Κούλης Ζαμπαθάς: Ένας δραστήριος αγωνιστής και επιστήθιος φίλος του Μενέλαου Λουντέμη.

Ο Κούλης Ζαμπαθάς, ένας δραστήριος αγωνιστής και επιστήθιος φίλος του Μενέλαου Λουντέμη.

Το 1975 ολοκλήρωσε τον κύκλο της ζωής του ο Κούλης Ζαμπαθάς και η Φαίδρα Ζαμπαθά-Παγουλάτου, που τ’ όνομά της το οφείλει στον Μενέλαο Λουντέμη 1, ως κόρη τον θρήνησε και ως ποιήτρια του αφιέρωσε ένα ποίημα στην ποιητική της συλλογή ΕΠΙΤΑΦΙΑ 2. Ο Δημήτρης Φαφούτης ανέσυρε από τη λήθη το γεγονός παρουσιάζοντας την  Φαίδρα Ζαμπαθά-Παγουλάτου στην Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών στην εκδήλωση που έγινε προς τιμήν της την Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2009. Έγραψε συγκεκριμένα ο Λαμιώτης ποιητής και δοκιμιογράφος:

1975
    Ο λογοτέχνης πατέρας της Κούλης Ζαμπαθάς φεύγει απ’ τη ζωή, που τόσο πάσχισε να ομορφύνει.
    Ο Κούλης Ζαμπαθάς θα περάσει στην Ιστορία όχι τόσο ως εργάτης του πνεύματος και της Λογοτεχνίας αλλά ως κεντρικό πρόσωπο, γύρω απ’ το οποίο ξετυλίχτηκαν δραματικά γεγονότα που μάτωσαν την καρδιά της μετεμφυλιακής Ελλάδας.

    Η Φαίδρα θα αφιερώσει στη μνήμη του τα ΕΠΙΤΑΦΙΑ:

Θέλησες να ξαποστάσεις 
κάτω από τα κυπαρίσσια
το ξέρω είχες κουραστεί
Νιώθεις άραγε τα δάκρυά μου
να ποτίζουν τ’ αδύναμα τριφύλλια
του τελευταίου σπιτιού σου, 
βλέπεις τους ήλιους
που κουβαλάω μέσα μου για σένα!
Προσπαθώ να βρω μια γωνιά για να κλάψω
δεν υπάρχει τίποτα γύρω μου
που να μην είναι δικό σου
να μην είσαι εσύ ο ίδιος. 
Δε θα ‘θελα να βρέχω με δάκρυα
ό,τι αγάπησες, αλλά πως μπορώ
είναι κάτι που δε μου το ‘μαθες
γιατί κι εσύ έκλαιγες
έκλαιγες για τα παιδιά 
που σκοτώνονται κάθε μέρα 
για τις μανάδες που θάβουν 
με τα χέρια τους την ίδια την ύπαρξή τους
έκλαιγες για το Μενέλαο ξενιτεμένο πουλί 
 έκλαιγες για τους φίλους, για την Εταιρία! 
Πως λοιπόν εγώ μπορώ να μην κλαίω 
για όλ’ αυτά που είσαι εσύ. 
Γιατί υπάρχεις παντού
στον αγώνα μου, στη ζωή μου 3.

    Μέχρι και να κλείσει τα μάτια του, λοιπόν, ο Κούλης Ζαμπαθάς πληγωνόταν κι έκλαιγε για την αναγκαστική εξορία του Μενέλαου Λουντέμη, ο οποίος έπειτα από 17 ολόκληρα χρόνια στην πολιτική προσφυγιά, δεν είχε μπορέσει ακόμα να αποκτήσει ξανά την ελληνική ιθαγένεια και να επαναπατριστεί.

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος σημαιοφόρος της Εταιρείας Λογοτεχνών κατά την παρέλαση για την απελευθέρωση της Αθήνας (12/10/1944). Στο βάθος διακρίνονται οι Μάρκος Αυγέρης, Γαλάτεια Σαράντη, Σωτήρης Σκίπης και ο Κούλης Ζαμπαθάς, που διέσωσε αυτή τη φωτογραφία.

Ο Κούλης Ζαμπαθάς, άλλωστε, υπήρξε επιστήθιος φίλος του Μενέλαου Λουντέμη. Ήταν αυτός που τον περιμάζεψε μια χειμωνιάτικη βραδιά -5 Ιανουαρίου του 1933 από τους δρόμους, για να του προσφέρει αφειδώλευτα μια στέγη και την αδελφική του αγάπη. Στο βιβλίο: «Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας. Ένα δοκίμιο-μελέτη για τη ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη», ο συγγραφέας Δημήτρης Δαμασκηνός περιγράφει επιγραμματικά τη σκηνή της πρώτης τους συνάντησης, γράφοντας χαρακτηριστικά:

  «Μέσα από μια οδύσσεια συνεχών μετακινήσεων, την Άνοιξη του ’30 ο Μενέλαος Λουντέμης φτάνει στην Αθήνα, άγνωστος μεταξύ αγνώστων, δίχως δραχμή στην τσέπη και ψάνοντας για δουλειά. Μα και δύο χρόνια αργότερα, το 1932, ακόμα περιπλανιόταν στους δρόμους της Αθήνας πεινασμένος και άνεργος. Κάθε φορά που δεν είχε πού την κεφαλήν κλίναι τρύπωνε στο υπόγειο της Στρέλνας, του κοσμικού κέντρου με το ρώσικο όνομα, στη γωνία Πατησίων και Στουρνάρη: «Χωνότανε κάτω από τις σιδεριές που τις σκέπαζε μια αχρηστεμένη υπόγεια σκάλα και κουλουριασμένος εκεί έβγαζε τις κρύες μα και τις ζεστές αθηναϊκές νύχτες». Εκεί τον είχε βρει κουλουριασμένο να ψήνεται απ’ τον πυρετό ο Κούλης Ζαμπαθάς και τον μετέφερε σηκωτό στο φτωχικό του σπίτι, στο Γαλάτσι μια χειμωνιάτικη βραδιά -5 Ιανουαρίου του 1933. Στη μαρμαρόστρωτη κουζίνα, όπου και κοιμόταν, ο Μενέλαος Λουντέμης έγραψε τη «Ράντνικα» και δύο ακόμα διηγήματα «Μια νύχτα με πολλά φώτα κάτω από μια πόλη με πολλά αστέρια», και το «Κοιμήσου, Ανέζα μου, γλυκά» 4.
Και όταν ο Μενέλαος Λουντέμης τιμήθηκε με το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας το 1938 για τη συλλογή διηγημάτων «Τα πλοία δεν άραξαν», φορούσε το μοναδικό παντελόνι του φίλου του Κούλη Ζαμπαθά:     «Φορώντας το μοναδικό παντελόνι του φίλου του Κούλη Ζαμπαθά που του το δάνεισε για την περίσταση, ο Μενέλαος Λουντέμης παραλαμβάνει το βραβείο του και στην ερώτηση των δημοσιογράφων «σχετικά με το ποιο είναι το όνειρό του από κει και πέρα, ο ίδιος είχε απαντήσει χαρακτηριστικά ότι είναι άστεγος και ότι αυτό που χρειάζεται είναι ένα δωμάτιο, ένα μεγάλο τραπέζι, μια καρέκλα και χαρτιά και πολλά μολύβια, για να μπορεί να γράφει» 5. «Αν ήταν δυνατόν το δωμάτιό μου να ‘χει και ένα παράθυρο και απ’ έξω να ‘ναι μια γαζία και να ‘ρχεται το άρωμά της μέσα», θα δηλώσει στον τύπο ο νεαρός συγγραφέας» 6.

Πέρα, όμως, από τη σχέση του με τον Μενέλαου Λουντέμη, ο Κούλης Ζαμπαθάς υπήρξε ένας δραστήριος αγωνιστής ενός πνευματικού αντιστασιακού πυρήνα ενάντια στο πολιτικό κατεστημένο της εποχής 7.  Όπως θα σημειώσει ο Βασίλης Τσακίρογλου:     Στο λογοτέχνη Κούλη Ζαμπαθά έλαχε ο κλήρος να είναι, όχι μόνο ένα δραστήριο μέλος ενός πνευματικού αντιστασιακού πυρήνα ενάντια στο πολιτικό κατεστημένο της εποχής, αλλά να είναι και ο υπεράνω πάσης υποψίας υπάλληλος του Υπουργείου Προεδρίας, στο σπίτι του οποίου είχαν το καταφύγιο τους ο Νίκος Πλουμπίδης, ο Νίκος Μπελογιάννης και αργότερα κάποιοι από τους είκοσι επτά αποδράσαντες από τις φυλακές των Βούρλων» 8.

        Μάλιστα στο βιβλίο του «Νίκος Μπελογιάννης–Νίκος Πλουμπίδης– κουβέντες και σκέψεις που κάναμε μαζί στα στερνά της ζωής τους» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Δωρικός, ο Κούλης Ζαμπαθάς περιέγραψε γλαφυρά κάποιες ιδιαίτερες, ανθρώπινες στιγμές και πτυχές της προσωπικότητας των δύο αγωνιστών, που συνέδεσαν το όνομά τους με την αυταπάρνηση και τη θυσία για μια καλύτερη κοινωνία. Το βιβλίο αυτό κυκλοφόρησε μετά το θάνατο του συγγραφέα, χάρη στην επιμέλεια της κόρης του, Φαίδρας, που σημείωσε στον πρόλογο τα εξής: 

    Δίνοντας ένα κείμενο στη δημοσιότητα που τόγραψε κάποιος άλλος νιώθεις ένα περίεργο συναίσθημα να σε καίει βαθειά, ιδιαίτερα δε όταν το κείμενο αυτό τόχει γράψει ο πατέρας σου που δεν υπάρχει. Έσκυψα ευλαβικά πάνω στις χειρόγραφες σελίδες του που ακολουθούν και που δείχνουν όλη την απλότητα και το μεγαλείο του ανθρώπου, όπου κι αν ανήκει αυτός, είτε στον πνευματικό είτε στον πολιτιστικό χώρο. Έτσι αισθάνομαι να εκπληρώνω το καθήκον μου και στη μνήμη του πατέρα μου και στη μνήμη εκείνων για τους οποίους τόγραψε. Το βιβλίο αυτό, κληρονομιά όχι μόνο δική μου, αλλά και όλων όσων αγωνίστηκαν κι αγωνίζονται με συνέπεια για την ειρήνη και τον κόσμο, ας θεωρηθεί σπονδή στον τάφο του συγγραφέα.

Φωτογραφία από την παρουσίαση του βιβλίου του Δημήτρη Δαμασκηνού: «Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας. Ένα δοκίμιο-μελέτη για τη ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη» που έγινε την Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017, στις 7.30μ.μ. στον πολυχώρο ΑΙΤΙΟΝ (Τζιραίων 8-10 Αθήνα). Η Φαίδρα Ζαμπαθά-Παγουλάτου, βαφτισιμιά του Μενέλαου Λουντέμη, ποιήτρια, πρώην Γενικός Γραμματέας της Έταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, απευθύνει έναν ανθρώπινο και ιδιαίτερα συγκινητικό χαιρετισμό στην εκδήλωση. Δίπλα της διακρίνεται ο Γιώργος Δουατζής, ποιητής, δημοσιογράφος και συγγραφέας.

Σημειώσεις-Παραπομπές

1. Βασίλης Τσακίρογλου, Η ανάσα της σιωπής, ομιλία που εκφωνήθηκε την Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2009. Δημοσιεύεται και στο συλλογικό έργο: «Τρεις ομιλίες για τη Φαίδρα Ζαμπαθά-Παγουλάτου (Δημήτρης Φαφούτης-Βασίλης Τσακίρογλου-Γιάννης Κορίδης)», εκδόσεις Ιωλκός, Φεβρουάριος 2013, Α΄έκδοση, σελ. 24.
2. Φαίδρα Ζαμπαθά-Παγουλάτου, Επιτάφια, εκδόσεις Μαυρίδης, 1976.
3.  Δημήτρης Φαφούτης, Παρουσίαση της Φαίδρας Ζαμπαθά-Παγουλάτου στην Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών. Δημοσιεύεται και στο συλλογικό έργο: «Τρεις ομιλίες για τη Φαίδρα Ζαμπαθά-Παγουλάτου (Δημήτρης Φαφούτης-Βασίλης Τσακίρογλου-Γιάννης Κορίδης)», εκδόσεις Ιωλκός, Φεβρουάριος 2013, Α΄έκδοση, σελ. 11-12.
4. Δημήτρης Δαμασκηνός, «Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας. Ένα δοκίμιο-μελ

έτη για τη ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη», εκδόσεις Ραδάμανθυς, Χανιά 2017, σελ. 33.
5. Βλ. την αφήγηση της φιλολόγου Πόπης Μεσσήνη στην εκπομπή της ΕΡΤ: «Εποχές και συγγραφείς» αφιερωμένης στον Μενέλαο Λουντέμη.
6.  Δημήτρης Δαμασκηνός, «Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας. ο.π., σελ. 46.
7.   Κούλης Ζαμπαθάς, Απόψε που σκοτώνουν τον Πλουμπίδη, ιστοσελίδα Ατέχνως, ανάρτηση 14 Αυγούστου 2016.

8.   Βασίλης Τσακίρογλου, Η ανάσα της σιωπής, ο.π., σελ. 24.

Save




Η πρώτη παρουσίαση του βιβλίου, για τη ζωή του Μενέλαου Λουντέμη, στην Αθήνα (Video)

Ένα εξαιρετικό, ουσιαστικό βιβλίο, με σεβασμό στον Μενέλαο Λουντέμη, που διαβάζεται σαν μυθιστόρημα…

    Μίλησαν για το βιβλίο: Από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών η ποιήτρια-συγγραφέας Φαίδρα Ζαμπαθά-Παγουλάτου. Από την Πρεσβεία της Ρουμανίας στην Αθήνα, η Anca Chisalita. Και ακόμα: Ο Κώστας Κρεμμύδαςο Μάκης Πέτσας, ο Γιώργος Δουατζής, ο Δημήτρης Δαμασκηνός, ο Χρήστος Τσαντής.

Η Φαίδρα Ζαμπαθά-Παγουλάτου, βαφτισιμιά του Μενέλαου Λουντέμη, ποιήτρια, πρώην Γενικός Γραμματέας της Έταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, απευθύνει έναν ανθρώπινο και ιδιαίτερα συγκινητικό χαιρετισμό στην εκδήλωση. Πίσω της διακρίνεται ο Μάκης Πέτσας, εκπαιδευτικός Δ.Ε., ενώ καθισμένοι (από αριστερά προς τα δεξιά της φωτογραφίας) είναι ο Γιώργος Δουατζής, ποιητής, δημοσιογράφος και συγγραφέας, ο Κώστας Κρεμμύδας, ποιητής, εκδότης του περιοδικού τέχνης «Μανδραγόρας» και υπεύθυνος των ομώνυμων εκδόσεων και ο συγγραφέας του βιβλίου Δημήτρης Δαμασκηνός.

    Η Αθήνα υποδέχθηκε θερμά το βιβλίο του Δημήτρη Δαμασκηνού για τη ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ραδάμανθυς. Η πρώτη παρουσίαση του βιβλίου στον Πολυχώρο ΑΙΤΙΟΝ, κοντά στην Ακρόπολη, την Παρασκευή 28/4/2017, με χορηγό επικοινωνίας το Μήνυμα Ελλάς, εξελίχθηκε μέσα σε ένα κλίμα συγκίνησης και τιμής για τον μεγάλο Έλληνα δημιουργό. Ήταν εκεί πολλοί φίλοι του βιβλίου, αλλά και άνθρωποι που συνεργάστηκαν και έζησαν μαζί με τον Μενέλαο Λουντέμη, όπως η συγγραφέας-ποιήτρια Φαίδρα Ζαμπαθά-Παγουλάτου, και συγγενείς της μεταφράστριας των έργων του, στα χρόνια που εκείνος έζησε στη Ρουμανία.

    Η εκδήλωση άνοιξε με ένα σύντομο καλωσόρισμα-χαιρετισμό από τον επιμελητή του βιβλίου Χρήστο Τσαντή, ο οποίος τόνισε τη σημασία και την ιδιαιτερότητα του έργου του Δημήτρη Δαμασκηνού για τον Λουντέμη, ειδικά μάλιστα σε μία συγκυρία όπου συμπληρώνονται σαράντα χρόνια από το θάνατό του κι ενώ δεν φαίνεται να έχει προγραμματιστεί κάποια άλλη εκδήλωση τιμής για τη ζωή και το έργο του συγγραφέα που μας άφησε μία τόσο πλούσια πνευματική κληρονομιά. «Το βιβλίο του Δ. Δαμασκηνού, παρότι είναι μελέτη, όχι μόνο δεν κουράζει τον αναγνώστη, αλλά αντίθετα με πληρότητα και αφηγηματική ροή, διαβάζεται σαν μυθιστόρημα», είπε χαρακτηριστικά.
    Η ηθοποιός Ειρήνη Βουκελάτου διάβασε ποιήματα του Μενέλαου Λουντέμη, που περιλαμβάνονται στο βιβλίο, δίνοντας με τον καλύτερο τρόπο την ευκαιρία στην Φαίδρα Ζαμπαθά-Παγουλάτου να ξετυλίξει το κουβάρι των αναμνήσεων από τη ζωή δίπλα στον μεγάλο δημιουργό. Η κυρία Φαίδρα, που πήρε το όνομά της από τον ίδιον τον Μενέλαο Λουντέμη, καθώς ο συγγραφέας συνδεόταν με στενή φιλία με τον πατέρα της, επίσης συγγραφέα, μετέφερε στην εκδήλωση και τον χαιρετισμό του προέδρου και του Δ.Σ. της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών.
«Είναι συγκινητική η αποψινή βραδιά, αφιερωμένη στον Μενέλαο Λουντέμη», ξεκίνησε να λέει η Φαίδρα Ζαμπαθά-Παγουλάτου και συνέχισε: «στον άνθρωπο που βρήκε το όνομά μου μαζί με τον Γιάννη Σκαρίμπα. Το θεωρώ μεγάλη τιμή που βρίσκομαι εδώ σήμερα, κοντά σας, για να πω κι εγώ δυο λόγια γι’ αυτόν τον άνθρωπο, ο οποίος ξεπέρασε τα όρια της ευαισθησίας, της αγάπης, του αγώνα. Ένα παιδί που πόνεσε πάρα πολύ στη ζωή του και που πάλεψε ηρωικά».
    Ακολούθησε η ομιλία από τον Κώστα Κρεμμύδα, ποιητή-εκδότη του λογοτεχνικού περιοδικού «Μανδραγόρας», ο οποίος ξεκίνησε λέγοντας τα εξής: «Χαίρομαι που βρίσκομαι απόψε εδώ για να μιλήσω για το βιβλίο του Δημήτρη Δαμασκηνού, τον οποίο είχαμε την ευκαιρία να τον γνωρίσουμε πριν από δύο-τρία χρόνια με τον Γιώργο τον Δουατζή, όταν πήγαμε στα Χανιά σε μια πολύ ενδιαφέρουσα εκδήλωση που οργάνωσαν οι Φίλοι των Γραμμάτων για τον Τάσο Λειβαδίτη».

Η Anca Chisalita, μορφωτική ακόλουθος της πρεσβείας της Ρουμανίας στην Ελλάδα, χώρα στην οποία διέμεινε για αρκετά χρόνια ως πολιτικός πρόσφυγας ο Μενέλαος Λουντέμης, απευθύνει έναν σύντομο χαιρετισμό στην παρουσίαση του βιβλίου. Διακρίνονται ακόμα (από τ’ αριστερά προς τα δεξιά της φωτογραφίας) οι: Μάκης Πέτσας, Γιώργος Δουατζής και ο συγγραφέας Δημήτρης

Ο Κώστας Κρεμμύδας αναφέρθηκε στη σχέση του με τον συγγραφέα μέσα από τη συνεργασία τους στο περιοδικό «Μανδραγόρας» και στη συνέχεια μίλησε για το έργο του Δημήτρη Δαμασκηνού «Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας. Ένα δοκίμιο-μελέτη για τη ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη». «Θα χαρακτήριζα το έργο έναν ύμνο στην Εθνική Αντίσταση», είπε και στάθηκε ιδιαίτερα στον τρόπο με τον οποίο έχει αξιοποιήσει το υλικό του ο συγγραφέας, καθώς μας δίνει μια ολοκληρωμένη εικόνα του πλαισίου μέσα στο οποίο έζησε και έγραψε ο Μενέλαος Λουντέμης.

 

«Σας ευχαριστώ πολύ για την ευκαιρία που μου δίνεται απόψε να μιλήσω με πολύ συγκίνηση για τον Μενέλαο Λουντέμη, ο οποίος έζησε σχεδόν 18 χρόνια στη Ρουμανία. Θέλω να ευχαριστήσω τον κύριο Δαμασκηνό, τον εκδοτικό οίκο Ραδάμανθυς και τον κύριο Χρήστο Τσαντή, γι’ αυτό το εξαιρετικό, ουσιαστικό βιβλίο αφιερωμένο στη ζωή και στο έργο του Μενέλαου Λουντέμη, σε καιρούς που ο κόσμος χρειάζεται αυτό το ισχυρό παράδειγμα ανθρωπιάς και αξιοπρέπειας και πολλά άλλα ακόμα που μας έχει αφήσει ο Λουντέμης».

    Με αυτά τα λόγια ξεκίνησε το χαιρετισμό της στην εκδήλωση η Anca Chisalita, πολιτιστικός ακόλουθος της πρεσβείας της Ρουμανίας στην Αθήνα, η οποία μίλησε για τη ζωή του μεγάλου συγγραφέα στην διάρκεια της πολιτικής προσφυγιάς, ενώ υπογράμμισε την αξία του βιβλίου του Δημήτρη Δαμασκηνού, ιδιαίτερα για τη νέα γενιά.
    Το λόγο πήρε στη συνέχεια ο εκπαιδευτικός Μάκης Πέτσας, που στάθηκε περισσότερο στο κοινωνικό-ιστορικό πλαίσιο της περιόδου στην οποία έγραψε ο Λουντέμης, καθώς και στα σύγχρονα μηνύματα που απορρέουν από το έργο του.
 «Το βιβλίο του Δημήτρη Δαμασκηνού είναι μία ξεχωριστή δουλειά», είπε. «Κι αυτό γιατί μας προσφέρει μια τεκμηριωμένη σε βάθος μελέτη για τη ζωή και το έργο του μεγάλου συγγραφέα, γραμμένη με σεμνότητα που δεν επισκιάζει σε καμιά περίπτωση το έργο του Μ. Λουντέμη, όπως κάποιες φορές γίνεται συνειδητά ή ασυνείδητα από κριτικούς ή δοκιμιογράφους».
    Ευχάριστη έκπληξη για όλους ήταν η συνέντευξη-συζήτηση, επί σκηνής, του ποιητή-δημοσιογράφου Γιώργου Δουατζή, με τον Δημήτρη Δαμασκηνό. Στα video που ακολουθούν μπορείτε να παρακολουθήσετε ολόκληρη τη συζήτηση με τον συγγραφέα.

Η τοποθέτηση του Γιώργου Δουατζή στην παρουσίαση του βιβλίου της Αθήνας (Video).

 

https://www.youtube.com/watch?v=_hoiqekM7O0

Μερικές από τις ερωτήσεις του Γιώργου Δουατζή στον συγγραφέα για το βιβλίο του (Video).

 

Ο συγγραφέας απάντησε σε ερωτήσεις των φίλων του βιβλίου, ενώ το ραντεβού ανανεώθηκε για το Φθινόπωρο, όπου και προετοιμάζεται ένας νέος κύκλος εκδηλώσεων για την παρουσίαση του βιβλίου στην Αθήνα σε συνεργασία με την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών και με άλλους φορείς. Παράλληλα συνεχίζονται οι προγραμματισμένες εκδηλώσεις στην Κρήτη, με την παρουσίαση του βιβλίου στα Χανιά, την Τετάρτη 3 Μαΐου, στη γκαλερί Villa Des Arts, στις 7:30 το απόγευμα, στο Ηράκλειο στις 18 Μαΐου, στο Πολύκεντρο Νεολαίας του Δήμου, ενώ θα ακολουθήσουν, μέσα στους επόμενους μήνες, εκδηλώσεις στο Ρέθυμνο, στη Γαύδο, στον Άγιο Νικόλαο Λασιθίου και αλλού.

Αναδημοσίευση από τον Αγώνα της Κρήτης, Πέμπτη 04-05-2017

Δείτε ακόμα:

Το βιβλίο του Δημήτρη Δαμασκηνού με τίτλο: «Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας. Ένα δοκίμιο-μελέτη για τη ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη», διαβάζεται σαν μυθιστόρημα. Φωτίζει άγνωστες πτυχές που σημάδεψαν τη ζωή και το έργο του μεγάλου συγγραφέα. Τον τοποθετεί μέσα στο ιστορικό πλαίσιο όπου και δημιούργησε. Περιέχει ντοκουμέντα που φιλοτεχνούν το πορτρέτο ενός ανθρώπου καθημερινού, ο οποίος αντιμετώπισε δύσκολες προσωπικές, οικονομικές, οικογενειακές και πολιτικοκοινωνικές καταστάσεις. Καταστάσεις που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του, ενώ ταυτόχρονα άφησαν ανεξίτηλα σημάδια στο ίδιο του το έργο.




‘Στη συντροφιά των σχέσεων»

ΕΠΙ ΤΕΛΟΥΣ…

…. Ύστερα από πολύ μηνες δημιουργικές συζητήσεις η γνωστή κι αγαπημένη σε όλους μας Αγγελική Αρβανιτοπούλου ( Σύμβουλος Ψυχ. Υγείας – MA Clinical Psychology) και ο ποιητής Γαβρίλης Ιστικόπουλος συμπράττουν συμπορευτικά και με προφανή χαρά προσκαλούν τις φίλες και τους φίλους τους σε μια μεγάλη εκδήλωση, που συνδυάζει και αναδεικνύει δημιουργικά την θεία σχέση Τέχνης – Επιστήμης και συγκεκριμένα της Ποίησης και της Ψυχολογίας.
Είναι πολλά και είναι πολύ σημαντικά όσα κατά καιρούς έχουν γραφτεί γι αυτήν την σχέση. Εμείς, με θέμα »Στη συντροφιά των σχέσεων», με την δική σας βοήθεια και με πλήρη συναίσθηση της ευθύνης που απαιτεί η επιλογή του θέματος, θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε επιστημονικά αλλά και ποιητικά αυτήν την σχέση, εγκαινιάζοντας μία πρωτόγνωρη και απολύτως κατανοητή διαδραστική παρουσίαση!

Μαζί μας με υπέροχα τραγούδια η γνωστή μουσικός και συνθέτις Μάρθα Μεναχέμ, και ο φίλος Γιάννης Τσαγκαδας με την κιθάρα του για να τραγουδήσουμε όλοι μαζί!

Απαγγελίες ποιημάτων: Δέσποινα Μπλαστροπούλου & Γαβρίλης Ιστικόπουλος.

Κινηματογράφος Αλκυονιδα new star art cinema – Ιουλιανού 42-46 Τηλ.2108220023. Τετάρτη 3 Μαϊου, ώρα 7.30μμ.

Μαζί με Αγγελική Αρβανιτοπούλου – Δεσποινα Μπλαστροπουλου – Martha Menahem B – ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΑΓΚΑΔΑΣ – Velissarios Kossivakis.

Γενική είσοδος 5 Ευρώ για την αίθουσα – ΚΑΛΗ μας ΑΝΤΑΜΩΣΗ!

* ΕΚΤΑΚΤΗ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ.

Με έμπνευση και σκοπό να δώσουμε στην εκδήλωση μας »Στη συντροφιά των σχέσεων» πιο συλλογικό χαρακτήρα, αλλά και να εκφράσουμε την αλληλεγγύη μας στους Νέους Λογοτέχνες, αποφασίσαμε να κάνουμε χώρο για τις Δημιουργίες σας. Έτσι, οι φίλες και φίλοι συγγραφείς κι οι ποιητές, οι λογοτέχνες γενικά που θα μας κάνουν την τιμή να προσέλθουν μαζί με τους δικούς τους και τους φίλους τους την Τετάρτη 3 του Μάη στην Αλκυονίδα θα έχουν με άνεση την δυνατότητα να εκθέσουν δημόσια τα βιβλία τους σε ειδικό για την εκδήλωση χώρο στο φουαγιέ του κινηματογράφου. Επίσης για την παρουσία τους θα γίνει και ειδική ανακοίνωση.

Φίλες και φίλοι λογοτέχνες περιμένουμε τις δημιουργίες σας!

https://www.facebook.com/events/142277602974746/

Επιμέλεια : Σινογεωργος Δημήτριος




Στην Αθήνα η παρουσίαση του βιβλίου του Δ. Δαμασκηνού για τη ζωή και το έργο του Μ. Λουντέμη

 
Οι εκδόσεις Ραδάμανθυς και ο πολυχώρος ΑΙΤΙΟΝ (Τζιραίων 8-10 Αθήνα) την Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017, στις 7.30μ.μ. σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου του φιλόλογου-ιστορικού & συγγραφέα Δημήτρη Δαμασκηνού:
Στην εκδήλωση θα χαιρετίσει η Φαίδρα Ζαμπαθά-Παγουλάτου, συγγραφέας, πρώην Γεν. Γραμματέας της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών (Ε.Ε.Λ.)
 
Θα μιλήσουν για το βιβλίο:

Η ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη

Θα ακολουθήσει μουσική βραδιά με τους:
  • Τάκη Κωνσταντακόπουλο (τραγούδι),
  • Δέσποινα Μπακιρτζόγλου (πιάνο-φωνή)
  • Νεφέλη Καλαντζή (τσέλο-φωνή)
Το βιβλίο του Δημήτρη Δαμασκηνού με τίτλο: «Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας. Ένα δοκίμιο-μελέτη για τη ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη», διαβάζεται σαν μυθιστόρημα. Φωτίζει άγνωστες πτυχές που σημάδεψαν τη ζωή και το έργο του μεγάλου συγγραφέα. Τον τοποθετεί μέσα στο ιστορικό πλαίσιο όπου και δημιούργησε. Περιέχει ντοκουμέντα που φιλοτεχνούν το πορτρέτο ενός ανθρώπου καθημερινού, ο οποίος αντιμετώπισε δύσκολες προσωπικές, οικονομικές, οικογενειακές και πολιτικοκοινωνικές καταστάσεις. Καταστάσεις που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του, ενώ ταυτόχρονα άφησαν ανεξίτηλα σημάδια στο ίδιο του το έργο.
Δείτε ακόμα:



μας διαφεντεύουν ξένοι

Άλικος εφημερίδα Θεσσαλια

Άλικος Άλικος
28 Μαρτίου στις 9:01 π.μ. •
Μας διαφεντεύουν ξένοι

-Άκουσα ορέ, ότι στην Γη
εχτές οι απόγονοί μας
και παρελάσεις και γιορτές
κάνανε προς τιμή μας.

-Πες μας, τι άλλο έμαθες
Ρήγα, για την πατρίδα,
γιατί ένα όνειρο κακό
σαν εφιάλτη είδα.

-Διάκο μου, τι να πρωτοπώ
τι να σας μολογήσω,
κουβέντα ας αλλάξουμε
μην σας στεναχωρήσω.

-Κρίνε ορέ Βελεστινλή
θα ήθελα να μάθω,
για κείνη με σουβλίσανε
τι πιο κακό να πάθω;

-Πες την αλήθεια την ωμή
όσο κι αν μας πληγώνεις,
πατρίδα είναι, μας πονά,
του λέει ο Κολοκοτρώνης.

-Καπεταναίοι μου, μπορεί
να ‘χετε περηφάνεια,
που την ζωή σας δώσατε
να λείψουν τα φιρμάνια.

Κι αν διώξατε όμως την Τουρκιά,
είχε πληγές να κλείσει
κι απ’ τους «μεγάλους» δανεικά
επήγε να ζητήσει.

Ποτέ της δεν στηρίχτηκε
εις τις δικές της πλάτες,
ένιωθε πάντοτε μικρή
και γύρευε προστάτες.

Τα της να ξοφλά
λεν πως δεν καταφέρνει,
γι’ αυτό δεν είναι λεύτερη
την διαφεντεύουν ξένοι.

Τώρα με τα μνημόνια
δεν έχουνε να φάνε,
και κρατικά υπάρχοντα
συνέχεια πουλάνε.

Δουλειά δεν βρίσκουν τα παιδιά
και φεύγουν για τα ξένα,
ενώ όσοι μένουν έχουνε
τα πρόσωπα θλιμμένα.

Άκουγαν οι οπλαρχηγοί
και με σκυφτό κεφάλι
κλάψαν για την πατρίδα τους
που ‘ναι σ’ αυτό το χάλι.

Άλικος …
Εφημερίδα «Θεσσαλία» 28/03/17

donate button
Please choose the payment system to make a donation




… έτσι γουστάρουμε

Βγήκε που λέτε ο Ολλανδός

και τά είπε όλα χύμα

εμείς οι νότιοι λαοί

τους φάγαμε το χρήμα

αλλά το ποιοί τα φάγανε

είν’το μεγάλο κρίμα.

 

Δεν τάφαγαν εφοπλιστές

ούτε οι τραπεζίτες

δεν γέμισαν σαπιοκοιλιές

μ’αυτά οι τραπεζίτες

αλλού είναι το άδικο

τα φάγαν οι πολίτες

 

Και κεί που θα περίμενε

Ο  γνήσιος λαουτζίκος

να τα καταβροχθίσουμε

σαν πεινασμένος λύκος

εμείς οι αφιλότιμοι

πέσαμε στην κραιπάλη

και σε γυναίκες και ποτά

επήγανε χαλάλι.

 

Αλλά ακούστε κόσμε μου

αν είναι δυνατόν

κάτι που κακοφαίνεται

και μας των ποιητών,

Εκεί στους νότιους λαούς

(Ελλάδα-Ιταλία)

είναι υποανάπτυχτοι

υπάρχει ανωμαλία

κι οι άντρες ερωτεύονται

στην πρώτη ευκαιρία.

 

Όμως δεν κάνουν έρωτα

με σκύλους και με γάτες

ούτε με άντρες βόρειους

δεν είναι κτηνοβάτες

 

Είναι πού λέτε ανώμαλοι

και με γυναίκες πάνε

και μάλιστα πολλές φορές

τρελλά τις αγαπάνε

 

Εκπρόσωπε των δανειστών

Νταισεμπλουμ πώς σε λένε

αυτά που κάνουμε εμείς

ξέρουμε πως σε καίνε

κι αν συνεχίσεις όπως πας

οι ρέγγες θα σε κλαίνε

 

Κι αν έχεις τόσο πρόβλημα

που ξέρουμε και ζούμε

εμείς έτσι γουστάρουμε

ευθέως θα στο πούμε

και με γυναίκες συντροφιά

μπορούμε να τη βρούμε

 

Όσο για σένα Ολλανδέ

άσχημε μισογύνη

αν πάς προς τους Οθωμανούς

κάτι μπορεί  να γίνει.

 

Χωρίς καιρό για χάσιμο

πάρε το αεροπλάνο

τράβα προς  την Ανατολή

στο φίλο σας  Σουλτάνο..

donate button
Please choose the payment system to make a donation




Η ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη, του Δημήτρη Δαμασκηνού

Η ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη – Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας

Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ραδάμανθυς

Συγγραφέας: Δημήτρης Δαμασκηνός 

Επιμέλεια: Χρήστος Τσαντής.

Σχεδιασμός εξωφύλλου και μακέτα: Βασίλης Πιτσώνης-SCRIPTA
 
500 σελίδες, Διαστάσεις 15 Χ 23, Με φωτογραφικά ντοκουμέντα
ISBN 978-618-82572-8-3
«Το βιβλίο του Δ. Δαμασκηνού, αποτέλεσμα χρόνιας ιστορικής και λογοτεχνικής έρευνας, περιγράφει τη ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη: ο άνθρωπος, ο δημιουργός, ο φιλόσοφος, ο πολιτικός, ο δεσμώτης, ο πρόσφυγας. Η διαδρομή του, ένα ταξίδι πάνω από την άβυσσο, γίνεται ο καμβάς όπου πάνω του αποτυπώθηκαν οι εικόνες μεγαλείου, αλλά και τραγωδίας, ενός ολόκληρου λαού»,Χρήστος Τσαντής.
«Μια φορά, σ’ ένα απ’ τα απρόσμενα πετάγματά του (ενν. του Νίκου Καζαντζάκη) από την Αίγινα, του διηγήθηκα σε πόσο φοβερή αμηχανία μ’ έφερε μια γραία Κρητικιά. Ρώτησε μπροστά μου το γιο της «ίντα δουλειά κάνει ετούτο το κοπέλι;»

Κι ο γιος της τα χρειάστηκε.    -Μα ήτανε κουζουλός, ρώτησε ο Καζαντζάκης; Έπρεπε να της πει καθαρά το επάγγελμά σου.     -Της τόπε. Μα δεν κατάλαβε.

    -Θα της είπε φαίνεται «Συγγραφέας» ε; Πώς να καταλάβει μωρέ;

    -Και τι έπρεπε να της πει;

    -Το επάγγελμά σου. Παραμυθάς!».

(Μενέλαος Λουντέμης, Ο ΛΥΡΑΡΗΣ (Μ. Μαλακάσης), εκδόσεις Δωρικός, έκδοση 4η, Αθήνα 1977, σελ. 248-249).

Ο Δημήτρης Δαμασκηνός γεννήθηκε στη Χαλκίδα το 1966. Είναι απόφοιτος του Ιστορικού-Αρχαιολογικού Τμήματος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ). Υπήρξε μέλος της σύνταξης του περιοδικού Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης (2003-2007), ενώ το 2005-2007 ήταν μέλος του Δ.Σ. του Κέντρου Μελέτης και Τεκμηρίωσης (ΚΕ.ΜΕ.ΤΕ.) της Ο.Λ.Μ.Ε. Είναι μέλος της εθελοντικής συλλογικότητας Οι Φίλοι των Γραμμάτων και των Τεχνών, με έδρα τα Χανιά. Άρθρα του φιλοξενούνται συχνά σε εφημερίδες, σε λογοτεχνικά και επιστημονικά περιοδικά, αλλά και στο διαδίκτυο. Εργάζεται ως φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.
   Άλλα βιβλία του Δημήτρη Δαμασκηνού είναι:
   -Το γλωσσικό ζήτημα κατά την περίοδο της πνευματικής αναγέννησης του νέου ελληνισμού 1774-1821. Εκδόσεις επίκεντρο, 2008.
   -Δημοσθένης: Η ζωή και το έργο του. Εκδόσεις Σαββάλας, 2006.
   -Από τον Προμηθέα στο Σίσυφο. Η Τεχνική Επαγγελματική Εκπαίδευση στην Ελλάδα. Ιδιωτική έκδοση, 1987.
«[…] Ο Λουντέμης είναι πια νεκρός από τις 22 Ιανουαρίου 1977 και μαζί του και μια εποχή της πεζογραφίας μας γεμάτη λυρική διάθεση, αγωνιστική έξαρση και ρομαντισμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι η γυμνασιακή γενιά πολλών περιόδων της μεταπολεμικής ζωής μας, θήτευσε με πάθος στα βιβλία του Λουντέμη. Είναι η γενιά που αγαπά τους αγώνες, τα μεγάλα αισθήματα, τον πλούσιο λυρισμό στη φράση, τον ουμανιστικό μύθο, όπου ο άνθρωπος αποτελεί το μέτρο των πάντων και ο έρωτας το απόσταγμα της ζωής. Ο νεκρός συγγραφέας πρόσφερε αφειδώλευτα τον οβολό του στα νεανικά σκιρτήματα της ψυχής και δεν είναι μικρό πράγμα να σ’ αγαπά η γενιά εκείνη που μόλις κάνει τα πρώτα θαμπωτικά της βήματα στο πανηγύρι της ζωής».
Τάσος Βουρνάς

Για παραγγελίες του βιβλίου επικοινωνήστε στο 6983 091058

Για περισσότερες πληροφορίες: http://wp.me/p3dYt5-5aT

Αναδημοσίευση από τον Αγώνα της Κρήτης

Save

Save

Save




Μικρό χρονολόγιο για την ποίηση της Αργυρώς και του Βαγ. Λουλαδάκη, του Δημήτρη Δαμασκηνού

Δημήτρης Δαμασκηνός | Μικρό χρονολόγιο για την ποίηση της Αργυρώς και του Βαγγέλη Λουλαδάκη

    Η Aργυρώ Λουλαδάκη γεννήθηκε το 1973 και κατοικεί στα Χανιά της Κρήτης. Είναι απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης. Έχοντας ήδη κάνει τρεις κύκλους μεταπτυχιακών σπουδών που αφορούν στη Νεοελληνική Λογοτεχνία του 19ου αιώνα και τις Επιστήμες της Εκπαίδευσης, εργάζεται ως καθηγήτρια-φιλόλογος στο Μουσικό Γυμνάσιο Χανίων. Εκτός από την πιο πρόσφατη ποιητική της απόπειρα έχει ήδη εκδώσει δύο ακόμα ποιητικές συλλογές.
    Η πρώτη επιγράφεται “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, και εκδόθηκε στο Ρέθυμνο το 1997 1: Όπως αναφέρει στο οπισθόφυλλο της έκδοσης η Αργυρώ: “Το μεγαλύτερο μέρος των ποιημάτων που περιλαμβάνονται στην παρούσα συλλογή γράφτηκαν κατά τη διάρκεια των φοιτητικών μου χρόνων στο Ρέθυμνο.”
    Αυτή η πρώτη ποιητική της δοκιμή περιέχει  αρκετά αξιόλογα ποιήματα. Η ποιήτρια επέλεξε τότε -σποραδικά έστω και ως παιγνιώδη παράβαση- να υιοθετήσει μια υποψία ομοιοκαταληξίας 2 που θα εγκαταλείψει στη συνέχεια γράφοντας μόνο σε ελεύθερο στίχο. Μερικές παρομοιώσεις της επιπρόσθετα φαίνεται να έχουν αντληθεί “μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου”, στην προσπάθεια της να πειραματιστεί στη σύνταξη της ιδιαίτερης δικής της ποιητικής ιδιολέκτου ιχνηλατώντας διαύλους επικοινωνίας με τον αναγνώστη. Κάτι τέτοιο συμβαίνει, για παράδειγμα, στο ποίημα “Βρασμένο νερό”, όπου ο θάνατος, αθόρυβος και ευέλικτος:
όλα τα κάνει αόρατα,
όπως τα απορρυπαντικά γενικής χρήσης
απομακρύνει λεκέδες, στίματα, μυρωδιές…
     Το θέμα του θανάτου επανέρχεται στην ποίησή της και πάλι. Από την πρώτη ενότητα που τιτλοφορείται “ΠΑΡ-Ακμή”, η οποία περιέχει ποιήματα γραμμένα ανάμεσα στο 1992-1995, οι “Φωτιές”, για παράδειγμα, αποτυπώνουν έναν μετα-ρομαντικό, γι’ αυτό χαμηλόφωνο, σχεδόν υποδόριο συγκλονισμό μπρος στο αναπόφευκτο του θανάτου, αφού, όπως εκμυστηρεύτηκε στον γράφοντα η ίδια η Αργυρώ, το ποίημα το συνέθεσε όταν πληροφορήθηκε τα “κακά μαντάτα” για το προδιαγεγραμμένο τέλος ενός πολύ αγαπημένου της συγγενικού προσώπου.
“Φωτιές”

Γέμισαν τα σοκάκια φωτιές∙
θα ξεφαντώνουν τα ξωτικά.

Κι η νύχτα θα γελάει στα κρεβάτια
Ντυμένη προβιές ζώου και φωνές,

Και θα φτάνει η ματιά σου ίσαμε μένα
Σαν απλωμένο χέρι στο κατάρτι.

Γέμισα, γέμισες, γέμισε
Γεμίσαμε, γεμίσατε, γέμισαν φωτιές.

Το ποίημα αυτό, αν και είναι αρκετά πρώιμο, γραμμένο το Νοέμβριο του 1994 4, εμπεριέχει, ωστόσο, στοιχεία του προσωπικού -τότε- ύφους της Αργυρώς, ιδιαίτερα τον υπαινικτικό  εικονοπλαστικό της λόγο που επιτρέπει στον αναγνώστη να κάνει τους δικούς του συνειρμούς, εξίσου θεμιτούς με τις προθέσεις της ποιήτριας που το έγραψε: κάποιος, διαβάζοντας το, θα μπορούσε π.χ. να υποθέσει πως αποτυπώνει ένα αυθεντικό  ερωτικό συναίσθημα που φτάνει στην κορύφωση του με τους φλεγόμενους εραστές, ίσως μια κάποια δωδεκάτη  σαιξπηρική νύχτα, να συμμετέχουν σε μια καρναβαλική -σχεδόν- μέθεξη της φύσης και των σωμάτων. Η απόκλιση στη νοηματοδότηση του περιεχομένου μπορεί αφενός να οφείλεται στην αδυναμία της νεαρής -τότε- ποιήτριας να τιθασεύσει την έκφραση της ορίζοντας με σαφήνεια έναν ορίζοντα προσδοκιών από το ποίημα στον αναγνώστη κατά τη διαδικασία της ανάγνωσης, μπορεί αφετέρου να υπήρξε, όμως, και συνειδητή της επιλογή, επιτρέποντας μ’ αυτόν τον τρόπο να γίνει ο αναγνώστης συν-δημιουργός του νοήματος σ’ ένα πιο ρευστό πλαίσιο συνειρμών και συμβολικών αναπαραστάσεων.
    Από τις δύο πιθανές ερμηνείες, ωστόσο, ας συγκρατήσει κανείς πιο πολύ τη βίωση της εμπειρίας του θανάτου, γιατί η ποίηση της Αργυρώς, αν και αναγνωρίζει βέβαια την επίδραση του ερωτικού συναισθήματος, δεν είναι -εντούτοις- ηδονιστική: ο έρωτας μοιάζει μάλλον σαν τις μέρες που ρίχνουν “τα απροσδόκητα φώτα στη ρίζα των ονείρων μας” 5, ενώ η ζωή είναι “μια μπάλα που ‘φυγε απ’  τα χέρια των παιδιών κι έρχεται ως τα πόδια σου και τ’ ακουμπά” 6. “Στον επόμενο τόνο”, όμως:
Το φως
σε τρώει όπως η θάλασσα το βράχο
γεμάτη κουφάλες
ν’ αντηχά το σπασμένο κύμα
στα σωθικά σου.
υπογραμμίζοντας στη ροή του χρόνου τη φθαρτότητα της ύπαρξης 7.

   Στην πρώτη της αυτή συλλογή διακρίνεται με ευκρίνεια το ύφος που μετέπειτα θα καλλιεργήσει στην ποίησή της: οι θρυμματισμένες εμπειρίες, τα συναισθήματα και οι εικόνες, αυτά “τ’ απομεινάρια από την αγωνία της ημέρας και τις σιωπές της νύχτας” που καταθέτει στον αναγνώστη συγκροτούν μια αντιηρωική ποιητική αποτύπωση χωρίς λυρικές μεγαλοστομίες, η οποία -αν και η ματιά της είναι στραμμένη στη θέαση αυτού του κόσμου- ασφαλώς δεν επιχειρεί να “κοινωνήσει” με τον λεγόμενο “ρεαλισμό” και τα καλλιτεχνικά ρεύματα που εμπνεύστηκαν από αυτόν ή έστω ενσωμάτωσαν κάποια στοιχεία του.
    Ασφαλώς δεν παραπέμπει σ’ ένα σύστημα συμβολικών αξιών που θα μπορούσε να οριστεί ως υψηλό, αξίες που όριζαν παλιότερα κοινωνικές και πολιτικές πρακτικές βρίσκοντας συχνά την αποτύπωσή τους στην ποίηση του αιώνα που μας πέρασε (βλ. π.χ. την αντιστασιακή ποίηση ιδιαίτερα της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς).  Αντίθετα η ποίηση της Αργυρώς παραπέμπει στον μοντερνισμό και τα καλλιτεχνικά ρεύματα που ενέπνευσε, αποτελεί συνεπώς σπουδή -τόσο για τον ποιητή όσο και για τον αναγνώστη- της βιωμένης υποκειμενικότητας των καθημερινών στιγμών που καταγράφονται σ’ έναν χώρο. Είναι συνεπώς μια ποίηση εσωτερική, σχεδόν εξομολογητική, ποίηση ειλικρινής στη τόλμη της ν’ απέχει συνειδητά (;) από το αιώνιο θέμα της εξουσίας, ωστόσο ενδιαφέρουσα και ιδιαίτερη στην επιλογή χαμηλών -κατά βάση- τόνων έκφρασης και την αποφυγή της ρητορικής μεγαλοστομίας.

Κι ο θάνατος
μια ελλειπτική τροχιά
μια ρόδα που γυρίζει
στο κενό 8.

θα γράψει στη δεύτερη ποιητική της συλλογή με τίτλο: “Κάποια ποιήματα” 9. Εκδόθηκε στα Χανιά το 2013 και αποτελείται από δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος που επιγράφεται στιγμές περιλαμβάνονται ποιήματα γραμμένα έως το 2008.
    Σ’ αυτά συνεχίζει το παιχνίδι των αντιθέσεων: το φως, η σκιά και το σκοτάδι, η νύχτα και η μέρα, η απουσία και το κενό, η ζωή και ο θάνατος συνθέτουν μερικούς αντιφατικούς πόλους χρωματισμένους από το άσπρο στις “διαχωριστικές γραμμές” 10 των λεωφόρων και στους λευκούς τοίχους 11, από το “μαύρο χαρτί” της νύχτας 12 μα και από το κίτρινο του φεγγαριού  που τη νικούσε 13, από το κόκκινο των λουλουδιών 14 και του αίματος 15, από το μπλε -τέλος- που “περίσσευε απ’ τη θάλασσα” 16. Ένα πλήθος ταπεινών καθημερινών αντικειμένων φωτίζονται, ακινητούν στις λιγοστές παρομοιώσεις της ή “αφήνουν το μελανό αποτύπωμά τους στον τοίχο” 17, όπως τα κάδρα τη νύχτα.
     Σ’ αυτές τις ολιγόστιχες και λιτές ποιητικές καταγραφές που φέρουν, ωστόσο, όλα τα χρώματα και τ’ αντικείμενά τους, η Αργυρώ συνθέτει -πράγματι- στιγμές σ’ ένα διαθλασμένο από την ανθρώπινη εμπειρία χωρικό συνεχές, στο οποίο οι μορφές μεταβάλλονται αέναα, τα περιγράμματα, τα νοήματα και τα συναισθήματα μεταπλάθονται αδιάκοπα, μ’ έναν πιο ασυνεχή όμως και πιο κατηγορηματικό τρόπο, αφού ο χρόνος:

…άλλο ένα κουβάρι
παρατημένο στη γωνία
με χαμένη την άκρη του
απροσδιόριστη την αρχή του
χωμένη στην παραλληλία,
τη διάζευξη, τεμνόμενη
από αλλεπάλληλες σειρές-κλωστές
γεγονότων όλων ταυτόχρονα
ισχυόντων∙ στην κοίλη-καμπύλη
επιφάνειά του, στην κυλιόμενη τροχιά του. 18

καταντά μια παγίδα:

 σαν εκείνες τις κορδέλες
αλειμμένες με κάτι σα μέλι
για τις μύγες
στα παλιά καφενεία· 19
    που κολλάει πάνω του κανείς βυζαίνοντας λαίμαργα τη γλύκα των ωρών του ώσπου να πεθάνει ή:
σαν τις σταγόνες το αίμα
στο χώμα που φανερώνουν
την πορεία του σκοτωμένου 20.
    Σ’ αυτό το ποιητικό σύμπαν της Αργυρώς τα ποιήματα της μοιάζουν με “εκκενώσεις ηλεκτρικές” 21, και οι στίχοι που μέσα τους αναπνέει είναι τα αιμοφόρα αγγεία που τρέφουν την ύπαρξή της 22. Αυτοί οι στίχοι της τρυπούν τη μέρα ανοίγοντας σήραγγες στο κορμί:
…διόδους μυστικούς για να χωρέσουν
ήχοι καινούριοι, κύματα, πνοές…. 23.
την ώρα που η ποιήτρια πατάει:

…πάνω στη σιωπή
προσεχτικά μη σπάσει
κι απλωθούν παντού
τα κομμάτια της
κομμάτια κοφτερά
σαν από γυαλί 24.

και μόνο η θάλασσα μοιάζει σάρκα από:

σώμα υγρό που πάλλεται
ηδονικά στο άγγιγμα του ήλιου 25.

     Στο δεύτερο μέρος που έχει τίτλο της σκιάς… και του φωτός… περιλαμβάνονται ποιήματα γραμμένα το 2011-2012. Η   Αργυρώ σ’ αυτό το μέρος προτάσσει στα [Σπαράγματα στίχων] μια διάσημη βουδιστική γραφή, την παρακάτω: (Formisemptinessandemptinessisform = Η μορφή είναι κενή και η κενότητα είναι μορφή) 26.
    Αυτή η φράση παρμένη από τη Σούτρα της καρδιάς υποδεικνύει πως η έννοια της κενότητας αποτελεί σημαντικό εργαλείο και οδηγό για την άσκηση του διαλογισμού, αφού:

τα πάντα είναι κενότητα.
Δεν υπάρχουν γέννηση, θάνατος,
αγνότητα, σπίλωση,
αύξηση, μείωση.
Για αυτό στην κενότητα δεν υπάρχουν η μορφή, οι σπιλώσεις,
μάτια, αυτιά, μύτη, γλώσσα, σώμα, νους.
Δεν υπάρχει χρώμα, ούτε ήχος, οσμή, γεύση, αφή, σκέψη.
Δεν υπάρχει νόηση, ούτε άγνοια, ψευδαίσθηση ή παύση των ψευδαισθήσεων.
Δεν υπάρχει φθορά, ούτε θάνατος, ούτε τέλος στη φθορά και τον θάνατο.
Δεν υπάρχει γνώση, ούτε κέρδος, ούτε απώλεια. 

   Με την κατάκτηση αυτής της υπέρτατης σοφίας που απελευθερώνει από τη δυστυχία, η ψευδαίσθηση και η προσκόλληση καταρρέουν και ο άνθρωπος μπορεί να δει την αλήθεια, την πραγματική κενότητα και να συλλάβει τον απόλυτο νόμο της ύπαρξης, τη Νιρβάνα 27.
    Επιστρέφοντας στην ποιητική ενότητα στιγμές, ας ειπωθεί για την ποιήτρια πως χρησιμοποιεί έκφραση ακόμα πιο ελλειπτική, από την οποία συχνά απουσιάζει το ρήμα 28, δηλαδή δεν εκδηλώνεται η ενέργεια, συνεπώς συναιρείται και ο χρόνος, ακόμα και σ’ αυτά που τον προϋποθέτουν για να υπάρξουν όπως στο ποίημα:

[11]

Νύχτα
στα σεντόνια οι λέξεις
ξέσκεπες
στην ισορροπία του σκοταδιού.

Σχήμα κορμιού
ξεχασμένο στο μαξιλάρι… 29

    Τέλος η παρούσα ποιητική συλλογή: “Εκτός. Χώροι”, της Αργυρώς και του Βαγγέλη Λουλαδάκη  είναι “μία σημαντική ποιητική απόπειρα και πραγμάτωση δύο νέων Χανιωτών ποιητών που αξίζει να προσεχθούν από το φιλότεχνο κοινό γιατί έχουν πολλά να προσφέρουν στην ποίηση του τόπου μας και ευρύτερα” 30.
    Η συλλογή κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2016, τυπωμένη από τις εκδόσεις Μανδραγόρας. Την προσεγμένη έκδοση επιμελήθηκαν η Αγγελική Ασπρογέρακα – Γρίβα και ο Κώστας Κρεμμύδας, ποιητής ο ίδιος και εκδότης του ομώνυμου περιοδικού Μανδραγόρας.
    Η συνεισφορά της Αργυρώς σ’ αυτή την κοινή ποιητική προσπάθεια των δύο αδελφών περιλαμβάνεται στις σελίδες 9-73 διαρθρωμένη στις ενότητες:
I – IX,
Κενού σιωπή,
(Γιατί;) & Άτιτλα ποιήματα

     Γράφει η Αργυρώ στο ποίημα της ΙΧ στις σελίδες 22-25 31 από την πιο πρόσφατη ποιητική της απόπειρα:
Το καλοκαίρι αργό
στην επανάληψη του δρόμου
στην ένταση της κίνησης των αμαξιών.

Ο χώρος
αφήνει τα δωμάτια
κενά…

“Τούτο το σπίτι μυρίζει θάνατο”, μου είπε. “Οι κουρτίνες, τα πατώματα, οι καρέκλες, οι καρέκλες έχουν την οσμή του θανάτου”. “Την οσμή του αίματος”, συμπλήρωσα εγώ.

Το σπίτι
σχηματίζει
τη σιωπή.

Το σπίτι
αγγίζει τη σιωπή
όπως τα χέρια το άψυχο σώμα.

Απόψε το φεγγάρι
έκαψε τον ουρανό

κι η νύχτα
άστρο π’ αναζητά
την τροχιά του…

Κι η νύχτα
να επαναλαμβάνεται
στο μαξιλάρι μου
όπως η βροχή στα σύννεφα·

κίνηση αδιάκοπη
στην απόσταση
του χρόνου… 32


    Ο Βαγγέλης Λουλαδάκης, από την άλλη πλευρά, ο αδελφός της, στις σελίδες του βιβλίου 75-123 υπογράφει τη συνέχεια με τα: 1 – 31 & 13 ποιήματα για τη νύχτα με μια γραφή που όχι απλά παρουσιάζει ομοιότητες μ’ αυτήν της Αργυρώς, μα  παραπέμπει σε μια κοινή αισθητική και μια ταυτόσημη βίωση του ποιητικού φαινομένου. Γράφει για παράδειγμα στο ποίημα 6:
6

Το πάτωμα
πεταμένο σχήμα,
σπασμένη συμμετρία
κάτω απ’ το τραπέζι 33.

σε μια κουζίνα που σκορπίζει όταν πέφτει ένα ποτήρι 34. Μα και στα Δεκατρία ποιήματα για τη νύχτα εκμυστηρεύεται στον αναγνώστη πως:

Τη νύχτα, τα δωμάτια
εγκαταλείπουν το πάτωμα
κάτω απ’ το σπίτι.
Μένει μόνο το περίγραμμα
του χώρου,
κουφάρι νεκρού ζώου 35.

    Σε άλλα ποιήματά του αρέσκεται να χρησιμοποιεί στα σχεδόν φωτογραφικά του ενσταντανέ έναν τρόπο γραφής κρυπτικό, ασύντακτο, ασυνεχή, θραυσματικό εντέλει (προ)καλώντας τον αναγνώστη να εγκαταλείψει την προσφιλή του συνήθεια των έτοιμων απαντήσεων, προτρέποντας τον να γίνει ενεργός συμμέτοχος στο ποιητικό γίγνεσθαι, για να (συν)οικοδομήσουν μαζί το νόημα στη μετέωρη φράση, όπως π.χ. στο ποίημα 7, όταν γράφει:
Το κύμα έσπασε φορτηγό στην ακτή 36.
    Αυτή η ποιητική φράση έχει το νόημα πως: Το κύμα έσπασε (πάνω σ’ ένα) φορτηγό (που βρισκόταν) στην ακτήή πως:Το κύμα έσπασε (όπως σπάει ένα) φορτηγό (πέφτοντας/προσκρούοντας) στην ακτή;
    Πολλές ακόμα υποθέσεις μπορεί ο αναγνώστης να κάνει. Θεμιτό νόημα, φυσικά, δεν υπάρχει. Ο καθένας από εμάς θα γίνει συνδημιουργός του συμπληρώνοντας, αποκαθιστώντας και ερμηνεύοντας με τον δικό του τρόπο την τραυματισμένη φράση με το να συγκολλήσει λιγότερο ή περισσότερο προσεκτικά τις λέξεις με άλλη διάταξη και συντακτική συνάφεια, όπως τα κομμάτια ενός παζλ ή ενός σπασμένου καθρέφτη, κίνηση που θα του επιτρέψει να κοιτάξει βαθύτερα μέσα στον ψυχισμό του.
    Αυτή η απόπειρα για μια νέα ποιητική γραφή δε σημαίνει πως ο Βαγγέλης Λουλαδάκης δεν ξέρει να χειρίζεται τα εργαλεία της τέχνης του. Το κάθε άλλο συμβαίνει: το έκτο π.χ. από τα Δεκατρία ποιήματα για τη νύχτα αποτελεί έξοχη πραγμάτωση του συνυποδηλωτικού και εικονοπλαστικού λόγου:

Τη νύχτα τα αντικείμενα
μαζεύονται στο φως
όπως το ψάρι στο δόλωμά του.
Ανυποψίαστα λαχταρούν
την εξαπάτησή τους 37.

    Ποιός είναι, όμως, ο Βαγγέλης Λουλαδάκης; Γεννήθηκε το 1977 στα Καμισιανά του νομού Χανίων Κρήτης. Το επάγγελμα του είναι επιπλοποιός, ενώ παράλληλα ασχολείται με τη ζωγραφική και τη φωτογραφία. Οι φωτογραφίες, άλλωστε, της ποιητικής συλλογής: “Εκτός. Χώροι”, και η φωτογραφία του εξώφυλλου είναι δικές του.

Φωτογραφία του Βαγγέλη Λουλαδάκη
στην ποιητική συλλογή: “Εκτός. Χώροι”, σελ. 124.

Έχει εκδώσει το 2010 μια ποιητική συλλογή με τίτλο: “Μικρές μελέτες” 38. Αυτή η πρώτη ποιητική του απόπειρα, που επίσης περιέχει πολύ μικρά ποιήματα, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στα Χανιά τον Φεβρουάριο του 2016.  Ο κ. Σταμάτης Φιλιππίδης, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης ανέφερε τότε μεταξύ άλλων: “Τη λέξη μελέτες τη χρησιμοποιεί με την έννοια της προσήλωσης γιατί μιλάει για αντικείμενα κυρίως. Νομίζω ότι θα ήταν προσφυέστερος ο τίτλος αν ήταν εν ριπή οφθαλμού ή ενσταντανέ δηλαδή στιγμιαία φωτογραφία. Με μια πολύ γρήγορη ματιά προσπαθεί να δει τα πράγματα μ’ ένα διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι συνήθως τα βλέπουμε” 39.

    Αυτή είναι μία εύστοχη παρατήρηση, όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς διαβάζοντας το πρώτο-πρώτο ποίημα της συλλογής, στην οποία προτάσσεται η ενότητα για τη ΜΕΛΕΤΗ του ΦΩΤΟΣ. Γράφει, λοιπόν, ο Βαγγέλης Λουλαδάκης:

1.

Τα καλοκαιρινά απογεύματα.
Που αφήνουν το αίμα τους
πάνω στις κουρτίνες
και συ απρόσεκτος τις ακουμπάς
συμμετέχοντας άθελά σου
στο φόνο 40.

Γιατί:

Κάθε απόγευμα,
η μέρα σκοτώνει
αργά το φως της
μέχρι η νύχτα να τ’ αποτελειώσει.
Όπως αργά και σταθερά
κρατάς το μαχαίρι στο λαιμό του ζώου
μέχρι να ξεψυχήσει 41.

    Στην  ΜΕΛΕΤΗ του ΧΩΡΟΥ πάλι ο αναγνώστης μοιράζεται τον φόβο του εφιάλτη με τον ποιητή, όταν τον ακούει να ψιθυρίζει πως τη νύχτα, αυτήν την “κούφια πλευρά της μέρας” 42:

τα αντικείμενα απορροφούν το σκοτάδι
όπως οι γάζες το αίμα 43.

    Η συλλογή ολοκληρώνεται με τέσσερα πεζά ποιήματα (στις σελ. 51-57) που κι αυτά αριθμούνται από τον δημιουργό τους χωρίς τίτλο. Το πρώτο από αυτά είναι νομίζω χαρακτηριστικό της ποιητικής αισθητικής του Βαγγέλη Λουλαδάκη:

Έβρεχε πολύ εκείνη τη νύχτα. Ξαφνικά έγινε διακοπή ρεύματος. Ανάψαμε κάποια παλιά κεριά και μαζευτήκαμε όλοι στο υπνοδωμάτιο. Έκανε πολύ κρύο έξω κι εμείς τυλιγμένοι στις κουβέρτες περιμέναμε να έρθει το φως. Τότε θυμάμαι καλά τη μάνα μου που μας έλεγε ιστορίες –πόσο δύσκολα πέρασε τα παιδικά της χρόνια, μα πόσο νοσταλγικά τα επιζητούσε πίσω. Ύστερα πάλι ήρθε το φως απότομα και όλα γύρισαν πάλι στην αρχική τους θέση 44.

    Το συμπέρασμα που προκύπτει διαβάζοντας τα ποιήματα  του Βαγγέλη είναι πως στην πρώτη ποιητική του απόπειρα κινήθηκε σε γενικές γραμμές στο ίδιο ύφος που αναδίδει και η παρούσα συλλογή Εκτός. Χώροι που από κοινού υπέγραψαν με την Αργυρώ.
    Οι ομοιότητες στην ποίησή τους είναι πολλές, αφού, όπως έγραψε και ο Νίκος Χουρδάκης, γενεαλογικά… τα δυο αδέλφια, ανήκουν οργανικά στη λεγόμενη «γενιά του ’90» ή αλλιώς: «σε μια αθέατη γενιά», σύμφωνα με τον οξυδερκή χαρακτηρισμό της Αγγελικής Κωσταβάρα… Τα χαρακτηριστικά της γενιάς… είναι: η νοσταλγία για την ολότητα και η μετα-ρομαντική αίσθηση, ο ελλειπτικός λόγος και το ασύμπτωτο της ποιητικής εικόνας, ο εγκιβωτισμός του φόβου σαν βραδυφλεγής εκρηκτικός μηχανισμός και ο απελευθερωτικός ρόλος της ποίηση και το σημαντικότερο, ίσως, ότι η θέα αυτής της, κατά τα άλλα αθέατης γενιάς, είναι προς τον κόσμο 45. Σχεδόν όλα αυτά τα χαρακτηριστικά ενυπάρχουν στο έργο των αδελφών Λουλαδάκη.
Δημήτρης Δαμασκηνός 
Σημειώσεις- Παραπομπές
1. Αργυρώ Λουλαδάκη, “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, φωτογραφία εξώφυλλου: Λουλαδάκης Βαγγέλης, εκδόσεις Bookstars-Γιωγγαράς, Ρέθυμνο 1997, σελ. 91.
2. Βλ. το ποίημα “Μένουν μόνο τα τελειώματα…”, από την ποιητική συλλογή “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, ο.π., σελ. 28, αλλά και το “Ανάστροφα” στη σελίδα 56.
3. Βλ. το ποίημα “Βρασμένο νερό”, από την ποιητική συλλογή “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, ο.π., σελ. 29.
4. Αργυρώ Λουλαδάκη, “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, ο.π., σελ. 14.
5. Βλ. ποίημα “Μέρες” της Αργυρώς Λουλαδάκη, από την ποιητική συλλογή “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, ο.π., σελ. 72. Το ίδιο ακριβώς ποίημα, χωρίς ωστόσο τίτλο, αριθμημένο ως [14], περιλαμβάνεται και στη δεύτερη ποιητική συλλογή της Αργυρώς Λουλαδάκη “Κάποια ποιήματα”, εκδόσεις Bookstars-Γιωγγαράς, Χανιά 2013, σελ. 22.
6. Βλ. ποίημα “Ζέστα” της Αργυρώς Λουλαδάκη, από την ποιητική συλλογή “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, ο.π., σελ. 52.
7. Βλ. ποίημα “Στον επόμενο τόνο” της Αργυρώς Λουλαδάκη, από την ποιητική συλλογή “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, ο.π., σελ. 76.
8. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [71], στην ποιητική συλλογή: “Κάποια ποιήματα”, εκδόσεις Bookstars-Γιωγγαράς, Χανιά 2013, σελ. 79.
9. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, “Κάποια ποιήματα”, εκδόσεις Bookstars-Γιωγγαράς, Χανιά 2013, σελ. 150.
10. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [20], ο.π., σελ. 28.
11. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [53], ο.π., σελ. 61.
12. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [72], ο.π., σελ. 80.
13. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [65], ο.π., σελ. 73.
14. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [59], ο.π., σελ. 67.
15. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [12], ο.π., σελ. 20.
16. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [79], ο.π., σελ. 80.
17. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [77], ο.π., σελ. 85.
18. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [79], ο.π., σελ. 80.
19. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [79], ο.π., σελ. 87.
20. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [12], ο.π., σελ. 20.
21. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [1], σελ. 09.
22. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [57], ο.π., σελ. 65.
23. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [47], ο.π., σελ. 44.
24. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [30], ο.π., σελ. 38.
25. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [5], ο.π., σελ. 13.
26. Γράφει η Σούτρα της καρδιάς ανάμεσα στ’ άλλα και τα παρακάτω:
[…] Ω Σαριπούτρα, γράφει η Σούτρα της καρδιάς,
τα φαινόμενα δεν διαφέρουν από την κενότητα,
η κενότητα δεν διαφέρει από τα φαινόμενα,
η μορφή είναι κενή, η κενότητα είναι μορφή.
27. Βασισμένος στη Μεγάλη Σοφία που οδηγεί στο επέκεινα, ο Μποντισάτβα είναι ατρόμητος.
Η ψευδαίσθηση και η προσκόλληση καταρρέουν
και αυτός συλλαμβάνει τον απόλυτο στόχο της ύπαρξης, τη Νιρβάνα.
Όλοι οι Βούδες του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος,
μέσα από το ασύγκριτο, απαράμιλλο και αυθεντικό μάντρα της Μεγάλης Σοφίας,
μπορούν να αποκτήσουν την υπέρτατη σοφία που μας απελευθερώνει από τη δυστυχία.
Καθώς μας γλιτώνει από όλη τη δυστυχία,
μας επιτρέπει να δούμε την αλήθεια, την πραγματική κενότητα.
 (Πήγαινε, πήγαινε, πήγαινε στο επέκεινα, ακόμη πιο πέρα, στην ακτή της Φώτισης).
28. Αυτό συμβαίνει στα ποιήματα [1], [2], [3], [4], [7], [9], [11], [12], [13], [14], [15], [18], [20], [22], [23], [24], [25], [26], [27], [32], [33], [36] και [39], δηλαδή στα 23 από τα 43 ποιήματα αυτού του δεύτερου μέρους.
29. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, Ποιήματα (2011-2012) [11], στην ποιητική συλλογή: “Κάποια ποιήματα”, ο.π., σελ. 115.
30. Βλ. τη δήλωση του Δημήτρη Δαμασκηνού, φιλόλογου και συγγραφέα στο άρθρο του Γιώργου Δρακάκη, Παρουσίαση ποιητικής συλλογής στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Χανίων, εφημερίδα Χανιώτικα Νέα, Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017. Άλλωστε στο ίδιο άρθρο ο  ψυχολόγος – ποιητής, Νίκος Χουρδάκης χαρακτήρισε τη συλλογή ως ένα πολύ ξεχωριστό γεγονός όχι μόνο για τον τόπο μας αλλά και γενικότερα για τη χώρα μας.
«Μπορεί να ακουστεί αυτό υπερφίαλο στις καταστάσεις που ζούμε, αλλά δεν είναι συνηθισμένο δύο αδέλφια να υπογράφουν μία ποιητική συλλογή παρότι έχουμε και στο παρελθόν περιπτώσεις αδελφών που γράφουνε ποίηση. Ένα κλασικό παράδειγμα είναι ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης και η Ζωή Καρέλλη. Ποτέ όμως δεν υπέγραψαν μία συλλογή μαζί. Εδώ έχουμε κάτι πιθανόν πρωτοφανές. Δύο αδέλφια να υπογράφουν μία συλλογή και μάλιστα με τόσο σημαντικά αποτελέσματα», είπε.
31. Το ποίημα ΙΧ της Αργυρώς Λουλαδάκη μάλλον ολοκληρώνεται στις σελίδα 29. Αυτή  η αμφιβολία ακολουθεί τον αναγνώστη, μιας και δεν υπάρχει σαφής τυπογραφική ένδειξη για τη μετάβαση στην επόμενη ενότητα με τον τίτλο Κενού σιωπή, γεγονός που φαίνεται να υπήρξε συνειδητή επιλογή της Αργυρώς.
32. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, Εκτός. Χώροι, επιμέλεια: Αγγελική Ασπρογέρακα-Γρίβα, Κώστας Κρεμμύδας, σειρά: ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ, εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα, Δεκέμβριος 2016, σελ. 22-25.
33. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 6 από τα ποιήματα 1 – 31 στην ποιητική συλλογή Εκτός. Χώροι, ο.π., σελ. 82.
34. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 24 από τα ποιήματα 1 – 31 στην ποιητική συλλογή Εκτός. Χώροι, ο.π., σελ. 100.
35. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 3 από τα Δεκατρία ποιήματα για τη νύχτα στην ποιητική συλλογή Εκτός. Χώροι, ο.π., σελ. 113.
36. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 7 σ από τα ποιήματα 1 – 31 την ποιητική συλλογή Εκτός. Χώροι, ο.π., σελ. 83.
37. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 6 από τα Δεκατρία ποιήματα για τη νύχτα στην ποιητική συλλογή Εκτός. Χώροι, ο.π., σελ. 116.
38. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, Μικρές μελέτες, εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2010, σελ. 59.
39. Βλ. Γιάννης Κάκανος, “Μικρές μελέτες” ποιητικής γραφής. Από τον Βαγγέλη Λουλαδάκη, εφημερίδα Χανιώτικα Νέα, Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2016.
40. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 1 από τη Μελέτη Φωτός στη συλλογή: Μικρές μελέτες, ο.π., σελ. 9.
41. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 6 από τη Μελέτη Φωτός στη συλλογή: Μικρές μελέτες, ο.π., σελ. 12.
42. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 4 από τη Μελέτη Χώρου στη συλλογή: Μικρές μελέτες, ο.π., σελ. 23.
43. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 34 από τη Μελέτη Χώρου στη συλλογή: Μικρές μελέτες, ο.π., σελ. 38.
44. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 1 από τα Τέσσερα πεζά ποιήματα, στη συλλογή: Μικρές μελέτες, ο.π., σελ. 53.
45. Αγγελική Κωσταβάρα, «Η γεωμετρία μιας αθέατης γενιάς» στο: Η γεωμετρία μιας αθέατης γενιάς. Ανθολογία ποίησης της γενιάς του ’90, εκδόσεις Μανδραγόρας, 2002, σελ. 11-21.



Αργυρώ Λουλαδάκη και Βαγγέλης Λουλαδάκης ΕΚΤΟΣ. ΧΩΡΟΙ, του Νίκου Ι. Χουρδάκη

Αργυρώ Λουλαδάκη και Βαγγέλης Λουλαδάκης ΕΚΤΟΣ. ΧΩΡΟΙ

Η συλλογή της Αργυρώς (1973) και του Βαγγέλη Λουλαδάκη (1977), που εκδόθηκε πρόσφατα από τον Μανδραγόρα, αποτελεί ένα αισθητικό γεγονός άξιο προσοχής όχι μόνο για τα δρώμενα της πόλης μας, αλλά γενικότερα. Δεν είναι π.χ. συνηθισμένο δυο αδέλφια να υπογραφούν μια συλλογή με τέτοια οργανική συνοχή, η οποία αν και δεν εξαφανίζει τις διαφορές, τις συμπλέκει δημιουργώντας ένα επίτευγμα συνόλου.

Δίνω στον όρο αισθητικό γεγονός, όπως καταλαβαίνεται, ένα ευρύτερο περιεχόμενο από τον όρο ποιητικό γεγονός καθώς στη συλλογή υπάρχει μια αλληλοπεριχώρηση γραφής ή γραφών, φωτογραφίας ή φωτογραφιών και τυπογραφικής μορφής. Αλλά υπάρχει και μια διάσταση στη συλλογή προσφοράς και πρόσληψης, με την έννοια που έχει δώσει στο όρο πρόσληψη ο Χανς Ρόμπερτ Γιάους (1921-1997) και η σχολή του, της Κωνστάντιας 1. 

Συνοπτικά, οι θεωρητικοί αυτής της σχολής εκτιμούν πως το πιο σημαντικό σχετικά με ένα έργο τέχνης είναι ο τελικός αποδέκτης του, δηλαδή ο αναγνώστης, ο ακροατής ή ο θεατής. Με άλλα λόγια, ο πλέον σημαντικός είναι ο «αποκωδικοποιητής» του μηνύματος μιας και το μήνυμα θα πρέπει να εκφραστεί μέσω ενός συστήματος συμβόλων τα οποία χρησιμοποιεί ο συγγραφέας/ πομπός και πρέπει να κατανοεί ο αναγνώστης/ αποδέκτης για να θεωρηθεί ολοκληρωμένη η επικοινωνία.

Η ισχύς αυτού του αξιώματος είναι προσαρμοσμένη, δεν ξέρω απιγνωσμένα ή ανεπίγνωστα, στη συλλογή των αδελφών Λουλαδάκη, την οποία διαβάζοντας την, μας δημιουργείται μια εγρήγορση πρόσληψης την οποία αν δεν διαχειριστούμε θα μείνουμε μετέωροι• καλούμαστε, λοιπόν, ως αναγνώστες να ερμηνεύσουμε και να συμπληρώσουμε την ελλειπτικότητα των ποιημάτων, την εικονοποιίας τους, τα σύμβολα, τις μορφικές καινοτομίες, τα νοήματα, τις αμφισημίες, κλπ. που τα απαρτίζουν.

Το βιβλίο τυπογραφικά διαθέτει μια μορφή, που προϋποθέτει διάκριση σχεδιασμού και προσεχτική υλοποίηση, χωρίς όμως αυτά να καταλήγουν σε μια εξεζητημένη κατάθεση. Το αντίθετο, το βιβλίο γίνεται οικείο και πρόσχαρο σ’ αυτόν που θα το διαβάσει και θα το αναστοχαστεί.

Τονίζω τη λέξη αναστοχαστεί, γιατί θεωρώ, ότι το Εκτός. Χώροι μπορείς να το ανακαλύψεις ή εξακολουθητικά να το ανακαλύπτεις μετά από το διάβασμά του. Όταν για παράδειγμα πέφτει μια σκιά στο δωμάτιο όπου ζεις και εσύ αντί να την περάσεις απαρατήρητη αρχίζεις να την παρατηρείς• να παρατηρείς τη διαφοροποίηση της φωτεινότητας των αντικειμένων, την αλλοίωση των περιγραμμάτων τους, την μοναδικότητα των στιγμών και αρχίζεις να νιώθεις ότι η ποίηση φωλιάζει παντού και όχι μόνο στα μεγάλα θέματα (συναισθηματικά, δραματικά, ιστορικά). Αρχίζεις να νιώθεις ότι η ποίηση είναι οργανικό στοιχείο της φυσικής ή κατασκευασμένης διάστασης του κόσμου και ότι μπορείς να την ανακαλύψεις και να την αποκαλύψεις, όπως μας κάνουν τα δυο αδέλφια, παντού στον κόσμο στον οποίο φιλοξενούμαστε.

Η ποίηση, συνεπώς, δεν έχει ανάγκη για να υπάρξει τα μεγάλα θέματα ή γεγονότα, αλλά μπορούμε να την ανακαλύψουμε στο μικρό, το σύνηθες, στο απέριττο, στο χώρο όπου ζούμε, παρατηρώντας τις λεπτομέρειες του δομημένου ή κατασκευασμένου ή φυσικά προσφερόμενου περιβάλλοντος. Σε ένα ποίημα γράφει η Αργυρώ: «Σημείο επαναφοράς ο χώρος», με την έννοια ότι ο χώρος μας χωρεί και μας ορίζει• ότι ο χώρος είναι όχι μόνο η φυσική κατοικία μας, αλλά το υποστασιακό μέγεθος της ύπαρξης μας• μας χωρεί αλλά και χωρούμε το χώρο με την έννοια που υποδηλώνει το ποίημα του Βαγγέλη: «Πατάς ξυπόλυτος κάτω/ χώρεσε το πάτωμα στα παπούτσια»• όσο για την άλλη τη θεμελιώδη διάσταση τον χρόνο αυτός μόνο συνεκδοχικά τονίζεται εδώ με την έννοια της μέρας (πρωινό, μεσημέρι απόγευμα) και της νύχτας.

Πιθανόν, στη συνέχεια, τα δυο αδέλφια να εκπονήσουν και μια τέτοια συλλογή, στην οποία να προσδιορίζουν το κοσμικό μέγεθος του χρόνου υπό την ποιητική οξυδέρκειά τους.
Προς το παρόν είναι όμως ο χώρος το κύριο αντικείμενο της εργασίας τους και σκέπτομαι πως σ’ αυτήν τους την επιλογή, πιθανόν, να συμβάλουν και βιογραφικοί λόγοι καθώς προέρχονται από μια οικογένεια με ξεχωριστή προσφορά στην επιπλοποιεία, στον τόπο μας.

Είναι όμως φρονώ, κυρίως, τα πνευματικά τους κίνητρα, που τους ώθησαν στην έρευνα του χώρου και της εκτό(πισή)ς του, το ότι, δηλαδή, η Αργυρώ έχει μια επιστημονική συγκρότηση στη σύγχρονη θεωρία της λογοτεχνίας• στη διατριβή της αναφέρω ότι απασχολήθηκε με τη θεωρία και πρακτική της μεταφοράς στην ελληνική ποίηση του 19ου αιώνα και ότι ο Βαγγέλης έχει μια αδιάλειπτη συνέχεια, από τα παιδικά χρόνια του, στη ζωγραφική και τη φωτογραφία, παράλληλα με το καθημερινό βιοποριστικό επάγγελμα του επιπλοποιού και κατασκευαστή πρωτότυπων επίπλων.

Ο χώρος σα φυσικό μέγεθος και τα αντικείμενα που τον κοσμούν έχουν μια έντονη παρουσία στη συλλογή: τα παράθυρα, οι πόρτες, οι καρέκλες, τα ποτήρια, τα τραπέζια, οι βρύσες, οι νιπτήρες, δείχνονται διαρκώς σα χωρικά σημαίνοντα και σημαινόμενα μαζί με τα δωμάτια, τοίχους, ταβάνια, πατώματα• παίζοντας ένα διαρκές παιγνίδι με το φως της μέρας ή με την απουσία του, τη νύχτα.

Η εργασία της Αργυρώς και του Βαγγέλη προϋποθέτει τα μοντερνιστικά κινήματα του περασμένου αιώνα, τα οποία σύμφωνα με τον ποιητή Νάνο Βαλαωρίτη (1921): «…[ήταν το] Dada, [ο] Φουτουρισμός, [ο] Υπερρεαλισμός, [οι] Σιτουσιονιστές, [οι] Λεττριστές, [η] Φωνητική ποίηση, [η] οπτική, [οι] poetes electriques, [οι] γλωσσοκεντρικοί, [οι οποίοι] συμμετείχαν στην πολιτική με τη στάση τους απέναντι στη γλώσσα, την κοινωνία και τον κόσμο.» 2. 

Τα αδέλφια δεν προσχωρούν στον μεταμοντερνισμό• εμμένουν στη γραμμή του μοντερνισμού και πιθανολογώ ότι φιλοδοξούν την ανανέωση του, μέσα στο πλαίσιο της σύγχρονης, βαρύτατης για τον τόπο μας πραγματικότητας. Ο μοντερνισμός πέρα από αισθητικό κίνημα απόκτησε μια βαθιά πολιτική σημασία και με αυτή την έννοια είναι προοδευτικά ασύγκριτος σε σχέση με τη μεταμοντέρνα ιδεολογία, η οποία δε διακρίνεται για τα σημεία αντιστάσεως της στον ολετήρα των αγορών και των συνειδήσεων, για να μην πούμε, ότι αυτή η μεταμοντέρνα κατάσταση, για να θυμηθούμε τον Ζαν- Φρανσουά Λυοτάρ (1924-1998) 3, είναι στοιχείο της ίδιας της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, στο επίπεδο του εποικοδομήματος.

Τα ποιήματα της συλλογής, που έχει γράψει η Αργυρώ, είναι πιο ελλειπτικά και υποβλητικά• τα ποιήματα του Βαγγέλη είναι πιο άμεσα, παρότι διαθέτουν μια εντυπωσιακή αφαιρετική ευφυΐα, όμως η συνύπαρξη αμφότερων παραμένει μια πρόκληση πρόσληψης με την έννοια που προανέφερα.

Γενεαλογικά θα πρέπει να πω, ότι τα δυο αδέλφια, ανήκουν οργανικά στη λεγόμενη «γενιά του ’90» ή αλλιώς: «σε μια αθέατη γενιά», σύμφωνα με τον οξυδερκή χαρακτηρισμό της Αγγελικής Κωσταβάρα, η οποία πολιτογράφησε πρώτη με την απαράμιλλη κριτικής της οξυδέρκεια τη συγκεκριμένη γενιά. Τα χαρακτηριστικά της γενιάς, κατά την αείμνηστη Αγγελική είναι: η νοσταλγία για την ολότητα και η μετα-ρομαντική αίσθηση, ο ελλειπτικός λόγος και το ασύμπτωτο της ποιητικής εικόνας, ο εγκιβωτισμός του φόβου σαν βραδυφλεγής εκρηκτικός μηχανισμός και ο απελευθερωτικός ρόλος της ποίηση και το σημαντικότερο, ίσως, ότι η θέα αυτής της, κατά τα άλλα αθέατης γενιάς είναι προς τον κόσμο 4.

Σχεδόν όλα αυτά τα χαρακτηριστικά ενυπάρχουν στο έργο των αδελφών Λουλαδακη και δεν περιορίζομαι μόνο σ’ αυτό που σήμερα παρουσιάζουμε, εδώ, αλλά και στις άλλες, τις προγενέστερες καταθέσεις τους.

Ειδικότερα, τώρα, οι φωτογραφίες του Βαγγέλη τονίζουν την αποφθευγματικότητα και ελλειπτικότητα των στίχων με στιλιζαρισμένη επεξεργασία, που μας παραπέμπει στο φορμαλισμό, χωρίς όμως ο φορμαλισμός του να γίνεται άτεγκος και δύσπεπτος.

Στη περίπτωσή τους τον φορμαλισμό του θα πρέπει να την εννοήσουμε ως στήριξη των μορφών, ως προσπάθεια επιβίωσης των αντικειμένων μέσα στο χώρο• ως μια συνειδητή προσπάθεια να συγκρατηθούν και να μην καταρρεύσουν οι χώροι που μας περιβάλλουν και συγκρατούν την ισορροπία μας. Αυτή είναι η θεμελιακή έννοια του φορμαλισμού, αν διαβάσουμε με ανοικτό πνεύμα τους Αϊχενμπάουμ και Σλόφσκι 5.

Το ίδιο και στα ποιήματα της Αργυρώς και του Βαγγέλη ο φορμαλισμός τους έχει αυτή τη διάσταση: να παραμείνουν αρραγείς οι χώροι ακόμα και όσοι βρίσκονται εκτός δηλαδή «[σ]Τα περιθώρια/ που είναι όρια/ αντίθετα των πραγμάτων», όπως γράφει σε ένα ποίημα η Αργυρώ. Αλλά, ίσως, χαρακτηριστικότερο αποτύπωμα της φορμαλιστικής προσπάθειας τους να είναι το ποίημα που ανοίγει τη συλλογή, όπου γράφει, πάλι, η Αργυρώ, τον Μάρτιο του ’13: «Ακίνητη η καρέκλα/ σταματάει το χώρο». Το ερμηνεύω σα μια προσπάθεια της/ τους να συγκρατήσουν, να σταθεροποιήσουν, με την ευχέρεια που τους δίνουν οι λέξεις, το χώρο, με το νόημα πως όπως ο χώρος του πατώματος κρατά σταθερή μια καρέκλα, το ίδιο κι καρέκλα δεν αφήνει το χώρο να φύγει και τον σταθεροποιεί.

Πίσω απ’ όλα αυτά, δεν είναι απίθανο, στις περιοχές του ασυνειδήτου, να εμφωλεύουν δραματικές ψυχολογικές ανάγκες, γιατί βρίσκουμε και ποιήματα στα οποία η προσπάθεια αποβαίνει μάταιη. Ένα τέτοιο ποίημα είναι αυτό που γράφει η Αργυρώ: «Κι οι λέξεις/ μάταια να συγκρατούν/ το νόημα/ τις σημασίες/ χώρος κενός.// [κι οι λέξεις χώρος κενός]. Αλλά, λίγα ποιήματα παρακάτω, φαίνεται να αποδράμει η ένταση και γράφει με πιστοποιημένη βεβαιότητα: «Σημείο επαναφοράς/ ο χώρος.»

Ανάλογες εντάσεις ανιχνεύονται και στον Βαγγέλη, αν και πιο αποστασιοποιημένες καθώς όλα λες σ’ αυτόν γίνονται εικόνες, εικόνες που παρεμβάλλονται ανάμεσα στα στρώματα του γνωστικού συστήματος και των συναισθημάτων: «Έπεσε το ποτήρι στο πάτωμα/ η κουζίνα σκόρπισε/ κάτω απ’ το τραπέζι», αλλά, τελικά, η δυναμική του χώρου ανοίγεται ατέρμονα μπροστά του: «Στο χώρο/ ο χώρος πόρτα που ανοίγει μέσα στο χώρο/ χώρος χώρου χώρος».

Οι αντιστρεφόμενοι στίχοι, τα greeklish και τα γεωμετρικά σχήματα τονίζουν χαρακτηριστικά τη λεττριστική καταγωγή των επιρροών τους κι επ’ ευκαιρία πρέπει να τονίσω, ότι με μια έννοια τα δυο αδέλφια έρχονται σε συνέχεια στη γραμμή που χάραξαν από τη δεκαετία του εβδομήντα ο Μιχαήλ Μήτρας (1944), ο αείμνηστος Ανδρέας Παγουλάτος(1948-2010), ο Ζάχος Σιαφλέκης (1952), ο Τηλέμαχος Χυτήρης (1945), αλλά και ο δικός μας ο Δημήτρης Κακαβελάκης, για τον οποίο εκκρεμεί ένας σοβαρός απολογισμός του πρωτοποριακού έργου του κι αυτόν τον απολογισμό αντί να περιμένουμε να τον πράξουν άλλοι ας τον πράτταμε εμείς, οι Χανιώτες.

Καταλήγω λέγοντας ότι το βιβλίο έχει μεγάλες ανάσες στην τυπογραφική του διάταξη, οι οποίες βρίσκονται σε οργανική σύνδεση με τα ποιήματα και τα νοήματα που υποβάλλουν. Εικόνες, μορφές και περιεχόμενα δημιουργούν μια ισχυρή πλέξη, που πιστοποιεί τις ικανότητες των δυο αυταδελφών οι οποίοι το δημιούργησαν καθώς και τη μέριμνα του εκδότη τους να στηρίξει την προσπάθεια ουσιαστικά και όχι τυπικά. Σε μένα, άλλωστε, είναι γνωστό το φιλόστοργο ενδιαφέρον του Κώστα Κρεμμύδα, του έκδοτη του Μανδραγόρα, για τον Βαγγέλη και την Αργυρώ.

Νίκος Ι. Χουρδάκης
 Ψυχολόγος, ΜΑ, ΥΔ 

Σημειώσεις-Παραπομπές 

1.  K. M Newton (επιμ.), Η λογοτεχνική θεωρία του εικοστού αιώνα.. Ανθολόγιο κειμένων, μτφρ. Αθανάσιος Κατσικερός, Κώστας Σπαθαράκης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο σσ. 332-340.

2.  «Νάνος Βαλαωρίτης: Αυτό που ζούμε είναι «πόλεμος με άλλα μέσα» στο: www. parathyro. com/ ?p=25435.

3. Ζαν- Φρανσουά Λυοτάρ, Η μεταμοντέρνα κατάσταση, μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης, εκδ. Γνώση, 2008.

4. Αγγελική Κωσταβάρα, «Η γεωμετρία μιας αθέατης γενιάς» στο: Η γεωμετρία μιας αθέατης γενιάς. Ανθολογία ποίησης της γενιάς του ’90, εκδ. Μανδραγόρας, 2002, σσ. 11-21.

5.  Β. Σκλόβσκι, Μπ. Αϊχενμπάουμ, Για τον φορμαλισμό. Η ανάσταση της λέξης: Η θεωρία της «φορμαλιστικής μεθόδου», μτφρ. Βασίλης Λαμπρόπουλος, Νίκος Καλταμπάνος, Έρασμος, 1985, σ. 20.

Αναδημοσίευση από το περιοδικό Μανδραγόρας 




Πολιτισμος | “Σύγχρονοι Έλληνες Ποιητές” . Οχτώ ποιήματα της Καρδιτσιώτισσας Θεοδώρας Τσιτσιπά …

 

                                                          Αθήνα, 10 Νοεμβρίου 2016

 

 

 

 

 

Συμμετοχή της Καρδιτσιώτισσας Θεοδώρας Τσιτσιπά με οχτώ ποιήματα στην συλλεκτική έκδοση του Ομίλου για την Ουνέσκο Τεχνών Λόγου και Επιστημών Ελλάδος, αφιερωμένη σε Σύγχρονους ΄Ελληνες Ποιητές

 

%cf%84%cf%83%ce%b9%cf%84%cf%83%ce%b9%cf%80%ce%b1-%ce%b8%ce%b5%ce%bf%ce%b4%cf%89%cf%81%ce%b1-%cf%86%cf%89%cf%84%ce%bf-%ce%b5-%ce%bc

Με οχτώ ποιήματά της συμμετέχει η Καρδιτσιώτισσα Θεοδώρα Τσιτσιπά στην συλλεκτική έκδοση του Ομίλου για την Ουνέσκο Τεχνών Λόγου και Επιστημών Ελλάδος, αφιερωμένη σε Σύγχρονους ΄Ελληνες Ποιητές.

Για την έκδοση αυτή η πρόεδρος του Ομίλου για την Ουνέσκο κ. Νίνα Διακοβασίλη γράφει στον πρόλογο του βιβλίου: “Ξεφυλλίζοντας τις σελίδες αυτού του ποιητικού λευκώματος και μυρίζοντας τις τυπωμένες λέξεις στο χαρτί, θα αισθανθείς, ότι, όλοι οι ποιητές που συμμετέχουν μάζεψαν μέλι, από τα άνθη της περισυλλογής.

Μέσα από τον πόνο της ψυχής τους, γέννησαν στίχους.

Μέσα από την χαρά τους, ξεπήδησαν ουράνιες σκέψεις και το ψιθύρισμα των ωρών τους μετατράπηκε σε μουσική της σκέψης.

Ορμές τυφλές, γεμάτες γνώσεις αποτυπώθηκαν και ξετύλιξαν τα μυστικά της καρδιάς τους.

Ύφαναν με νήματα παρμένα απ΄ την καρδιά τους, τις λέξεις…

Έσπειραν με τρυφεράδα και χαρά… τις στροφές.

Ταξίδεψαν στο ουράνιο τόξο και μετέτρεψαν τη φωνή του ανέμου σε τραγούδι γλυκύτερο και από την ίδια την αγάπη.

Άπλωσαν κάτω από τον ήλιο την ψυχή τους και ονειρεύτηκαν… τις.

γαλήνιες νύχτες.

Η ψυχική τους δύναμη έγινε χείμαρρος  που όρμησε στη θάλασσα της ποίησης, κουβαλώντας τα μυστικά των λόφων και τα τραγούδια του δάσους.

Ο Όμιλος για την Ουνέσκο Τεχνών Λόγου και Επιστημών Ελλάδος, εκκόλαψε την ιδέα και πραγματοποίησε το όνειρο μιας λογοτεχνικής συνάντησης ταλαντούχων νέων δημιουργών και καταξιωμένων μελών του Ομίλου μας. Αποτύπωσε αντιπροσωπευτικά ποιήματα νεοελληνικής τεχνοτροπίας και σαν σμήνος αγγέλων τα παραδίδει σε αιώνια πτήση.”

 

Παρακάτω παρατίθενται τα οχτώ ποιήματα με τα οποία η κ. Τσιτσιπά συμμετέχει στην συλλεκτική έκδοση:


Στο δρόμο με τις λεύκες

Αγόρι τσιγγάνων

προχωρούσες φορτωμένος καλάθια

στη μικρή άσφαλτο

ανάμεσα σε δυο χωριά.

Αγόρι τσιγγάνων

τα μάτια και το χρώμα σου

τρέλαναν ένα μικρό κορίτσι

στο δρόμο με τη βαριά ομίχλη

ανάμεσα σε δυο χωριά.

Τσιγγάνε

περπατώντας στο δρόμο με τις λεύκες

τα χώματα βογκούσαν ζέστη

κάτω από τον χειμωνιάτικο πάγο.

Ερωτεύτηκε τα βήματά σου

και σ’ ακολούθησε

με την τσάντα φορτωμένη βιβλία

άγουρης μάθησης.

Τσιγγάνικο αγόρι

Ανάμεσα σε δυο χωριά

τυχερός να κουβαλάς καλάθια

ανάμεσα σε δυο χωριά

στο δρόμο με τη βαριά ομίχλη.

Κι ήταν δεκατριώ χρονών.


Γράμμα στη Κατερίνα Γώγου

Άκου, Κατερίνα

πάει καιρός

που οι δυο μας δεν τα ΄χουμε πει.

Είναι κοντά η μέρα, Κατερίνα,

που το φως θα κατακλύσει τη γη

και τα λουλούδια θ’ ανθίσουν παντού

που τα βήματά μας

θα φέρνουν γάργαρο νερό

να κυλάει κάτω απ’ τις πατούσες μας.

Ήρθε ο καιρός, Κατερίνα

που τα παιδιά δε θα φοβούνται μη τα βάλουν σε ιδρύματα

μη τα σκοτώσουν στους δρόμους

μη τα βιάσουν οι πατεράδες τους

μη τα εγκαταλείψουν οι μάνες τους.

Ήρθε ο καιρός που σύμβολό μας

δε θα ‘ναι το γαρύφαλλο κρεμασμένο στα κάγκελα

να θυμίζει

το σκοτωμένο σύντροφο.

Ήρθε ο καιρός, Κατερίνα

που θα ξεβρομίσει ο τόπος

απ’ τους αλήτες που λυμαίνονται

τον υλικό και άυλο πλούτο μας

αλλά κι απ’ αυτούς που έχουμε μέσα μας.

Άκου, Κατερίνα

είναι η μαγιά που άφησες πίσω

είναι τα ρεμάλια

είναι τα ρετάλια

που κατάφεραν να επιβιώσουν

στον μακρύ πόλεμο της ανθρωπότητας

στην πορεία προς το φως…

Και, μη φοβάσαι, Κατερίνα

είσαι εκεί όπου όλα θα τα δεις να γίνονται.

Γιατί τίποτα δεν πάει χαμένο.

Ακούσαμε τις φωνές

ανακαλύψαμε τα ίχνη

βρήκαμε τα σημάδια

που οδηγούν στην Έξοδο.

Κι είναι πολύ αργά, Κατερίνα

για να μας κάνουν πίσω

είναι πολύ αργά για να μας νικήσουν.

Είναι χαμένοι από χέρι, Κατερίνα

κι είναι ζήτημα χρόνου

να συμβεί.


Το συνολικό σχέδιο

– Γιατί κλαίς;

– Γιατί δε ξέρω το συνολικό σχέδιο…

– Ευτυχώς που δε ξέρεις το συνολικό σχέδιο. Αυτό σημαίνει ότι έχεις πολλές περιοχές ακόμη να εξερευνήσεις. Θα ΄ναι υπέροχο ταξίδι… Σκέψου πόσα πράγματα έμαθες, έζησες και είδες έως τώρα κι όμως ούτε πριν ήξερες το συνολικό σχέδιο… Εμπιστέψου το συνολικό σχέδιο…


Έγινα φως

Δεν ονειρεύτηκα καμένη γη

μήτε κομμένα στάχυα.

Αν κι έπαιξα παιδί σε θημωνιές ανάμεσά τους

που σπίτι μου γινήκανε τα μεσημέρια με το λίβα

σε κάμπους πεδινούς

αμόλυντους

απ’ τα χαμένα σύμβολα της πόλης

και τις αναίτιες πάλες.

Δε στάθηκα σ’ αυλές μαρμαρωμένες

μήτε απολιθωμένοι βασιλιάδες με μαγέψαν.

Βουτηγμένη μες τη σκόνη και τη λάσπη

είχα αέρα, χρώμα κι ορίζοντα ανοιχτό

σαν πιάτο πάνω από το κεφάλι

κορώνας αρχοντικής ήλιου σκεύασμα.

Ανάμεσα σε μύρα γιασεμιών και τριαντάφυλλων πασχαλινών κυλίστηκα

κουτσό, σχοινάκι και κρυφτό

της Κυριακής τα πρωινά

στης εκκλησιάς το σχόλασμα

καθώς περίμενα

την προκοπή της μάνας.

Έγινα φως, αιθέριο σέλας

δροσοσταλίδα σε ουράνιο τόξο.

Βουνά πήδηξα και θάλασσες λιμπίστικα

το όραμα κυνήγησα.


Όμορφη πατρίδα

΄Ομορφη πατρίδα

που να σε πρωτοσυναντήσω;

Μια λωρίδα φως

Μια λωρίδα μπλε

Μια λωρίδα ασήμι

ενώνει τη γη με τα ουράνια

βουλιάζει την ψυχή μου στο δάκρυ

΄Ομορφη πατρίδα

πώς να σε προφυλάξω;

Με τι μυαλό

Με τι καρδιά

Με τι ψυχή

να σ’ αγκαλιάσω;

Σε τι κόρφους να σε κρύψω;

Που ραγίζεις

Σκίζεις και σκίζεσαι

σα κοφτερό διαμάντι;


Θα με ταξίδευες

 

Αν ήσουνα εδώ

ξέρω πως θα με ταξίδευες

πως θα ΄διωχνες τον πόνο

απ΄ τη συναναστροφή των ανθρώπων.

Αν ήσουνα εδώ

ξέρω πως θα με ταξίδευες

στις ομορφιές του κόσμου

για ξωτικά

μαγεμένα

χαμένα.

Σ΄ εκκλησιές και μοναστήρια των Μετεώρων

θα με πήγαινες

ν΄ ακούσω τον εαρινό ύμνο της Ανάστασης

από γλυκόπιοτες φωνές μοναχών.

Την αγριάδα του κόσμου να ημερέψεις.

Ένστικτα αποχαλινωμένα

νύχια γαμψά αρπακτικών

στο λαιμό μου.

Η ανάσα τους

βρυχηθμός θηρίου

θολώνει το τοπίο εμπρός μου

κρύβει τη βροχή και το φως μου.

Ω!… Αν ήσουνα εδώ

σε βουνά απάτητα θα μ΄ έπαιρνες

σε δρόμους δύσβατους

και χαράδρες απόκρημνες

την αγάπη θα μου ΄δειχνες

  • μπάνιο στις πηγές -.


Ταξίδεψα στη πλάνη σου…

Ταξίδεψα στη πλάνη σου

περπάτησα στα χώματά σου να χωθώ

γεύτηκα τη δύναμή σου

με υγρές πατούσες κι άδεια χέρια

ανοιχτή ψυχή.

Έβαλα τα χέρια μου στο μέτωπο

σκιά να ρίξω να σε δω

καθώς δεν άντεξα την τόση λάμψη

κι ομορφιά σου να θωρώ.

Έγειρα σε σκαμμένο βράχο

και μισόκλειστη σε δέχτηκα

ασημένια βροχή

ασημένια βροχή

ασημένια βροχή!…


Στον φίλο που έκανε σάλτο στον θάνατο

Έρχεσαι

κι έρπεσαι

σαν φιδάκι ύπουλο

στον ύπνο μου.

Σαυρίτσα αλαφροΐσκιωτη

σε στρωματάκι λεπτό

ριγμένο στο πάτωμα.

Το κεφάλι ριγμένο στην πόρτα

νύχτες καλοκαιρινές

Αυγουστιάτικες

λίγη δροσιά

ν’ αναζητεί

ποτισμένες αποβραδίς οι γλάστρες.

Έρχεσαι

κι έρπεσαι

σαν φιδάκι ύπουλο

στο στρώμα μου.

Πως ψύχρανε ο καιρός

τέλος Αυγούστου

κι ήρθε ο χειμώνας

Ριγεί το κορμί

στην πρώτη δροσιά.

Πόσο θα ‘θελα να ‘μουν εσύ

να πεθάνω μαζί σου.

Έχει το πρώτο φως της ημέρας

το δικό σου χρώμα

Είναι π’ ανοίγω το παράθυρο

πολύ πρωί, καμιά φορά

να φύγει η μπόχα του μυαλού μου

οι αναθυμιάσεις της καρδιάς.

Πως θα αντέξω

τόσο γαλανό φως των ματιών σου

να ‘χει καταλάβει όλο τον ουρανό;