εκλογές του 1951 με το ψηφοδέλτιο της ΕΔΑ 33.

    Εκεί ο Μενέλαος Λουντέμης συντάσσει με τους άλλους πολιτικούς εξόριστους του Άη-Στράτη ένα άρθρο καταγγέλλοντας το απαράδεκτο καθεστώς της εκτόπισης και κάνοντας έκκληση στη δημοκρατική συνείδηση των λαών όλου του κόσμου να αφυπνιστεί και να διαμαρτυρηθεί για να σταματήσει αυτό το απάνθρωπο καθεστώς της τρομοκρατίας και των στερήσεων που με την εφεύρεση του νόμου 511 επιβάλλουν στους εξόριστους και τους εκτοπισμένους στα ξερονήσια του Αιγαίου:

 «Αδέλφια όλου του κόσμου,

Ελεύθεροι άνθρωποι της Γης, απευθυνόμαστε σε εσάς. Στην συνείδησή σας, στην αγάπη σας για την ανθρωπότητα, ζητώντας να μας βοηθήσετε.
Σας καλούμε να μας βοηθήσετε σαν ανθρώπους, σαν φίλους της ειρήνης και της ευτυχίας των ανθρώπων.
Σας καλούμε σαν γονιούς, που δεν θέλετε να βρεθούν τα παιδιά σας σε μια τέτοια τρομακτική κατάσταση.
Σας καλούμε σαν γυιούς, που δεν θα θέλατε η πείνα και η δυστυχία να καταφάει τα μέτωπα των γονιών σας σταλιά-σταλιά
image008Σας καλούμε σαν ανθρώπους, που η συνείδησή σας δεν μπορεί να μείνει ασυγκίνητη στο τραγικό δράμα χιλιάδων ανδρών και γυναικών που πεινάνε και φθίνουνε 34 και πεθαίνουν σε όλα τα άγονα νησιά του Αιγαίου.
ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΗΘΕΙΤΕ σε όλες τις αρχές, σε όλες τις ελληνικές και ξένες πρεσβείες και τον Ερυθρό Σταυρό.
Να σταματήσει αυτό το απάνθρωπο καθεστώς της τρομοκρατίας και των στερήσεων που με την εφεύρεση του νόμου 511 μας επιβάλλουν. Για να μας αυξήσουν το επίδομα εφόσον μας κρατούν σε ένα στοιχειώδες ανθρώπινο επίπεδο, τουλάχιστον 8.000 ελληνικές δραχμές.
Για να ματαιωθεί ο μαρτυρικός θάνατος, ο αργός μαρτυρικός θάνατος από την πείνα.
Για να καταργηθούν τα Στρατόπεδα στην Ελλάδα.
Για να απολυθούν όλοι οι εξόριστοι…»

    Εκεί, στις 17 Σεπτέμβρη 1952, ο Κώστας Γαβριηλίδης, γραμματέας της ΕΔΑ, και διευθυντής της εφημερίδας «Δημοκρατική», θα αφήσει μέσα σε αφάνταστες κακουχίες την τελευταία του πνοή 35. Ο συνεξόριστός του Μενέλαος Λουντέμης θα του αφιερώσει το ποίημά του «Ολόρθος»:

Ολόρθος! 36

(Στη Σκιά του Κ. Γαβριηλίδη)

Η στάση αυτή του αιώνιου ύπνου δε σου ταίριαζε,
αγαπημένε φίλε.
Εσύ ολόρθος ήσουν πάντα.
Ολόρθος στους αφρούς της λύσσας και της θάλασσας,
εκεί στο Μακρονήσι.
Ολόρθος πλάι στο κοντάρι το στητό
με τη σημαία «αδελφωθήτε».
Ολόρθος στην πλώρη της ζωής. Κι’ ολόρθος –μάθε το-
-σ’ όποια στάση κι’ αν σ’ έδωκαν στη γη-
ολόρθος στη μνήμη μας θα μένεις.

Θάθελα ακόμη να το πω. Κι’ άλλη φορά: Ολόρθος!
Σα θρύλος. Σαν αγρύπνια. Σα λόχη της φωτιάς.
Ολόρθος. Σαν τον ήλιο του καταμεσήμερου.
Σαν τις κολόνες των Ναών,
που ζούνε και πεσμένες.

image009Το φέρετρό σου το κρατήσαμε με τα δόντια,
ορκισμένοι υπήκοοι της καρδιάς σου.
Σ’ ένα διάβα σπαραχτικό μες στα δρομάκια,
τα μουσκεμένα απ’ τα δάκρυα του χωριού,
(οι γρηές κι’ οι κοπελούδες τ’ Άη-Στράτη
Για τις γρηές και κοπελούδες της Ελλάδας).

Α, ηλιοκαμένες χωριάτισσες του τόπου μας.
Εσείς που του χαρίσατε ψωμί κι’ αλάτι,
κι’ αργαλίσια πετσέτα 37 να πλυθεί …
Πως βλέπω τα μαλλιά σας λυμένα καταγής
ν’ ανεμίζουν σαν τα στάχυα της Θεσσαλίας.
Χωριάτισσες της πικραμένης Ρούμελης.
Της Ήπειρος γρηές – ξεραγκιανά 38 εικονίσματα.
Και του Μωρηά βαβάδες… 39
Του Πόντου Παναγιές –«ρίζα μ’ Κωστή…»
Και της Μακεδονίας μυροφόρες…
Έφυγ’ ο δικός σας, έφυγε πρωινός.
Και πάει πικρό ταξίδι.
Πάει. Μ’ άφησε πίσω τον ίσκιο τον πλατύ,
να σας δροσολογάει στα λιοπύρια.
Πάει ταμένος κουρμπάνι 40 στη σφαγή

Η πλημμύρα στον “Αη-Στράτη. Χαρακτικό του Γ. Φαρσακίδη σε όρθιο ξύλο που αναπαριστά μια από τις νυχτερινές πλημμύρες που σάρωσαν το στρατόπεδο των εξόριστων στον Άη-Στράτη. Πάνω από τα αντίσκηνα, η σκοπιά του Αγ. Μηνά και ο τάφος των νεκρών εξόριστων της κατοχής. «…και με τις πρώτες δυνατές βροχές οι σκηνές και το στρατόπεδο πλημμυρίζουν μέσα σε ένα ορμητικό ποτάμι που παρασύρει τα πάντα στη θάλασσα… 42». Μετά τις πλημμύρες αρχίζουν επιδημίες ασθενειών, όπως η δυσεντερία και ο τύφος 43.

Η πλημμύρα στον “Αη-Στράτη. Χαρακτικό του Γ. Φαρσακίδη σε όρθιο ξύλο που αναπαριστά μια από τις νυχτερινές πλημμύρες που σάρωσαν το στρατόπεδο των εξόριστων στον Άη-Στράτη. Πάνω από τα αντίσκηνα, η σκοπιά του Αγ. Μηνά και ο τάφος των νεκρών εξόριστων της κατοχής. «…και με τις πρώτες δυνατές βροχές οι σκηνές και το στρατόπεδο πλημμυρίζουν μέσα σε ένα ορμητικό ποτάμι που παρασύρει τα πάντα στη θάλασσα… 42». Μετά τις πλημμύρες αρχίζουν επιδημίες ασθενειών, όπως η δυσεντερία και ο τύφος 43.

για να στεριώσει το γιοφύρι της αγάπης.

Έφυγε πρωινός. Μα θα ξανάρθει.
Σα θα μεστώσει το δέντρο του καρπό,
Το δέντρο της αυλής του –της Ειρήνης…
Και πάρουν να βουίζουν οι αυλακιές,
Να κελαϊδούν ξετρελλαμένα τα δρεπάνια…
Θάρθει, σα γνώριμος αχός 41 πα στα σπαρτά,
να σκουπίσει ανασασμένος τον ιδρό του.
Και να σφυρίξει το σκοπό του θεριστή
στον πρότυπον αγρό «Κώστας Γαβριηλίδης».

    Στα 1954 είχε διακοπεί προσωρινά η εκτόπιση του Μενέλαου Λουντέμη στον Αη-Στράτη και ο ίδιος βρισκόταν στην Αθήνα. Εκεί παίρνει ένα γράμμα από κάποιον συνεξόριστό του που τον είχε αφήσει πίσω σ’ αυτόν τον άγονο βράχο του Βόρειου Αιγαίου. «Απόψε είχαμε πλημμύρα…», του γράφει, ανασύροντας στον συγγραφέα βιώματα, συγκινήσεις και εμπειρίες από τις κακουχίες που είχε μοιραστεί με τους εκτοπισμένους αγωνιστές, τις οποίες μετουσίωσε ποιητικά στο: «Η ψυχή μου έμεινε εξορία».

Η ψυχή μου έμεινε εξορία 44

«Απόψε είχαμε πλημμύρα…»
(Από γράμμα τους)

Ακούστε εσείς.
Εσείς που κοιμηθήκατε κι’ απόψε στα ζεστά,
σβήνοντας με μια κίνηση το φώς.
Σαν τους θεούς που παίζουν τη «Δημιουργία»:
(«Γεννηθήτω φως» -και εγένετο). Ακούστε με!

Τούτη την άναρθρη νύχτα που σωπαίνουν οι λύκοι –
Γιατί ουρλιάζουν οι άνθρωποι. Ακούστε με.
Εσείς, που κοιμάστε αγκαλιά με τα όνειρα.
Εσείς, που σας φιλά στο στόμα η Ζωή.
Που σας χαϊδεύει με το μετάξι της. Εσείς.
Ακούστε με!

Λίγες μόνο ώρες απ’ τη στεργιά,
Και χίλια χρόνια μακρυά απ’ την Οικουμένη.
Παλεύει ένα ολομόναχο νησί,
-πέτρινος αφαλός στο χάος της θάλασσας-
στο ασίγαστο Αιγαίο, που σηκώθηκε ορθό.
Και χύθηκε πάνω στα γκρεμνά του.
Απόψε έφτασε εκεί ο Κατακλυσμός,

Ξεκολλημένος απ’ τις σελίδες της Μυθολογίας.
Κι’ έσπασε τους μύλους του Νησιού.
Και χόρεψε στην πέτρινη ράχη του
τον πυρρίχιο 45 της λύσσας.
Απόψε βρέχει μαχαίρια η βροχή,
Και σκίζουν τις κοιλιές των τσαντηριών τους.
Ο βοριάς δείχνει ολόϊσα το νησί.
Και τα κύματα αδειάζουν τις άγριες δεξαμενές τους
ίσα πάνω του.
Και σκάβουν, σκάβουν, την πλαγιά.
(Κι’ ο κόσμος εγέμισε ρυτίδες…)

Νεκροί από κεραυνό που χτύπησε τη σκηνή τους στον 'Αη Στράτη το 1947. Προσπαθούσαν να συγκρατήσουν τον ορθοστάτη της σκηνής. Aρχείο Βασίλη και Βύρωνα Μανικάκη.

Νεκροί από κεραυνό που χτύπησε τη σκηνή τους στον ‘Αη Στράτη το 1947. Προσπαθούσαν να συγκρατήσουν τον ορθοστάτη της σκηνής.
Aρχείο Βασίλη και Βύρωνα Μανικάκη.

Α, τι κυλούν τις νύχτες οι κατεβασιές.
Τι παίρνουν, και τι φέρνουν, και τι κυνηγούν.
Τι μπόγους, τι σοδειές, και τι υπάρχοντα.
Τι αίματα, τι δέματα, και τι φυλαχτά…
Το γράμμα της μανούλας… Που βράχηκε,
Και δε θα διαβάζεται πια
(Κι ήταν τόσο λίγη η ορθογραφία της…)

Κι’ όλα αυτά, γιατί; Μα γιατί;
Γιατί η ματιά τους είναι απλή και φεγγερή.
Γιατί ζεσταίνει τις πληγές του κόσμου.
Γιατί η μιλιά τους είν’ γλυκειά και ταπεινή.
Σαν την «επί του όρους» ομιλία.

Απόψε πάλι δε θα κοιμηθώ.
Απόψε πάλι θα βραχώ με τους βρεγμένους.
Και θα βογγήξω με τους άρρωστους.
Γιατί η ψυχή μου έμεινε εκεί.
Γιατί ο Γολγοθάς που με κάρφωσε
μούδωσε το σταυρό του μαζί μου…

    Όντας στην Αθήνα ο Λουντέμης λαμβάνει γράμμα από τη γυναίκα του που έχει πια υπογράψει δήλωση και έχει φύγει με το παιδί τους, τη Μυρτώ, για τη Γερμανία. Η είδηση τον συγκλονίζει. Το παιδί είναι νεκρό…… Τού έγραφε ψέματα όπως θα μάθει χρόνια αργότερα… Ο ποιητής συγκλονίζεται και γράφει το ποίημα «Η Μυρτώ χάθηκε»:

Η Μυρτώ χάθηκε 46

Πού χάθηκες κοριτσάκι;
«Μυρτώ … Μυρτώ…» Γέμισα τον κόσμο.
Έσπειρα τον κόσμο με τ’ όνομά σου.
Μα εσύ δεν βρέθηκες.
Ποιοι σε πήραν κοριτσάκι;
Ποια φτερά σε σήκωσαν απ’ τη ζωή;
Ρωτώ τους δρόμους:
«Μην ακούσατε κάτι βηματάκια; -ήταν πολύ αλαφρά».
Κείνοι πνίγονται στη σκόνη.
Δεν απαντούν.
image027Ποιοι σε πήραν κοριτσάκι;
Αν μου το “καναν αυτό οι ουρανοί,
πώς μπόρεσαν;
Πώς μπόρεσαν κείνοι να σ’ αγαπήσουν
πιο πολύ απ’ τον πατέρα;

Ρωτώ τους αέρηδες – αυτούς που “ρχονται απ’ τα δάση,
απ’ τη γη, απ’ τις θάλασσες.
«Ήταν κάτι λογάκια που μύριζαν πασκαλιά –
μην τ’ άκουσε κανείς;»
Κείνοι βογκούν –σαν λαίμαργα πουλιά – Και φεύγουν.

Πού χάθηκες κοριτσάκι;
Ρωτώ τα φύλλα, τα καΐκια, τους ατμούς.
Τα μπουμπούκια που ξεκίνησαν απ’ την ανυπαρξία.
Τα σύννεφα …
«Μην είδατ’ ένα προσωπάκι; – Ήταν πολύ αχνό».
Σωπαίνουν.
Πού χάθηκες κοριτσάκι;
Τα μάτια μου θα σ’ έβρισκαν –
και δίχως φως.

Και δίχως ήλιο – θα σ’ έπιαναν τα δάχτυλά μου.
Πώς χάθηκες λοιπόν μικρό μου;
Πότε μεγάλωσε τόσο πολύ ο κόσμος,
ώστε να μπορέσεις να χαθείς εσύ;
Εγώ θα σ” έβρισκα…
Ας είσαι μικρό σαν το χνουδάκι.
Σαν πεταλούδα ας είσαι αλαφρό
Αδύνατο, σαν τη φλογίτσα του κεριού, ας είσαι.
Εγώ θα σ’ έβρισκα.

Γιατί σωπαίνεις; Γιατί σωπαίνεις, λοιπόν, κοριτσάκι;
Αν δεν μπορείς να τραγουδήσεις.
Αν δεν μπορείς να τους πεις να με φωνάξουν.
Τότε κλάψε, κοριτσάκι. Κλάψε!
Και τ’ αυτιά μου θα σ’ ακούσουν
Κι ύστερα ας μην ακούσουν πια
άλλην μουσική στον κόσμο.

Ωστόσο, πολλοί στον Αη Στράτη κατάφεραν να επιβιώσουν και να αντεπεξέλθουν στις αντιξοότητες, χάρη στη δημιουργικότητα, την εφευρετικότητα, την οργάνωση και την αλληλεγγύη τους, φθάνοντας να διοργανώνουν αθλητικές και γιορταστικές εκδηλώσεις και να ανεβάζουν ακόμη και θεατρικές παραστάσεις, όπως οι «Πέρσες» του Αισχύλου, ο «Ποπολάρος» του Ξενόπουλου, ο «Οθέλος» και πολλές άλλες με πρωτεργάτη τον Μάνο Κατράκη. Πολύ δημοφιλείς ήταν και οι παραστάσεις με σατιρικά σκετς ή με έργα επιθεωρησιακού χαρακτήρα.

«Μετά τη δοκιμασία της Μακρονήσου, θα πει ο Γιώργος Φαρσακίδης 47 με τη φωνή σπασμένη απ’ τη συγκίνηση και τα μάτια να λάμπουν στη θύμηση εκείνης της εποχής, το στρατόπεδο εξoρίστων του Άη-Στράτη -παρά τις στερήσεις και τα εμπόδια που μας επέβαλε το επίσημο κράτος- θα γνωρίσει έναν πρωτόγνωρο μορφωτικό και πολιτιστικό οργασμό».

Να ένα ευτράπελο 48 περιστατικό που σημειώθηκε εκεί: «Το 1953, ο Καρούζος είχε επιστρέψει από άδεια και αναζητούσε ένα λεπτό νεανικό πρόσωπο για το ρόλο της «Δυσδαιμόνας» στον «Οθέλλο» 49. «Μα και βέβαια υπάρχει» του λέει ο Λουντέμης, «είναι ο Αυδίκος, στον τρίτο τομέα». Πάει τρέχοντας, στη σκηνή του ο Καρούζος. «Ποιος είναι ο Αυδίκος», ρωτάει. «Φωνάξτε τον γρήγορα, τον θέλω να παίξει στο θέατρο».

«Πέρασε μια βδομάδα τώρα που δόθηκε η δεύτερη παράσταση των Περσών… Την ανέβασε ο Κατράκης. Οι άνθρωποι που παίζανε, για πρώτη φορά ανεβαίνανε στη σκηνή. Όμως η παράσταση στάθηκε τόσο καλή που ακόμη η ίδια θα μπόραγε να σταθεί και έξω περίφημα. Πρώτος Κορυφαίος ο Καρούσος, Εξάγγελος ο Κατράκης…. Χορός από 18 γέρους. Δουλειά σκληρή και βασανιστική. Κοντεύει η ώρα της παράστασης…. Κάποια ανησυχία επικρατεί. Η παράσταση αρχίζει. Απλώθηκε τέλεια σιγαλιά. Η όραση και η ακοή βρίσκονται στη μεγαλύτερή τους ένταση. Η ανάσα σταματάει και οι καρδιές των ανθρώπων ριγούν από τη συγκίνηση. Οι αθάνατες αλήθειες, ξαναζωντανεμένες, μπαίνουν ίσια στην ψυχή όλων…» 51.

«Πέρασε μια βδομάδα τώρα που δόθηκε η δεύτερη παράσταση των Περσών… Την ανέβασε ο Κατράκης. Οι άνθρωποι που παίζανε, για πρώτη φορά ανεβαίνανε στη σκηνή. Όμως η παράσταση στάθηκε τόσο καλή που ακόμη η ίδια θα μπόραγε να σταθεί και έξω περίφημα. Πρώτος Κορυφαίος ο Καρούσος, Εξάγγελος ο Κατράκης…. Χορός από 18 γέρους. Δουλειά σκληρή και βασανιστική. Κοντεύει η ώρα της παράστασης…. Κάποια ανησυχία επικρατεί. Η παράσταση αρχίζει. Απλώθηκε τέλεια σιγαλιά. Η όραση και η ακοή βρίσκονται στη μεγαλύτερή τους ένταση. Η ανάσα σταματάει και οι καρδιές των ανθρώπων ριγούν από τη συγκίνηση. Οι αθάνατες αλήθειες, ξαναζωντανεμένες, μπαίνουν ίσια στην ψυχή όλων…» 51.

«Εγώ είμαι» του απαντάει εκείνος, κολακευμένος για την προτίμηση. «Εσύ είσαι! Νερό, βρε παιδιά. Ρίξτε μου νερό να συνέλθω. Βρε τον άτιμο, βρε τον κοντυλοφόρο του σατανά». Κι ο Αυδίκος μπροστά του, μαυριδερός, τριχωτός και πελώριος. «Όχι παιδί μου», του λέει ο Καρούζος, «μην απελπίζεσαι. Θα σε προτιμήσω σε μια άλλη παράσταση, για Δερβέναγα, με την χαντζάρα στο χέρι». Στιγμές απείρου κάλλους ξετυλίγονταν από εξαίσιους ανθρώπους, εκείνα τα δύσκολα χρόνια» 50.

Σημειώσεις-Παραπομπές

1. Το κείμενο αυτό στην ουσία του αποτελεί ανάπτυξη ενός άρθρου που δημοσιεύθηκε το 2012 στην εφημερίδα Χανιώτικα Νέα (βλ. Δαμασκηνός Δημήτρης, Κραυγή στα πέρατα (1954) (Λογοτεχνικό αφιέρωμα στον Μενέλαο Λουντέμη), εφημερίδα Χανιώτικα Νέα, ένθετο Διαδρομές, Σάββατο, 28 Απριλίου 2012.

2. Το ποίημα «Έρχονται οι γυναίκες στη Μακρόνησο» εμπεριέχεται στην ποιητική συλλογή του Μενέλαου Λουντέμη: «Κραυγή στα πέρατα», που πρωτοκυκλοφόρησε στην Αθήνα το 1954 από τον εκδ. οίκο Παλμός. Περιλαμβάνει ποιήματα από τέσσερις δημιουργικές περιόδους του λογοτέχνη: Α’ 1932-1940. Β’ 1941-1944 (Η ΚΑΤΟΧΗ). Γ’ 1947-1953 (ΜΑΚΡΟΝΗΣΙ). Δ’ 1954 ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ. Το συγκεκριμένο απόσπασμα είναι αντλημένο από την 4η έκδοση των εκδόσεων Δωρικός, Αθήνα 1977, σελ. 93-95.

3. Συλλογικό έργο, Μακρόνησος – Ιστορικός τόμος, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Μάρτιος 2006, τόμος β΄, σελ. 466.

4. Γιώργος Πετρόπουλος, Γυναίκες στην εξορία στα χρόνια του Εμφυλίου, εφημερίδα Ριζοσπάστης, ένθετη έκδοση «7 Μέρες Μαζί», Κυριακή 3 Φλεβάρη 2008, σελ. 11.

5. κλωβός ο: (εδώ) ειδική περίφρακτη κατασκευή. [λόγ. < αρχ. κλωβός «κλουβί»].

6. Βλ. Νίτσα Γαβριηλίδου, ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ-30 ΓΕΝΑΡΗ 1950, Απόψε χτυπούνε τις γυναίκες, εφημερίδα Ριζοσπάστης, Παρασκευή 30 Γενάρη 2004, σελ. 16.

7. Μενέλαος Λουντέμης, Κραυγή στα πέρατα, ποιήματα, εκδόσεις Δωρικός (έκδοση τέταρτη), Αθήνα 1977, σελ. 93-95.

8. Η αλκυόνη είναι θαλάσσιο αποδημητικό πτηνό, το ψαροπούλι ή θαλασσοπούλι ή και ακόμα μπιρμπίλι της θάλασσας. Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν πως το πουλί Αλκυόνη ήταν κόρη του θεού των ανέμων Αίολου, που ο Δίας μεταμόρφωσε σε πτηνό μετά την αυτοκτονία της λόγω του θανάτου του αγαπημένου της, Κύηκα. Μάλιστα επειδή οι αλκυόνες γεννούν τα αυγά τους τον Ιανουάριο σε φωλιές μέσα στους βράχους, ο Δίας επέτρεψε στον ήλιο να λάμπει δυνατά και να ζεσταίνει τις αλκυόνες μέχρι να επωαστούν τα αυγά τους. Οι ζεστές αυτές μέρες του Γενάρη ονομάστηκαν γι’ αυτό το λόγο αλκυονίδες μέρες.

Χορωδία στον 'Αη-Στράτη. Διευθύνει ο Νίκος Μάργαρης. Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ).

Χορωδία στον ‘Αη-Στράτη. Διευθύνει ο Νίκος Μάργαρης.
Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ).

9. βραγιά η: 1. το καθένα από τα καλλιεργημένα τμήματα κήπου που είναι φυτεμένος με άνθη ή λαχανικά: Mια ~ φυτεμένη με ντομάτες / λουλούδια. Σκαλίζω / ποτίζω τη ~. 2. φυσικός φράχτης κήπου. [ίσως ιταλ. (διαλεκτ.) bra(ia) -ιά].

10. μπάτης ο: ελαφρός και δροσερός άνεμος που έρχεται από τη θάλασσα· θαλασσινή αύρα: Φυσάει / δροσίζει ο ~. [ίσως τουρκ. bati [batí] «δυτικός άνεμος» (μετακ. τόνου;)].

11. Ανδρομάχη (μυθολογία): Στην ελληνική μυθολογία η Ανδρομάχη ήταν η σύζυγος του Έκτορα, η κόρη του Ηετίωνα, βασιλιά της «Υποπλακίης Θήβης», όπως την ονομάζει ο Όμηρος στην Ιλιάδα. Γιος της Ανδρομάχης και του Έκτορα ήταν ο Αστυάνακτας, ή Σκαμάνδριος, που μετά τον Τρωικό πόλεμο οι νικητές τον κρέμασαν από τα τείχη της Τροίας. Ο Έκτορας σκοτώθηκε επειδή δεν είχε ακούσει τη συμβουλή της Ανδρομάχης να μη μονομαχήσει με τον Αχιλλέα. Η Ανδρομάχη θρήνησε για τον θάνατό του όταν ο Αχιλλέας τον έσερνε πίσω από το άρμα του στο `Ιλιον Πεδίον, και πάλι όταν ο πεθερός της Πρίαμος, βασιλιάς της Τροίας, έφερε τη σορό του στο ανάκτορο, πρώτη εκείνη, κρατώντας το κεφάλι του μέσα στις χούφτες της (Ιλιάδα, Ω 725-745). Μετά την άλωση της Τροίας, η Ανδρομάχη πιάστηκε αιχμάλωτη και, στη διανομή ανάμεσα στους νικητές, έπεσε στον κλήρο του Νεοπτόλεμου, γιού τού νεκρού πια Αχιλλέα.

12. Η Ηγερία λεγόμενη και Εγερία ήταν πρόσωπο της Ρωμαϊκής Μυθολογίας. Πρόκειται για την «Egeria» των Λατίνων. Αρχικά ήταν Νύμφη και αργότερα σύζυγος του μυθικού Βασιλιά και νομοθέτη Νουμά Πομπιλίου, του δεύτερου βασιλιά της Ρώμης, ο οποίος για να προσδώσει περισσότερο κύρος στους νόμους του έλεγε ότι αυτούς τους υπαγόρευε σ’ αυτόν η Νύμφη Ηγερία που τη συναντούσε στο δάσος. Η Ηγερία λατρευόταν επίσης και ως προστάτις των γυναικών κατά τον τοκετό. Το όνομα «Ηγερία» χρησιμοποιείται σήμερα σε εκφράσεις προς ένδειξη φίλης που διακρίνεται στις τέχνες και ειδικότερα σ’ εκείνες που ασκούν ιδιαίτερη επιρροή στο δημόσιο βίο κυρίως επιφανών ανδρών.

13. βαλαντωμένος, -ή, -ο (μτχ. παθ. πρκ. του ρ. βαλαντώνω): (προφ., λαϊκότρ.) 1. κουρασμένη, καταβεβλημένη, εξαντλημένη σωματικά (κυρ. από κόπο ή ζέστη): Tη βρήκα βαλαντωμένη απ΄ το κλάμα, καταβεβλημένη από το πολύ κλάμα. 2. στενοχωρημένη υπερβολικά, θλιμμένη, καταβεβλημμένη ψυχικά.

14. δρολάπι το (ουδέτερο): ισχυρή βροχή με δυνατό άνεμο. Συνώνυμα: ανεμοβρόχι.

15. «Στη Μακρόνησο (7ος Λόχος) ο Κώστας Γαβριηλίδης με το μεγάλο κύρος του και τη μεγάλη κοινωνική και πολιτική του ευρύτητα συντέλεσε καθοριστικά, στο πολύ δύσκολο -στη φάση εκείνη- πρόβλημα, πραγματοποίησης της αγωνιστικής ενότητας μεταξύ όλων των πολιτικών κρατουμένων, και εκείνων που άντεξαν περισσότερο και εκείνων που άντεξαν λιγότερο, μέσα από τη σκληρή δοκιμασία και τα ανείπωτα βασανιστήριά τους, με αποτέλεσμα στις εκλογές που επακολούθησαν μεταξύ Λαϊκού Κόμματος και Πλαστήρα, να υπερψηφιστεί από όλο το στρατόπεδο, το κόμμα το Πλαστήρα». (Βλ. Κώστα Νάσης, ΚΩΣΤΑΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, Λαϊκός αγωνιστής και άξιος ηγέτης της αγροτιάς, εφημερίδα Ριζοσπάστης, Τρίτη 30 Σεπτέμβρη 1997, σελ. 12).

16. Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά.

17. Νίτσα Γαβριηλίδου, ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ-30 ΓΕΝΑΡΗ 1950, Απόψε χτυπούνε τις γυναίκες, εφημ. Ριζοσπάστης, Παρασκευή 30 Γενάρη 2004, σελ. 16.

18. Πολυμέρη Βόγλη, Εξόριστοι στα χρόνια του Εμφυλίου, εφημερίδα Καθημερινή, Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2012.

Άη-Στράτης 1951

Άη-Στράτης 1951

19. Βαρδής Βαρδινογιάννης, Οι μισοί στα σίδερα: Όταν άνοιξαν οι βαριές αμπάρες κι έκλεισαν μέσα τους το μισό έθνος/Βαρδή Β. Βαρδιρογιάννη, Παναγιώτη Γ. Αρώνη, εκδόσεις Φιλίστωρ, 1η έκδοση, Αθήνα 1996, (Ιστορία και Μνήμη·5).

20. Όλες οι φωτογραφίες από το αρχείο Βασίλη και Βύρωνα Μανικάκη είναι αντλημένες από το λεύκωμα που εξέδωσε το 1999 το Υπουργείο Αιγαίου, ΑΗ ΣΤΡΑΤΗΣ Φωτογραφικά Ίχνη (1940-1970), Αρχείο Βασίλη Μανικάκη.

21. Ο αγωνιστής Χρίστος Ιακωβίδης βρέθηκε στον Αη-Στράτη στον τρίτο κλωβό, στην ίδια σκηνή με τον Μενέλαο Λουντέμη. (βλ. Διονύσης Γεωργάτος, Πέθανε ο αγωνιστής Χρίστος Ιακωβίδης, εφημερίδα Ριζοσπάστης, Κυριακή 27 Γενάρη 2008, σελ. 29).

22. Μενέλαος Λουντέμης, Κραυγή στα πέρατα, ποιήματα, εκδόσεις Δωρικός (έκδοση τέταρτη), Αθήνα 1977, σελ. 104-106.

23. Ο Ιωνάς ήταν προφήτης ο οποίος αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη. Έζησε τον 8ο αιώνα π.Χ., την εποχή του βασιλιά Ιεροβοάμ του Β’. Ο Θεός τον πρόσταξε να πάει στη Νινευή και να πείσει τους αμαρτωλούς κατοίκους της να μετανοήσουν. Ο Ιωνάς όμως δεν υπάκουσε. Μπήκε σ’ ένα καράβι κι αντί να πάει στη Νινευή, τράβηξε για την Θαρσείς. Τότε, από την οργή του Θεού, ξέσπασε τέτοια τρικυμία, που το πλοίο κινδύνευε να βουλιάξει. Ταραγμένοι, πλήρωμα κι επιβάτες, περίμεναν μοιρολατρικά το χαμό τους. Ο καπετάνιος, πάνω στην απελπισία του, πρότεινε να ρίξουν κλήρο για να δουν ποιος φταίει για το κακό που τους βρήκε. Κι ο κλήρος έπεσε στον Ιωνά, που έτσι ομολόγησε το βαρύ παράπτωμά του απέναντι στο Θεό. Τον έριξαν λοιπόν στη θάλασσα, που αμέσως ηρέμησε και τον κατάπιε ένα τεράστιο κήτος. Το μεγάλο ψάρι εξέμεσε τον απρόθυμο να υπακούσει στον Θεό Ιωνά. Τρεις μέρες έμεινε στην κοιλιά του κήτους και στο διάστημα αυτό προσευχόταν ακατάπαυστα στο Θεό, παρακαλώντας να τον συγχωρέσει. Την τρίτη μέρα το κήτος πλησίασε στη στεριά και τον έβγαλε από το στόμα του. Ο Ιωνάς ευχαρίστησε το Θεό που τον συγχώρεσε και πήγε κατόπι στη Νινευή, όπου κήρυξε στους κατοίκους τη μετάνοια και τους έσωσε.

24. κιβούρι (ουδέτερο): 1. το φέρετρο, 2. ο τάφος.

25. φερέοικος (επίθετο): 1. (εδώ) αυτός που κουβαλάει το σπίτι του, ο περιπλανώμενος. 2. αυτός που έχει κέλυφος ή καβούκι, ιδίως για το σαλιγκάρι. [< φέρω + οίκος] (επίθετο).

26. Ο Ροβινσώνας Κρούσος (Robinson Crusoe) είναι μυθιστόρημα του Ντάνιελ Νταφόε, το οποίο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1719. Επιστολικό, εξομολογητικό και διδακτικό στη μορφή του, το βιβλίο είναι μία φανταστική αυτοβιογραφία του ομώνυμου χαρακτήρα -ενός ναυαγού που πέρασε 28 χρόνια σε ένα απομακρυσμένο τροπικό νησί κοντά στο Τρινιντάντ, αντιμετωπίζοντας κανίβαλους, αιχμαλώτους και στασιαστές πριν διασωθεί.

27. ζαλώνομαι [< παθητική φωνή του ζαλώνω]: φέρνω ένα φορτίο στους ώμους μου για να το μεταφέρω. Συνώνυμα: φορτώνομαι, ζαλικώνομαι.

28. Γιώργου Φαρσακίδη, Μακρόνησος. Α.Ε.Τ.Ο.-Ε.Σ.Α.Ι. 1949-1950, σχέδια και κείμενα Γιώργου Φαρσακίδη, επιμέλεια-διόρθωση: Ν. Καρτσάς-Μ. Βλαχοπούλου, καλλιτεχνική επιμέλεια: Γιώργος Φαρσακίδης, εκδόσεις Σκυτάλη, 4η έκδοση, σελ. 67. (ΕΣΑΙ = σημαίνει Ειδικό Στρατόπεδο Αναμορφώσεως Ιδιωτών).

Εξόριστοι στον Αη Στράτη (Αρχείο Βασίλη και Βύρωνα Μανικάκη).

Εξόριστοι στον Αη Στράτη (Αρχείο Βασίλη και Βύρωνα Μανικάκη).

29. Την ίδια περίοδο στο Τρίκερι του Παγασητικού, τόπο εξορίας των γυναικών, βρισκόταν μαζί με την κόρη τους Μυρτώ η γυναίκα του Μενέλαου Λουντέμη αλλά και η δημοφιλής καλλιτέχνης της εποχής Καίτη Ντιριντάουα, σύζυγος του ηθοποιού Κώστα Χατζηχρήστου (Βλ. Στέλλα Κεμανετζή, Γέμισαν με… τουρίστες οι τόποι εξορίας, εφημερίδα Το Έθνος, Τρίτη 28/02/2012).

30. Βαρδής Βαρδινογιάννης, Οι μισοί στα σίδερα, ο.π., σελ. 209-210.

31. Βαρδής Βαρδινογιάννης, Οι μισοί στα σίδερα, ο.π., σελ. 209-210.

32. Ο Κώστας Γαβριηλίδης γεννήθηκε στις 31/12/1897 στο Κάτω Τσαπίκ του Νομού Καρς στον Νότιο Καύκασο. Στα 20 χρόνια του υπηρετεί την θητεία του στον τσαρικό στρατό κι εκεί τον βρίσκει και η επανάσταση του 1917. Το καλοκαίρι του 1920 θα εγκαταλείψει με την οικογένειά του την Ρωσία και θα εγκατασταθεί στο χωριό Κοκκινιά του Κιλκίς. Το 1923, με την ίδρυση του ΑΚΕ (Αγροτικό Κόμμα Ελλάδας) o Γαβριηλίδης θα ενταχθεί στις γραμμές του. Aπό το 1932 έως το 1935, ο Κώστας Γαβριηλίδης, εκλέγεται βουλευτής του ΑΚΕ στην Θεσσαλονίκη. Με την ίδρυση του Παλλαϊκού Μετώπου, το 1936 από το ΚΚΕ και το ΑΚΕ, ο Γαβριηλίδης κατέρχεται στις δημοτικές εκλογές του Κιλκίς και κερδίζει την έδρα του δημάρχου. Αργότερα, και με την κήρυξη της μεταξικής δικτατορίας, συλλαμβάνεται και εξορίζεται στην Ανάφη. Το 1937 δραπετεύει και συλλαμβάνεται ξανά το 1938 στην Αθήνα. Μετά από σύντομη δίκη στέλνεται στα μπουντρούμια της Κέρκυρας. Με την είσοδο των Γερμανών στη Ελλάδα συλλαμβάνεται εκ νέου στις 02/07/1941 και κλείνεται στα στρατόπεδα της Λάρισας και των Τρικάλων. Αργότερα θα αφεθεί ελεύθερος σαν ασθενής και θα ανέβει στα βουνά μαζί με τους αντάρτες του ΕΛΑΣ. Εκεί θα του δοθεί μια θέση στην ΚΕ του ΕΑΜ καθώς και το Υπουργείο Γεωργίας στην ΠΕΕΑ (Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης). Είχε συλληφθεί αρχικά απ’ τον Ζέρβα και είχε σταλεί εξορία στην Ικαρία, την Μακρόνησο και τον Άη-Στράτη. Λόγω της κακής κατάστασης της υγείας του θα αφεθεί το 1950 προσωρινά ελεύθερος.

33. Αυτός και ακόμα έξι εξόριστοι θα αποτελέσουν την πρώτη κοινοβουλευτική ομάδα της ΕΔΑ. Το εκλογοδικείο σύντομα θα ακυρώσει την βουλευτική τους ιδιότητα και ολόκληρη η κοινοβουλευτική ομάδα θα εκτοπιστεί εκ νέου στον Άη-Στράτη.

34. φθίνω (μόνο στο ενεστ. θ.) : 1. υφίσταμαι, βρίσκομαι σε συνεχή ή σταδιακή φθορά, παρακμή, μαρασμό. 2. βρίσκομαι σε μια πορεία μείωσης, ελάττωσης.

35. Και στο διάστημα από τότε που έπαθε το εγκεφαλικό επεισόδιο στις 17 του Σεπτέμβρη 1952 (συνέπεσε στην κακιά εκείνη ώρα να είμαι και εγώ μαζί του) ως τις 27 του ίδιου μήνα και μετέπειτα ολόκληρο το στρατόπεδο των εξορίστων μαζί και όλο το χωριό του Άη-Στράτη βυθίστηκαν σε μεγάλο πένθος. Κανένας όμως δε θα μπορέσει να ξεχάσει την τόσο απάνθρωπη συμπεριφορά και τη σκληρότητα των Αστυνομικών Αρχών και της κυβέρνησης, της εποχής εκείνης, που παρ’ όλες τις διαμαρτυρίες των συνεξορίστων του, αρνήθηκαν επίμονα να τον μεταφέρουν στην Αθήνα, όταν έπαθε το εγκεφαλικό επεισόδιο. Αλλά και όταν τον μετέφεραν πεθαμένο, δεν άφησαν καμιά συνοδεία των εξορίστων να τον ακολουθήσει. Στο δραματικό αυτό ταξίδι, σ’ ένα παλιοκάικο, μόνο του, μες στο πέλαγος, συνόδεψε τη σορό του, μόνο η κόρη του Νίτσα μαζί με τον απεσταλμένο – τότε – από την ΕΔΑ γιατρό – αείμνηστο – Γιώργο Σπηλιόπουλο. Και όχι μόνο αυτό, αλλά δεν τον πέρασαν καθόλου από την προκυμαία του Πειραιά που τον περίμενε ο κόσμος. Τον μετέφεραν ινγκόγκνιτο στο λιμάνι της Αθήνας και από κει στο 3ο Νεκροταφείο Νίκαιας και κηδεύτηκε, όπως όπως, ενώ είχε προγραμματιστεί να ταφεί στο Πρώτο Νεκροταφείο. Αλλά ο Κώστας Γαβριηλίδης συνεχίζει να παραμένει, αθάνατος στη μνήμη, όλων όσοι τον γνώρισαν και σύμβολο της αγροτιάς στους παραπέρα αγώνες της. (Βλ. Κώστα Νάσης, ΚΩΣΤΑΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, Λαϊκός αγωνιστής και άξιος ηγέτης της αγροτιάς, εφημερίδα Ριζοσπάστης, Τρίτη 30 Σεπτέμβρη 1997, σελ. 12).

36. Μενέλαος Λουντέμης, Κραυγή στα πέρατα, ποιήματα, εκδόσεις Δωρικός, 4η έκδοση, Αθήνα 1977, σελ. 107-109.

37. αργαλίσια πετσέτα: πετσέτα υφασμένη σε αργαλ(ε)ιό.

38. ξερα(γ)κιανός -ή -ό: για άνθρωπο πολύ αδύνατο, λιπόσαρκο, συνήθ. ψηλό, με όψη στεγνή: Ήταν ένας άνθρωπος πενήντα χρονών πια, ψηλός και ~. || Ξερακιανό κορμί. Ξερακιανά πόδια. [ξέρακ(ας) «ξερό δέντρο» (< ξερ(ός) -ακας) -ιανός].

Άη-Στράτης. Οι εργαζόμενοι στον φούρνο των εκτοπισμένων. Η πινακίδα «Αρτοποιείον Ο.Σ.Π.Ε.Α.Σ.» δεν ήταν δυνατόν να αναρτηθεί, γιατί οι Ομάδες Συμβίωσης Πολιτικών Εξορίστων ήταν πλέον παράνομες. (Αρχείο Βασίλη και Βύρωνα Μανικάκη).

Άη-Στράτης. Οι εργαζόμενοι στον φούρνο των εκτοπισμένων. Η πινακίδα «Αρτοποιείον Ο.Σ.Π.Ε.Α.Σ.» δεν ήταν δυνατόν να αναρτηθεί, γιατί οι Ομάδες Συμβίωσης Πολιτικών Εξορίστων ήταν πλέον παράνομες.
(Αρχείο Βασίλη και Βύρωνα Μανικάκη).

39. βάβα η & βάβω η: (λογοτ., λαϊκότρ.) γιαγιά. [μσν. *βάβα, βαβά < σλαβ. baba· μσν. *βάβω (πρβ. μσν. μπάμπω) < σλαβ. babo, κλητ. της λ. baba].

40. κουρμπάνι το: (λαϊκότρ.) στην έκφραση έχουμε κουρμπάνια, χαρές και πανηγύρια. [τουρκ. kurban «σφάγιο θυσίας» (αραβ. guraban) -ι (η ελλην. σημ. από τη μεγάλη γιορτή των Οθωμανών kurban bayrami `μπαϊράμι΄ που συνοδευόταν από θυσία ζώων).

41. αχός ο: (λογοτ., λαϊκότρ.) συγκεχυμένος, ακαθόριστος ή υπόκωφος ήχος: Ο ~ της τρικυμισμένης θάλασσας / της θύελλας / της μάχης.

42. Βαρδής Βαρδινογιάννης, Οι μισοί στα σίδερα, ο.π., 1996.

43. Γιώργου Φαρσακίδη, Μακρόνησος. Α.Ε.Τ.Ο.-Ε.Σ.Α.Ι. 1949-1950, ο.π., σελ. 68.

44. Μενέλαος Λουντέμης, Κραυγή στα πέρατα, ποιήματα, εκδόσεις Δωρικός, 4η έκδοση, Αθήνα 1977, σελ. 118-120.

45. πυρρίχιος -α -ο: ~ χορός και ως ουσ. ο πυρρίχιος, ονομασία χορού, του οποίου οι κινήσεις μιμούνται αντίστοιχες κινήσεις αρχαίου πολεμιστή σε ώρα μάχης: Ο ποντιακός / αρχαίος ελληνικός ~. || (μετρ.) Ο ~ πόδας. Tο πυρρίχιο μέτρο. [λόγ. < ελνστ. πυρρίχιος «που αναφέρεται στο χορό πυρρίχη (αρχ.)»].

46. Μενέλαος Λουντέμης, Κραυγή στα πέρατα, ποιήματα, εκδόσεις Δωρικός, 4η έκδοση, Αθήνα 1977, σελ. 116-117.

47. Ο Γιώργος Φαρσακίδης ήταν σκηνογράφος περισσοτέρων από 20 θεατρικών παραστάσεων που δόθηκαν στον Αη-Στράτη κατά την περίοδο 1950-1960, μαζί με πολλούς άλλους εξόριστους Έλληνες καλλιτέχνες.

48. ευτράπελος -η -ο: (εδώ) για κτ. που είναι αστείο, που προκαλεί γέλιο: Ευτράπελες ιστορίες / διηγήσεις.[λόγ. < αρχ. εὐτράπελος].

49. Ο μαύρος Οθέλος στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Σαίξπηρ ήταν αξιωματικός του στρατού της Δημοκρατίας της Βενετίας. Κρυφά παντρεύτηκε την όμορφη νεαρή και εύγλωττη Δυσδαιμόνα χωρίς τη συναίνεση του πατέρα της, Βραβάντιου.

50. Γρηγόρης Χαλιακόπουλος, Μνήμες από το θέατρο του Αϊ-Στράτη, Μοναδικές στιγμές σπουδαίων Ελλήνων καλλιτεχνών που δημιούργησαν στην εξορία κατά την περίοδο 1950-1960, εφημερίδα Καθημερινή, 13/08/2011.

51. Απόσπασμα από γράμμα του Χρίστου Δαγκλή (29 Σεπτεμβρίου 1951) προς τη Βικτωρία Θεοδώρου, επίσης εξόριστη στο Τρίκερι.

Δείτε ακόμα:
Μουσείο Δημοκρατίας στον Αη Στρατη

 




Είμαι καλά (1949), του Μενέλαου Λουντέμη

Είμαι καλά (1949), του Μενέλαου Λουντέμη 1

του Δημήτρη Δαμασκηνού,
εκπαιδευτικού Δ.Ε.-ιστορικού

«Τι να γίνει… Εδώ που φτάσαμε μόνο το καλό είναι απίθανο» 2

makronisosΤο κολαστήριο της Μακρονήσου ιδρύθηκε στις 3 του Απρίλη του 1947 3, με σκοπό τη συγκέντρωση των κομμουνιστών, αριστερών και προοδευτικών νέων για την αναμόρφωσή τους σε «εθνικόφρονες» πολίτες και πειθήνια όργανα του καθεστώτος. Παράλληλα, η Μακρόνησος θα λειτουργούσε και ως χώρος συγκέντρωσης των πολιτικών κρατουμένων, ιδιαίτερα των πιο επικίνδυνων για το καθεστώς, με πρώτη προτεραιότητα αυτούς που κρατούνταν σε φυλακές οι οποίες βρίσκονταν κοντά στις εμπόλεμες περιοχές. Το εν λόγω στρατόπεδο φτιάχτηκε με τη βοήθεια και καθ’ υπόδειξη του «συμμαχικού» παράγοντα, δηλαδή των Αμερικανών και των Βρετανών 4.

Η Μακρόνησος άνοιξε τις πύλες της στις 26 Μάη 1947, όταν άρχισαν να μεταφέρονται εκεί, από άλλες στρατιωτικές μονάδες, οι πρώτοι «επικίνδυνοι» στρατιώτες. Σιγά-σιγά δημιουργήθηκαν τρία Ειδικά Τάγματα Οπλιτών 5, ενώ οι ύποπτοι για το καθεστώς έφεδροι αξιωματικοί και υπαξιωματικοί σχημάτισαν ξεχωριστό τάγμα. Στη συνέχεια μεταφέρθηκαν εκεί και οι Στρατιωτικές Φυλακές Αθηνών (ΣΦΑ), όπου κρατούνταν οι υπόδικοι στρατοδικείων, οι αξιωματικοί του ΕΛΑΣ καθώς και οι αξιωματικοί που έλαβαν μέρος στο κίνημα της Μέσης Ανατολής. Από τον Ιούλη του 1948 άρχισαν να μεταφέρονται στη Μακρόνησο και πολιτικοί εξόριστοι που κρατούνταν στα νησιά του Αιγαίου.

FARSAKIDIS_TENTSweb

Tο πολιτικό σύρμα όπως ήτανε στην αρχή (Σκίτσο του Γιώργου Φαρσακίδη, 1949) 6.

Βαθμηδόν η Μακρόνησος έγινε το υπ’ αριθμόν 1 κέντρο μέσα από το οποίο η κυβέρνηση των Αθηνών με την επίνευση 7 των Άγγλων και των Αμερικάνων «συμμάχων» της επιχειρούσε με πρωτοφανή βασανιστήρια να σπάσει το ηθικό των δεσμωτών αγωνιστών, να τους επιβάλει να αποκηρύξουν το ΕΑΜ–ΕΛΑΣ, τις άλλες οργανώσεις της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης και φυσικά το ΚΚΕ, να τους μετατρέψει, εφόσον ήταν δυνατόν, σε πειθήνια όργανά του ή να τους εξοντώσει ηθικά και σωματικά.

Εστάλησαν εκεί έφηβοι, ανήλικα παιδιά ακόμα και κάτω των 10 ετών, τρόφιμοι αναμορφωτηρίων όπως αυτού της Κηφισιάς. Λίγο αργότερα το νησί έγινε τόπος συγκέντρωσης και για τις εξόριστες γυναίκες.

Στις 25 Ιούνη 1947, από τις στήλες του «Ριζοσπάστη», δημοσιεύεται μια επιστολή φαντάρων της Μακρονήσου οι οποίοι περιέγραφαν πώς μεταφέρθηκαν στο κάτεργο, τα μαρτύριά που υπέστησαν εκεί, το καθεστώς τρομοκρατίας που επικρατούσε. Στο δημοσίευμα συμπεριλαμβανόταν επίσης το κείμενο της δήλωσης μετανοίας, που το καθεστώς ζητούσε να υπογράψουν οι εξόριστοι στρατευμένοι:

«Αγαπητέ Ριζοσπάστη,

FARSAKIDIS_THIRSTweb

Καψόνι της δίψας «Το τελευταίο φλυτζανάκι» (Σκίτσο του Γιώργου Φαρσακίδη, 1949) . 8

Σου γράφουμε από το απαίσιο στρατόπεδο του Μακρονησιού–Λαυρίου («Β’ Τάγμα Σκαπανέων» το ονομάζουν οι δήμιοί μας για να ρίξουν στάχτη στα μάτια του κόσμου). Στο στρατόπεδο αυτό μας μετέφεραν για να μας ξεκάνουν. Μακριά από τον κόσμο, ανενόχλητοι και μεθοδικά βάλθηκαν να μας εξοντώσουν.

Ξεκινήσαμε για τον καταραμένο αυτό τόπο από το Πόρτο–Ράφτη τα ξημερώματα της 26 Μαΐου κατά λόχους. Τρεις μέρες χρειάσθηκαν για να μεταφερθούμε, 1.500 δημοκρατικοί φαντάροι, σαν πρόβατα επί σφαγήν, στο απαίσιο στρατόπεδο του Μακρονησιού. Πριν μας μεταφέρουν έψαχναν φαίνεται να βρουν τον τόπο που σίγουρα προορίζουν για τάφο μας. Και δεν άργησαν. Πρόκειται για ένα άνυδρο νησί που ούτε κατσίκια δε φιλοξενεί. Είναι ολόγυμνο. Ίχνος δένδρου δεν υπάρχει. Μερικά σκίνα 9 αποτελούν το μόνο διάκοσμό του.

Μόλις πατήσαμε το πόδι μας ζαλισμένοι, νηστικοί και διψασμένοι, το πρώτο πράγμα που αντικρίσαμε ήταν μια ατέλειωτη σειρά από τάφους και μνήματα Τούρκων και Βουλγάρων αιχμαλώτων του πολέμου 1912-13. Από την πρώτη μέρα άρχισε το μαρτύριό μας. Μας βάζουν να γκρεμίζουμε αυτούς τους τάφους. Ολημερίς πνιγμένοι στον ιδρώτα και τη σκόνη, κατάκοποι, πεινασμένοι και τρισάθλιοι με το μαστίγιο πάνω από τα κεφάλια μας, δίχως νερό σκάβουμε. Τα μνήματα και οι τάφοι γκρεμίζονται από τις σκαπάνες μας που ανεβοκατεβαίνουν ρυθμικά για να ξεχώνουν πολλές φορές και τα κόκαλα. Ατέλειωτες φάλαγγες σχηματίζουμε καθώς πηγαινοερχόμαστε κουβαλώντας πέτρα και χαλίκι. Τα σώματά μας γέρνουν από την κούραση μα δεν τολμούμε να αφήσουμε τις σκαπάνες, γιατί βαρύς πέφτει πάνω μας ο βούρδουλας των αλφαμιτών (Αστυνομία Μονάδος).

makronisos153dΟι μέρες μας μία – μία έτσι δραματικές, απαίσιες κυλούν. Και όσο βλέπουν ότι δε λυγάμε, τόσο λυσσούν. Έχουν όμως διδαχθεί πάρα πολλά οι μαθητές του Χίτλερ.

Και αφού είδαν και απόειδαν, άλλαξαν τακτική. Βάζουν τώρα μπροστά από τη φάλαγγα Χίτες με τα κλαρίνα και τα βιολιά μερικών συναδέλφων που τάχουν φέρει μαζί τους και ξεκινάμε για το σκάψιμο «εν χορδαίς και οργάνοις». Έως ότου φτάσουμε στο καθημερινό μαρτύριο βιολιά και κλαρίνα χτυπούν ακατάπαυστα κι εκνευριστικά. Πίσω σχηματίζεται μια αληθινή νεκρική πομπή. Τα κορμιά λυγίζουν από το βάρος που φέρνουν στις πλάτες. Η πείνα έχει αρχίσει να θερίζει τα αδειανά στομάχια μας. Τα πόδια σούρνονται στο χώμα. Μα τα κεφάλια στέκουν ψηλά για να συμβολίζουν τις αδούλωτες ψυχές των ζωντανών σκελετών και να θυμίζουν στους δήμιους ότι τίποτα δεν είναι ικανό να μας γονατίσει.

Το συσσίτιο είναι απαίσιο (μια κουταλιά νερό με 2- 3 όσπρια μέσα). Και αν τολμήσεις να μιλήσεις, αμέσως ο λοχαγός σε στέλνει στο «σιδηρωτήριο» (θάλαμος βασανιστηρίων της Αστυνομίας Μονάδος). Και όταν πας εκεί φεύγεις άρρωστος, ανίκανος να σταθείς στα πόδια σου για 2 βδομάδες. Αν πεις για το νερό… κουβαλιέται μέσα σε δοχεία βενζίνης και πετρελαίου από το Λαύριο. Πολλές φορές δεν τολμάς όχι να το δοκιμάσεις, αλλά ούτε και να το μυρίσεις.

xourmo1

Κουβαλάμε πέτρα για τη σκηνή μας (Αϊ-Γιώργης 1949) 10

Στις 11 Ιουνίου η σάλπιγγα χτύπησε συγκέντρωση τάγματος. Πάλι πέτρα σκεφτήκαμε όλοι μας. Αυτή τη φορά όμως γελασθήκαμε. Δε μας ήθελαν για πέτρα. Μας μίλησαν με το καλό. Μας είπαν ότι είμαστε καλοί και πειθαρχικοί στρατιώτες και όχι απείθαρχοι όπως αυτοί της Κρήτης. Ύστερα ο υπασπιστής του τάγματος μας διάβασε τη διαταγή του διοικητή. Άρχιζε αυτή από τον αναρχοκομμουνισμό και κατέληγε ούτε λίγο, ούτε πολύ, με τρόπο εύσχημο στην παρότρυνση για υπογραφή δηλώσεων ‘παντός εντίμου Έλληνος πατριώτου’… Την άλλη μέρα οι διοικητές των λόχων καλούσαν ένα–ένα φαντάρο χωριστά και τον επίεζαν με όλα τα θεμιτά και αθέμιτα μέσα να υπογράψει την εξής δήλωση:

‘Ο κάτωθι υπογεγραμμένος… κλάσεως… εκ… και διαμένων εις… δηλώ υπευθύνως και εν γνώσει των συνεπειών του νόμου περί ψευδούς δηλώσεως και χωρίς να ασκηθή βία τα κάτωθι:

Ουδέποτε υπήρξα κομμουνιστής και ουδεμίαν σχέσιν έχω με το συνωμοτικόν ΚΚΕ. Προσεχώρησα εις το ΕΑΜ με σκοπόν να απελευθερώσω την πατρίδα μου από τους κατακτητάς… Μετ’ ολίγον καιρόν αντελήφθην ότι όπισθεν του ΕΑΜ ήτο το ΚΚΕ το οποίο ήτο η πηγή πάσης ενεργείας και πράξεως του ΕΑΜ.

Επειδή είμαι γνήσιο Ελληνόπουλο καταδικάζω και αποκηρύσσω μετά βδελυγμίας όλας τας αναρχοβουλγαροκομμουνιστικάς οργανώσεις: ΕΑΜ, ΕΛΑΣ, ΕΠΟΝ, ΕΑ, αίτινες αποτελούν τα εγκληματικά σλαυόβουλα και αντεθνικά συγκροτήματα, σκοπός των οποίων είναι η κατασκόπευσις παντός ό,τι αφορά το κράτος και ιδία τον στρατόν και η υποδούλωσις της φυλής μας εις τους προαιώνιους εχθρούς μας Βουλγάρους–Σέρβους και γενικώς σλαύους οίτινες πάντοτε ατίμως και υπούλως είτε διά της πανσλαυιστικής ιδέας, προσπαθούν να αποσπάσουν εδάφη άτινα είναι ποτισμένα με ιδρώτα και αίμα των προγόνων μας. Τίθεμαι πολέμιος των άνω σλαβοδούλων και ανθελληνικών συγκροτημάτων μέχρι της τελικής εξαλείψεως των.
Η παρούσα μου επιθυμώ να δημοσιευθή εις τον τύπον και αναγνωσθή εις την εκκλησίαν της ενορίας μου.

Β. Σ. Γ. 802 τη…
Ο Δηλών…..».

Ας το μάθη ο ελληνικός λαός, ο κόσμος ολόκληρος πως ποτέ τα 1500 στρατευμένα παιδιά του λαού δε θα υπογράψουν μια τέτοια δήλωση. Είμαστε δημοκράτες και πιστεύουμε ακράδαντα στη Δημοκρατία. Έχουμε κλεισμένη μέσα μας την Ελλάδα και το Λαό της. Είμαστε διατεθειμένοι να γεμίσουμε τους τάφους και τα μνήματα, που τώρα σκάβουμε, με τα δικά μας κορμιά, βέβαιοι πως κάποτε, πολύ σύντομα ο ελληνικός λαός θα στήσει εκεί ανδριάντες ηρωισμού και παλικαριάς.

Εμείς οι 1.500 δεσμώτες του ‘Β’ τάγματος Σκαπανέων’ από το ξερόνησο Μακρονήσι, με μια φωνή βροντοφωνάζουμε: Δεν υπογράφουμε την εξευτελιστική δήλωση που μας ζητάνε. Αυτή είναι η τελευταία μας λέξη. Δεν έχουμε να πούμε τίποτα άλλο» 11.

Η Μακρόνησος μέσα από χαρακτικά και σχέδια του Γιώργου Φαρσακίδη.

Οι μαρτυρίες στο βίντεο περιλαμβάνονται στο ντοκιμαντέρ «Μακρόνησος» του Ηλία Γιαννακάκη και της Eύης Καραμπάτσου.

Αυτή την περήφανη και αδούλωτη φωνή των εξορίστων, την αδιάλλακτη άρνηση τους να υποταχθούν συμβιβαζόμενοι με το μισαλλόδοξο μετεμφυλιακό κράτος συμμερίζεται κι ο Μενέλαος Λουντέμης που σ” ένα μεταγενέστερο ποίημά του γράφει χαρακτηριστικά:

Βαριά προσβολή

Με χτύπησαν στη ράχη
με ρόπαλο βαριά
και σφυχτικά μαστίγια
με σιδερένιες γροθιές.
Μα εγώ δεν βόγκηξα.
Με χτύπησαν κατάμουτρα
με πέτρες και με κοντακιές
και με σιδερένιες γροθιές.
Και δεν έβγαλα άχνα.
Μα μια μέρα
με χτύπησαν
-γλυκά και προστατευτικά-
στη ράχη…
Και τότε σήκωσα άγρια φωνή! 12

FARSAKIDIS_ARRIVALweb

Το καψόνι της ορθοστασίας: Οι βασανιστές συνήθιζαν να βγάζουν τις νύχτες έξω τους στρατιώτες ή τους εκτοπισμένους, να τους φορτώνουν με βάρη και να τους υποχρεώνουν σε άσκοπη πεζοπορία (Σχέδιο του Γ. Φαρσακίδη, 1950) 13

Το… «αναμορφωτικό έργο» της Μακρονήσου, που σύμφωνα με τον Μπαϊρακτάρη ήθελε «να συνδυάζει την στοργή της μητέρας με την αυστηρότητα του πατέρα», επαινέθηκε από τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, υπουργό Στρατιωτικών το 1949 και τον Κωνσταντίνο Τσάτσο, υπουργό Παιδείας τότε και αργότερα πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ο πρώτος είχε δηλώσει: «Θεωρώ καθήκον μου να εξάρω την εμπνευσμένη πρωτοβουλία του προκατόχου μου υπουργού κ. Στράτου και του τότε Αρχηγού Επιτελείου αντιστράτηγου Γεώργιου Βεντήρη, οι οποίοι εις πείσμα όλων των συκοφαντών και αντιδράσεων οργάνωσαν το υπέροχον αυτό σχολείον εθνικής μετάνοιας και αναβαπτίσεως των ασώτων υιών της Ελλάδος, ως και την διοικητική και εκπαιδευτική ικανότητα του αντισυνταγματάρχη κ Μπαϊρακτάρη και των αμέσων βοηθών του.

Το έργον της Μακρονήσου αναγνωριζόμενον διεθνώς ως παράδειγμα και πρότυπον άξιον μιμήσεως εις όλας τας ελευθέρας χώρας του κόσμου αποτελεί τίτλο τιμής δι’ όσους οι οποίοι συνέβαλαν και συμβάλλουν εις την πραγματοποίηση του». Ενώ ο δεύτερος θεωρούσε ότι: «Το έργο που συντελείται εκεί, όσον και αν έχει επαινεθή, δεν νομίζουμε ότι έχει κατανοηθεί εις όλην του την έκταση και δεν νομίζουμε ότι έχει βοηθηθεί όσον θα έπρεπε δια να αποδώσει περισσότερον από όσα αποδίδει. Χρειάζεται και υλική βοήθεια, χρειάζεται και βοήθεια ηθική, ιδία από μέρους της πνευματικής ηγεσίας του τόπου. Η Μακρόνησος είναι προ παντός ένα μεγάλο εκπαιδευτήριο και γυρεύει να στηριχθεί εις τον ορθόν λόγον. Ζητεί μίαν πνοήν ανθρωπιάς στοργής και φιλίας, τας οποίας καλούνται να δώσουν όσοι ορμεφύτως τας αισθάνονται δια ταπαραστρατημένα παιδιά της Ελλάδος».

farsakidis4

Φάλαγγα στην κορυφή: Σχέδιο με σινική μελάνη του Γ. Φαρσακίδη, 1949. 14

Η Μακρόνησος δεν ήταν, επομένως, ένας ακόμη τόπος εξορίας. Η σκληρότητα των βασανιστηρίων που έλαβαν χώρα εκεί κάνει φανερό ότι επρόκειτο για ένα τόπο μαρτυρίου που είχε σχεδιαστεί, ώστε να λειτουργήσει ως οργανωμένο σύστημα εξόντωσης. Με πρόσχημα την «αναμόρφωση» των κρατουμένων, ασκούνταν σωματική και ψυχολογική βία, ώστε να καμφθεί η συνείδηση και το φρόνημά τους με σκοπό να αποκηρύξουν με γραπτές «δηλώσεις μετανοίας» τα φρονήματά, τις ιδέες ή τα ιδανικά τους. Ακολουθούσαν επιστολές που θα έπρεπε να συντάξει ο «ανανήψας», οι οποίες απευθύνονταν στο δάσκαλο του χωριού του, τον παπά ή τον κοινοτάρχη με το ίδιο περιεχόμενο, αλλά και ομιλίες προς τους υπόλοιπους φαντάρους με τις οποίες θα διατράνωνε την πίστη του στα ιδανικά της πατρίδας και θα πιστοποιούσε την μεταμέλειά του όπως και την αποκήρυξη του «εαμοσλαυισμού» κ.λ.π. Όλα τα παραπάνω είχαν φυσικά ως στόχο την πλήρη καταρράκωση 15 του «μεταμεληθέντος», ανεξάρτητα από το γεγονός ότι στη συνέχεια θα του δινόταν όπλο και θα τον έστελναν στο μέτωπο της εμφύλιας σύρραξης, κατά του Δημοκρατικού Στρατού (ΔΣΕ).

Οι μέθοδοι βασανιστηρίων ήταν πολλές και ανάλογες με τον βαθμό αριστερής… πάθησης των εξόριστων, όπως είχε κατηγοριοποιήσει τους κρατούμενους ο Μπαϊρακτάρης: βιασμοί, εγκλεισμός, το άσκοπο βασανιστήριο του κουβαλήματος της πέτρας, η ψυχολογική τρομοκρατία, οι εικονικές εκτελέσεις, ο καθαρισμός του νησιού από τις γόπες, η ταπείνωση του κουρέματος με την ψιλή, δίψα, πείνα και άθλιο φαγητό, το «αεροπλανάκι», όπου υποχρεωνόταν να κάτσει κανείς ατέλειωτες ώρες στο ένα πόδι και με τα χέρια στην έκταση, το λιντσάρισμα ήταν κάποια από τα περισσότερο γνωστά βασανιστήρια που μπόρεσαν να δημιουργήσουν οι ανθρωποφύλακες της Μακρονήσου.

1

Μακελειό στη Χαράδρα: Οι αλφαμίτες του 9ου Λόχου, με Διοικητή τον μετέπειτα χουντικό πραξικοπηματία Δημήτριο Ιωαννίδη, οδηγούσαν τους κρατουμένους προς τη Χαράδρα, μια τοποθεσία στο εσωτερικό της Μακρονήσου. Λίγο πριν φτάσουν εκεί, ξεχώριζαν τους μισούς. Στην αρχή βασάνιζαν την πρώτη ομάδα κρατουμένων, ενώ οι υπόλοιποι περίμεναν τη σειρά τους. Η μέθοδος αυτή λειτουργούσε ως ψυχολογική πίεση για να καμφθεί το ηθικό των ανδρών.(Χαρακτικό του Γ. Φαρσακίδη από σχέδιο του 1949) 16.

Σ’ αυτό το κολαστήριο της Μακρονήσου στέλνουν τον Γενάρη του 1949 οι αρχές τον Μενέλαο Λουντέμη μετά την Ικαρία. Φτάνει λιπόσαρκος 18, αδύναμος, έτοιμος να καταρρεύσει σωματικά. Διατηρεί, όμως, στο ακέραιο την πνευματική του υγεία και παρατηρεί με προσοχή τις αντιδράσεις και την ψυχολογία των συγκρατουμένων του –απλών στελεχών και ηγετών, εργατών και διανοουμένων, ανθρώπων του καθημερινού μόχθου και εργαζομένων του γραφείου.

Γράφει ο Μίκης Θεοδωράκης στον πρόλογο του τόμου με άπαντα τα ποιητικά του Λουντέμη, που εξέδωσαν τα Ελληνικά Γράμματα το 1999:

«Με συγκίνηση χαράζω αυτές τις γραμμές… Μνήμη Μενέλαου Λουντέμη…. Θυμάμαι τότε που τον πρωτοαντίκρισα ζωντανό μπροστά μου. Γιατί σαν συγγραφέα και ποιητή τον είχα ήδη μέσα στην καρδιά μου.

Θα ’ταν Γενάρης του 1949. Μακρόνησος, Τέταρτο Τάγμα πολιτικών κρατούμενων. Ζούσαμε περιορισμένοι μέσα στους περίφημους κλωβούς Α, Β, Γ, Δ, σε σκηνές εκτεθειμένες στον ανελέητο βοριά και το αλάτι της θάλασσας. Οι πιο πολλοί ήμασταν νέοι –είκοσι και κάτι. Κάποιο απομεσήμερο μπήκε κάποιος στη σκηνή μας.

-Φέρνουν τον Λουντέμη, μας είπε.
-Και που είναι τώρα;
-Στο λιμανάκι του Αη-Γιώργη, σε λίγο ξεκινάνε.

Πώς να βγούμε από το σύρμα; Μόνο όταν υπήρχε αγγαρεία μας επιτρέπανε την έξοδο. Χωρίς να το πολυσκεφτώ, πήγα στην αποθήκη και πήρα δύο άδεια μπιτόνια. Ο φρουρός με ρωτά «Ήρθε φορτίο;» «Ναι», του είπα και προχώρησα. Με άφησε.

Βάδιζα στο στενό μονοπάτι πλάι στη θάλασσα και συλλογιζόμουν τι είναι τούτο που με τραβάει σαν μαγνήτης. Μενέλαος Λουντέμης… Δεν ήταν μόνο ο συγγραφέας. Ήταν πιο πολύ το σύμβολο. .. Τόσοι λιγοστοί εξάλλου οι επώνυμοι στους τόπους της δοκιμασίας… Η καρδιά μου φούσκωνε από συγκίνηση και ευγνωμοσύνη…

farsakidis6

Μεριάστε να διαβώ…: Πολλοί δεν άντεξαν τα διαρκή σωματικά και ψυχολογικά βασανιστήρια, τα καψόνια και γενικότερα τις διάφορες μεθόδους «αναμόρφωσης». Κάποιοι εκδήλωναν παραληρηματικές κρίσεις και σπασμούς ή ξυπνούσαν ουρλιάζοντας τις νύχτες. Όσους παρουσίαζαν βαρύτερα συμπτώματα τους έβαζαν σε συγκεκριμένες σκηνές που τις ονόμαζαν «τρελάδικα». Ο εικονιζόμενος κρατούμενος, στις νυχτερινές κρίσεις του, έτρεχε έξω από το «τρελάδικο», φωνάζοντας «μεριάστε να διαβώ», και ριχνόταν στα σύρματα ή στα μυτερά βράχια. Αν δεν τον προλάβαιναν εγκαίρως, έπεφτε στη θάλασσα. Κάποιοι, εκτός από τις κρίσεις, πέρασαν και μεγάλα διαστήματα πλήρους αλαλίας, όπως οι Αντώνης Μπριλλάκης, Γιάννης Χοτζέας κ.ά. Οι περισσότεροι συνήλθαν, κάποιοι όμως δεν κατάφεραν ποτέ να ξεπεράσουν τα τραύματα του βασανισμού (Σκίτσο με μολύβι του Γ. Φαρσακίδη, 1950) 17.

Πλησιάζοντας το μικρό όρμο είδα τη μικρή ομάδα με τους κρατούμενους και τη φρουρά να έχει ήδη ξεκινήσει. Στάθηκα πάνω σ’ ένα βράχο πλάι στο μονοπάτι και περίμενα.

-Ποιος είναι ο Λουντέμης; Ρώτησα τον πρώτο κρατούμενο καθώς περνούσε μπροστά μου. Κι εκείνος, μ’ ένα κίνημα της κεφαλής μου τον έδειξε. Ένας μικροσκοπικός άνθρωπος προσπαθούσε να σκαρφαλώσει στο απότομο μονοπάτι. Αγκομαχούσε και κούτσαινε και από πίσω τον έσπρωχνε ο χωροφύλακας για να τα καταφέρει.

Τα μάτια μου θάμπωσαν, έτσι που η κίνηση του Λουντέμη διαλύθηκε μέσα στην όρασή μου, αποσπάσθηκε από την ύλη κι έγινε μια μαύρη διάφανη πεταλούδα που σπάραζε καθώς της έμπηγαν την καρφίτσα. Κουνούσε σπαστικά τα φτερά της μετρώντας την αγωνία της.

Δεν είδα τον Λουντέμη να περνά από μπροστά μου, ούτε τον συνάντησα στο στρατόπεδο. Η συνάντηση και η γνωριμία μας έγινε πολύ αργότερα στο Βουκουρέστι, στα χρόνια της Δικτατορίας. Τον έβλεπα ζωντανό, ζωηρό, γελαστό μπροστά μου. Κι όμως τίποτα δεν μπορούσε να σβήσει την πρώτη εικόνα, εκείνη της μαύρης πεταλούδας που αγκομαχούσε και σπάραζε στο ανηφορικό μονοπάτι στη Μακρόνησο.

Και τώρα σκέφτομαι πόσο σωστή ήταν εκείνη η φευγαλέα εικόνα. Μια ευγενική ψυχή που όσο πιο σημαντικά δώρα μας χάριζε, τόσο πιο βαθιά έπεφτε στην παγίδα που ως φαίνεται είναι η μοίρα των προικισμένων, των «διαφορετικών».

Ένας τέτοιος «διαφορετικός» υπήρξε ο Μενέλαος Λουντέμης για μας… Μέσα στις σκηνές της Μακρονήσου, εκεί που σταυρώνανε τα φωτεινά ελληνικά νιάτα, μονάχα ένας ήλιος θα μπορούσε να μας θαμπώσει. Ένας τέτοιος ήλιος ήρθε τότε, μέσα στο συννεφιασμένο Γενάρη του 1949 και καθώς τον αντίκρισα, τα μάτια μου υγρανθήκανε από ευγνωμοσύνη. Για πάντα.

Αθήνα, 29.3.99
ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ» 19

Ο Μενέλαος Λουντέμης δεν υπέγραψε ποτέ δήλωση μετανοίας κουβαλώντας τον σταυρό του μαρτυρίου του μέχρι τέλους. Ζώντας στο κολαστήριο της Μακρονήσου και βιώνοντας στο πετσί του τα βασανιστήρια, τους εξευτελισμούς και τις ταπεινώσεις έπειτα από χρόνια, αυτοεξόριστος ήδη στη Ρουμανία, θα καταθέσει τον αγώνα και τις εμπειρίες του στο αυτοβιογραφικό μυθιστορήμα Οι Ήρωες κοιμούνται ανήσυχα (Σαρκοφάγοι ΙΙ) 20, ιδιαίτερα όμως στο συγκλονιστικό Οδός Αβύσσου, αριθμός Ο 21.

Στη Μακρόνησο γράφει και αρκετά ποιήματα. Ακόμα κι σ” αυτό το τοπίο του θανάτου, το συναίσθημα, η ανθρωπιά δεν τον εγκαταλείπουν ούτε στιγμή για τους συντρόφους του που αγωνίζονται και πεθαίνουν στο άνθος της τιμής τους σαν τον Πολυζώη Γαλάνη:

[…] Ήταν ένας άγιος λουσμένος στην πίστη.
Τώρα το γέλιο του το σφράγισε ο χάρος.
Βγάλτε όλοι τα καπέλα σας.
Ο πολυζώης ξανάρχεται –
εν «δόξη φοβερά» 22.

Ιδιαίτερα τρυφερός γίνεται, ωστόσο, όταν σκέφτεται την κόρη του, τη Μυρτώ, που είναι μαζί με την εξόριστη μητέρα της στο Τρίκερι:

Καλημέρα

Καλημέρα…
Καλημέρα τριανταφυλλάκι που κάπου θα μοσχοβολάς…
Καλημέρα νερό, που κάπου θα τρέχεις
Καλημέρα δάσος, που κάπου θα τραγουδάς
Καλημέρα… Καλημέρα.
Τζιτζίκια, πεταλούδες, πουλιά… Καλημέρα.

Ένας πρωινός παρακαλεστής σας στέλνει τα μάτια του.
Σ” ένα κατάμονο νησί -μια θαλασσινή κούνια-
είναι, ένα στοματάκι που σας αποζητά.
Είναι δυο μικρά χεράκια, κρεμασμένα,
Είναι μια αγκαλίτσα δίχως κούκλα.

Ω τριανταφυλλάκι, και δάσος, και νερό…
Ο πατέρας δεν έχει παρά σίδερα.
Δεν έχει παρά βότσαλα… κι αγκάθια.
Ω τριανταφυλλάκι, και δάσος, και νερό.
Κυλίστε το παραμύθι σας…

Κυλίστε το κατά το Τρίκερι. Κυλίστε το…
και φλυαρήστε γύρω στο κλουβί της
που μένει σιωπηλό. Κι κείνη θα γελάσει.
Θα χτυπήσει τα χεράκια της και θα γελάσει…
Γιατί δεν είναι ούτε πέντε χρονών… 23

makronisos_1950

Μακρόνησος 1950: Διακρίνονται από αριστερά προς τα δεξιά: Ο ηθοποιός Γ. Γιολδάσης, ο λογοτέχνης Μενέλαος Λουντέμης, ο ιστορικός Δημήτρης Φωτιάδης, ο ηθοποιός Μάνος Κατράκης, ο ηθοποιός Τζαβαλάς Καρούσος, ο λογοτέχνης Νίκος Παπαπερικλής, ο Γιάννης Ιμβριώτης και ο ηθοποιός Κώστας Ματσακάς.

Ανάμεσά τους ξεχωρίζει βέβαια το «Είμαι καλά». Αφορμή της έμπνευσής του είναι οι απαγορεύσεις της λογοκρισίας από τη διοίκηση του στρατοπέδου, αφού σ’ αυτόν τον τόπο του μαρτυρίου οι διαταγές σχετικά με την αλληλογραφία επέβαλαν να γράφονται μόνον «ολίγαι λέξεις υπό την έννοιαν ότι ο αποστολεύς υγιαίνει». Ο Φώτης Σιούμπουρας, μάλιστα, στο βιβλίο του «Ο δικός μας Μενέλαος Λουντέμης», υποστηρίζει γι’ αυτό το ποίημα πως «ο συγγραφέας, λοιπόν, σε μία έκρηξη καρδιάς και ψυχής κάθησε κι έγραψε στην Μακρόνησο επιστολή προς τη Μάνα. Δεν την έστειλε στη μάνα του, μα στη μητέρα του συνεξόριστου Μάνου Κατράκη, την οποία αποκαλούσε ηρωίδα και λάτρευε 24:

Είμαι καλά

«Η αλληλογραφία θα διενεργείται
εφ” απλού δελταρίου επί του οποίου
θ” αναγράφωνται ολίγια λέξεις υπό την
έννοιαν ότι ο αποστολεύς υγιαίνη»
Η ΔΙΑΤΑΓΗ

Είμαι καλά, Μητερούλα … αυγή μου…
Σπεύδω να καλοπιάσω τον φόβο σου. Είμαι καλά.
Κάθομαι κάτω απ’ τον ίσκιο της λύπης μου,
κι αφήνω την πένα μου να κλάψει… Μάνα…
Τρεμούλα των χεριών…
Χρόνια που ξεφεύγεται απ’ την μπόλια… 25
Στεναγμέ που μετράς τον μισεμό μου …
Είμαι καλά.

«Πρώτον, Σεβαστή μου …»
«Πρώτον έρχομαι να ερωτήσω …» Και δεν ρωτώ τίποτα.

Εδώ δεν ρωτούν. Όλοι «Είναι καλά …»
Κι ας ανεμίζονται οι κρεμάλες πάνω απ” τα κεφάλια τους.
Κι ας τρώει τα πόδια τους η ύαινα, η πίσσα.
Είμαι καλά.

«Πρώτον, Μητερούλα … Υγείαν έχω»
Και το στήθος μού φωνάζει σαν πρόβατο βραχνό.
Κι ο ραβδιστής μετράει την ώρα στα πλευρά μου.
«Πρώτον, Μητερούλα …» Μα συγχώρα με και σήμερα.
Συγχώρα με και σήμερα που δεν θα μάθεις την αλήθεια.

Η αλήθεια γέρασε και δεν ταξιδεύει.
Δεν περνά τη θάλασσα.
Η αλήθεια, Μανούλα, είναι βόλι. Και δεν θα την πω.
«Είμαι καλά».

image0021

Πολιτικοί κρατούμενοι του ΣΦΑ, Κρίκος Δημ. Καμούτσης Δημήτριος (εκτελέσθηκε το 1949), Δαλαβάνγκας Αλέξανδρος, Βότσης Νίκος, Σαφακάς Ιωάννης, Γιουσουρουμ Πέτρος, Ραφαήλ , Μαναρούλας (Μουσείο Μακρονήσου).

Σήμερα κλείνω τα χίλια γράμματα. Μα ξέρω …
Πως έχεις χρόνους να πάρεις μήνυμά μου.
Μα συχώρα με. Συχώρα με, Μητέρα.
Για τα χίλια μονότονα «Είμαι καλά»
Τα χίλια μονότονα ψέματά μου.

Πήρα ξανά για να σου γράψω.
Έχω την κάρτα μου στα γόνατα.
Και τη χαϊδεύω σαν περίλυπο πουλί!
Το χέρι πια το γράφει μοναχό του
το μικρό, πικρό του, μάθημα:
«Είμαι καλά».

Ξέρω, αχ, Μητερούλα …
Ξέρω πως σου στέλνω κάθε μέρα
την ταχτική δόση της πίκρας μου. Ξέρω
πως τη χαϊδεύεις τούτη την ψευτιά μου …
Πως τη ραίνεις με δάκρυα και παραμιλάς. Ξέρω.
Μα δεν κάνει φτερά άλλη λέξη από ’δω …
«Είμαι καλά».

Μπορείς, ακριβή μου, να τη διαβάσεις και δίχως φως.
Δεν είναι καν ανάγκη να τη διαβάσεις.
Φτάνει μόνο να ’ρθει, να ακουστεί στην εξώπορτα …
η φωνή του ταχυδρόμου.
Τότε, Μανούλα, μπορεί και να μην είμαι καλά.
Μα εσύ να πιστέψεις τη γραφή μου
«Είμαι καλά».

Είμαι καλά … Αφού μπορώ και σέρνω το μολύβι.
Είμαι καλά … Αφού μπορώ και το ψελλίζω.
Είμαι καλά … Αφού αραδιάζω στο χαρτί,
«Είμαι καλά».

Αχ, να μπορούσα να ’χα έναν ουρανό
γεμάτο από ψεύτικα τέτοια πουλιά.
Και να τα ’χυνα στο διάστημα …
Για να ’ρχονται – κι όταν εγώ δεν θ’ ανασαίνω.
Να ’ρχονται και να ραμφίζουν το τζάμι του σπιτιού μας.
(Αυτό που κοιτάζει κατά τη θάλασσα)
Και να κελαηδούμε. Να κελαηδούνε σμήνη τις ψευτιές:
«Είμαι καλά».

DSC01069

Κάρτα με τις γνωστές λίγες λέξεις που επέβαλε η λογοκρισία στην αλληλογραφία των κρατουμένων. Έχει σταλεί από τον κρατούμενο Αντ. Παπαδόπουλο στη δ/δα Ελπίδα Γαβριηλίδου, στην οποία της γράφει επί λέξει: «Είμαι πολύ καλά Ελπίδα» (Μουσείο Μακρονήσου)

Μανούλα εσύ… Εσύ που διαβάζεις με τα δάχτυλα.
Εσύ πού μιλάς τη γλώσσα των χεριών…
Ακούμπησε τα χείλη σου στο χαρτί
Έτσι όπως έβρισκες, σαν ήμουν παιδί, τον πυρετό μου…
Και διάβασε πάνω στ’ άγραφο χαρτί
Και διάβασε ολόισια απ” την καρδιά μου:
Μάνα… Αχ… Μάνα, Μάνα…
Το κορμί που κανάκεψαν 26 τα χέρια σου
έλιωσε σήμερα κάτω απ’ το λιθάρι.
Η φωνή που νανούριζε τον ύπνο σου
βέλαξε 27 κατ’ απ’ το μαχαίρι.
Μα εσύ γέλα, ακριβή μου. Γέλα …
Πες πως ξύπνησες απ’ όνειρο κακό.
Και γέλα να τα διώξεις.
Γέλα, κι εγώ … ησύχασε, Μανούλα.
«Είμαι καλά»
Σήμερα μου χύσανε το φως μου. Είμαι καλά.
Είμαι καλά. Χτες κόψανε τα νύχια μου.
Τρόμοι μου πήραν τα φρένα μου. Είμαι καλά.
Είμαι καλά. Αύριο θα με σταυρώσουν.
Είμαι καλά. Είμαι καλά. Είμαι καλά…

Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μυαλό να το σκεφτώ.
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μιλιά να το φωνάξω.
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω χέρι να το γράψω.
Γι’ αυτό το σκάβω. Το σμιλεύω επιτύμβιο 28.
Πάνω σ’ αυτόν τον ανεμόδαρτο γκρεμνό.
Σ’ αυτό το τρελό νεκροταφείο
πως όλοι οι νεκρού του
ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΑ 29

Στη Μακρόνησο οι Έλληνες πολιτικοί εξόριστοι άκουσαν τη φωνή του, το μήνυμα αλληλεγγύης που μεταδόθηκε ραδιοφωνικά:

nazim

«Φίλοι κι αδέλφια της ψυχής μου. Εσείς που πέσατε στις φυλακές και στα νησιά της κόλασης, που σας κρατάν αλυσωμένους μες στα στρατόπεδα συγκέντρωσης γιατί πολεμάτε για την ανεξαρτησία, το ψωμί και τη λευτεριά του ελληνικού λαού, δεχθείτε την αγάπη και τον θαυμασμό μου. Οι λαοί της Τουρκίας και της Ελλάδας έχουν τους ίδιους εχθρούς: τον αγγλο-αμερικάνικο ιμπεριαλισμό και τους ντόπιους λακέδες του 30. Οι λαοί της Τουρκίας και της Ελλάδας, φιλιωμένοι ο ένας με τον άλλο, με τη βοήθεια των φιλειρηνικών λαών όλου του κόσμου, θα τσακίσουν στο τέλος αυτούς τους εχθρούς τους. Αυτό το πιστεύω. Ο δικός σας ένδοξος αγώνας είναι μια απ’ τις πιο λαμπρές αποδείξεις, ότι θα νικήσει η υπόθεση της ειρήνης, του ψωμιού και της λευτεριάς. Σας σφίγγω όλους μ’ αγάπη στην αγκαλιά μου». (Ναζίμ Χικμέτ, 10/08/1951 Βερολίνο) 31.

Ο Μενέλαος Λουντέμης γράφει ακόμα ένα ποίημα στην Μακρόνησο για τον σύντροφό του, τούρκο κομμουνιστή ποιητή και δημοκράτη Ναζίμ Χικμέτ.

Στον Ναζίμ Χικμέτ

Ναζίμ Χικμέτ, αρκαντάς 32. Συγκάτοικε της κόλασης.
Σ’ άκουσα που βόγκηξες εψές για την Ελλάδα.
Ήταν νύχτα ώρα πικρή. Κι ο βόγκος ακούμπησε στο στήθος μας.
Ήταν η ώρα που δέναμε τις πληγές μας.
Κι ανασηκώσαμε τον επίδεσμο για να σ’ ακούσουμε.
Να σ’ ακούσουμε –απ’ το μικρό μπουντρούμι 33 της Σταμπούλ 34
Να βογκάς μες σ’ όλα τα μπουντρούμια του κόσμου.

Τώρα, Ναζίμ, μπορώ να σου το πω.
Τώρα που μου στένεψαν τον κόσμο.
Τώρα που γεύτηκα της αλυσίδας τη σκουριά.
Τώρα, Ναζίμ, μπορώ να σου το πω:
Πως στο δεξί βραχιόλι της χειροπέδας μου
αισθάνομαι το χέρι το δικό σου.
Ναζίμ, ομοθάνατε αδελφέ μου.
Μας έφτασε απρόσμενα το γράμμα σου εδώ χτες βράδυ.
Σαν ένα πουλί που έφυγε απ’ το κλουβί του.
Σαν ένα χέρι που ανέβηκε από τα κύματα.
Το διαβάσαμε, ριγώντας συλλαβιστά,
κάτω απ’ το γιαταγάνι 35 του μισοφέγγαρου.
Και πήραμε τον όρκο:
Να σου κεντήσουμε στο ρούχο
τη στάμπα του Μακρονησιώτη.
Και να σε κράξουμε επίτιμο μάρτυρα και συντοπίτη μας.

Η φυλακή μας είναι ξέσκεπη εδώ, Ναζίμ.
Γκρεμότοπος που τον ζώνει ολοτρόγυρα η πίσσα.
Και πάνω του σαλεύουμε ολόρθοι σκελετοί.
Πώς ήρθε και μας βρήκε το χαρτί σου;
Εδώ δεν άραξε άλλο τίποτε, ποτές –
παρά μονάχα οι δήμιοι κι οι βοριάδες.
Πώς βρήκε τη στράτα το χαρτί σου;

Αυτό που γίνηκε στον τόπο μου, αρκαντάς,
δεν εματάγινε ποτές, αλλού, στη σφαίρα,
κι ουδέ μιλιέται, ουδέ γροικιέται 36. Μοναχά
τούτο σου λέω, Ναζίμ: Τα μωρά,
τα μωρά που δεν έκλαψαν ποτέ γι’ άλλον κανένα
παρά για τον ίδιο τους τον εαυτό.
Τα μωρά έβαλαν από τις κούνιες τους το μοιρολόι,
για τα μεγάλα πάθη των γονιών τους.
Τούτο μονάχα σου λέω, αρκαντάς. Και θα “θελα να ξεφωνίσω.
Μα το κερί μου γέρνει στο σαμντάνι 37 το κεφάλι του,
και κλαίει για τον εαυτό του.

Τώρα καληνύχτα, Ναζίμ. Κι αύριο που θα φέξει,
Κι εγώ θα ξεντυθώ τα σίδερα,
θα “ρθω να σε βρω.
Θα πάρω το βαπόρι της γραμμής.
και θα “ρθω στη Σταμπούλ να σ’ ανταμώσω.
Και συ, θα δεις απ’ το κατάστρωμα το μαντήλι μου
και θ’ ανέβεις να με καλωσορίσεις.
Και τότε, θα πιαστούμε αδελφικά
και θα σεργιανίσουμε 38 στα χώματα που γεννήθηκα.

Κι αν έχεις μάνα. Αν έχεις μάνα, αρκαντάς,
θα σκύψω να της φιλήσω το χέρι,
που “φερε στη ζωή τον αδελφό που μου “λειπε.
Κι αν έχεις αδελφό,
θα του ζητήσω να μου δανείσει τ’ όνομά του.
Κι αν έχεις γιο.
θα βάλω στη χούφτα του το χέρι της κόρης μου.

Κι αν δεν έχεις τίποτα …
αν δεν έχεις τίποτα, αρκαντάς, τίποτα.
Τότες θα σου δείξω τα Τουρκάκια.
που ιδρώνουν στο μουράγιο
Μ’ έναν ίδρο συγγενικό.
Τις μητέρες που ανεβαίνουν λυπημένες τον ανήφορο.
Τα παιδάκια που ξυλιάζουν έξω απ’ τις βιτρίνες.
Θα σου δείξω τις χιλιάδες μητέρες, αδελφούς –
κι” αδελφές μας.

Και θα δώσουμε μαζί τον όρκο της Ακοίμητης Οργής:
Πως δεν θα γελάσουμε ποτές, αν δεν γελάσουνε μαζί μας.
Πως δεν θα τραγουδήσουμε ποτές,
αν δεν τελειώσουνε τα δάκρυα του κόσμου.

Μα τώρα, συχώρα με, αρκαντάς. Σιμώνει ο σκοπός.
Και το κερί μου πέθανε στην πέτρα του. Ψηλά η ζωή!
Σε χαιρετώ με την ιαχή 39 της Μακρόνησος.

Ο αδελφός σου
Μενέλαος Λουντέμης 40.

Δείτε ακόμα:

Σημειώσεις-Παραπομπές

1. Το κείμενο αποτελεί την αναπτυγμένη μορφή άρθρου στο αφιέρωμα για τον Μενέλαο Λουντέμη που δημοσίευσα το 2012 στην εφημερίδα Χανιώτικα Νέα με τον γενικό τίτλο: «Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας» (Βλ. Δαμασκηνός Δημήτρης, Είμαι καλά (1949) (Λογοτεχνικό αφιέρωμα στον Μενέλαο Λουντέμη), εφημερίδα Χανιώτικα Νέα, ένθετο Διαδρομές, Σάββατο, 14Απριλίου 2012).

2. Μενέλαος Λουντέμης, Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα, εκδόσεις Δωρικός, Αθήνα 1974.

3. Η ημερήσια διαταγή του διοικητή του Στρατοπέδου Συνταγματάρχη Πυροβολικού Γ. Μπαϊρακτάρη στις 3 του Απρίλη του 1949 ανάμεσα στ’ άλλα έλεγε: «Η σημερινή ημέρα είνε η δευτέρα επέτειος της Ιδρύσεως της Δ)σεως ΓΕΣ)ΒΧΙ. Σαν σήμερα (03/0.4/47) ο τότε Αρχηγός ΓΕΣ και Γενικός Επιθεωρητής του Στρατού Στρατηγός κ. Βεντήρης με εκάλεσε και μου έδωσε την εξής επί λέξει Διαταγήν: «θά μου συγκρότησης μίαν Διεύθυνσιν του ΓΕΣ η οποία θα ασχοληθή με τα εξής θέματα: α) Συγκέντρωσις και οργάνωσις Ταγμάτων Σκαπανέων, διάθεσις των ανδρών αυτών εις διαφόρους επωφελείς απασχολήσεις και προσπάθεια επαναφοράς αυτών εις τους σκοπούς της Φιλτάτης Πατρίδος. β) Συνεννόησις μετά των αρμοδίων πολιτικών αρχών επί της σκοπιμότητος αποσυμφορήσεως των πολιτικών φυλακών, ιδία των ζωνών επιχειρήσεων» Δεν είχα ακόμη αρχίσει την προεργασία όταν, δύο ημέρας, με εκάλεσε o τότε Υπουργός των Στρατιωτικών κ. Γ. Στράτος και μου είπε τα εξής: «Ελάβατε μίαν διαταγήν από τον Στρατηγόν κ. Βεντήρην. Πάνω σ’ αυτό αποδίδω εξαιρετικήν σημασίαν». «Ο,τι μου ζητήσετε θα το έχετε» Το τι έγινε μέσα στο βραχύ διάστημα της διετίας, που διέρρευσε δεν είνε εύκολον να συνοψισθή μέσα σε λίγες γραμμές. Βέβαιον είνε ότι η Μακρόνησος υπερέβη τας προσδοκίας και ελπίδας ακόμη εκείνων που την οραματίσθηκαν…»… (βλ. «Σκαπανεύς Μακρονήσου», τεύχος Μαΐου 1949, σελ. 28).

4. Ίσως αυτός είναι και ο λόγος που ενώ έχουν περάσει από τότε πάνω από 60 χρόνια, το ουσιώδες αρχειακό υλικό που συνόδευε τη ζωή του στρατοπέδου παραμένει μυστικό επτασφράγιστο. (Για το ζήτημα των αρχείων του στρατού αναφορικά με τη Μακρόνησο βλ.: Γ. Πετρόπουλου: Η Σκανδαλώδης λογοκρισία των στρατιωτικών αρχείων, στο συλλογικό έργο: Μακρόνησος – Ιστορικός τόπος, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, τόμος Α’, Αθήνα 2002, σελ. 677–684).

5. Α’ ΕΤΟ, Β’ ΕΤΟ και Γ’ ΕΤΟ.

6. Γιώργου Φαρσακίδη, Μακρόνησος. Α.Ε.Τ.Ο.-Ε.Σ.Α.Ι. 1949-1950, σχέδια και κείμενα Γιώργου Φαρσακίδη, επιμέλεια-διόρθωση: Ν. Καρτσάς-Μ. Βλαχοπούλου, καλλιτεχνική επιμέλεια: Γιώργος Φαρσακίδης, εκδόσεις Σκυτάλη, 4η έκδοση, σελ. 26. (ΕΣΑΙ = σημαίνει Ειδικό Στρατόπεδο Αναμορφώσεως Ιδιωτών).

7. επίνευση η: (λόγ.) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επινεύω· κίνηση του κεφαλιού που δηλώνει συμφωνία, συγκατάθεση, επιδοκιμασία (πρβ. κατάνευση).
8. Γιώργου Φαρσακίδη, Μακρόνησος. Α.Ε.Τ.Ο.-Ε.Σ.Α.Ι. 1949-1950, ο.π., σελ. 40.

9. σκίνος ο & σχίνος ο: (βοτ.) το σκίνο. [λόγ. < αρχ. σχοῖνος (ορθογρ. κατά το σχῖνος ἡ «μαστιχόδεντρο»)].

10. Γιώργου Φαρσακίδη, Μακρόνησος. Α.Ε.Τ.Ο.-Ε.Σ.Α.Ι. 1949-1950, ο.π., σελ. 71. Πλούσιο αρχειακό υλικό υπάρχει και στο ντοκιμαντέρ για την Μακρόνησο των Hλία Γιαννακάκη και Eύη Kαραμπάτσου (Βλ. Άντα Δαλιάκα, Μακρόνησος, Ξυπνούν οι μνήμες των βασανιστηρίων, εφημερίδα, Το Έθνος, Δευτέρα 09/04/2012).

11. Α[νυπόγραφο] Ά[ρθρο], Στρατόπεδο Μακρονήσου. 1500 φαντάροι καταγγέλλουν. Αδάμαστοι δημοκρατικοί μπροστά στα μαρτύρια, εφημερίδα Ριζοσπάστης, Τετάρτη 25 Ιουνίου 1947, σελ. 3. Αναφέρεται και στο άρθρο του Γιώργου Πετρόπουλου, Μακρόνησος, 60 χρόνια από τη μεγάλη σφαγή, εφημερίδα Ριζοσπάστης, ένθετη έκδοση «7 μέρες μαζί», Κυριακή 23 Μάρτη 2008.

12. Μενέλαος Λουντέμης, Τα ποιητικά του, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1999.

13.Βλ. Γιώργου Φαρσακίδη, Μακρόνησος. Α.Ε.Τ.Ο.-Ε.Σ.Α.Ι. 1949-1950, ο.π., σελ. 59. 

14. Βλ. Γιώργου Φαρσακίδη, Μακρόνησος. Α.Ε.Τ.Ο.-Ε.Σ.Α.Ι. 1949-1950, ο.π., σελ. 46.

15. καταρράκωση η: η ενέργεια του καταρρακώνω, εξευτελισμός ή ψυχική εξουθένωση· κουρέλιασμα: Στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως συντελέστηκε η ~ του ανθρώπου / της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Mε διάφορες επεμβάσεις επιχειρήθηκε η ~ του κύρους της δικαιοσύνης. ~ του ηθικού.

16. Βλ. Γιώργου Φαρσακίδη, Μακρόνησος. Α.Ε.Τ.Ο.-Ε.Σ.Α.Ι. 1949-1950, ο.π., σελ. 21.

17. Βλ. Γιώργου Φαρσακίδη, Μακρόνησος. Α.Ε.Τ.Ο.-Ε.Σ.Α.Ι. 1949-1950, ο.π., σελ. 79.

18. λιπόσαρκος -η -ο: που του λείπει κρέας, αδύνατος· ισχνός: Λιπόσαρκο σώμα / πρόσωπο. [λόγ. < αρχ. λιπόσαρκος].

19. Μενέλαος Λουντέμης, Τα ποιητικά του, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1999.

20. Μενέλαος Λουντέμης, Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα (Σαρκοφάγοι ΙΙ), εκδόσεις Δωρικός, Αθήνα 1974.

21. Μενέλαος Λουντέμης, Οδός Αβύσσου αριθμός 0, εκδόσεις Βιβλιοεκδοτική, Αθήνα, 1962. Επανεκδόθηκε το 1995 από τις εκδόσεις Δωρικός, το 2008 από τον ΔΟΛ σε επιμέλεια Γιώργου Τσακνιά και το 2009 στην Αθήνα από τα Ελληνικά Γράμματα σε επιμέλεια της Βάσως Τζόκα.

22. Βλ. Μενέλαος Λουντέμης, το ποίημα Ο Πολυζώης πέθανε στην ποιητική συλλογή Κραυγή στα πέρατα, εκδόσεις Δωρικός, 4η έκδοση, Αθήνα 1977, σελ. 91-92.

23. Μενέλαος Λουντέμης, Κραυγή στα πέρατα, εκδόσεις Δωρικός, 4η έκδοση, Αθήνα 1977, σελ. 79.

24. Βλ. Φώτης Σιούμπουρας, Ο δικός μας Μενέλαος Λουντέμης, εκδόσεις Δωρικός.

25. μπόλια η: (λαϊκότρ.) 1. (εδώ) το μαντίλι που φορούν οι γυναίκες στο κεφάλι: Άσπρη / χρωματιστή ~. Mεταξωτή ~.

26. κανακεύω: 1) Ανατρέφω με αγάπη και χάδια, με πολλές περιποιήσεις: παιδιά κανακεμένα (Σκλάβ. 29). 2) Περιποιούμαι, καλοπιάνω: και ως μητέρες τα παιδιά ούτως τους κανακεύουν (Κορων., Μπούας 52).

27. βελάζω: (εδώ) βρυχιέμαι, μουγγρίζω: το λιοντάρι τ’ άγριον στα δάση όταν βελάζει.

28. επιτύμβιος, -α, -ο: (αρχαιολογία) που έχει σχέση με τύμβο, δηλαδή στον τεχνητό λόφο που σχηματίζεται πάνω από τάφο νεκρού. Ο επιτύμβιος αναφέρεται σ’ αυτόν ή τοποθετούταν πάνω σ’ αυτόν [ < αρχαία ελληνική επιτύμβιος < επί + τύμβος].

29. Μενέλαος Λουντέμης, Κραυγή στα πέρατα, εκδόσεις Δωρικός, 4η έκδοση, Αθήνα 1977, σελ. 96-99.

30. λακές ο: 1. ένστολος υπηρέτης των ευγενών. 2. (μτφ.) αυτός που με δουλοπρέπεια υπηρετεί τα συμφέροντα τρίτων: Οι ντόπιοι λακέδες του ιμπεριαλισμού. [γαλλ. laquais -ς].

31. Ηρακλής Κακαβάνης, Η πρόσληψη του Χικμέτ στην Ελλάδα, περιοδικό Θέματα Παιδείας, τεύχος 53-56, σελ. 302.

32. αρκαντάς: τουρκική λέξη (απ’ το τούρκικο kardash): αδελφός, αδελφάκι. Λέγεται και σήμερα στη Μακεδονία μεταξύ φίλων που αποκαλούν ο ένας τον άλλον καρντάση/ καρντασάκι.

33. μπουντρούμι το: 1. (παρωχ.) το υπόγειο. 2. (μειωτ.) α. χαρακτηρισμός για κάθε κλειστό χώρο, στενό και σκοτεινό, συνήθ. υπόγειο: Φτωχή οικογένεια που ζει σ΄ ένα ~. β. για κρατητήριο ή για φυλακή: Tα μπουντρούμια της δικτατορίας. Για την αντιστασιακή του δράση πιάστηκε και κλείστηκε στα μπουντρούμια της Γκεστάπο.

34. Σταμπούλ ή Ισταμπούλ η: (τούρκ.) Κωνσταντινούπολη.

35. γιαταγάνι το: πλατύ και καμπυλωτό σπαθί που το χρησιμοποιούσαν κυρίως οι Άραβες και οι Tούρκοι. [τουρκ. yatağan -ι· γιαταγάν(ι) -α].

36. γροικιέμαι: (εδώ) ακούγεται, γίνεται αντιληπτό.

37. σαμντάνι το: (παρωχημένο) κηροπήγιο.

38. σεργιανίζω & σεργιανάω: (οικ.) κάνω σεργιάνι, βγαίνω βόλτα. || γυρίζω στους δρόμους χωρίς συγκεκριμένο σκοπό.

39. ιαχή η: δυνατή κραυγή, ιδίως πολεμική· (πρβ. αλαλαγμός): Πολεμική ~. Iαχές θριάμβου.

40. Μενέλαος Λουντέμης, Κραυγή στα πέρατα, εκδόσεις Δωρικός, 4η έκδοση, Αθήνα 1977, σελ. 100-103