Στην Αθήνα η παρουσίαση του βιβλίου του Δ. Δαμασκηνού για τη ζωή και το έργο του Μ. Λουντέμη

 
Οι εκδόσεις Ραδάμανθυς και ο πολυχώρος ΑΙΤΙΟΝ (Τζιραίων 8-10 Αθήνα) την Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017, στις 7.30μ.μ. σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου του φιλόλογου-ιστορικού & συγγραφέα Δημήτρη Δαμασκηνού:
Στην εκδήλωση θα χαιρετίσει η Φαίδρα Ζαμπαθά-Παγουλάτου, συγγραφέας, πρώην Γεν. Γραμματέας της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών (Ε.Ε.Λ.)
 
Θα μιλήσουν για το βιβλίο:

Η ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη

Θα ακολουθήσει μουσική βραδιά με τους:
  • Τάκη Κωνσταντακόπουλο (τραγούδι),
  • Δέσποινα Μπακιρτζόγλου (πιάνο-φωνή)
  • Νεφέλη Καλαντζή (τσέλο-φωνή)
Το βιβλίο του Δημήτρη Δαμασκηνού με τίτλο: «Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας. Ένα δοκίμιο-μελέτη για τη ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη», διαβάζεται σαν μυθιστόρημα. Φωτίζει άγνωστες πτυχές που σημάδεψαν τη ζωή και το έργο του μεγάλου συγγραφέα. Τον τοποθετεί μέσα στο ιστορικό πλαίσιο όπου και δημιούργησε. Περιέχει ντοκουμέντα που φιλοτεχνούν το πορτρέτο ενός ανθρώπου καθημερινού, ο οποίος αντιμετώπισε δύσκολες προσωπικές, οικονομικές, οικογενειακές και πολιτικοκοινωνικές καταστάσεις. Καταστάσεις που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του, ενώ ταυτόχρονα άφησαν ανεξίτηλα σημάδια στο ίδιο του το έργο.
Δείτε ακόμα:



μας διαφεντεύουν ξένοι

Άλικος εφημερίδα Θεσσαλια

Άλικος Άλικος
28 Μαρτίου στις 9:01 π.μ. •
Μας διαφεντεύουν ξένοι

-Άκουσα ορέ, ότι στην Γη
εχτές οι απόγονοί μας
και παρελάσεις και γιορτές
κάνανε προς τιμή μας.

-Πες μας, τι άλλο έμαθες
Ρήγα, για την πατρίδα,
γιατί ένα όνειρο κακό
σαν εφιάλτη είδα.

-Διάκο μου, τι να πρωτοπώ
τι να σας μολογήσω,
κουβέντα ας αλλάξουμε
μην σας στεναχωρήσω.

-Κρίνε ορέ Βελεστινλή
θα ήθελα να μάθω,
για κείνη με σουβλίσανε
τι πιο κακό να πάθω;

-Πες την αλήθεια την ωμή
όσο κι αν μας πληγώνεις,
πατρίδα είναι, μας πονά,
του λέει ο Κολοκοτρώνης.

-Καπεταναίοι μου, μπορεί
να ‘χετε περηφάνεια,
που την ζωή σας δώσατε
να λείψουν τα φιρμάνια.

Κι αν διώξατε όμως την Τουρκιά,
είχε πληγές να κλείσει
κι απ’ τους «μεγάλους» δανεικά
επήγε να ζητήσει.

Ποτέ της δεν στηρίχτηκε
εις τις δικές της πλάτες,
ένιωθε πάντοτε μικρή
και γύρευε προστάτες.

Τα της να ξοφλά
λεν πως δεν καταφέρνει,
γι’ αυτό δεν είναι λεύτερη
την διαφεντεύουν ξένοι.

Τώρα με τα μνημόνια
δεν έχουνε να φάνε,
και κρατικά υπάρχοντα
συνέχεια πουλάνε.

Δουλειά δεν βρίσκουν τα παιδιά
και φεύγουν για τα ξένα,
ενώ όσοι μένουν έχουνε
τα πρόσωπα θλιμμένα.

Άκουγαν οι οπλαρχηγοί
και με σκυφτό κεφάλι
κλάψαν για την πατρίδα τους
που ‘ναι σ’ αυτό το χάλι.

Άλικος …
Εφημερίδα «Θεσσαλία» 28/03/17

donate button
Please choose the payment system to make a donation




… έτσι γουστάρουμε

Βγήκε που λέτε ο Ολλανδός

και τά είπε όλα χύμα

εμείς οι νότιοι λαοί

τους φάγαμε το χρήμα

αλλά το ποιοί τα φάγανε

είν’το μεγάλο κρίμα.

 

Δεν τάφαγαν εφοπλιστές

ούτε οι τραπεζίτες

δεν γέμισαν σαπιοκοιλιές

μ’αυτά οι τραπεζίτες

αλλού είναι το άδικο

τα φάγαν οι πολίτες

 

Και κεί που θα περίμενε

Ο  γνήσιος λαουτζίκος

να τα καταβροχθίσουμε

σαν πεινασμένος λύκος

εμείς οι αφιλότιμοι

πέσαμε στην κραιπάλη

και σε γυναίκες και ποτά

επήγανε χαλάλι.

 

Αλλά ακούστε κόσμε μου

αν είναι δυνατόν

κάτι που κακοφαίνεται

και μας των ποιητών,

Εκεί στους νότιους λαούς

(Ελλάδα-Ιταλία)

είναι υποανάπτυχτοι

υπάρχει ανωμαλία

κι οι άντρες ερωτεύονται

στην πρώτη ευκαιρία.

 

Όμως δεν κάνουν έρωτα

με σκύλους και με γάτες

ούτε με άντρες βόρειους

δεν είναι κτηνοβάτες

 

Είναι πού λέτε ανώμαλοι

και με γυναίκες πάνε

και μάλιστα πολλές φορές

τρελλά τις αγαπάνε

 

Εκπρόσωπε των δανειστών

Νταισεμπλουμ πώς σε λένε

αυτά που κάνουμε εμείς

ξέρουμε πως σε καίνε

κι αν συνεχίσεις όπως πας

οι ρέγγες θα σε κλαίνε

 

Κι αν έχεις τόσο πρόβλημα

που ξέρουμε και ζούμε

εμείς έτσι γουστάρουμε

ευθέως θα στο πούμε

και με γυναίκες συντροφιά

μπορούμε να τη βρούμε

 

Όσο για σένα Ολλανδέ

άσχημε μισογύνη

αν πάς προς τους Οθωμανούς

κάτι μπορεί  να γίνει.

 

Χωρίς καιρό για χάσιμο

πάρε το αεροπλάνο

τράβα προς  την Ανατολή

στο φίλο σας  Σουλτάνο..

donate button
Please choose the payment system to make a donation




Η ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη, του Δημήτρη Δαμασκηνού

Η ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη – Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας

Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ραδάμανθυς

Συγγραφέας: Δημήτρης Δαμασκηνός 

Επιμέλεια: Χρήστος Τσαντής.

Σχεδιασμός εξωφύλλου και μακέτα: Βασίλης Πιτσώνης-SCRIPTA
 
500 σελίδες, Διαστάσεις 15 Χ 23, Με φωτογραφικά ντοκουμέντα
ISBN 978-618-82572-8-3
«Το βιβλίο του Δ. Δαμασκηνού, αποτέλεσμα χρόνιας ιστορικής και λογοτεχνικής έρευνας, περιγράφει τη ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη: ο άνθρωπος, ο δημιουργός, ο φιλόσοφος, ο πολιτικός, ο δεσμώτης, ο πρόσφυγας. Η διαδρομή του, ένα ταξίδι πάνω από την άβυσσο, γίνεται ο καμβάς όπου πάνω του αποτυπώθηκαν οι εικόνες μεγαλείου, αλλά και τραγωδίας, ενός ολόκληρου λαού»,Χρήστος Τσαντής.
«Μια φορά, σ’ ένα απ’ τα απρόσμενα πετάγματά του (ενν. του Νίκου Καζαντζάκη) από την Αίγινα, του διηγήθηκα σε πόσο φοβερή αμηχανία μ’ έφερε μια γραία Κρητικιά. Ρώτησε μπροστά μου το γιο της «ίντα δουλειά κάνει ετούτο το κοπέλι;»

Κι ο γιος της τα χρειάστηκε.    -Μα ήτανε κουζουλός, ρώτησε ο Καζαντζάκης; Έπρεπε να της πει καθαρά το επάγγελμά σου.     -Της τόπε. Μα δεν κατάλαβε.

    -Θα της είπε φαίνεται «Συγγραφέας» ε; Πώς να καταλάβει μωρέ;

    -Και τι έπρεπε να της πει;

    -Το επάγγελμά σου. Παραμυθάς!».

(Μενέλαος Λουντέμης, Ο ΛΥΡΑΡΗΣ (Μ. Μαλακάσης), εκδόσεις Δωρικός, έκδοση 4η, Αθήνα 1977, σελ. 248-249).

Ο Δημήτρης Δαμασκηνός γεννήθηκε στη Χαλκίδα το 1966. Είναι απόφοιτος του Ιστορικού-Αρχαιολογικού Τμήματος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ). Υπήρξε μέλος της σύνταξης του περιοδικού Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης (2003-2007), ενώ το 2005-2007 ήταν μέλος του Δ.Σ. του Κέντρου Μελέτης και Τεκμηρίωσης (ΚΕ.ΜΕ.ΤΕ.) της Ο.Λ.Μ.Ε. Είναι μέλος της εθελοντικής συλλογικότητας Οι Φίλοι των Γραμμάτων και των Τεχνών, με έδρα τα Χανιά. Άρθρα του φιλοξενούνται συχνά σε εφημερίδες, σε λογοτεχνικά και επιστημονικά περιοδικά, αλλά και στο διαδίκτυο. Εργάζεται ως φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.
   Άλλα βιβλία του Δημήτρη Δαμασκηνού είναι:
   -Το γλωσσικό ζήτημα κατά την περίοδο της πνευματικής αναγέννησης του νέου ελληνισμού 1774-1821. Εκδόσεις επίκεντρο, 2008.
   -Δημοσθένης: Η ζωή και το έργο του. Εκδόσεις Σαββάλας, 2006.
   -Από τον Προμηθέα στο Σίσυφο. Η Τεχνική Επαγγελματική Εκπαίδευση στην Ελλάδα. Ιδιωτική έκδοση, 1987.
«[…] Ο Λουντέμης είναι πια νεκρός από τις 22 Ιανουαρίου 1977 και μαζί του και μια εποχή της πεζογραφίας μας γεμάτη λυρική διάθεση, αγωνιστική έξαρση και ρομαντισμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι η γυμνασιακή γενιά πολλών περιόδων της μεταπολεμικής ζωής μας, θήτευσε με πάθος στα βιβλία του Λουντέμη. Είναι η γενιά που αγαπά τους αγώνες, τα μεγάλα αισθήματα, τον πλούσιο λυρισμό στη φράση, τον ουμανιστικό μύθο, όπου ο άνθρωπος αποτελεί το μέτρο των πάντων και ο έρωτας το απόσταγμα της ζωής. Ο νεκρός συγγραφέας πρόσφερε αφειδώλευτα τον οβολό του στα νεανικά σκιρτήματα της ψυχής και δεν είναι μικρό πράγμα να σ’ αγαπά η γενιά εκείνη που μόλις κάνει τα πρώτα θαμπωτικά της βήματα στο πανηγύρι της ζωής».
Τάσος Βουρνάς

Για παραγγελίες του βιβλίου επικοινωνήστε στο 6983 091058

Για περισσότερες πληροφορίες: http://wp.me/p3dYt5-5aT

Αναδημοσίευση από τον Αγώνα της Κρήτης

Save

Save

Save




Μικρό χρονολόγιο για την ποίηση της Αργυρώς και του Βαγ. Λουλαδάκη, του Δημήτρη Δαμασκηνού

Δημήτρης Δαμασκηνός | Μικρό χρονολόγιο για την ποίηση της Αργυρώς και του Βαγγέλη Λουλαδάκη

    Η Aργυρώ Λουλαδάκη γεννήθηκε το 1973 και κατοικεί στα Χανιά της Κρήτης. Είναι απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης. Έχοντας ήδη κάνει τρεις κύκλους μεταπτυχιακών σπουδών που αφορούν στη Νεοελληνική Λογοτεχνία του 19ου αιώνα και τις Επιστήμες της Εκπαίδευσης, εργάζεται ως καθηγήτρια-φιλόλογος στο Μουσικό Γυμνάσιο Χανίων. Εκτός από την πιο πρόσφατη ποιητική της απόπειρα έχει ήδη εκδώσει δύο ακόμα ποιητικές συλλογές.
    Η πρώτη επιγράφεται “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, και εκδόθηκε στο Ρέθυμνο το 1997 1: Όπως αναφέρει στο οπισθόφυλλο της έκδοσης η Αργυρώ: “Το μεγαλύτερο μέρος των ποιημάτων που περιλαμβάνονται στην παρούσα συλλογή γράφτηκαν κατά τη διάρκεια των φοιτητικών μου χρόνων στο Ρέθυμνο.”
    Αυτή η πρώτη ποιητική της δοκιμή περιέχει  αρκετά αξιόλογα ποιήματα. Η ποιήτρια επέλεξε τότε -σποραδικά έστω και ως παιγνιώδη παράβαση- να υιοθετήσει μια υποψία ομοιοκαταληξίας 2 που θα εγκαταλείψει στη συνέχεια γράφοντας μόνο σε ελεύθερο στίχο. Μερικές παρομοιώσεις της επιπρόσθετα φαίνεται να έχουν αντληθεί “μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου”, στην προσπάθεια της να πειραματιστεί στη σύνταξη της ιδιαίτερης δικής της ποιητικής ιδιολέκτου ιχνηλατώντας διαύλους επικοινωνίας με τον αναγνώστη. Κάτι τέτοιο συμβαίνει, για παράδειγμα, στο ποίημα “Βρασμένο νερό”, όπου ο θάνατος, αθόρυβος και ευέλικτος:
όλα τα κάνει αόρατα,
όπως τα απορρυπαντικά γενικής χρήσης
απομακρύνει λεκέδες, στίματα, μυρωδιές…
     Το θέμα του θανάτου επανέρχεται στην ποίησή της και πάλι. Από την πρώτη ενότητα που τιτλοφορείται “ΠΑΡ-Ακμή”, η οποία περιέχει ποιήματα γραμμένα ανάμεσα στο 1992-1995, οι “Φωτιές”, για παράδειγμα, αποτυπώνουν έναν μετα-ρομαντικό, γι’ αυτό χαμηλόφωνο, σχεδόν υποδόριο συγκλονισμό μπρος στο αναπόφευκτο του θανάτου, αφού, όπως εκμυστηρεύτηκε στον γράφοντα η ίδια η Αργυρώ, το ποίημα το συνέθεσε όταν πληροφορήθηκε τα “κακά μαντάτα” για το προδιαγεγραμμένο τέλος ενός πολύ αγαπημένου της συγγενικού προσώπου.
“Φωτιές”

Γέμισαν τα σοκάκια φωτιές∙
θα ξεφαντώνουν τα ξωτικά.

Κι η νύχτα θα γελάει στα κρεβάτια
Ντυμένη προβιές ζώου και φωνές,

Και θα φτάνει η ματιά σου ίσαμε μένα
Σαν απλωμένο χέρι στο κατάρτι.

Γέμισα, γέμισες, γέμισε
Γεμίσαμε, γεμίσατε, γέμισαν φωτιές.

Το ποίημα αυτό, αν και είναι αρκετά πρώιμο, γραμμένο το Νοέμβριο του 1994 4, εμπεριέχει, ωστόσο, στοιχεία του προσωπικού -τότε- ύφους της Αργυρώς, ιδιαίτερα τον υπαινικτικό  εικονοπλαστικό της λόγο που επιτρέπει στον αναγνώστη να κάνει τους δικούς του συνειρμούς, εξίσου θεμιτούς με τις προθέσεις της ποιήτριας που το έγραψε: κάποιος, διαβάζοντας το, θα μπορούσε π.χ. να υποθέσει πως αποτυπώνει ένα αυθεντικό  ερωτικό συναίσθημα που φτάνει στην κορύφωση του με τους φλεγόμενους εραστές, ίσως μια κάποια δωδεκάτη  σαιξπηρική νύχτα, να συμμετέχουν σε μια καρναβαλική -σχεδόν- μέθεξη της φύσης και των σωμάτων. Η απόκλιση στη νοηματοδότηση του περιεχομένου μπορεί αφενός να οφείλεται στην αδυναμία της νεαρής -τότε- ποιήτριας να τιθασεύσει την έκφραση της ορίζοντας με σαφήνεια έναν ορίζοντα προσδοκιών από το ποίημα στον αναγνώστη κατά τη διαδικασία της ανάγνωσης, μπορεί αφετέρου να υπήρξε, όμως, και συνειδητή της επιλογή, επιτρέποντας μ’ αυτόν τον τρόπο να γίνει ο αναγνώστης συν-δημιουργός του νοήματος σ’ ένα πιο ρευστό πλαίσιο συνειρμών και συμβολικών αναπαραστάσεων.
    Από τις δύο πιθανές ερμηνείες, ωστόσο, ας συγκρατήσει κανείς πιο πολύ τη βίωση της εμπειρίας του θανάτου, γιατί η ποίηση της Αργυρώς, αν και αναγνωρίζει βέβαια την επίδραση του ερωτικού συναισθήματος, δεν είναι -εντούτοις- ηδονιστική: ο έρωτας μοιάζει μάλλον σαν τις μέρες που ρίχνουν “τα απροσδόκητα φώτα στη ρίζα των ονείρων μας” 5, ενώ η ζωή είναι “μια μπάλα που ‘φυγε απ’  τα χέρια των παιδιών κι έρχεται ως τα πόδια σου και τ’ ακουμπά” 6. “Στον επόμενο τόνο”, όμως:
Το φως
σε τρώει όπως η θάλασσα το βράχο
γεμάτη κουφάλες
ν’ αντηχά το σπασμένο κύμα
στα σωθικά σου.
υπογραμμίζοντας στη ροή του χρόνου τη φθαρτότητα της ύπαρξης 7.

   Στην πρώτη της αυτή συλλογή διακρίνεται με ευκρίνεια το ύφος που μετέπειτα θα καλλιεργήσει στην ποίησή της: οι θρυμματισμένες εμπειρίες, τα συναισθήματα και οι εικόνες, αυτά “τ’ απομεινάρια από την αγωνία της ημέρας και τις σιωπές της νύχτας” που καταθέτει στον αναγνώστη συγκροτούν μια αντιηρωική ποιητική αποτύπωση χωρίς λυρικές μεγαλοστομίες, η οποία -αν και η ματιά της είναι στραμμένη στη θέαση αυτού του κόσμου- ασφαλώς δεν επιχειρεί να “κοινωνήσει” με τον λεγόμενο “ρεαλισμό” και τα καλλιτεχνικά ρεύματα που εμπνεύστηκαν από αυτόν ή έστω ενσωμάτωσαν κάποια στοιχεία του.
    Ασφαλώς δεν παραπέμπει σ’ ένα σύστημα συμβολικών αξιών που θα μπορούσε να οριστεί ως υψηλό, αξίες που όριζαν παλιότερα κοινωνικές και πολιτικές πρακτικές βρίσκοντας συχνά την αποτύπωσή τους στην ποίηση του αιώνα που μας πέρασε (βλ. π.χ. την αντιστασιακή ποίηση ιδιαίτερα της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς).  Αντίθετα η ποίηση της Αργυρώς παραπέμπει στον μοντερνισμό και τα καλλιτεχνικά ρεύματα που ενέπνευσε, αποτελεί συνεπώς σπουδή -τόσο για τον ποιητή όσο και για τον αναγνώστη- της βιωμένης υποκειμενικότητας των καθημερινών στιγμών που καταγράφονται σ’ έναν χώρο. Είναι συνεπώς μια ποίηση εσωτερική, σχεδόν εξομολογητική, ποίηση ειλικρινής στη τόλμη της ν’ απέχει συνειδητά (;) από το αιώνιο θέμα της εξουσίας, ωστόσο ενδιαφέρουσα και ιδιαίτερη στην επιλογή χαμηλών -κατά βάση- τόνων έκφρασης και την αποφυγή της ρητορικής μεγαλοστομίας.

Κι ο θάνατος
μια ελλειπτική τροχιά
μια ρόδα που γυρίζει
στο κενό 8.

θα γράψει στη δεύτερη ποιητική της συλλογή με τίτλο: “Κάποια ποιήματα” 9. Εκδόθηκε στα Χανιά το 2013 και αποτελείται από δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος που επιγράφεται στιγμές περιλαμβάνονται ποιήματα γραμμένα έως το 2008.
    Σ’ αυτά συνεχίζει το παιχνίδι των αντιθέσεων: το φως, η σκιά και το σκοτάδι, η νύχτα και η μέρα, η απουσία και το κενό, η ζωή και ο θάνατος συνθέτουν μερικούς αντιφατικούς πόλους χρωματισμένους από το άσπρο στις “διαχωριστικές γραμμές” 10 των λεωφόρων και στους λευκούς τοίχους 11, από το “μαύρο χαρτί” της νύχτας 12 μα και από το κίτρινο του φεγγαριού  που τη νικούσε 13, από το κόκκινο των λουλουδιών 14 και του αίματος 15, από το μπλε -τέλος- που “περίσσευε απ’ τη θάλασσα” 16. Ένα πλήθος ταπεινών καθημερινών αντικειμένων φωτίζονται, ακινητούν στις λιγοστές παρομοιώσεις της ή “αφήνουν το μελανό αποτύπωμά τους στον τοίχο” 17, όπως τα κάδρα τη νύχτα.
     Σ’ αυτές τις ολιγόστιχες και λιτές ποιητικές καταγραφές που φέρουν, ωστόσο, όλα τα χρώματα και τ’ αντικείμενά τους, η Αργυρώ συνθέτει -πράγματι- στιγμές σ’ ένα διαθλασμένο από την ανθρώπινη εμπειρία χωρικό συνεχές, στο οποίο οι μορφές μεταβάλλονται αέναα, τα περιγράμματα, τα νοήματα και τα συναισθήματα μεταπλάθονται αδιάκοπα, μ’ έναν πιο ασυνεχή όμως και πιο κατηγορηματικό τρόπο, αφού ο χρόνος:

…άλλο ένα κουβάρι
παρατημένο στη γωνία
με χαμένη την άκρη του
απροσδιόριστη την αρχή του
χωμένη στην παραλληλία,
τη διάζευξη, τεμνόμενη
από αλλεπάλληλες σειρές-κλωστές
γεγονότων όλων ταυτόχρονα
ισχυόντων∙ στην κοίλη-καμπύλη
επιφάνειά του, στην κυλιόμενη τροχιά του. 18

καταντά μια παγίδα:

 σαν εκείνες τις κορδέλες
αλειμμένες με κάτι σα μέλι
για τις μύγες
στα παλιά καφενεία· 19
    που κολλάει πάνω του κανείς βυζαίνοντας λαίμαργα τη γλύκα των ωρών του ώσπου να πεθάνει ή:
σαν τις σταγόνες το αίμα
στο χώμα που φανερώνουν
την πορεία του σκοτωμένου 20.
    Σ’ αυτό το ποιητικό σύμπαν της Αργυρώς τα ποιήματα της μοιάζουν με “εκκενώσεις ηλεκτρικές” 21, και οι στίχοι που μέσα τους αναπνέει είναι τα αιμοφόρα αγγεία που τρέφουν την ύπαρξή της 22. Αυτοί οι στίχοι της τρυπούν τη μέρα ανοίγοντας σήραγγες στο κορμί:
…διόδους μυστικούς για να χωρέσουν
ήχοι καινούριοι, κύματα, πνοές…. 23.
την ώρα που η ποιήτρια πατάει:

…πάνω στη σιωπή
προσεχτικά μη σπάσει
κι απλωθούν παντού
τα κομμάτια της
κομμάτια κοφτερά
σαν από γυαλί 24.

και μόνο η θάλασσα μοιάζει σάρκα από:

σώμα υγρό που πάλλεται
ηδονικά στο άγγιγμα του ήλιου 25.

     Στο δεύτερο μέρος που έχει τίτλο της σκιάς… και του φωτός… περιλαμβάνονται ποιήματα γραμμένα το 2011-2012. Η   Αργυρώ σ’ αυτό το μέρος προτάσσει στα [Σπαράγματα στίχων] μια διάσημη βουδιστική γραφή, την παρακάτω: (Formisemptinessandemptinessisform = Η μορφή είναι κενή και η κενότητα είναι μορφή) 26.
    Αυτή η φράση παρμένη από τη Σούτρα της καρδιάς υποδεικνύει πως η έννοια της κενότητας αποτελεί σημαντικό εργαλείο και οδηγό για την άσκηση του διαλογισμού, αφού:

τα πάντα είναι κενότητα.
Δεν υπάρχουν γέννηση, θάνατος,
αγνότητα, σπίλωση,
αύξηση, μείωση.
Για αυτό στην κενότητα δεν υπάρχουν η μορφή, οι σπιλώσεις,
μάτια, αυτιά, μύτη, γλώσσα, σώμα, νους.
Δεν υπάρχει χρώμα, ούτε ήχος, οσμή, γεύση, αφή, σκέψη.
Δεν υπάρχει νόηση, ούτε άγνοια, ψευδαίσθηση ή παύση των ψευδαισθήσεων.
Δεν υπάρχει φθορά, ούτε θάνατος, ούτε τέλος στη φθορά και τον θάνατο.
Δεν υπάρχει γνώση, ούτε κέρδος, ούτε απώλεια. 

   Με την κατάκτηση αυτής της υπέρτατης σοφίας που απελευθερώνει από τη δυστυχία, η ψευδαίσθηση και η προσκόλληση καταρρέουν και ο άνθρωπος μπορεί να δει την αλήθεια, την πραγματική κενότητα και να συλλάβει τον απόλυτο νόμο της ύπαρξης, τη Νιρβάνα 27.
    Επιστρέφοντας στην ποιητική ενότητα στιγμές, ας ειπωθεί για την ποιήτρια πως χρησιμοποιεί έκφραση ακόμα πιο ελλειπτική, από την οποία συχνά απουσιάζει το ρήμα 28, δηλαδή δεν εκδηλώνεται η ενέργεια, συνεπώς συναιρείται και ο χρόνος, ακόμα και σ’ αυτά που τον προϋποθέτουν για να υπάρξουν όπως στο ποίημα:

[11]

Νύχτα
στα σεντόνια οι λέξεις
ξέσκεπες
στην ισορροπία του σκοταδιού.

Σχήμα κορμιού
ξεχασμένο στο μαξιλάρι… 29

    Τέλος η παρούσα ποιητική συλλογή: “Εκτός. Χώροι”, της Αργυρώς και του Βαγγέλη Λουλαδάκη  είναι “μία σημαντική ποιητική απόπειρα και πραγμάτωση δύο νέων Χανιωτών ποιητών που αξίζει να προσεχθούν από το φιλότεχνο κοινό γιατί έχουν πολλά να προσφέρουν στην ποίηση του τόπου μας και ευρύτερα” 30.
    Η συλλογή κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2016, τυπωμένη από τις εκδόσεις Μανδραγόρας. Την προσεγμένη έκδοση επιμελήθηκαν η Αγγελική Ασπρογέρακα – Γρίβα και ο Κώστας Κρεμμύδας, ποιητής ο ίδιος και εκδότης του ομώνυμου περιοδικού Μανδραγόρας.
    Η συνεισφορά της Αργυρώς σ’ αυτή την κοινή ποιητική προσπάθεια των δύο αδελφών περιλαμβάνεται στις σελίδες 9-73 διαρθρωμένη στις ενότητες:
I – IX,
Κενού σιωπή,
(Γιατί;) & Άτιτλα ποιήματα

     Γράφει η Αργυρώ στο ποίημα της ΙΧ στις σελίδες 22-25 31 από την πιο πρόσφατη ποιητική της απόπειρα:
Το καλοκαίρι αργό
στην επανάληψη του δρόμου
στην ένταση της κίνησης των αμαξιών.

Ο χώρος
αφήνει τα δωμάτια
κενά…

“Τούτο το σπίτι μυρίζει θάνατο”, μου είπε. “Οι κουρτίνες, τα πατώματα, οι καρέκλες, οι καρέκλες έχουν την οσμή του θανάτου”. “Την οσμή του αίματος”, συμπλήρωσα εγώ.

Το σπίτι
σχηματίζει
τη σιωπή.

Το σπίτι
αγγίζει τη σιωπή
όπως τα χέρια το άψυχο σώμα.

Απόψε το φεγγάρι
έκαψε τον ουρανό

κι η νύχτα
άστρο π’ αναζητά
την τροχιά του…

Κι η νύχτα
να επαναλαμβάνεται
στο μαξιλάρι μου
όπως η βροχή στα σύννεφα·

κίνηση αδιάκοπη
στην απόσταση
του χρόνου… 32


    Ο Βαγγέλης Λουλαδάκης, από την άλλη πλευρά, ο αδελφός της, στις σελίδες του βιβλίου 75-123 υπογράφει τη συνέχεια με τα: 1 – 31 & 13 ποιήματα για τη νύχτα με μια γραφή που όχι απλά παρουσιάζει ομοιότητες μ’ αυτήν της Αργυρώς, μα  παραπέμπει σε μια κοινή αισθητική και μια ταυτόσημη βίωση του ποιητικού φαινομένου. Γράφει για παράδειγμα στο ποίημα 6:
6

Το πάτωμα
πεταμένο σχήμα,
σπασμένη συμμετρία
κάτω απ’ το τραπέζι 33.

σε μια κουζίνα που σκορπίζει όταν πέφτει ένα ποτήρι 34. Μα και στα Δεκατρία ποιήματα για τη νύχτα εκμυστηρεύεται στον αναγνώστη πως:

Τη νύχτα, τα δωμάτια
εγκαταλείπουν το πάτωμα
κάτω απ’ το σπίτι.
Μένει μόνο το περίγραμμα
του χώρου,
κουφάρι νεκρού ζώου 35.

    Σε άλλα ποιήματά του αρέσκεται να χρησιμοποιεί στα σχεδόν φωτογραφικά του ενσταντανέ έναν τρόπο γραφής κρυπτικό, ασύντακτο, ασυνεχή, θραυσματικό εντέλει (προ)καλώντας τον αναγνώστη να εγκαταλείψει την προσφιλή του συνήθεια των έτοιμων απαντήσεων, προτρέποντας τον να γίνει ενεργός συμμέτοχος στο ποιητικό γίγνεσθαι, για να (συν)οικοδομήσουν μαζί το νόημα στη μετέωρη φράση, όπως π.χ. στο ποίημα 7, όταν γράφει:
Το κύμα έσπασε φορτηγό στην ακτή 36.
    Αυτή η ποιητική φράση έχει το νόημα πως: Το κύμα έσπασε (πάνω σ’ ένα) φορτηγό (που βρισκόταν) στην ακτήή πως:Το κύμα έσπασε (όπως σπάει ένα) φορτηγό (πέφτοντας/προσκρούοντας) στην ακτή;
    Πολλές ακόμα υποθέσεις μπορεί ο αναγνώστης να κάνει. Θεμιτό νόημα, φυσικά, δεν υπάρχει. Ο καθένας από εμάς θα γίνει συνδημιουργός του συμπληρώνοντας, αποκαθιστώντας και ερμηνεύοντας με τον δικό του τρόπο την τραυματισμένη φράση με το να συγκολλήσει λιγότερο ή περισσότερο προσεκτικά τις λέξεις με άλλη διάταξη και συντακτική συνάφεια, όπως τα κομμάτια ενός παζλ ή ενός σπασμένου καθρέφτη, κίνηση που θα του επιτρέψει να κοιτάξει βαθύτερα μέσα στον ψυχισμό του.
    Αυτή η απόπειρα για μια νέα ποιητική γραφή δε σημαίνει πως ο Βαγγέλης Λουλαδάκης δεν ξέρει να χειρίζεται τα εργαλεία της τέχνης του. Το κάθε άλλο συμβαίνει: το έκτο π.χ. από τα Δεκατρία ποιήματα για τη νύχτα αποτελεί έξοχη πραγμάτωση του συνυποδηλωτικού και εικονοπλαστικού λόγου:

Τη νύχτα τα αντικείμενα
μαζεύονται στο φως
όπως το ψάρι στο δόλωμά του.
Ανυποψίαστα λαχταρούν
την εξαπάτησή τους 37.

    Ποιός είναι, όμως, ο Βαγγέλης Λουλαδάκης; Γεννήθηκε το 1977 στα Καμισιανά του νομού Χανίων Κρήτης. Το επάγγελμα του είναι επιπλοποιός, ενώ παράλληλα ασχολείται με τη ζωγραφική και τη φωτογραφία. Οι φωτογραφίες, άλλωστε, της ποιητικής συλλογής: “Εκτός. Χώροι”, και η φωτογραφία του εξώφυλλου είναι δικές του.

Φωτογραφία του Βαγγέλη Λουλαδάκη
στην ποιητική συλλογή: “Εκτός. Χώροι”, σελ. 124.

Έχει εκδώσει το 2010 μια ποιητική συλλογή με τίτλο: “Μικρές μελέτες” 38. Αυτή η πρώτη ποιητική του απόπειρα, που επίσης περιέχει πολύ μικρά ποιήματα, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στα Χανιά τον Φεβρουάριο του 2016.  Ο κ. Σταμάτης Φιλιππίδης, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης ανέφερε τότε μεταξύ άλλων: “Τη λέξη μελέτες τη χρησιμοποιεί με την έννοια της προσήλωσης γιατί μιλάει για αντικείμενα κυρίως. Νομίζω ότι θα ήταν προσφυέστερος ο τίτλος αν ήταν εν ριπή οφθαλμού ή ενσταντανέ δηλαδή στιγμιαία φωτογραφία. Με μια πολύ γρήγορη ματιά προσπαθεί να δει τα πράγματα μ’ ένα διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι συνήθως τα βλέπουμε” 39.

    Αυτή είναι μία εύστοχη παρατήρηση, όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς διαβάζοντας το πρώτο-πρώτο ποίημα της συλλογής, στην οποία προτάσσεται η ενότητα για τη ΜΕΛΕΤΗ του ΦΩΤΟΣ. Γράφει, λοιπόν, ο Βαγγέλης Λουλαδάκης:

1.

Τα καλοκαιρινά απογεύματα.
Που αφήνουν το αίμα τους
πάνω στις κουρτίνες
και συ απρόσεκτος τις ακουμπάς
συμμετέχοντας άθελά σου
στο φόνο 40.

Γιατί:

Κάθε απόγευμα,
η μέρα σκοτώνει
αργά το φως της
μέχρι η νύχτα να τ’ αποτελειώσει.
Όπως αργά και σταθερά
κρατάς το μαχαίρι στο λαιμό του ζώου
μέχρι να ξεψυχήσει 41.

    Στην  ΜΕΛΕΤΗ του ΧΩΡΟΥ πάλι ο αναγνώστης μοιράζεται τον φόβο του εφιάλτη με τον ποιητή, όταν τον ακούει να ψιθυρίζει πως τη νύχτα, αυτήν την “κούφια πλευρά της μέρας” 42:

τα αντικείμενα απορροφούν το σκοτάδι
όπως οι γάζες το αίμα 43.

    Η συλλογή ολοκληρώνεται με τέσσερα πεζά ποιήματα (στις σελ. 51-57) που κι αυτά αριθμούνται από τον δημιουργό τους χωρίς τίτλο. Το πρώτο από αυτά είναι νομίζω χαρακτηριστικό της ποιητικής αισθητικής του Βαγγέλη Λουλαδάκη:

Έβρεχε πολύ εκείνη τη νύχτα. Ξαφνικά έγινε διακοπή ρεύματος. Ανάψαμε κάποια παλιά κεριά και μαζευτήκαμε όλοι στο υπνοδωμάτιο. Έκανε πολύ κρύο έξω κι εμείς τυλιγμένοι στις κουβέρτες περιμέναμε να έρθει το φως. Τότε θυμάμαι καλά τη μάνα μου που μας έλεγε ιστορίες –πόσο δύσκολα πέρασε τα παιδικά της χρόνια, μα πόσο νοσταλγικά τα επιζητούσε πίσω. Ύστερα πάλι ήρθε το φως απότομα και όλα γύρισαν πάλι στην αρχική τους θέση 44.

    Το συμπέρασμα που προκύπτει διαβάζοντας τα ποιήματα  του Βαγγέλη είναι πως στην πρώτη ποιητική του απόπειρα κινήθηκε σε γενικές γραμμές στο ίδιο ύφος που αναδίδει και η παρούσα συλλογή Εκτός. Χώροι που από κοινού υπέγραψαν με την Αργυρώ.
    Οι ομοιότητες στην ποίησή τους είναι πολλές, αφού, όπως έγραψε και ο Νίκος Χουρδάκης, γενεαλογικά… τα δυο αδέλφια, ανήκουν οργανικά στη λεγόμενη «γενιά του ’90» ή αλλιώς: «σε μια αθέατη γενιά», σύμφωνα με τον οξυδερκή χαρακτηρισμό της Αγγελικής Κωσταβάρα… Τα χαρακτηριστικά της γενιάς… είναι: η νοσταλγία για την ολότητα και η μετα-ρομαντική αίσθηση, ο ελλειπτικός λόγος και το ασύμπτωτο της ποιητικής εικόνας, ο εγκιβωτισμός του φόβου σαν βραδυφλεγής εκρηκτικός μηχανισμός και ο απελευθερωτικός ρόλος της ποίηση και το σημαντικότερο, ίσως, ότι η θέα αυτής της, κατά τα άλλα αθέατης γενιάς, είναι προς τον κόσμο 45. Σχεδόν όλα αυτά τα χαρακτηριστικά ενυπάρχουν στο έργο των αδελφών Λουλαδάκη.
Δημήτρης Δαμασκηνός 
Σημειώσεις- Παραπομπές
1. Αργυρώ Λουλαδάκη, “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, φωτογραφία εξώφυλλου: Λουλαδάκης Βαγγέλης, εκδόσεις Bookstars-Γιωγγαράς, Ρέθυμνο 1997, σελ. 91.
2. Βλ. το ποίημα “Μένουν μόνο τα τελειώματα…”, από την ποιητική συλλογή “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, ο.π., σελ. 28, αλλά και το “Ανάστροφα” στη σελίδα 56.
3. Βλ. το ποίημα “Βρασμένο νερό”, από την ποιητική συλλογή “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, ο.π., σελ. 29.
4. Αργυρώ Λουλαδάκη, “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, ο.π., σελ. 14.
5. Βλ. ποίημα “Μέρες” της Αργυρώς Λουλαδάκη, από την ποιητική συλλογή “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, ο.π., σελ. 72. Το ίδιο ακριβώς ποίημα, χωρίς ωστόσο τίτλο, αριθμημένο ως [14], περιλαμβάνεται και στη δεύτερη ποιητική συλλογή της Αργυρώς Λουλαδάκη “Κάποια ποιήματα”, εκδόσεις Bookstars-Γιωγγαράς, Χανιά 2013, σελ. 22.
6. Βλ. ποίημα “Ζέστα” της Αργυρώς Λουλαδάκη, από την ποιητική συλλογή “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, ο.π., σελ. 52.
7. Βλ. ποίημα “Στον επόμενο τόνο” της Αργυρώς Λουλαδάκη, από την ποιητική συλλογή “Ποιήματα” Διαδρομές-Παρακμή, ο.π., σελ. 76.
8. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [71], στην ποιητική συλλογή: “Κάποια ποιήματα”, εκδόσεις Bookstars-Γιωγγαράς, Χανιά 2013, σελ. 79.
9. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, “Κάποια ποιήματα”, εκδόσεις Bookstars-Γιωγγαράς, Χανιά 2013, σελ. 150.
10. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [20], ο.π., σελ. 28.
11. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [53], ο.π., σελ. 61.
12. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [72], ο.π., σελ. 80.
13. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [65], ο.π., σελ. 73.
14. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [59], ο.π., σελ. 67.
15. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [12], ο.π., σελ. 20.
16. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [79], ο.π., σελ. 80.
17. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [77], ο.π., σελ. 85.
18. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [79], ο.π., σελ. 80.
19. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [79], ο.π., σελ. 87.
20. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [12], ο.π., σελ. 20.
21. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [1], σελ. 09.
22. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [57], ο.π., σελ. 65.
23. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [47], ο.π., σελ. 44.
24. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [30], ο.π., σελ. 38.
25. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [5], ο.π., σελ. 13.
26. Γράφει η Σούτρα της καρδιάς ανάμεσα στ’ άλλα και τα παρακάτω:
[…] Ω Σαριπούτρα, γράφει η Σούτρα της καρδιάς,
τα φαινόμενα δεν διαφέρουν από την κενότητα,
η κενότητα δεν διαφέρει από τα φαινόμενα,
η μορφή είναι κενή, η κενότητα είναι μορφή.
27. Βασισμένος στη Μεγάλη Σοφία που οδηγεί στο επέκεινα, ο Μποντισάτβα είναι ατρόμητος.
Η ψευδαίσθηση και η προσκόλληση καταρρέουν
και αυτός συλλαμβάνει τον απόλυτο στόχο της ύπαρξης, τη Νιρβάνα.
Όλοι οι Βούδες του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος,
μέσα από το ασύγκριτο, απαράμιλλο και αυθεντικό μάντρα της Μεγάλης Σοφίας,
μπορούν να αποκτήσουν την υπέρτατη σοφία που μας απελευθερώνει από τη δυστυχία.
Καθώς μας γλιτώνει από όλη τη δυστυχία,
μας επιτρέπει να δούμε την αλήθεια, την πραγματική κενότητα.
 (Πήγαινε, πήγαινε, πήγαινε στο επέκεινα, ακόμη πιο πέρα, στην ακτή της Φώτισης).
28. Αυτό συμβαίνει στα ποιήματα [1], [2], [3], [4], [7], [9], [11], [12], [13], [14], [15], [18], [20], [22], [23], [24], [25], [26], [27], [32], [33], [36] και [39], δηλαδή στα 23 από τα 43 ποιήματα αυτού του δεύτερου μέρους.
29. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, Ποιήματα (2011-2012) [11], στην ποιητική συλλογή: “Κάποια ποιήματα”, ο.π., σελ. 115.
30. Βλ. τη δήλωση του Δημήτρη Δαμασκηνού, φιλόλογου και συγγραφέα στο άρθρο του Γιώργου Δρακάκη, Παρουσίαση ποιητικής συλλογής στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Χανίων, εφημερίδα Χανιώτικα Νέα, Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017. Άλλωστε στο ίδιο άρθρο ο  ψυχολόγος – ποιητής, Νίκος Χουρδάκης χαρακτήρισε τη συλλογή ως ένα πολύ ξεχωριστό γεγονός όχι μόνο για τον τόπο μας αλλά και γενικότερα για τη χώρα μας.
«Μπορεί να ακουστεί αυτό υπερφίαλο στις καταστάσεις που ζούμε, αλλά δεν είναι συνηθισμένο δύο αδέλφια να υπογράφουν μία ποιητική συλλογή παρότι έχουμε και στο παρελθόν περιπτώσεις αδελφών που γράφουνε ποίηση. Ένα κλασικό παράδειγμα είναι ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης και η Ζωή Καρέλλη. Ποτέ όμως δεν υπέγραψαν μία συλλογή μαζί. Εδώ έχουμε κάτι πιθανόν πρωτοφανές. Δύο αδέλφια να υπογράφουν μία συλλογή και μάλιστα με τόσο σημαντικά αποτελέσματα», είπε.
31. Το ποίημα ΙΧ της Αργυρώς Λουλαδάκη μάλλον ολοκληρώνεται στις σελίδα 29. Αυτή  η αμφιβολία ακολουθεί τον αναγνώστη, μιας και δεν υπάρχει σαφής τυπογραφική ένδειξη για τη μετάβαση στην επόμενη ενότητα με τον τίτλο Κενού σιωπή, γεγονός που φαίνεται να υπήρξε συνειδητή επιλογή της Αργυρώς.
32. Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, Εκτός. Χώροι, επιμέλεια: Αγγελική Ασπρογέρακα-Γρίβα, Κώστας Κρεμμύδας, σειρά: ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ, εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα, Δεκέμβριος 2016, σελ. 22-25.
33. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 6 από τα ποιήματα 1 – 31 στην ποιητική συλλογή Εκτός. Χώροι, ο.π., σελ. 82.
34. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 24 από τα ποιήματα 1 – 31 στην ποιητική συλλογή Εκτός. Χώροι, ο.π., σελ. 100.
35. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 3 από τα Δεκατρία ποιήματα για τη νύχτα στην ποιητική συλλογή Εκτός. Χώροι, ο.π., σελ. 113.
36. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 7 σ από τα ποιήματα 1 – 31 την ποιητική συλλογή Εκτός. Χώροι, ο.π., σελ. 83.
37. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 6 από τα Δεκατρία ποιήματα για τη νύχτα στην ποιητική συλλογή Εκτός. Χώροι, ο.π., σελ. 116.
38. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, Μικρές μελέτες, εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2010, σελ. 59.
39. Βλ. Γιάννης Κάκανος, “Μικρές μελέτες” ποιητικής γραφής. Από τον Βαγγέλη Λουλαδάκη, εφημερίδα Χανιώτικα Νέα, Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2016.
40. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 1 από τη Μελέτη Φωτός στη συλλογή: Μικρές μελέτες, ο.π., σελ. 9.
41. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 6 από τη Μελέτη Φωτός στη συλλογή: Μικρές μελέτες, ο.π., σελ. 12.
42. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 4 από τη Μελέτη Χώρου στη συλλογή: Μικρές μελέτες, ο.π., σελ. 23.
43. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 34 από τη Μελέτη Χώρου στη συλλογή: Μικρές μελέτες, ο.π., σελ. 38.
44. Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 1 από τα Τέσσερα πεζά ποιήματα, στη συλλογή: Μικρές μελέτες, ο.π., σελ. 53.
45. Αγγελική Κωσταβάρα, «Η γεωμετρία μιας αθέατης γενιάς» στο: Η γεωμετρία μιας αθέατης γενιάς. Ανθολογία ποίησης της γενιάς του ’90, εκδόσεις Μανδραγόρας, 2002, σελ. 11-21.



Αργυρώ Λουλαδάκη και Βαγγέλης Λουλαδάκης ΕΚΤΟΣ. ΧΩΡΟΙ, του Νίκου Ι. Χουρδάκη

Αργυρώ Λουλαδάκη και Βαγγέλης Λουλαδάκης ΕΚΤΟΣ. ΧΩΡΟΙ

Η συλλογή της Αργυρώς (1973) και του Βαγγέλη Λουλαδάκη (1977), που εκδόθηκε πρόσφατα από τον Μανδραγόρα, αποτελεί ένα αισθητικό γεγονός άξιο προσοχής όχι μόνο για τα δρώμενα της πόλης μας, αλλά γενικότερα. Δεν είναι π.χ. συνηθισμένο δυο αδέλφια να υπογραφούν μια συλλογή με τέτοια οργανική συνοχή, η οποία αν και δεν εξαφανίζει τις διαφορές, τις συμπλέκει δημιουργώντας ένα επίτευγμα συνόλου.

Δίνω στον όρο αισθητικό γεγονός, όπως καταλαβαίνεται, ένα ευρύτερο περιεχόμενο από τον όρο ποιητικό γεγονός καθώς στη συλλογή υπάρχει μια αλληλοπεριχώρηση γραφής ή γραφών, φωτογραφίας ή φωτογραφιών και τυπογραφικής μορφής. Αλλά υπάρχει και μια διάσταση στη συλλογή προσφοράς και πρόσληψης, με την έννοια που έχει δώσει στο όρο πρόσληψη ο Χανς Ρόμπερτ Γιάους (1921-1997) και η σχολή του, της Κωνστάντιας 1. 

Συνοπτικά, οι θεωρητικοί αυτής της σχολής εκτιμούν πως το πιο σημαντικό σχετικά με ένα έργο τέχνης είναι ο τελικός αποδέκτης του, δηλαδή ο αναγνώστης, ο ακροατής ή ο θεατής. Με άλλα λόγια, ο πλέον σημαντικός είναι ο «αποκωδικοποιητής» του μηνύματος μιας και το μήνυμα θα πρέπει να εκφραστεί μέσω ενός συστήματος συμβόλων τα οποία χρησιμοποιεί ο συγγραφέας/ πομπός και πρέπει να κατανοεί ο αναγνώστης/ αποδέκτης για να θεωρηθεί ολοκληρωμένη η επικοινωνία.

Η ισχύς αυτού του αξιώματος είναι προσαρμοσμένη, δεν ξέρω απιγνωσμένα ή ανεπίγνωστα, στη συλλογή των αδελφών Λουλαδάκη, την οποία διαβάζοντας την, μας δημιουργείται μια εγρήγορση πρόσληψης την οποία αν δεν διαχειριστούμε θα μείνουμε μετέωροι• καλούμαστε, λοιπόν, ως αναγνώστες να ερμηνεύσουμε και να συμπληρώσουμε την ελλειπτικότητα των ποιημάτων, την εικονοποιίας τους, τα σύμβολα, τις μορφικές καινοτομίες, τα νοήματα, τις αμφισημίες, κλπ. που τα απαρτίζουν.

Το βιβλίο τυπογραφικά διαθέτει μια μορφή, που προϋποθέτει διάκριση σχεδιασμού και προσεχτική υλοποίηση, χωρίς όμως αυτά να καταλήγουν σε μια εξεζητημένη κατάθεση. Το αντίθετο, το βιβλίο γίνεται οικείο και πρόσχαρο σ’ αυτόν που θα το διαβάσει και θα το αναστοχαστεί.

Τονίζω τη λέξη αναστοχαστεί, γιατί θεωρώ, ότι το Εκτός. Χώροι μπορείς να το ανακαλύψεις ή εξακολουθητικά να το ανακαλύπτεις μετά από το διάβασμά του. Όταν για παράδειγμα πέφτει μια σκιά στο δωμάτιο όπου ζεις και εσύ αντί να την περάσεις απαρατήρητη αρχίζεις να την παρατηρείς• να παρατηρείς τη διαφοροποίηση της φωτεινότητας των αντικειμένων, την αλλοίωση των περιγραμμάτων τους, την μοναδικότητα των στιγμών και αρχίζεις να νιώθεις ότι η ποίηση φωλιάζει παντού και όχι μόνο στα μεγάλα θέματα (συναισθηματικά, δραματικά, ιστορικά). Αρχίζεις να νιώθεις ότι η ποίηση είναι οργανικό στοιχείο της φυσικής ή κατασκευασμένης διάστασης του κόσμου και ότι μπορείς να την ανακαλύψεις και να την αποκαλύψεις, όπως μας κάνουν τα δυο αδέλφια, παντού στον κόσμο στον οποίο φιλοξενούμαστε.

Η ποίηση, συνεπώς, δεν έχει ανάγκη για να υπάρξει τα μεγάλα θέματα ή γεγονότα, αλλά μπορούμε να την ανακαλύψουμε στο μικρό, το σύνηθες, στο απέριττο, στο χώρο όπου ζούμε, παρατηρώντας τις λεπτομέρειες του δομημένου ή κατασκευασμένου ή φυσικά προσφερόμενου περιβάλλοντος. Σε ένα ποίημα γράφει η Αργυρώ: «Σημείο επαναφοράς ο χώρος», με την έννοια ότι ο χώρος μας χωρεί και μας ορίζει• ότι ο χώρος είναι όχι μόνο η φυσική κατοικία μας, αλλά το υποστασιακό μέγεθος της ύπαρξης μας• μας χωρεί αλλά και χωρούμε το χώρο με την έννοια που υποδηλώνει το ποίημα του Βαγγέλη: «Πατάς ξυπόλυτος κάτω/ χώρεσε το πάτωμα στα παπούτσια»• όσο για την άλλη τη θεμελιώδη διάσταση τον χρόνο αυτός μόνο συνεκδοχικά τονίζεται εδώ με την έννοια της μέρας (πρωινό, μεσημέρι απόγευμα) και της νύχτας.

Πιθανόν, στη συνέχεια, τα δυο αδέλφια να εκπονήσουν και μια τέτοια συλλογή, στην οποία να προσδιορίζουν το κοσμικό μέγεθος του χρόνου υπό την ποιητική οξυδέρκειά τους.
Προς το παρόν είναι όμως ο χώρος το κύριο αντικείμενο της εργασίας τους και σκέπτομαι πως σ’ αυτήν τους την επιλογή, πιθανόν, να συμβάλουν και βιογραφικοί λόγοι καθώς προέρχονται από μια οικογένεια με ξεχωριστή προσφορά στην επιπλοποιεία, στον τόπο μας.

Είναι όμως φρονώ, κυρίως, τα πνευματικά τους κίνητρα, που τους ώθησαν στην έρευνα του χώρου και της εκτό(πισή)ς του, το ότι, δηλαδή, η Αργυρώ έχει μια επιστημονική συγκρότηση στη σύγχρονη θεωρία της λογοτεχνίας• στη διατριβή της αναφέρω ότι απασχολήθηκε με τη θεωρία και πρακτική της μεταφοράς στην ελληνική ποίηση του 19ου αιώνα και ότι ο Βαγγέλης έχει μια αδιάλειπτη συνέχεια, από τα παιδικά χρόνια του, στη ζωγραφική και τη φωτογραφία, παράλληλα με το καθημερινό βιοποριστικό επάγγελμα του επιπλοποιού και κατασκευαστή πρωτότυπων επίπλων.

Ο χώρος σα φυσικό μέγεθος και τα αντικείμενα που τον κοσμούν έχουν μια έντονη παρουσία στη συλλογή: τα παράθυρα, οι πόρτες, οι καρέκλες, τα ποτήρια, τα τραπέζια, οι βρύσες, οι νιπτήρες, δείχνονται διαρκώς σα χωρικά σημαίνοντα και σημαινόμενα μαζί με τα δωμάτια, τοίχους, ταβάνια, πατώματα• παίζοντας ένα διαρκές παιγνίδι με το φως της μέρας ή με την απουσία του, τη νύχτα.

Η εργασία της Αργυρώς και του Βαγγέλη προϋποθέτει τα μοντερνιστικά κινήματα του περασμένου αιώνα, τα οποία σύμφωνα με τον ποιητή Νάνο Βαλαωρίτη (1921): «…[ήταν το] Dada, [ο] Φουτουρισμός, [ο] Υπερρεαλισμός, [οι] Σιτουσιονιστές, [οι] Λεττριστές, [η] Φωνητική ποίηση, [η] οπτική, [οι] poetes electriques, [οι] γλωσσοκεντρικοί, [οι οποίοι] συμμετείχαν στην πολιτική με τη στάση τους απέναντι στη γλώσσα, την κοινωνία και τον κόσμο.» 2. 

Τα αδέλφια δεν προσχωρούν στον μεταμοντερνισμό• εμμένουν στη γραμμή του μοντερνισμού και πιθανολογώ ότι φιλοδοξούν την ανανέωση του, μέσα στο πλαίσιο της σύγχρονης, βαρύτατης για τον τόπο μας πραγματικότητας. Ο μοντερνισμός πέρα από αισθητικό κίνημα απόκτησε μια βαθιά πολιτική σημασία και με αυτή την έννοια είναι προοδευτικά ασύγκριτος σε σχέση με τη μεταμοντέρνα ιδεολογία, η οποία δε διακρίνεται για τα σημεία αντιστάσεως της στον ολετήρα των αγορών και των συνειδήσεων, για να μην πούμε, ότι αυτή η μεταμοντέρνα κατάσταση, για να θυμηθούμε τον Ζαν- Φρανσουά Λυοτάρ (1924-1998) 3, είναι στοιχείο της ίδιας της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, στο επίπεδο του εποικοδομήματος.

Τα ποιήματα της συλλογής, που έχει γράψει η Αργυρώ, είναι πιο ελλειπτικά και υποβλητικά• τα ποιήματα του Βαγγέλη είναι πιο άμεσα, παρότι διαθέτουν μια εντυπωσιακή αφαιρετική ευφυΐα, όμως η συνύπαρξη αμφότερων παραμένει μια πρόκληση πρόσληψης με την έννοια που προανέφερα.

Γενεαλογικά θα πρέπει να πω, ότι τα δυο αδέλφια, ανήκουν οργανικά στη λεγόμενη «γενιά του ’90» ή αλλιώς: «σε μια αθέατη γενιά», σύμφωνα με τον οξυδερκή χαρακτηρισμό της Αγγελικής Κωσταβάρα, η οποία πολιτογράφησε πρώτη με την απαράμιλλη κριτικής της οξυδέρκεια τη συγκεκριμένη γενιά. Τα χαρακτηριστικά της γενιάς, κατά την αείμνηστη Αγγελική είναι: η νοσταλγία για την ολότητα και η μετα-ρομαντική αίσθηση, ο ελλειπτικός λόγος και το ασύμπτωτο της ποιητικής εικόνας, ο εγκιβωτισμός του φόβου σαν βραδυφλεγής εκρηκτικός μηχανισμός και ο απελευθερωτικός ρόλος της ποίηση και το σημαντικότερο, ίσως, ότι η θέα αυτής της, κατά τα άλλα αθέατης γενιάς είναι προς τον κόσμο 4.

Σχεδόν όλα αυτά τα χαρακτηριστικά ενυπάρχουν στο έργο των αδελφών Λουλαδακη και δεν περιορίζομαι μόνο σ’ αυτό που σήμερα παρουσιάζουμε, εδώ, αλλά και στις άλλες, τις προγενέστερες καταθέσεις τους.

Ειδικότερα, τώρα, οι φωτογραφίες του Βαγγέλη τονίζουν την αποφθευγματικότητα και ελλειπτικότητα των στίχων με στιλιζαρισμένη επεξεργασία, που μας παραπέμπει στο φορμαλισμό, χωρίς όμως ο φορμαλισμός του να γίνεται άτεγκος και δύσπεπτος.

Στη περίπτωσή τους τον φορμαλισμό του θα πρέπει να την εννοήσουμε ως στήριξη των μορφών, ως προσπάθεια επιβίωσης των αντικειμένων μέσα στο χώρο• ως μια συνειδητή προσπάθεια να συγκρατηθούν και να μην καταρρεύσουν οι χώροι που μας περιβάλλουν και συγκρατούν την ισορροπία μας. Αυτή είναι η θεμελιακή έννοια του φορμαλισμού, αν διαβάσουμε με ανοικτό πνεύμα τους Αϊχενμπάουμ και Σλόφσκι 5.

Το ίδιο και στα ποιήματα της Αργυρώς και του Βαγγέλη ο φορμαλισμός τους έχει αυτή τη διάσταση: να παραμείνουν αρραγείς οι χώροι ακόμα και όσοι βρίσκονται εκτός δηλαδή «[σ]Τα περιθώρια/ που είναι όρια/ αντίθετα των πραγμάτων», όπως γράφει σε ένα ποίημα η Αργυρώ. Αλλά, ίσως, χαρακτηριστικότερο αποτύπωμα της φορμαλιστικής προσπάθειας τους να είναι το ποίημα που ανοίγει τη συλλογή, όπου γράφει, πάλι, η Αργυρώ, τον Μάρτιο του ’13: «Ακίνητη η καρέκλα/ σταματάει το χώρο». Το ερμηνεύω σα μια προσπάθεια της/ τους να συγκρατήσουν, να σταθεροποιήσουν, με την ευχέρεια που τους δίνουν οι λέξεις, το χώρο, με το νόημα πως όπως ο χώρος του πατώματος κρατά σταθερή μια καρέκλα, το ίδιο κι καρέκλα δεν αφήνει το χώρο να φύγει και τον σταθεροποιεί.

Πίσω απ’ όλα αυτά, δεν είναι απίθανο, στις περιοχές του ασυνειδήτου, να εμφωλεύουν δραματικές ψυχολογικές ανάγκες, γιατί βρίσκουμε και ποιήματα στα οποία η προσπάθεια αποβαίνει μάταιη. Ένα τέτοιο ποίημα είναι αυτό που γράφει η Αργυρώ: «Κι οι λέξεις/ μάταια να συγκρατούν/ το νόημα/ τις σημασίες/ χώρος κενός.// [κι οι λέξεις χώρος κενός]. Αλλά, λίγα ποιήματα παρακάτω, φαίνεται να αποδράμει η ένταση και γράφει με πιστοποιημένη βεβαιότητα: «Σημείο επαναφοράς/ ο χώρος.»

Ανάλογες εντάσεις ανιχνεύονται και στον Βαγγέλη, αν και πιο αποστασιοποιημένες καθώς όλα λες σ’ αυτόν γίνονται εικόνες, εικόνες που παρεμβάλλονται ανάμεσα στα στρώματα του γνωστικού συστήματος και των συναισθημάτων: «Έπεσε το ποτήρι στο πάτωμα/ η κουζίνα σκόρπισε/ κάτω απ’ το τραπέζι», αλλά, τελικά, η δυναμική του χώρου ανοίγεται ατέρμονα μπροστά του: «Στο χώρο/ ο χώρος πόρτα που ανοίγει μέσα στο χώρο/ χώρος χώρου χώρος».

Οι αντιστρεφόμενοι στίχοι, τα greeklish και τα γεωμετρικά σχήματα τονίζουν χαρακτηριστικά τη λεττριστική καταγωγή των επιρροών τους κι επ’ ευκαιρία πρέπει να τονίσω, ότι με μια έννοια τα δυο αδέλφια έρχονται σε συνέχεια στη γραμμή που χάραξαν από τη δεκαετία του εβδομήντα ο Μιχαήλ Μήτρας (1944), ο αείμνηστος Ανδρέας Παγουλάτος(1948-2010), ο Ζάχος Σιαφλέκης (1952), ο Τηλέμαχος Χυτήρης (1945), αλλά και ο δικός μας ο Δημήτρης Κακαβελάκης, για τον οποίο εκκρεμεί ένας σοβαρός απολογισμός του πρωτοποριακού έργου του κι αυτόν τον απολογισμό αντί να περιμένουμε να τον πράξουν άλλοι ας τον πράτταμε εμείς, οι Χανιώτες.

Καταλήγω λέγοντας ότι το βιβλίο έχει μεγάλες ανάσες στην τυπογραφική του διάταξη, οι οποίες βρίσκονται σε οργανική σύνδεση με τα ποιήματα και τα νοήματα που υποβάλλουν. Εικόνες, μορφές και περιεχόμενα δημιουργούν μια ισχυρή πλέξη, που πιστοποιεί τις ικανότητες των δυο αυταδελφών οι οποίοι το δημιούργησαν καθώς και τη μέριμνα του εκδότη τους να στηρίξει την προσπάθεια ουσιαστικά και όχι τυπικά. Σε μένα, άλλωστε, είναι γνωστό το φιλόστοργο ενδιαφέρον του Κώστα Κρεμμύδα, του έκδοτη του Μανδραγόρα, για τον Βαγγέλη και την Αργυρώ.

Νίκος Ι. Χουρδάκης
 Ψυχολόγος, ΜΑ, ΥΔ 

Σημειώσεις-Παραπομπές 

1.  K. M Newton (επιμ.), Η λογοτεχνική θεωρία του εικοστού αιώνα.. Ανθολόγιο κειμένων, μτφρ. Αθανάσιος Κατσικερός, Κώστας Σπαθαράκης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο σσ. 332-340.

2.  «Νάνος Βαλαωρίτης: Αυτό που ζούμε είναι «πόλεμος με άλλα μέσα» στο: www. parathyro. com/ ?p=25435.

3. Ζαν- Φρανσουά Λυοτάρ, Η μεταμοντέρνα κατάσταση, μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης, εκδ. Γνώση, 2008.

4. Αγγελική Κωσταβάρα, «Η γεωμετρία μιας αθέατης γενιάς» στο: Η γεωμετρία μιας αθέατης γενιάς. Ανθολογία ποίησης της γενιάς του ’90, εκδ. Μανδραγόρας, 2002, σσ. 11-21.

5.  Β. Σκλόβσκι, Μπ. Αϊχενμπάουμ, Για τον φορμαλισμό. Η ανάσταση της λέξης: Η θεωρία της «φορμαλιστικής μεθόδου», μτφρ. Βασίλης Λαμπρόπουλος, Νίκος Καλταμπάνος, Έρασμος, 1985, σ. 20.

Αναδημοσίευση από το περιοδικό Μανδραγόρας 




Πολιτισμος | “Σύγχρονοι Έλληνες Ποιητές” . Οχτώ ποιήματα της Καρδιτσιώτισσας Θεοδώρας Τσιτσιπά …

 

                                                          Αθήνα, 10 Νοεμβρίου 2016

 

 

 

 

 

Συμμετοχή της Καρδιτσιώτισσας Θεοδώρας Τσιτσιπά με οχτώ ποιήματα στην συλλεκτική έκδοση του Ομίλου για την Ουνέσκο Τεχνών Λόγου και Επιστημών Ελλάδος, αφιερωμένη σε Σύγχρονους ΄Ελληνες Ποιητές

 

%cf%84%cf%83%ce%b9%cf%84%cf%83%ce%b9%cf%80%ce%b1-%ce%b8%ce%b5%ce%bf%ce%b4%cf%89%cf%81%ce%b1-%cf%86%cf%89%cf%84%ce%bf-%ce%b5-%ce%bc

Με οχτώ ποιήματά της συμμετέχει η Καρδιτσιώτισσα Θεοδώρα Τσιτσιπά στην συλλεκτική έκδοση του Ομίλου για την Ουνέσκο Τεχνών Λόγου και Επιστημών Ελλάδος, αφιερωμένη σε Σύγχρονους ΄Ελληνες Ποιητές.

Για την έκδοση αυτή η πρόεδρος του Ομίλου για την Ουνέσκο κ. Νίνα Διακοβασίλη γράφει στον πρόλογο του βιβλίου: “Ξεφυλλίζοντας τις σελίδες αυτού του ποιητικού λευκώματος και μυρίζοντας τις τυπωμένες λέξεις στο χαρτί, θα αισθανθείς, ότι, όλοι οι ποιητές που συμμετέχουν μάζεψαν μέλι, από τα άνθη της περισυλλογής.

Μέσα από τον πόνο της ψυχής τους, γέννησαν στίχους.

Μέσα από την χαρά τους, ξεπήδησαν ουράνιες σκέψεις και το ψιθύρισμα των ωρών τους μετατράπηκε σε μουσική της σκέψης.

Ορμές τυφλές, γεμάτες γνώσεις αποτυπώθηκαν και ξετύλιξαν τα μυστικά της καρδιάς τους.

Ύφαναν με νήματα παρμένα απ΄ την καρδιά τους, τις λέξεις…

Έσπειραν με τρυφεράδα και χαρά… τις στροφές.

Ταξίδεψαν στο ουράνιο τόξο και μετέτρεψαν τη φωνή του ανέμου σε τραγούδι γλυκύτερο και από την ίδια την αγάπη.

Άπλωσαν κάτω από τον ήλιο την ψυχή τους και ονειρεύτηκαν… τις.

γαλήνιες νύχτες.

Η ψυχική τους δύναμη έγινε χείμαρρος  που όρμησε στη θάλασσα της ποίησης, κουβαλώντας τα μυστικά των λόφων και τα τραγούδια του δάσους.

Ο Όμιλος για την Ουνέσκο Τεχνών Λόγου και Επιστημών Ελλάδος, εκκόλαψε την ιδέα και πραγματοποίησε το όνειρο μιας λογοτεχνικής συνάντησης ταλαντούχων νέων δημιουργών και καταξιωμένων μελών του Ομίλου μας. Αποτύπωσε αντιπροσωπευτικά ποιήματα νεοελληνικής τεχνοτροπίας και σαν σμήνος αγγέλων τα παραδίδει σε αιώνια πτήση.”

 

Παρακάτω παρατίθενται τα οχτώ ποιήματα με τα οποία η κ. Τσιτσιπά συμμετέχει στην συλλεκτική έκδοση:


Στο δρόμο με τις λεύκες

Αγόρι τσιγγάνων

προχωρούσες φορτωμένος καλάθια

στη μικρή άσφαλτο

ανάμεσα σε δυο χωριά.

Αγόρι τσιγγάνων

τα μάτια και το χρώμα σου

τρέλαναν ένα μικρό κορίτσι

στο δρόμο με τη βαριά ομίχλη

ανάμεσα σε δυο χωριά.

Τσιγγάνε

περπατώντας στο δρόμο με τις λεύκες

τα χώματα βογκούσαν ζέστη

κάτω από τον χειμωνιάτικο πάγο.

Ερωτεύτηκε τα βήματά σου

και σ’ ακολούθησε

με την τσάντα φορτωμένη βιβλία

άγουρης μάθησης.

Τσιγγάνικο αγόρι

Ανάμεσα σε δυο χωριά

τυχερός να κουβαλάς καλάθια

ανάμεσα σε δυο χωριά

στο δρόμο με τη βαριά ομίχλη.

Κι ήταν δεκατριώ χρονών.


Γράμμα στη Κατερίνα Γώγου

Άκου, Κατερίνα

πάει καιρός

που οι δυο μας δεν τα ΄χουμε πει.

Είναι κοντά η μέρα, Κατερίνα,

που το φως θα κατακλύσει τη γη

και τα λουλούδια θ’ ανθίσουν παντού

που τα βήματά μας

θα φέρνουν γάργαρο νερό

να κυλάει κάτω απ’ τις πατούσες μας.

Ήρθε ο καιρός, Κατερίνα

που τα παιδιά δε θα φοβούνται μη τα βάλουν σε ιδρύματα

μη τα σκοτώσουν στους δρόμους

μη τα βιάσουν οι πατεράδες τους

μη τα εγκαταλείψουν οι μάνες τους.

Ήρθε ο καιρός που σύμβολό μας

δε θα ‘ναι το γαρύφαλλο κρεμασμένο στα κάγκελα

να θυμίζει

το σκοτωμένο σύντροφο.

Ήρθε ο καιρός, Κατερίνα

που θα ξεβρομίσει ο τόπος

απ’ τους αλήτες που λυμαίνονται

τον υλικό και άυλο πλούτο μας

αλλά κι απ’ αυτούς που έχουμε μέσα μας.

Άκου, Κατερίνα

είναι η μαγιά που άφησες πίσω

είναι τα ρεμάλια

είναι τα ρετάλια

που κατάφεραν να επιβιώσουν

στον μακρύ πόλεμο της ανθρωπότητας

στην πορεία προς το φως…

Και, μη φοβάσαι, Κατερίνα

είσαι εκεί όπου όλα θα τα δεις να γίνονται.

Γιατί τίποτα δεν πάει χαμένο.

Ακούσαμε τις φωνές

ανακαλύψαμε τα ίχνη

βρήκαμε τα σημάδια

που οδηγούν στην Έξοδο.

Κι είναι πολύ αργά, Κατερίνα

για να μας κάνουν πίσω

είναι πολύ αργά για να μας νικήσουν.

Είναι χαμένοι από χέρι, Κατερίνα

κι είναι ζήτημα χρόνου

να συμβεί.


Το συνολικό σχέδιο

– Γιατί κλαίς;

– Γιατί δε ξέρω το συνολικό σχέδιο…

– Ευτυχώς που δε ξέρεις το συνολικό σχέδιο. Αυτό σημαίνει ότι έχεις πολλές περιοχές ακόμη να εξερευνήσεις. Θα ΄ναι υπέροχο ταξίδι… Σκέψου πόσα πράγματα έμαθες, έζησες και είδες έως τώρα κι όμως ούτε πριν ήξερες το συνολικό σχέδιο… Εμπιστέψου το συνολικό σχέδιο…


Έγινα φως

Δεν ονειρεύτηκα καμένη γη

μήτε κομμένα στάχυα.

Αν κι έπαιξα παιδί σε θημωνιές ανάμεσά τους

που σπίτι μου γινήκανε τα μεσημέρια με το λίβα

σε κάμπους πεδινούς

αμόλυντους

απ’ τα χαμένα σύμβολα της πόλης

και τις αναίτιες πάλες.

Δε στάθηκα σ’ αυλές μαρμαρωμένες

μήτε απολιθωμένοι βασιλιάδες με μαγέψαν.

Βουτηγμένη μες τη σκόνη και τη λάσπη

είχα αέρα, χρώμα κι ορίζοντα ανοιχτό

σαν πιάτο πάνω από το κεφάλι

κορώνας αρχοντικής ήλιου σκεύασμα.

Ανάμεσα σε μύρα γιασεμιών και τριαντάφυλλων πασχαλινών κυλίστηκα

κουτσό, σχοινάκι και κρυφτό

της Κυριακής τα πρωινά

στης εκκλησιάς το σχόλασμα

καθώς περίμενα

την προκοπή της μάνας.

Έγινα φως, αιθέριο σέλας

δροσοσταλίδα σε ουράνιο τόξο.

Βουνά πήδηξα και θάλασσες λιμπίστικα

το όραμα κυνήγησα.


Όμορφη πατρίδα

΄Ομορφη πατρίδα

που να σε πρωτοσυναντήσω;

Μια λωρίδα φως

Μια λωρίδα μπλε

Μια λωρίδα ασήμι

ενώνει τη γη με τα ουράνια

βουλιάζει την ψυχή μου στο δάκρυ

΄Ομορφη πατρίδα

πώς να σε προφυλάξω;

Με τι μυαλό

Με τι καρδιά

Με τι ψυχή

να σ’ αγκαλιάσω;

Σε τι κόρφους να σε κρύψω;

Που ραγίζεις

Σκίζεις και σκίζεσαι

σα κοφτερό διαμάντι;


Θα με ταξίδευες

 

Αν ήσουνα εδώ

ξέρω πως θα με ταξίδευες

πως θα ΄διωχνες τον πόνο

απ΄ τη συναναστροφή των ανθρώπων.

Αν ήσουνα εδώ

ξέρω πως θα με ταξίδευες

στις ομορφιές του κόσμου

για ξωτικά

μαγεμένα

χαμένα.

Σ΄ εκκλησιές και μοναστήρια των Μετεώρων

θα με πήγαινες

ν΄ ακούσω τον εαρινό ύμνο της Ανάστασης

από γλυκόπιοτες φωνές μοναχών.

Την αγριάδα του κόσμου να ημερέψεις.

Ένστικτα αποχαλινωμένα

νύχια γαμψά αρπακτικών

στο λαιμό μου.

Η ανάσα τους

βρυχηθμός θηρίου

θολώνει το τοπίο εμπρός μου

κρύβει τη βροχή και το φως μου.

Ω!… Αν ήσουνα εδώ

σε βουνά απάτητα θα μ΄ έπαιρνες

σε δρόμους δύσβατους

και χαράδρες απόκρημνες

την αγάπη θα μου ΄δειχνες

  • μπάνιο στις πηγές -.


Ταξίδεψα στη πλάνη σου…

Ταξίδεψα στη πλάνη σου

περπάτησα στα χώματά σου να χωθώ

γεύτηκα τη δύναμή σου

με υγρές πατούσες κι άδεια χέρια

ανοιχτή ψυχή.

Έβαλα τα χέρια μου στο μέτωπο

σκιά να ρίξω να σε δω

καθώς δεν άντεξα την τόση λάμψη

κι ομορφιά σου να θωρώ.

Έγειρα σε σκαμμένο βράχο

και μισόκλειστη σε δέχτηκα

ασημένια βροχή

ασημένια βροχή

ασημένια βροχή!…


Στον φίλο που έκανε σάλτο στον θάνατο

Έρχεσαι

κι έρπεσαι

σαν φιδάκι ύπουλο

στον ύπνο μου.

Σαυρίτσα αλαφροΐσκιωτη

σε στρωματάκι λεπτό

ριγμένο στο πάτωμα.

Το κεφάλι ριγμένο στην πόρτα

νύχτες καλοκαιρινές

Αυγουστιάτικες

λίγη δροσιά

ν’ αναζητεί

ποτισμένες αποβραδίς οι γλάστρες.

Έρχεσαι

κι έρπεσαι

σαν φιδάκι ύπουλο

στο στρώμα μου.

Πως ψύχρανε ο καιρός

τέλος Αυγούστου

κι ήρθε ο χειμώνας

Ριγεί το κορμί

στην πρώτη δροσιά.

Πόσο θα ‘θελα να ‘μουν εσύ

να πεθάνω μαζί σου.

Έχει το πρώτο φως της ημέρας

το δικό σου χρώμα

Είναι π’ ανοίγω το παράθυρο

πολύ πρωί, καμιά φορά

να φύγει η μπόχα του μυαλού μου

οι αναθυμιάσεις της καρδιάς.

Πως θα αντέξω

τόσο γαλανό φως των ματιών σου

να ‘χει καταλάβει όλο τον ουρανό;

 




Τάσος Λειβαδίτης: Ο ποιητής της πιο όμορφης ουτοπίας

Επιμέλεια αφιερώματος: Δημήτρης Δαμασκηνός

Συμπληρώνονται στις 30 Οκτωβρίου 2016 28 ολόκληρα χρόνια από τον θάνατο ενός από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς ποιητές, του Τάσου Λειβαδίτη. Ως ελάχιστος φόρος τιμής δημοσιεύεται το σύντομο αφιέρωμα που ακολουθεί.

Μικρή μαρτυρία για τον ποιητή Τάσο Λειβαδίτη,
(απόσπασμα)
…του Μανόλη Πρατικάκη 1

tasos-leivaditisΘα περιγράψω ένα περιστατικό σχετικά με δημοσίευση ποιημάτων του Λειβαδίτη σε περιοδικό, γιατί νομίζω ότι έχει ένα γενικότερο ενδιαφέρον, καθώς εμπλέκονται σ’ αυτό και άλλοι σημαντικοί ποιητές. Το 1988 ήταν τα δεκάχρονα του περιοδικού «Το Δέντρο» και στο πανηγυρικό τεύχος ο Μαυρουδής και ο Γουδέλης θέλησαν να τιμήσουν τον Λειβαδίτη, με πρωτοσέλιδα ανέκδοτα ποιήματά του.

Ο Μαυρουδής γνώριζε την φιλία μου με τον Λειβαδίτη και με παρακάλεσε να μεσολα-βήσω για τη συγκατάθεσή του και να έρθουν τα πρωτότυπα κείμενα στα χέρια τους. Πράγματι τηλεφώνησα στον Λειβαδίτη, του εξήγησα την πρόθεση του περιοδικού και εκείνος συμφώνησε. Συναντηθήκαμε στο σπίτι του και μου έδωσε τα ποιήματα, τα οποία και έδωσα στο «Δέντρο». Το περιοδικό όμως είχε ζητήσει συνεργασία, για το ίδιο, πανηγυρικό τεύχος και από τους Ρίτσο, Καρούζο, Βρεττάκο, κ.λ.π. Προσωπικά αγνοούσα τα ονόματα των άλλων συνεργατών πλην του Λειβαδίτη. Δέκα μέρες, περίπου, αργότερα με παίρνει τηλέφωνο ο Λειβαδίτης. Άρχισε διστακτικά να μου λέει ότι δεν ήταν απαραίτητο να μπουν «πρώτα» τα ποιήματά του, και κάτι τέτοια. Του απάντησα ότι η επιλογή ήταν πηγαία, ότι «ήταν μια επιλογή εκτίμησης και αγάπης σ’ εσένα και το έργο σου» κ.λ.π.

«Καλά παιδί μου», απάντησε, όπως συνήθιζε με τους φίλους του. Την επόμενη άλλο τηλεφώνημα, γύρω από το ίδιο θέμα με αυξανόμενη αγωνία. Παρά τις εξηγήσεις μου, που προς το παρόν τον έπειθαν, επανερχόταν εναγωνίως. Όταν τον ρώτησα αν υπάρχει κάποιος σοβαρός λόγος, απάντησε αρνητικά. Όμως όπως έμαθα αργότερα, υπήρχε. Στο μεταξύ ο Νίκος Καρούζος, αυτός ο σπουδαίος ποιητής, φίλος επίσης, και με πιο συχνές συναντήσεις, είχε μάθει τη μεσολάβησή μου για τα ποιήματα του Λειβαδίτη στο «Δέντρο». Με παίρνει, λοιπόν, έξαλλος, σ’ ένα μεταμεσονύχτιο τηλεφώνημα, βρίζοντας τους υπεύθυνους του περιοδικού και αφήνοντας αρκετές αιχμές για τη δική μου μεσολάβηση. «Τον Φίλο σου τον Λειβαδίτη», όπως έλεγε συχνά με κάποια ζηλόφθονη σκοπιμότητα.

Πάνω από μισή ώρα φώναζε με ένα βάναυσο επίμονο, δαιμονικό αλλά συγκρατημένο λόγο: «κανείς ζωντανός δεν μπορεί να προηγηθεί από μένα, να το πεις στους φίλους σου, στον άθλιο Μαυρουδή και τον τρισάθλιο Γουδέλη, ας μην τολμήσουν… σαράντα χρόνια τώρα μου χρωστάει η Ελλάδα… κανένας ζωντανός», επαναλάμβανε για πολλοστή φορά ως συνήθιζε, «μόνο οι νεκροί μπορούν να προηγηθούν, μόνο οι νεκροί», κ.ο.κ. Προσπάθησα μάταια να τον καθησυχάσω. Επαναλάμβανε σαν από μαγνητόφωνο τις ίδιες ακριβώς φράσεις, σα μια οργισμένη μηχανή που ήξερε να χρησιμοποιεί μόνο αυτές τις λέξεις, με αυτήν την αλληλουχία, με την ίδια αδιάλειπτη οξύτητα και οργή.

Συμφωνήσαμε να συναντηθούμε την επομένη. «Αλλά οι άθλιοι ας μην τολμήσουν» ήταν η επωδός. Όταν έκλεισε ήρθε μπροστά μου η ήρεμη, καλοσυνάτη μορφή του Λειβαδίτη, ο διακριτικός, γεμάτος δισταγμούς λόγος του, που «απαιτούσε» ακριβώς το αντίθετο από εκείνο που απαιτούσε ο μαινόμενος Καρούζος. Τι διαφορά! Έβλεπα μπροστά μου δυο ειδών παραλογισμούς, που μόνο από καλλιτέχνες μπορούσαν να εκφραστούν. Όταν αργότερα βρέθηκα στο σπίτι του Λειβαδίτη, σε μια στιγμή που εκείνος έλειπε, η γυναίκα του η Μαρία, πολύ εμπιστευτικά μου αποκάλυψε ότι ο Τάσος δεν θέλει να είναι πρωτοσέλιδο «γιατί θα στεναχωρηθεί και θα θυμώσει ο Γιαννάκης», δηλ. ο Ρίτσος, μου είπε χαμηλόφωνα. Και πρόσθεσε, σχεδόν φοβισμένη: «Έχει κάνει και τρεις μήνες να του πει καλημέρα, σε κάποιες ανάλογες περιπτώσεις. Πρέπει όλα να περνούν από την έγκρισή του. Ο Τάσος τον σέβεται, τον θεωρεί δάσκαλό του, αν κι εκείνος δεν παύει ποτέ να μας το υπενθυμίζει, αλλά και τον φοβάται. Συχνά για τέτοια, τον κρατά σε καραντίνα, πράγμα που ο γλυκός μου ο Τάσος, δεν μπορεί να αντέξει. Εσύ ξέρεις πόσο καλός και πόσο εύθραυστος είναι. Ο Ρίτσος έμαθε για το πρωτοσέλιδο του «Δέντρου» και ήδη μας έκανε αρκετούς υπαινιγμούς, ξέρει εκείνος τον τρόπο», πρόσθεσε. Ήταν η Τρίτη κατά σειρά έκπληξή μου.

tasosleivaditis2Όταν την επομένη μου τηλεφώνησε ο Λειβαδίτης, για το γνωστό θέμα, του είπα, σχεδόν, οργισμένος. «Ε, ως εδώ, Τάσο. Τα ποιήματά σου θα μπουν πρωτοσέλιδο. Οι τιμές και τα πρωτοσέλιδα του Ρίτσου δεν μετριούνται. Δεν έχεις δικαίωμα να αποποιηθείς μια τιμή που σου κάνει ένα περιοδικό. Μη με ξαναπάρεις γι’ αυτό το θέμα, τέρμα και τελεία. Ο Ρίτσος έχει μπουχτίσει, αλλά παραμένει άπληστος. Ως εδώ». Φαίνεται ότι η οργή μου τον ανακούφισε. Καταλάβαινε επίσης πως είχα αντιληφθεί την πηγή της αγωνίας του. Και ότι με είχε εξοργίσει η αιτία αυτής της αγωνίας, αυτή η καταπιεστική μηχανή, η ρετουσαρισμένη με τόσο τέλεια και ατελείωτη απρέπεια, στο όνομα της φιλίας και της ιδεολογικής ανιδιοτελούς συντροφικότητας – τι κούφιες λέξεις!

Σ’ αυτό το περιστατικό η μοίρα θέλησε να παίξει ένα μακάβριο παιχνίδι. Πριν κυκλοφορήσει το τεύχος του «Δέντρου» με τη συνεργασία αυτών των κορυφαίων ποιητών, ο Λειβαδίτης εισάγεται στο Γενικό Κρατικό Αθηνών, και μετά από δύο εξάωρα χειρουργεία για ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής, στα οποία, με παράκληση του ποιητή, ήμουν παρών, πεθαίνει. Ένας τεράστιος, απρόβλεπτος θρόμβος (μοναδικός στα χρονικά της Αγγειοχειρουργικής κλινικής), έφραξε το μόσχευμα και παρά τις απέλπιδες προσπάθειες, κατέληξε. Φαντάζομαι ότι ο Καρούζος θα έμεινε άναυδος. Τώρα πια θα μπορούσαν άνετα να τεθούν σε εφαρμογή οι αφορισμοί του. «Οι νεκροί προηγούνται». Τον είχε προλάβει η πραγματικότητα. Και φυσικά, ούτε ο Ρίτσος θα τολμούσε να απαιτήσει υπακοή από τον νεκρό «μαθητή» και σύντροφο στους αγώνες και την τέχνη. Όταν αργότερα συνάντησα τον Καρούζο στο γνωστό στέκι της πλατείας Μαβίλη, μου επανέλαβε μ’ εκείνη τη βραχνή μεταλλική φωνή του «οι νεκροί όντως προηγούνται… είδες φίλε μου τι παιχνίδι μας έπαιξε η τύχη;». Μόνο που τώρα η φωνή του είχε ένα ράγισμα, ένα θάμπωμα. Εκείνη την στιγμή κατάλαβα ότι αισθάνθηκε τον παραλογισμό του και ότι είχε ίσως την υποψία ότι με την άγρια εμμονή του οδήγησε (σε επίπεδο μεταφυσικής) τα πράγματα, έτσι, που να προηγηθεί ο Λειβαδίτης, αλλά όχι βέβαια ζωντανός.

Στο σπίτι του νεκρού πια Λειβαδίτη είχαμε μαζευτεί πολλοί. Ήταν εκεί και ο Ρίτσος. Έκλαιγε σπαρακτικά, με λυγμούς, απογυμνωμένος. Γέρος όσο ποτέ. Χωρίς κανένα φτιασίδι. Δίχως να σκέφτεται πως θα τον δει χωρίς τις προσωπίδες του ο κόσμος. Αφάνταστα γέρος, εύθραυστος και πελιδνός, αυτός με τις παλιές συντεταγμένες σοσιαλιστικές του βεβαιότητες με το αγέρωχο επιτηδευμένο ύφος που μας δήλωνε πόσο μακριά στεκόταν από ευτέλειες και ματαιοδοξίες. Ήταν καθισμένος εκεί, ένα θλιβερό ανθρώπινο κουρέλι με πραγματικούς λυγμούς και αληθινά δάκρυα. Πρώτη φορά τον έβλεπα αυθεντικό και γνήσιο. Ήταν η κατάρρευση ενός μύθου. Εκμηδενισμένος, ξένος προς το ποιητικό του σώμα. Έκλαιγε για όλους και για όλα που είχαν καταρρεύσει και προ πάντων για τον ίδιο. (Βρισκόμαστε στο 1989 που μόλις είχε καταρρεύσει η Σοβιετική Ένωση, ο Τσαουσέσκου, κ.λ.π.). Έκλαιγε μπροστά στο θάνατο ενός αληθινά Αγγελικού ποιητή.
Που δεν ήξερε τι θα πει μικρότητα.

Αθήνα, Μανόλης Πρατικάκης

1. Από το τελευταίο τεύχος του εργοταξίου εξαιρετικών αισθημάτων, Οδός Πανός, Τεύχος 140, Απρίλιος- Ιούνιος 2008 και από το μεγάλο αφιέρωμα στον Τάσο Λειβαδίτη.

Τάσος Λειβαδίτης (1922-1988), Ανθολογία-Ποιητική Εργογραφία

Δε φοβάμαι παρά μόνο το Θεό-εκτός
κι αν τον υπηρετώ. Και την Ποίηση-
ακόμα κι όταν την υπηρετώ.
Τ. Λ


Φύλλα ημερολογίου

Ποιος ξέρει τι θα συμβεί αύριο, ή ποιος έμαθε ποτέ τι συνέβη χτες,
τα χρόνια μου χάθηκαν εδώ κι εκεί, σε δωμάτια, σε τραίνα, σε
όνειρα
αλλά καμιά φορά η φωνή μιας γυναίκας καθώς βραδιάζει μοιάζει
με το αντίο μιας ηλικίας που τέλειωσε
κι οι μέρες που σου λείπουν, ω Φεβρουάριε, ίσως μας αποδοθούν
στον παράδεισο-
συλλογιέμαι τα μικρά ξενοδοχεία όπου σκόρπισα τους στεναγμούς
της νιότης μου
ώσπου στο τέλος δεν ξεφεύγει κανείς, αλλά και να πάει που;
κι ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο
ένας τον άλλον-
Κύριε, αδίκησες τους ποιητές δίνοντάς τους μόνο έναν κόσμο,
κι όταν πεθάνω θα ’θελα να με θάψουν σ’ ένα σωρό από φύλλα ημε-
ρολογίου
για να πάρω και το χρόνο μαζί μου.

Κι ίσως ό,τι μένει να ’ναι στην άκρη του δρόμου μας
ένα μικρό μη με λησμονεί.

Ποιητές

Φτωχοί λαθρεπιβάτες πάνω στις φτερούγες των πουλιών
την ώρα που πέφτουν χτυπημένα.

Το όνειρο

Τελικά τους έκλεισα την πόρτα «τι να την κάνω εγώ την πραγματικό-
τητα, τους λέω-εγώ έχω τ΄»όνειρο»
ίσως γι΄ αυτό αγαπώ τα νεκροταφεία, γιατί βάζουν τέλος στις λε-
πτομέρειες.
Ένα τραγούδι λυπημένο τη νύχτα είναι πάντα ένας αποχαιρετι-
σμός.

Δειλινό

Λεπτομέρειες ασήμαντες που κάνουν πιο οδυνηρές τις αναμνήσεις
και τα χρόνια μας, βαλσαμωμένα πουλιά, μας κοιτάζουν τώρα με μάτια ξένα –
αλλά κι εγώ ποιός ήμουν; ένας πρίγκηπας του τίποτα
ένας τρελός για επαναστάσεις κι άλλα πράγματα χαμένα
και κάθε που χτυπούσαν οι καμπάνες ένιωθα να κινδυνεύει η ανθρωπότητα
κι έτρεχα να τη σώσω.
Κι όταν ένα παιδί κοιτάει μ’ έκσταση το δειλινό, είναι που αποθηκεύει θλίψεις για το μέλλον.

Απολογισμός

Νύχτωσε. Ώρα πού αναρωτιέται κανείς τι έπραξε στη ζωή του.

Κι οι νεκροί πλάγιασαν και σταύρωσαν τα χέρια, σαν αυτό που

ψάχναν

να το αγγίζουν, επιτέλους, μέσα τους.

Απλοί στίχοι

Ένα σπίτι για να γεννηθείς
ένα δέντρο για ν’ ανασάνεις
ένας στίχος για να κρυφτείς
ένας κόσμος για να πεθάνεις.

Απλή κουβέντα

Δεν είμαστε πια ποιητές
παρά μονάχα
σύντροφοι
με μεγάλες πληγές και πιο μεγάλα όνειρα.
{…}
Μας φτάνει να μιλήσουμε
απλά
όπως πεινάει κανείς απλά
όπως αγαπάει
όπως πεθαίνουμε
απλά.

Απάντηση

«Μα πως περπατάς επί των κυμάτων;» ρώτησα.

«Έχασα το δρόμο» μου λέει.

12

Κύριε, όλα από σένα ξεκινούν. Κι όλα σε σένα θα

‘ρθουν να τελειώσουν.

Κι η άνοιξη δεν είναι παρά η νοσταλγία σου για κει-

νες τις λίγες ώρες που έζησες στη γη.

Χρόνια της φωτιάς

Πίσω απ΄τις γρίλιες παίζονται δράματα σκοτεινά

αυτοί που οραματίστηκαν χάθηκαν τόσο νέοι.-

ζήσαμε με χαμένα όνειρα και σκοτωμένη μουσική…

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν’ αγωνίζεσαι
για την ειρήνη και για το δίκιο.
Θα βγεις στους δρόμους , θα φωνάξεις
τα χείλη σου θα ματώσουν απ’ τις φωνές
Το πρόσωπό σου θα ματώσει απ’ τις σφαίρες
μα δε θα κάνεις ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου θα ‘ ναι μια πετριά
στα τζάμια των πολεμοκάπηλων.
Κάθε χειρονομία σου θα ‘ναι
για να γκρεμίζει την αδικία.
Δεν πρέπει ούτε στιγμή να υποχωρήσεις,
ούτε στιγμή να ξεχαστείς.
Είναι σκληρές οι μέρες που ζούμε.
Μια στιγμή αν ξεχαστείς,
αύριο οι άνθρωποι θα χάνονται
στη δίνη του πολέμου,
έτσι και σταματήσεις
για μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα
θα γίνουν στάχτη απ’ τις φωτιές.
Δεν έχεις καιρό, δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί και να πεθάνεις
για να ζήσουν οι άλλοι.
Θα πρέπει να μπορείς να θυσιάζεσαι
ένα οποιοδήποτε πρωινό.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θα πρέπει να μπορείς να στέκεσαι
μπρος στα ντουφέκια!

Αιχμαλωσία

Παρ’ όλο που σε όλη μου τη ζωή βιαζόμουν, η νύχτα μ’ έβρισκε πάντα απροετοίμαστο ή μάζευα τα φύλλα του φθινοπώρου, έχουν μια μυστηριώδη τύχη που μας ξεπερνά και γενικά τ’ ανθρωπιστικά αισθήματα δε σ’ ανεβάζουν ψηλά, το πολύ να φτάσεις ως τη λαιμητόμο ή έστω ως το παράθυρο μιας γυναίκας με κόκκινα μαλλιά, και λέω κόκκινα γιατί αγαπώ το μέλλον, όπως και τα φαρμακεία τη νύχτα μοιάζουν με φανταστικές εξόδους κι οι ποιητές ονειρεύονται ρωμαϊκές γιορτές ή αρνούνται να πεθάνουν, κατά τα άλλα συνήθως καίγομαι, έτσι ξεχειμωνιάζω καλύτερα ή στα σπίτια που μ’ έδιωχναν άφηνα πάντα πίσω απ’ την πόρτα ένα τσεκούρι.
Aλλά οι καλύτερες στιγμές μου είναι τα βράδια, όταν ανοίγω το παράθυρο κι αφήνω ελεύθερα τα ωραία ωδικά πουλιά που εκγυμνάζω τις ατέλειωτες ώρες της αιχμαλωσίας

Αθάνατες κοινοτυπίες

Οι ονειροπόλοι γυρίζουν κουρασμένοι (από πού;)-

μέσα στα μάτια τους έχουν πνιγεί τα προάστια,

στο άσυλο μετράνε με τις ψείρες τους την υπομονή,

με τα δάκρυά τους το μέγεθος της μέρας,

άξαφνα ο φύλακας μ’ αρπάζει απ΄ το λαιμό, εγώ σα-

στίζω και τότε ακούγεται η ωραιότερη μουσική-

σαν μια σανίδα από θλιβερό ναυάγιο ταξιδεύει η

γηραιά μας ήπειρος.

Αιώνας εμπορίου

H προσφορά κι η ζήτηση ρυθμίζουνε την κοινωνία
έλεγε ο μεγάλος αδερφός μου Mαρξ. Ένα μικρό, ανήθικο
εμπόριο
κάθε χειρονομία, κάθε λέξη, κι η πιο κρυφή σου σκέψη ακόμα,
μεγάλα λόγια στις γωνιές των δρόμων, οι ρήτορες σαν τους
λαχειοπώλες
διαφημίζοντας όνειρα για μελλοντικές κληρώσεις
τα αισθήματα στο Xρηματιστήριο, στα λογιστικά βιβλία
δούναι και λαβείν, πίστωση, χρέωση,
ισολογισμοί, εκπρόθεσμες συναλλαγματικές, μετοχές,
χρεώγραφα
κι ας κλαίει αυτή η γυναίκα στο δρόμο, τί σημασία έχει;
«ζούμε σε μια μεγάλη εποχή», οι παπαγάλοι δεν κάνουν
ποτέ απεργία
μικροί, ανάπηροι μισθοί αγορασμένοι με νεκρές
περηφάνειες
γνώση αβέβαιη, πληρωμένη μ’ όλη τη βέβαιη νιότη σου,
βρέχει νομίσματα, οι άνθρωποι τρέχουν σαν τρελοί να τα
μαζέψουν
νομίσματα όλων των εποχών, ελληνικά, ρωμαϊκά, της Bαβυλώνας,
δολάρια ασημένια
η βροχή είναι πυκνή, ανελέητη, πολλοί σκοτώνονται
πλανόδιοι έμποροι αγοράζουνε τα πτώματα ― θα χρειαστούν
μεθαύριο
σαν ανεξόφλητες αποδείξεις της «μεγάλης μας εποχής»,
κι αυτούς τους λίγους στίχους χρειάστηκε ένα ολόκληρο
θησαυροφυλάκιο πόνου, για να τους αποσπάσω
απ’ τη φιλάργυρη αιωνιότητα, σαν τοκογλύφοι οι μέρες μας
μάς κλέβουν τη ζωή, τί ζέστη, θε μου, κι όμως βρέχει,
τί καιρός, μα δε θα μου τη σκάσετε εμένα, κύριοι,
είμαι ιδιοφυία στο είδος σας, πίστωση, χρέωση,
ο Pοκφέλλερ άρχισε
πουλώντας καρφίτσες. Θα χτίσω, λοιπόν, κι εγώ ένα μεγάλο
προστατευτικό σπίτι
με τις πέτρες που μου ρίξατε
σ’ όλη τη ζωή μου.

Το υπόγειο

Aν άρχιζε ο Θεός μια μέρα να μετράει όσα έφτιαξε,
άστρα, πουλιά, σπόρους, βροχές, μητέρες, λόφους,
θα τέλειωνε ίσως κάποτε. Eγώ κάθομαι εδώ, ολομόναχος,
μέσα σε τούτο το υγρό υπόγειο, έξω βρέχει,
και μετράω τα σφάλματα που έκανα, τις μάχες που έδωσα,
τις δίψες, τις παραχωρήσεις,
μετράω τις κακίες μου, κάποτε θαυμαστές, τις καλωσύνες μου
συχνά επηρμένες, μετράω, μετράω, δίχως ποτέ μου
να τελειώνω ― α, εσείς,
εσείς ταπεινώσεις, αλτήρες της ψυχής μου,
βαθύ, θρεπτικό ψωμί, αιώνιε πόνε μου,
όλη η δροσιά του μέλλοντος τραγουδάει μες στις κλειδώσεις μου
την ίδια ώρα που μου στρίβει το λαρύγγι η πείνα χιλιάδων
φτωχών προγόνων,
κι ω ήττες, συντρόφισσές μου, που μέσα σε μια στιγμή
με λυτρώσατε απ’ τους αιώνιους φόβους της ήττας.

Είμαι κι εγώ ένας Θεός μες στο δικό του σύμπαν, σε τούτο
το υγρό υπόγειο, έξω βρέχει,
ένα σύμπαν ανεξιχνίαστο κι ανεξάντλητο κι απρόβλεπτο,
ένας Θεός καθόλου αθάνατος,
γι’ αυτό και τρέμοντας από έρωτα για κάθε συγκλονιστική
κι ανεπανάληπτη στιγμή του.

Αντίο

Κάποτε μια νύχτα θ΄ ανοίξω τα μεγάλα κλειδιά των τρένων για να

περάσουν οι παλιές μέρες

οι κλειδούχοι θα ΄χουν πεθάνει, στις ράγιες θα φυτρώνουν μαργαρί-

τες απ΄τα παιδικά μας πρωινά

κανείς δεν έμαθε ποτέ πως έζησα, κουρασμένος από τους τόσους χειμώ-

νες

τόσα τρένα που δεν σταμάτησαν πουθενά, τόσα λόγια που δεν ειπώ-

θηκαν,

οι σάλπιγγες βράχνιασαν, τις θάψαμε στο χιόνι

που είμαι; γιατί δεν παίρνω απάντηση στα γράμματά μου;

κι αν νικηθήκαμε δεν ήταν απ΄ την τύχη ή τις αντιξοότητες, αλλά

απ’ αυτό το πάθος μας για κάτι πιο μακρινό

κι ο αγέρας που κλείνει απότομα τις πόρτες και μένουμε πάντοτε

έξω

όπως απόψε σε τούτο το ερημικό τοπίο που παίζω την τυφλόμυγα με

τους νεκρούς μου φίλους.

Όλα τελειώνουν κάποτε. Λοιπόν, αντίο! Τα πιο ωραία ποιήματα

δεν θα γραφτούν ποτέ….

Ποιητικές του Συλλογές:

Τα Άπαντά του κυκλοφορούν σε 3 τόμους από τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ.

Ποιήματα από το βιβλίο «Απάνθισμα Τάσου Λειβαδίτη» του Γ. Δουατζή εκδόσεις Κέδρος 1997 (εξαντλημένο)

MAXH ΣTHN AKPH THΣ NYXTAΣ   (1952)

…πως θα ξαναπιστέψουμε στον κόσμο

τι ώρα νάναι;

…πικρή νύχτα

σαν την αδικία πικρή.

…πικρή νύχτα

σαν την ταπείνωση μικρή.

Μας κοίμιζε άλλοτε η μάνα μας

μ” ένα τραγούδι σιγανό

τι κάνατε το τραγούδι αυτό;

Ένας άνθρωπος καίγεται

ένας άνθρωπος φωτίζει την νύχτα…

 

AYTO TO AΣTEPI EINAI ΓIA OΛOYΣ MAΣ   (1952)

…δός μου τα χέρια σου να κρατήσω τη ζωή μου.

…μια φέτα ψωμί που δε θα τη μοιραζόμαστε πως να την  αγγίξω;

Πως θάνοιγα μια πόρτα όταν δε θάτανε για να σε συναντήσω

πως να διαβώ ένα κατώφλι αφού δε θάναι για να σε βρώ.

Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου

είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου

αγαπημένη μου.

Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή.

Θάθελα να φωνάξω τ” όνομά σου, αγάπη, μ” όλη μου τη δύναμη.

Nα το φωνάξω τόσο δυνατά

που να μην ξανακοιμηθεί κανένα όνειρο στον κόσμο

καμιά ελπίδα πια να μην πεθάνει.

 

ΦYΣAEI ΣTA ΣTAYPOΔPOMIA TOY KOΣMOY     (1953)

 

…ο θάνατος περιοδεύει τον κόσμο με τη μάσκα ενός στρατηγού…

…τα μάτια μας θα ζήσουνε και πέρα απο το θάνατό μας

για να κλαίνε

φυσάει.

…φυσάει μες απ” τα τρύπια βρακιά των ανέργων

φυσάει

φυσάει μέσα στην οργισμένη καρδιά του λαού.

…ερχόμαστε

παραμερίστε

κατεβαίνουμε σαν μια χιονοστιβάδα που όσο κατηφορίζει μεγαλώνει.

 

O ANΘPΩΠOΣ ME TO TAMΠOYPΛO    (1956)

 

…μήπως δούμε το χαμόγελό σου

να κρέμεται σαν παγούρι πάνω απ” τη δίψα μας.

Mας φτάνει να μιλήσουμε

απλά

όπως πεινάει κανείς απλά

όπως αγαπάει

όπως πεθαίνουμε

απλά.

…δάγκωνε σφιχτά στα δόντια το χαμόγελό του

μη του το πάρουν.

…κρύβω στην τσέπη μου ένα όνειρο κουρελιασμένο

σφίγγω στα χέρια το άγνωστο όνομά μου…

Kι όταν σου πούν να με πυροβολήσεις

χτύπα με αλλού

μη σημαδέψεις την καρδιά μου.

Kάπου βαθιά της ζεί το παιδικό σου πρόσωπο.

Δεν θάθελα να το λαβώσεις.

…δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

 

ΣTIXOI ΓPAMMENOI ΣE ΠAKETA TΣIΓAPA

 

Πατρίδα, είσαι γεννημένη απ” τους πεθαμένους.

Πάνω στα ματωμένα πουκάμισα των σκοτωμένων

εμείς καθόμασταν τα βράδια

και ζωγραφίζαμε σκηνές από την αυριανή ευτυχία του κόσμου.

Eτσι γεννήθηκαν οι σημαίες μας.

Kι όταν πεθάνω και δε θάμαι ούτε λίγη σκόνη πιά μέσα στους

δρόμους σας

τα βιβλία μου, στέρεα και απλά

θα βρίσκουν πάντοτε μια θέση πάνω στα ξύλινα τραπέζια

ανάμεσα στο ψωμί

και τα εργαλεία του λαού.

Kατά που πέφτει, λοιπόν, ο κόσμος;

 

ΣYMΦΩNIA  Aρ. 1     (1957)

…η δυστυχία σε κάνει πάντα να αναβάλεις – έφυγε η ζωή.

Πάνω στα υγρά τσαλακωμένα σεντόνια μαραίνονταν το γέλιο

των αγέννητων παιδιών.

…και σμίγουν και χωρίζουν οι άνθρωποι

και δεν παίρνει τίποτα ο ένας απ” τον άλλον. Γιατί ο έρωτας

είναι ο πιο δύσκολος δρόμος να γνωριστούν.

Kαι τότε κατάλαβες γιατί οι απελπισμένοι

γίνονται οι πιό καλοί επαναστάτες.

 

Συχώρα με, αγάπη μου, που ζούσα πριν να σε γνωρίσω.

…χωρίς όνειρα να μας ξεγελάσουνε και δίχως φίλους πια

να μας προδώσουν…

Kι ύστερα μπήκατε ορθοί στη γη, όπως μπαίνει ο άντρας στη

γυναίκα.

Έτσι γεννήθηκαν τα στάχυα κι οι σημαίες.

Γιατί οι άνθρωποι υπάρχουν απ” τη στιγμή που βρίσκουνε

μια θέση

στη ζωή των άλλων.

OI  ΓYNAIKEΣ  ME  TA  AΛOΓIΣIA  MATIA   (1958)

 

…γι αυτό και μέσα σε κάθε ζωή υπάρχει πάντα κάτι πιο βαθύ

απ” τον εαυτό της – η ζωή των άλλων.

…η μοναξιά είναι τόσο απέραντη

ώστε έρχονται δυο – δυο για να την υπομείνουν.

Δεν ήξερε,

πως το κλειδί της φυλακής του καθένας το κρατάει στην τσέπη του…

Γιατί οι γυναίκες έχουν προαιώνιους,

μυστικούς δεσμούς με το αίμα

αίμα της ήβης, αίμα της παρθενιάς, αίμα της γέννησης…

 

Γιατί η ζωή είναι ατελείωτη και μπορεί κανείς να ξαναρχίσει

και δυο φορές – να ξαναρχίζει κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή…

…ένα καινούργιο ζευγάρι ανεβαίνει κιόλας τη σκάλα

έτοιμο να ριψοκινδυνέψει την ψυχή του στη μεγάλη

αβεβαιότητα του έρωτα.

…τους μιλούσε για την ελπίδα και το μέλλον  – κι άλλες

τέτοιες βλασφημίες.

Kαι μόνο εκείνη η γυναίκα, θάρθει η αναπότρεπτη ώρα,

μια νύχτα, που θα νιώσει με τρόμο ξαφνικά,

πως στέρησε τον εαυτό της απ” την πιο βαθιά, την πιο μεγάλη ερωτική πράξη

μην αφήνοντας έναν άντρα να κλάψει στα πόδια της.

Kι ο άνεργος που γυρίζει αργά, για νάχουν όλοι κοιμηθεί

στο σπίτι…

 

25η PAΨΩΔIA THΣ OΔYΣΣEIAΣ   (1963)

 

Kαι νάμαι τώρα

διασχίζοντας το Άπειρο

πιο ανάλαφρος απ” τους τρελούς και τα παιδιά…

…όσα δε ζήσαμε

αυτά μας ανήκουν…

…αγαπημένες μου,

εσείς, που ριχτήκατε τη νύχτα πάνω στα μαχαίρια της γύμνιας μου…

…κι ολόδροσος

σαν ένα χωριάτικο κοιμητήρι που διασχίζει το χρόνο.

 

ΠOIHMATA   (1958 – 1964)

 

…οι ερωτικές κραυγές μας

τινάζονταν μέσα στον ουρανό σα μεγάλα γιοφύρια

απ” όπου θα περνούσαν οι αιώνες…

…ά, για να γεννηθείς εσύ,

κι εγώ για να σε συναντήσω,

γι” αυτό έγινε ο κόσμος.

…αφού έζησα όλο

το μαρτύριο της ελπίδας, έφτασα στο πιο ανθρώπινο

έγκλημα: να πιστέψω στους ανθρώπους.

Kι ο άντρας είπε: θάθελα νάμαι Θεός. Kι η γυναίκα είπε:

θα γεννήσω σε λίγο.

…αδερφωμένοι ξαφνικά

μες στην παμμέγιστη αρετή της Tέχνης.

…κι η γριά πόρνη που σηκώνει τα φουστάνια της, για ένα γιαούρτι

δείχνοντας έναν ολόκληρο γκρεμισμένο Παράδεισο…

Oι εραστές είναι ακριβά, ένδοξα κύπελλα, όπου ο ένας πίνει

τον άλλον.

Kι εσύ, αγαπημένη, όταν με διώχνεις, κλείνεις έξω απ” την πόρτα σου

έναν ολάκαιρο πικραμένο κόσμο.

…σταθήκαν τίμιοι, μα Aπόντες.

 

OI TEΛEYTAIOI  (1966)

 

Tα μαλλιά της γεράσανε και πάνω στα ωχρά της χείλη

σαπίζουν αρχαία μακρόσυρτα φιλιά και πολλά ανοιξιάτικα λόγια.

…και μέναμε κι οι δυο μετέωροι κι ολομόναχοι, κρεμασμένοι

απ” την αρπαγή

μιας ασυνάντητης ηδονής…

Oλα όσα αρνηθήκαμε – αυτό είναι το πεπρωμένο μας.

…κάθε τόσο σηκωνόταν κι έβγαζε το καπέλο του

σαν να ζητούσε συγνώμη που υπήρχε.

 

NYXTEPINOΣ EΠIΣKEΠTHΣ (1972)

 

Σε τι χρησίμεψαν λοιπόν οι αμαρτίες μου;

… όταν βράδιασε, άδειασα τα παπούτσια μου απ” όλους τους δρόμους κι έπεσα να κοιμηθώ…

O ίδιος γύριζε σπίτι του τώρα δίχως πρόσωπο – σαν το Θεό.

…είχαμε κάποτε γκρεμίσει όλους τους τοίχους για να χωρέσουν εκείνοι που έφευγαν

…σε τι είχα φταίξει, εμένα το μόνο μου έγκλημα ήταν ότι δεν μπόρεσα να μεγαλώσω, κυνηγημένος πάντα, που να βρεις καιρό…

…γιατί την ώρα που πεθαίνεις, σαν ένας φονιάς που απομακρύνεται βιαστικά,

φεύγει από μέσα σου ο άγνωστος που υπήρξες.

…» τώρα, μου λέει, θα πάμε μακριά», » μα δεν βλέπεις, του λέω, μας ξέχασαν», » γι” αυτό» μου λέει…

…στο βάθος του δρόμου το άγαλμα διηγιόταν στα πουλιά το αληθινό ταξίδι.

» μητέρα, ρώτησα κάποτε, που μπορούμε να βρούμε λίγο νερό για τ” άλογό μου΄», «μα δε βλέπω κανένα άλογο», «κι εσύ, μητέρα!»…

Kανείς δε θα μάθει ποτέ με πόσες αγρύπνιες συντήρησα τη ζωή μου…

 

ΣKOTEINH ΠPAΞH (XOPIKO) 1974

 

Kάτω απ” το μανδύα ενός άλλου πηγαίνουμε, που προχωράει σιωπηλός, δίχως όνομα, ίσως γι” αυτό και πιο αληθινός…

Kαι μόνο ο τυφλός χαμογελούσε καθώς το ραβδί του, σοφό, τον πήγαινε πέρα απ” τη ματαιότητα, μες στο σκοτάδι.

…κι έπρεπε σαν έναν άλλο, πιό μεγάλο ουρανό, ν” αντέξουμε

την καθημερινή μας ιστορία.

…ακόμα κι άν δεν υπήρχε ουρανός εμείς εκεί θα πηγαίναμε.

…ζήσαμε έξω απ” τη θλίψη μας για να μη μας βρίσκουν.

OI TPEIΣ  (1975)

 

…άνθρωπος ασήμαντος δεν είχα φτιάξει ποτέ στη ζωή μου επισκεπτήρια…

…αυτοί, που έζησαν χωρίς ιστορία, σαν τον Θεό…

…έτσι η πιο αλησμόνητη ιστορία δε θα γραφτεί ποτέ, αφού πρέπει να την ξεχάσουμε, για να ζούμε ακόμα…

…κι εκείνος ο θλιμμένος άντρας, στο γειτονικό θάλαμο, ήθελε να πετάξει, έλεγε, και τρεφόταν μόνο με ψίχουλα…

…ίσως αργότερα μάθουν πως έζησα…

…ώρα που ο αιμομίχτης πρέπει να ονειρευτεί τη μητέρα του, ο φονιάς το άλλο του χέρι, η πόρνη να γυρίσει επιτέλους, στο πλευρό της, και ν” ανάψει το λύχνο του ο τυφλός.

 

O ΔIABOΛOΣ ME TO KHPOΠHΓIO  (1975)

 

Σκέφτομαι, αλήθεια, γιατί όλα αυτά, αφού με πολύ λιγότερα μπορεί κανείς να χαθεί.

…η εξέγερση θα γίνει τα μεσάνυχτα, έλεγαν, «έτσι θα μάθουμε και την ώρα», είπε κάποιος…

Είμαι άντρας, και με μια φτωχή βιογραφία πρέπει να ετοιμάσω

μια δίκαιη αναχώρηση.

…στις έγκυες μάλιστα σήκωναν το φόρεμα

κι έβρισκαν πανάρχαια κλοπιμαία…

Υπάρχουν, αλήθεια, χιλιάδες τρόποι να κερδίσει κανείς τη ζωή του

μα ένας μόνο για να τη χάσει.

…ή να πονέσω τόσο πολύ που ο Θεός να υπάρξει…

…κάθε φορά που κάποιος μπαίνει στη ζωή σου,

είναι σαν να σου παίρνει μια βελόνα γραμμοφώνου, ώσπου, τελικά,

πρέπει να τραγουδήσεις μόνος σου…

 

BIOΛI ΓIA MONOXEIPA  (1976)

 

…ακόμα κι η ζωή μου αποχτά σημασία

όταν τη διηγούμαι σε κάποιον…

…ή ο παιδικός μας φίλος, που καθισμένοι στο πεζούλι τα βράδια

μοιράζαμε τον κόσμο – αλλά εγώ τον έκλεβα.

…έτσι δεν μπόρεσα ν” αποτελειώσω καμιά ηλικία…

…σαν ένα παιδί που το αθώωσαν για να μην έχει τίποτα δικό του…

…ώ έρημοι δρόμοι, που μπορείς όλα να τους τα πείς, χωρίς να

τ” ακούσουν…

…το πιό θανάσιμο αμάρτημα είναι να μήν αγαπάς τον εαυτό σου…

… ακριβώς όπως ένας άνθρωπος, ίσως, μπορεί να παίξει και μ” ένα χέρι βιολί, όταν με τ” άλλο πρέπει να κρατήσει τη ζωή του…

… και το πρωί θα πρέπει να ξαναντυθείς, μόνο και μόνο για να πονέσεις…

ANAKAΛYΨH (1977)

 

… οι άγιοι φοβισμένοι είχαν καταφύγει στα ημερολόγια…

… ίσως γιατί υπάρχει κάτι που γι” αυτό δε μίλησε ποτέ κανείς – και μόνο εκεί ζήσαμε…

… έτσι έμεινα χωρίς ηλικία σαν τα παλιά σφάλματα….

… και ξεκινάει μια μέρα καλή, όταν παραδεχτείς απ” το πρωί τη νύχτα που φτάνει…

Και κάθε τόσο ανοίγω το ερμάρι και βεβαιώνομαι πως το παιδικό μου χέρι είναι ακόμα εκεί και κάποτε θα μου χτυπήσει το τζάμι.

… κινδύνεψα μπρος σε μια λέξη…

Κανείς δε μας συγχώρησε που ζήσαμε σιωπηλοί…

… τις νύχτες κοιμόμουν στο πάτωμα, αφήνοντας το κρεβάτι για τον εφιάλτη…

… τα σκυλιά, το βράδυ, κοιτάζουν δακρυσμένα προς τα κει πού ήμαστε κάποτε παιδιά

 

Πόσες ψευδομαρτυρίες δεν έσωσαν μιά ζωή.

… «μην τον ακούς, είπε η γριά, αυτός είναι ο πεθαμένος – αφού κρύβει ακόμα τα λεφτά του».

… οι λέξεις είναι η ποινή μου, ο ύπνος η βιογραφία μου

 

EΓXEIPIΔIO EYΘANAΣIAΣ  (1979)

 

Τόσα άστρα κι εγώ να λιμοκτονώ.

… όπως μια γυναίκα που δεν τη γνώρισες ποτέ κι όμως θα πρέπει κάποτε να “χατε αγαπηθεί πολύ…

… γιατί αλίμονο αν μαθαίναμε όσα μας έχουν συμβεί.

. ή μια χειρονομία απαλή, όπως καρφιτσώνεις ένα ρόδο στο στήθος μιας γυναίκας

που ποτέ δεν υπήρξε.

… έχω τόσες ωραίες ιδέες να συντηρήσω…

… ίσως όταν ξαναΐδωθούμε να μην ξέρει πια καθόλου ο ένας τον άλλον.

Έτσι που επιτέλους να μπορέσουμε να γνωριστούμε.

… κι αφού ποτέ δεν είχα ζήσει φανερά

θ” ακούτε το τραγούδι κι όταν λείπω.

 

… κι η ειλικρίνεια αρχίζει πάντα εκεί, που τέλειωσαν όλοι οι άλλοι τρόποι να σωθείς.

O TYΦΛOΣ ME TO ΛYXNO  (1983)

 

Έρχομαι από μέρες που πρέπει ν” αποσιωπηθούν, από νύχτες που θέλω να τις ξεχάσω…

… εξάλλου άνθρωπος είμαι κι εγώ, χρειάζομαι λίγη μέριμνα: ένα όνειρο ή μια μητέρα ή έστω μια ξαφνική περιφρόνηση…

…παλιά, ρυτιδωμένη γη που μόνο έναν αιώνιο ύπνο υποσχόταν –

κι ώ σοφή προνοητικότητα των παιδιών, που πιάνουν από νωρίς φιλίες με το χώμα.

Aν έχασα τη ζωή μου είναι γιατί πάντα είχα μίαν άλλη ηλικία απ” την αληθινή…

…ώσπου ξημέρωνε

κι ερχότανε ένας καινούριος πόνος να με σώσει απ” τον παλιό.

…ζήσαμε με χαμένα όνειρα και σκοτωμένη μουσική…

Οπωσδήποτε  θα είχα κάνει μεγάλα πράγματα στη ζωή μου, αλλά είχα γεννηθεί πολύ απασχολημένος…

… οι πιο ωραίες ιστορίες θα ειπωθούν για μας

όταν δε θα “ναι πια κανείς να τις ακούσει.

Aν ρίχναν ένα καράβι μες στο μυαλό μου θα ναυαγούσε.

… αλλά τι να “κανα που υπήρξα πάντα

απ” την άλλη μεριά της ζωής.

 

BIOΛETEΣ ΓIA MIA EΠOXH  1985

 

… μόνον η ανωνυμία μας διατηρεί μακριά από μύθους ή λεηλασίες…

… ένας μικροδιεκπεραιωτής του ανέφικτου μες στην αιώνια λησμονιά…

… οι φτωχοί κατακτούν αναίμακτα τα πάρκα…

… μια γυναίκα πιο κει τόσο θλιμμένη που ο κόσμος θα “πρεπε να ξαναρχίσει…

… ρωτάμε αλλά η απάντηση υπάρχει μόνο όσο δεν τη γνωρίζουμε

είμαστε τ” όνειρο ενός μανιακού, η μεγαλοφυΐα ενός τρελού που

δραπετεύει μέσα σε μια λέξη…

… θα “δινα ένα βασίλειο για μια παιδική νύχτα…

… άνθρωποι αθώοι σαν άγραφες σελίδες

άνθρωποι ανυπεράσπιστοι σαν τις σελίδες που γράφτηκαν πια.

…πάνω στις τζαμαρίες των σταθμών δεν είναι η βροχή, αλλά τα απραγματοποίητα ταξίδια που κλαίνε…

…έξω απ” τα ορφανοτροφεία σωπαίνουν τα διωγμένα παραμύθια…

…οι άλλοι φτιάχνουν από μας ένα πρόσωπο για δική τους χρήση…

… ζήσαμε μεγάλα χρόνια, όμως πράγματα ασήμαντα μας πέθαναν…

…όπως τα παιδικά παιχνίδια που μια μέρα εξαφανίζονται άξαφνα σα να τα πήρε μαζί του το παιδί – καθώς πέθαινε, περίλυπο, μέσα στον άντρα.

 

MIKPA ΓYMNAΣMATA ΛHΣMONIAΣ

 

…δεν είχε πού να πάει,

ώσπου σηκώθηκε και με αργά, αβέβαια βήματα ανέβηκε στον ουρανό.

«Mα πως περπατάς επί των κυμάτων;» ρώτησα.

«Eχασα τον δρόμο» μου λέει.

Oι άνθρωποι βιάζονται: έγνοιες, βιοτικές συνθήκες, όνειρα συμβιβασμοί – πού καιρός να γνωρίσουν τη ζωή τους.

…αλλά τι αθλιότητα, κάθε φορά που έχω κάτι σπουδαίο να πω, τα χάνω, έτσι μένει στο σκοτάδι η ανθρωπότητα.

Kι, ώ αναμνήσεις, που συγκρατείτε κάτι πιο πολύ απ” αυτό που ζήσαμε…

Γι” αυτό, σας λέω, ας κοιτάξουμε τη ζωή μας με λίγη περισσότερη συμπόνια

μιας και δεν ήταν ποτέ πραγματική…

 

ΜIKPO BIBΛIO ΓIA MEΓAΛA ONEIPA  (1987)

 

…στάθηκα πάντα ανυπεράσπιστος μπροστά στους άλλους όπως οι νεκροί

έτσι έμαθα τι θα πει αιωνιότητα.

A, έχασα τις μέρες μου

αναζητώντας τη ζωή μου.

…μίλησα πάντοτε με λόγια απλά για να επιδέχονται όλες τις ερμηνείες…

Kαι πεθαίνουμε στερημένοι σ” έναν παράδεισο από λέξεις.

Εξάλλου, εγώ έχω το άπειρο, τι να τις κάνω τις γνωριμίες.

…η οικογένειά μου, από τις πιο ευυπόληπτες, διατηρούσε όλες τις μεγαλοαστικές συνήθειες μόνο που το σπίτι δε χωρούσε τόσες μικρότητες κι είχαμε κι ένα άλλο στην εξοχή.

Kι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον

είμαστε κιόλας νεκροί.

…η νεότητα πέθανε, ας σκεπάσουμε τους καθρέφτες…

 

TA XEIPOΓPAΦA TOY ΦΘINOΠΩPOY 1990 (εκδόθηκε μετά το θάνατό του ποιητή)

 

…η σιωπή κάνει τον κόσμο πιο μεγάλο, η θλίψη πιο δίκαιο…

…κι ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλο…

Oλόκληρη η ζωή μου δεν ήταν παρά η ανάμνηση ενός ονείρου μέσα σε ένα άλλο όνειρο.

Tα ρολόγια σημαίνουν τις χαμένες ώρες, αλλά κανείς δεν τα πιστεύει…

…οι ερωτευμένοι παντρεύτηκαν και τώρα γερνάνε πλάι σε ανθρώπους ξένους…

…ω μα γιατί άφησα να μεγαλώσω, πώς ξεγελάστηκα…

O κόσμος μόνο όταν τον μοιράζεσαι υπάρχει…

Kάποτε θα μας πνίξουν τόσα ανείπωτα λόγια.

…κορίτσια που βγάζουν το φουστάνι τους για να μπουν στον ουρανό…

H ελπίδα που κάνει ακόμα πιο αβέβαιο τον κόσμο.

T” άστρα ήταν το πρώτο μας αναγνωστικό.

 

 

 




Η «Αγία Οικογένεια» του Ασημάκη Πανσέληνου & άλλα ποιήματά του

%ce%b1%cf%83%ce%b7%ce%bc%ce%ac%ce%ba%ce%b7%cf%82-%cf%80%ce%b1%ce%bd%cf%83%ce%ad%ce%bb%ce%b7%ce%bd%ce%bf%cf%82

Από αριστερά, Ασημάκης Πανσέληνος, Αλέκος Α. Χρυσούλα και Κρίτων Ελ., Έφη Πανσελήνου.

[…] Ο συντοπίτης του Κ(ώστα) Κοντού Ασημάκης Πανσέληνος (γεννήθηκε στη Μυτιλήνη το 1905) είναι ποιητής με άλλη κατεύθυνση. Ανήκει στην παράταξη των πρωτοποριακών, που είναι συνεπαρμένοι από το κοινωνικό πρόβλημα και τη σοσιαλιστική ιδεολογία. Το επάγγελμα του είναι δικηγόρος, αλλά τις «ώρες της σχόλης» του έγραφε ποιήματα, δοκίμια και κριτικές. «Αν δεν κάνω λάθος, πρωτοεμφανίστηκε στους «Πρωτοπόρους». Έχει στιχουργική ευχέρεια. Το ξεχωριστό στην ποίηση του είναι η ειρωνεία και κάποτε ο σαρκασμός. Ξεσηκώνω ένα από τα πρώτα του τραγούδια, που το επιγράφει «Αγία Οικογένεια»:

ΑΓΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

Μέσα στο σπίτι λάμπει αποσπερίτης
η μάνα μου, παλιά νοικοκυρά.
Είναι ο μπαμπάς φιλόνομος πολίτης
κι’ έχει παρά με φούντα και ουρά.

Δε βγαίνει από το σπίτι πριν τις δέκα
κι’ έχει υποθέσεις πάντα σοβαρές,
κι’ όταν το φέρει ο λόγος για γυναίκα,
έχει και λίγο αρχές αριστερές.
(Μα σαν ακούει την λέξη «μπολσεβίκοι»
σηκώνονται του οι τρίχες από φρίκη).

Στην αρετή του πάντα είναι ρολόι
και για το σπίτι κάνει σαν τρελλός,
γιατί έτσι κάνουν οι άνθρωποι από σόι,
γιατί έτσι κάνει ο κόσμος ο καλός.

Μα κάποτε τον ζώνουν κι’ οι διάβολοι
κι’ η μάνα μου – να φύγη η γρουσουζιά,
παίρνει από του μπαμπά το πορτοφόλι
κι’ ανάβει ένα κερί στην Παναγιά
«Συ πουσαι απ’ τους άγιους όλους πρώτη
στον ίσιο δρόμο φέρ’ τον Παναγιώτη!»

Την Κυριακή σα βγούμε στο σεργιάνι,
μπράτσο ο μπαμπάς τη μάνα μου κράτα·
δίνει δεκάρες κι’ εύχονται οι ζητιάνοι
κι’ ό κόσμος ο καλός μας χαιρετά!

Στο παραπάνω ποίημα του ο Πανσέληνος σατιρίζει τα «κατά συνθήκην» ψευδή της αστικής οικογένειας. Να και ένα άλλο αντιπολεμικό. Ο τίτλος του είναι «Χριστιανικό»:

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ

asimakisΤα σπίτια μου, τα ζα μου, τα παιδιά μου
νάναι καλά, – κι’ ο πόλεμος ας βράζει!
Αφού σου καίω καντήλι μ’ έξοδα μου,
πως πίνω ξένο αίμα τι πειράζει;
Πλερώνω στην πατρίδα μου για νάχει
κανόνια και στρατό – πράματα δίκια,
και για όσους σακατεύονται στη μάχη
πλερώνω κι’ αγοράζουν δεκανίκια!
Θεέ μου, εσύ πού παίρνεις δίχως κόπο
της χήρας της φτωχής τον οβολό,
δώσε να ζήσω ανέγνοια κάποιο τρόπο,
και πάστρεψε τον άγιο μας τον τόπο
από καθένα ανήσυχο μυαλό!
-Για το φτωχό, καθένας μας το ξέρει,
η σκέψη είν’ επικίντυνο μαχαίρι!

Γιάννης Κορδάτος, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, τ. 2, Επικαιρότητα, Αθήνα, 1983, σελ. 671- 672.

Ο Πανσέληνος (1903-1984), θα γράψει σε κάποια ανάρτησή του ο Νίκος Σαραντάκος (βλ. Εφτά ποιήματα του Ασημάκη Πανσέληνου) ήταν παλιός φίλος με τον παππού και τη γιαγιά μου, ακόμα από τη Μυτιλήνη· τον είχα γνωρίσει κι εγώ, μάλιστα έχω ένα βιβλίο του με αφιέρωση, που μου το έστειλε λίγους μήνες πριν πεθάνει σε αντιχάρισμα του πρώτου μου βιβλίου που του είχα στείλει.

ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΕΙΟΝ

Πάνω στην ξύλινη έδρα καθισμένοι,
μια γνώμη, μια καρδιά ευχαριστημένη,-
τρεις ομοιόμορφοι, ήσυχοι ανθρωπάκοι
κι ο εισαγγελέας, με Φαίρμπανξ μουστακάκι!

epson001-613x960

Ο Ασημάκης Πανσέληνος (δεξιά) με το φίλο του Αλέκο Α. στη Μυτιλήνη, σε ηλικία 26 ετών . “Ναβάγια της ζωής” έχει γράψει αυτοσαρκαστικά στο πίσω μέρος της φωτογραφίας, σε προκλητική «μαλλιαρή»

Ένας εργάτης κάθεται στον μπάγκο,
από ένα σπάγγο κρέμεται ο Χριστός
κι απ’ το Χριστό κρεμιέται, δίχως σπάγγο,
το Καθεστώς!

«Εσύ ήσουν αρχηγός στην απεργία;»
«Αυτό για μένα θα ήτανε τιμή».
«Και τι σας φταίει το Κράτος κι η Θρησκεία»;
«Βοηθούν όσους μας κλέβουν το ψωμί»!

Ο πρόεδρος είναι μάνα στη δουλειά του
κι είναι αυστηρός στα ήθη και στους τρόπους,
κοιτάει το νόμο μέσα απ’ τα γιαλιά του
και μέσα από το νόμο τους ανθρώπους.

«Δυο χρόνια φυλακή και δυο εξορία»!
Και τον ακούει ο εργάτης καθιστός,
κλαίει μια γριούλα με ήμερη πικρία,
μειδιά κάτου απ’ τη σκόνη του ο Χριστός,

Πάνω στην ξύλινη έδρα καθισμένοι,
μια γνώμη, μια καρδιά ευχαριστημένη,
δικάζουνε τον κλέφτη, τον αλήτη
κι απέ παίρνουν το τραμ και πάνε σπίτι.

Τρων και μιλάν για το Άδικο με πάθος,
διδάσκουν τα παιδιά τους ηθική,
βέβαιοι αυτοί πως είναι κατά βάθος,
πιο τίμιοι απ’ όσους κλειουν στη φυλακή.

Φαίρμπανξ μουστακάκι: σαν του διάσημου ηθοποιού Ντούγκλας Φέρμπανκς, λεπτότριχο και μακρύ· ή, ντούγκλας το μουστάκι, που λέει και το τραγούδι του Καπετανάκη.

ΣΤΡΑΤΑΡΧΗΣ ΕΝ ΜΕΓΑΛΗ ΣΤΟΛΗ
ΜΕΤΑ ΣΤΡΑΤΑΡΧΙΚΗΣ ΡΑΒΔΟΥ

Κατά προτίμηση Γερμανός

Μοιάζει στο βλέμμα του όρνιο παλαβό,
με το δεξί του χέρι απά στη ζώνη,
ενώ με τ’ άλλο χέρι το ζερβό
κρατά ένα μαραφέτι σαν τρομπόνι.

Κορδόνια, αστέρια και σταυροί μαζί,
η δόξα του είναι δάφνη από τιρτίρι,
το στήθος του είναι υπαίθριο μαγαζί,
στο τραγικό της ζωής μας πανηγύρι.

panselinso1-thumb-largeΓυναίκειο σκέρτσο, αντρίκια γρουσουζιά
και το μουστάκι του αρειμάνιο τόξο
κι αν του ’χε δώσει η φύση και βυζιά,
θα τα ’βγαζε απ’ τ’ αμπέχονό του απόξω.

Με τέτοια ωραία ρούχα που φορεί,
το μεγαλείο η ύπαρξή του στάζει,
κανείς που τον κοιτάει δεν απορεί
πως έχει το δικαίωμα να μας σφάξει.

Να κόβει εμάς και να ψηλώνει εκείνος
να κάνει τη ζωή μας ρημαδιό.
Ρωτιέσαι αν είναι θεός ή αν είναι κτήνος
και σκέφτεσαι πως είναι και τα δυο.

τιρτίρι: επίχρυσο ελικοειδές σύρμα που χρησιμοποιείται σε κεντήματα, παράσημα κτλ.

ΕΞΩΣΙΣ ΔΥΣΤΡΟΠΟΥΝΤΟΣ ΜΙΣΘΩΤΟΥ

Δεν είναι παγωνιά δεν είναι ζέστα,
είναι μονάχα της καρδιάς το ψύχος
κι οι δικαστές κι οι νόμοι και τα ρέστα
χωρίζονται απ’ τον άνθρωπο με τείχος

κι όπου ζωή σημαίνει απανθρωπία,
ο νόμος λέει τη φτώχεια «δυστροπία».

Παράτα τη ζωή και δες το νόμο·
ήρθε ο κλητήρας με ρυθμό γοργό
και της πετάει τα πράματα στο δρόμο
-χρωστούσε πέντε νοίκια η Μαριγώ-

τα φίδια έχουν φωλιές, τ’ αγρίμια, οι λύκοι
κι οι άνθρωποι έχουν σπίτια με το νοίκι.

Χειμερινή λιακάδα του Φλεβάρη
κι ο κόσμος ζει σ’ αιώνια αποκριά
όσο που να ’ρθει ο μπόγιας να την πάρει
σ’ έν’ άσυλο, νετάρισε η γριά,

η γριά μέσα στο βιος που της ανήκει
μια χύτρα, μια στρωμνή κι ένα καθίκι.

Χειμερινή λιακάδα του Φλεβάρη
και σκα η ζωή και στο ξερό κλωνάρι,
σκέπει τα πάντα ελληνική πληρότης,
κοιμάται η γριά σε στρώμα μαλακό

κι η Άνοιξη κουνάει τον πισινό της
σαν παραστρατημένο θηλυκό.

ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΟ ΜΑΤΣ

15956

Ασημάκης Πανσέληνος (1903-1984)

Εικοσιδυό λεβέντες και μια μπάλα
τις ώρες της δουλειάς και της σχολής μας
με ιδανικά τις γέμισαν μεγάλα,
να φτιάξουν, λέει, το μέλλον της φυλής μας.
Πόδια στραβά, στραβά μυαλά και χέρια,
κωλοπηδούν να πιάσουνε τ’ αστέρια!

Ορμούν, χτυπούν και κουτουλούν σα βόδια,
να βρουν το νόημα της ζωής στην πάλη,
όλο τους το μυαλό πήγε στα πόδια
και λες κλοτσούν πια τ’ άδειο τους κεφάλι
και ζουν κι αυτοί κι ο λαός μια καταδίκη
ανάμεσο στην ήττα και στη νίκη.

Νοικοκυραίοι φτωχοί μαγαζατόροι
κινούν νωρίς τ’ απόγεμα σα λύκοι,
της ζωής οι νικημένοι με το ζόρι
της νίκης ν’ απολάψουν τ’ αλκολίκι
και κλειουν σ’ ενός μαντράχαλου τα σκέλια
του κόσμου την αρχή και τη συντέλεια.

Κι ύστερα χουγιαχτό, βουή και χτύπος
και δεν έχει προβλήματα η ζωή,
καλά που ’ναι κι ελεύτερος ο τύπος,
για να μαθαίνει ο κόσμος το πρωί
πόσο κλοτσάει με νόηση ένα χαϊβάνι
κι η Λίζα η Τέιλορ έρωτα πώς κάνει.

Στείρα καρδιά και δύναμη τυφλή,
παράγουν ήρωες μαζικά στους τόπους,
ω κι αν βρισκόταν δυο άνθρωποι δειλοί,
να σώσουν απ’ τους ήρωες τους ανθρώπους
που ζουν σ’ ενός πολέμου μες στη δίνη,
για να ξεσυνηθίζουν την Ειρήνη.

Κι ω να βρισκόταν και στον κόσμο μια άκρη
που η χλαλοή του ματς να μην τη σκιάζει
να υπάρχει μια χαρά και μες στο δάκρυ
κι ένας καημός στων κοριτσιών το νάζι,
της Κυριακής χρυσή να πέφτει η εσπέρα
χωρίς κραυγή πολέμου και φοβέρα.

ΕΝΤΙΜΟΣ ΒΙΟΣ

Αμέριμνη η ζωή του νοικοκύρη,
δεν κάνει τούμπες, δεν έχει φτερά
και κάποτε σκυμμένος στο ποτήρι,
στο σκύψιμο γυρεύει τη χαρά.

Μοχτάει σκληρά και δε σηκώνει μύτη
και οικονομάει το χρήμα του σοφά,
στα εξήντα του αγοράζει κάποιο σπίτι
και μπαίνει μες στο σπίτι και ψοφά.

ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΦΥΛΑΚΕΣ

Στην Κηφισιά, πριν μπεις, είναι μια βίλα
με σύρμα αγκαθωτό, δεντρά και χλόη.
Μέσα της κλειουν παιδάκια εγκληματίες
και τα φρουρούν μαντράχαλοι αθώοι.

Σ’ ΕΝΑ ΠΑΙΔΑΚΙ

Στον Αλέξη

Παιδί μου, αυτές τις μέρες που γεννήθηκες,
κόλαση η ανθρωπότητα είναι κρύα,
λιωμένο ατσάλι βρέχει στον πλανήτη μας
κι οι άνθρωποι ντροπιάζουν τα θηρία.

Έτσι μπορεί μια μέρα κι ο πατέρας σου
πριν σε χαρεί και πριν τον αγαπήσεις,
μ’ έν’ αναμμένο βόλι μες στα στήθια του
να μη σου μείνει ουδέ στις αναμνήσεις.

Η ελευθερία κυβέρνησε τη μοίρα του,
αυτή που ζωογονεί και θανατώνει,
δεν έκανε κακό, μονάχα μίλησε,
που έχει μιλήσει λίγο μετανιώνει.

Ήταν στο βάθος άνθρωπος αδύνατος
και μέθαγε στο πιο εύκολο μεθύσι,
πολλά μπορούσε, τίποτα δεν έκανε
κι έζησε περιμένοντας να ζήσει.

Μα εσύ να ζήσεις άξια και περήφανα
να ζεις και για τη ζωή να μη σε νοιάζει,
μονάχα ό,τι πληρώνεται με θάνατο,
μονάχα αυτό σε ζει και σ’ ανεβάζει.

(1943)

Δείτε ακόμα: 




ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

afisa_a3%ce%b11Θέμα: Μουσική-ποιητική παράσταση: “Διάλογος” – Ο Γιώργος Ψυχογιός αυτοσχεδιάζει στην ποίηση του Γιώργου Δουατζή, στο Βενιζέλειο Ωδείο Χανίων.

Ο πολιτιστικός σύλλογος «Οι φίλοι των γραμμάτων και των τεχνών» και το «Βενιζέλειο Ωδείο Χανίων» συνεχίζοντας την κοινή τους προσπάθεια για τη διοργάνωση καλλιτεχνικών εκδηλώσεων υψηλού επιπέδου στα Χανιά, σας προσκαλούν στην πρωτότυπη μουσική-ποιητική εκδήλωση “Διάλογος” – Ο Γιώργος Ψυχογιός αυτοσχεδιάζει στην ποίηση του Γιώργου Δουατζή. Απαγγέλλει ο ηθοποιός Βαγγέλης Λιοδάκης.

Πρόκειται για τον άμεσο διάλογο δύο τεχνών, ο οποίος παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα, με σημείο εκκίνησης τα Χανιά, στο Βενιζέλειο Ωδείο Χανίων, Νικηφόρου Φωκά 3, το Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2016, στις 21.00′ μ.μ.

Η παράσταση περιλαμβάνει τον μουσικό αυτοσχεδιαστικό σχολιασμό στο πιάνο, από τον διεθνούς φήμης συνθέτη Γιώργο Ψυχογιό σε ποιήματα του Γιώργου Δουατζή, που θα απαγγείλει ο ηθοποιός Βαγγέλης Λιοδάκης. Σημειώνεται ότι δεν υπάρχουν γραμμένα μουσικά μέρη από πριν, αλλά ο Γ. Ψυχογιός ανάλογα με την έμπνευσή του με αφορμή κάθε ποίημα θα συνθέτει μουσική εκείνη τη στιγμή στο πιάνο.