Dimitris Damaskinos

Για τη νουβέλα Migozarad του Χρήστου Τσαντή

Για τη νουβέλα Migozarad του Χρήστου Τσαντή
Decrease Font Size Increase Font Size Text Size Print This Page

Για τη νουβέλα Migozarad του Χρήστου Τσαντή

Δημοσιεύουμε σήμερα την εισήγηση της εκπαιδευτικού Δ.Ε. Βίκυς Παπαναγιώτου για τη νουβέλα Migozarad του Χρήστου Τσαντή στην εκδήλωση που διοργανώθηκε στα Χανιά τη Δευτέρα το βράδυ, 27 Μαρτίου 2017,  στη γκαλερί VILLA DES ARTS με τη συμμετοχή δεκάδων φίλων της τέχνης. 

Ο Χρήστος Τσαντής σπούδασε Συμβουλευτική και Ψυχολογία. Ο συγγραφικός του προσανατολισμός συνδέεται -και λόγω της επαγγελματικής του ιδιότητας- με τα παιδιά και ευρύτερα την εκπαίδευση. Εκτός από τη συμμετοχή του ως εισηγητής σε βιωματικά εργαστήρια για εκπαιδευτικούς και ενημερωτικά σεμινάρια, έργα του αξιοποιήθηκαν και αξιοποιούνται τόσο στην πρωτοβάθμια όσο και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Μέχρι σήμερα έχουν εκδοθεί έξι βιβλία του. Ανάμεσα στ’ άλλα του έργα το 2012 ο συγγραφέας είχε εκδώσει και τη νουβέλα: «Φάρος» 1 , έργο που έχει το ίδιο θέμα, το μεταναστευτικό δηλαδή σαν το πιο κρίσιμο ζήτημα της εποχής μας, με τη νουβέλα: «Migozarad», που σήμερα θα παρουσιάσουμε. Και οι δύο, άλλωστε, αυτές νουβέλες του Χρήστου Τσαντή βασίζονται πάνω στο διήγημα «Γράμμα σ’ έναν φίλο που έφυγε πρώτος», το οποίο βραβεύτηκε με έπαινο στον 30ο διαγωνισμό (2011-2012), της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών.

Το «Migozarad« 2 είναι ένα βιβλίο για τους πρόσφυγες. Ο πρωταγωνιστής της ιστορίας αυτής και αφηγητής, δημοσιογράφος Λευτέρης Αντωνίου, βρίσκεται στην Πάτρα για ένα ρεπορτάζ. Τον έχει στείλει η εφημερίδα του για να καλύψει το προσφυγικό ζήτημα, όπως εκδηλώνεται με οξύτητα σ’ αυτήν την πόλη, μιας και στο λιμάνι της στοιβάζονται σε πρόχειρους καταυλισμούς και σε άθλιες συνθήκες εκατοντάδες πρόσφυγες, κυρίως Αφγανοί. Πολλοί ζουν εκεί για καιρό παρά το φόβο της σύλληψης από τις Αρχές, το ξύλο και το κυνηγητό της αστυνομίας. Υπομένουν όλες αυτές τις ταλαιπωρίες και τα βάσανα, γιατί θέλουν να μπουν κρυφά σε μια νταλίκα, για να επιβιβαστούν στο πλοίο της γραμμής Πάτρα-Αγκόνα και να περάσουν μ’ αυτόν τον τρόπο στην Ευρώπη. Η νταλίκα είναι η ελπίδα τους, το εισιτήριο για την ελευθερία. Όπως γράφει ο Φαζίλ στο «Γράμμα σ’ έναν φίλο…»:

κι αφού περπατήσαμε αρκετές νύχτες φτάσαμε στη χώρα απ’ όπου θα φεύγαμε για την Ευρώπη. Κι αυτή η χώρα ήταν γεμάτη από θάλασσα, όμως ήταν κλεισμένη με σίδερα και συρματοπλέγματα κι έμοιαζε με φυλακή…

Κυνηγούσαμε τα φορτηγά από πίσω. Μόνο έτσι μπορούσες να τρυπώσεις στο πλοίο. Κάποιοι έπαιρνα λεφτά και μας έβαζαν μέσα. Άλλοι έφερναν την αστυνομία και μας κυνηγούσε. Όποιον έπιαναν τον χτυπούσαν και τον έβριζαν. Εγώ λεφτά δεν είχα όμως και δεν ήξερα τί να κάνω για να βρω».

Προχθές έφεραν μεγάλες μπουλντόζες. Μας έβαλαν φωτιά και γκρέμισαν τις καλύβες μας. Από παντού θέλουν να μας διώξουν αλλά και δεν μας αφήνουν να φύγουμε. Αυτή η χώρα μας έχει φυλακίσει». 4 

Και συνεχίζει ο Φαζίλ το γράμμα του με την παιδικότητα που αποκαλύπτει τον παραλογισμό που αποκρύπτει η ρητορική των ισχυρών, όταν μιλούν για τους πρόσφυγες. Γράφει συγκεκριμένα:

«Αυτοί που μας έφεραν τον πόλεμο, μας κατηγορούν γιατί φύγαμε μακριά του. Αυτοί που τον έφεραν στη χώρα μου, μας κατηγορούν γιατί ήρθαμε στη δική τους. Οι νόμοι εδώ είναι περίεργοι. Δεν τους καταλαβαίνω. Μας κατηγορούν γιατί τρώμε από τα σκουπίδια κι έπειτα μας σκοτώνουν για να μην πεινάμε». 5

Ο συγγραφέας της νουβέλας Migozarad, Χρήστος Τσαντής

Στο βιβλίο υπάρχουν δύο ταξίδια: αφενός υπάρχει το ταξίδι των προσφύγων, των κατατρεγμένων από τον πόλεμο και την ανέχεια σ’ έναν αγώνα επιβίωσης και ελπίδας για μια καλύτερη ζωή. Αφετέρου υπάρχει το ταξίδι του ήρωα-αφηγητή, που είναι ο ίδιος ο δημοσιογράφος Λευτέρης Αντωνίου, ένα ταξίδι εσωτερικής αναζήτησης για να προσεγγίσει το βαθύτερο εγώ του, να βρει το κρυμμένο νόημα της ζωής του. Έτσι η συνάντησή του με τον μικρό Αφγανό Φαζίλ που κρύφτηκε στο πόρτ-μπαγκάζ του αυτοκινήτου του, είναι ένα γεγονός για την αφύπνιση της συνείδησης του ήρωα. Ο Φαζίλ είναι ένα μικρό παιδί, ένα από τα χιλιάδες προσφυγόπουλα που παλεύουν να ξεφύγουν από τον πόλεμο και να βρουν τη θέση τους στη ζωή. Μερικά το καταφέρνουν, τα περισσότερα όμως όχι. Ο Φαζίλ βάζει τη ζωή του σε κίνδυνο και εκλιπαρεί απεγνωσμένα για βοήθεια, γεγονός που συγκλονίζει τον αφηγητή, ο οποίος σε κάποιο σημείο της νουβέλας σημειώνει:

«Τί απόγνωση μπορεί να κυριεύει έναν άνθρωπο και να τον κάνει ικανό να κλειστεί από μόνος του στον μικρό χώρο αποσκευών ενός αυτοκινήτου που θα μπορούσε να μείνει κλειστός για μέρες;

Έμοιαζε με καλομελετημένη απόπειρα αυτοκτονίας. Μια πράξη αργού θανάτου… Μπορεί να μην τον άκουγα. Μπορεί κανείς να μην τον άκουγε. Μπορεί πάλι το αμάξι να έμενε ακινητοποιημένο για μέρες σε κάποιο εγκαταλελειμμένο γκαράζ, όπου γύρω δεν θα υπήρχε ψυχή για να ακούσει τις φωνές του, κανένας για να νιώσει την απελπισία του. Απελπισία όμως ήταν ή αποφασιστικότητα;… Ένας ιδανικός αυτόχειρας. Ζωή στο σκοτάδι και στον λιγοστό αέρα ο οποίος περνούσε από τις χαραμάδες που αφήνουν φθαρμένα λαστιχάκια. Εγκλωβισμένος εκεί αναπνέοντας αναθυμιάσεις μαζί με μπόλικη σκόνη. Και μάλιστα να έχεις τότε την αίσθηση πως βρίσκεσαι στον προθάλαμο της ελευθερίας ή στον δρόμο για την λύτρωση και σε τελική ανάλυση να μοιάζει αυτό το σκηνικό πολύ πιο ανθρώπινο απ’ ό,τι είχε ζήσει μέχρι εκείνη τη στιγμή». 6

Η προσφυγιά γεννάει μνήμες στον αφηγητή, γιατί η προσφυγιά είναι η συνεχής ιστορία του κόσμου. Είναι το πιο βίαιο και οδυνηρό κομμάτι της. Τα βιώματα του Μικρασιάτη παππού και οι αφηγήσεις του για τα δύσκολα χρόνια της προσφυγιάς είχαν επιδράσει βαθιά στη ψυχή του ήρωα, όταν ήταν κι αυτός παιδί. Η περιγραφή του ταξιδιού του παππού προς την Ελλάδα αποτυπώνει την σκληρότητα των συνθηκών που αντιμετώπισαν οι πρόσφυγες από την Μικρασία μετά την καταστροφή:

«Κυνηγημένοι οι άνθρωποι, αβοήθητοι, κουρελήδες, μετρώντας νεκρούς συνανθρώπους τους, παιδιά, γυναίκες, αδέρφια και συγγενείς, επιβιβάστηκαν κακήν-κακώς σ’ ένα καΐκι με προορισμό κάποιο ελληνικό νησί. Για κακή τους τύχη αυτή η ομάδα ήταν από τις τελευταίες που προσπαθούσε να πιάσει λιμάνι κι έτσι χρειάστηκε να ταξιδέψουν επί μία εβδομάδα με ελάχιστο νερό και προμήθειες, ώστε να τους δεχτούν τελικά κάπου. Όπου κι αν πήγαιναν, τους έδιωχναν λέγοντας πως έχουν έρθει ήδη τόσοι πολλοί, που ο τόπος τους δεν σήκωνε κι άλλους «ξένους». Ναι… ναι! Μην απορείς. Έτσι τους έλεγαν… «ξένους». 7

Και παρακάτω συνεχίζει:

«Ο παππούς μου έλεγε ότι υπήρχαν Έλληνες που τους έβριζαν και τους περιφρονούσαν. Κάποιοι ξεσήκωναν τους ντόπιους εναντίον τους λέγοντας πως αν δεν υπήρχαν αυτοί «οι φερτικοί», τα κτήματα και οι περιουσίες που πέρασαν στα χέρια του κράτους με τις ανταλλαγές, θα γίνονταν δικά τους». 8

Όλες αυτές οι μνήμες ξεπήδησαν και ήλθαν στην επιφάνεια μέσα από την τυχαία συνάντησή του Λευτέρη με τον μικρό Αφγανό. Όπως εξομολογείται και ο ίδιος ο πρωταγωνιστής:

«Ο μικρός Αφγανός μ’ έφερε χωρίς να το θέλει -χωρίς να έχει ιδέα για όλα αυτά- αντιμέτωπο με τη δική μου αλήθεια. Η συνάντηση αποκάλυψε πλευρές του εαυτού μου που δεν είχαν φανερωθεί ή κρυβόντουσαν κάτω από το πέπλο και τις μάσκες της καθημερινότητας. Οι ρόλοι τώρα ξεθωριάζανε κι ένας άλλος Λευτέρης προσέγγιζε τη ζωή. Χρωστώ πολλά τελικά σ’ αυτό το παιδί. Βρέθηκε μπροστά μου σ’ ένα πολύ κρίσιμο σταυροδρόμι για τη ζωή μου». 9

Στο Migozarad ο ήρωας-αφηγητής ακολουθεί ένα εσωτερικό ταξίδι προς την αυτογνωσία μέσα από την αφύπνιση της ίδιας του της συνείδησης και της ανάγκης να σηματοδοτήσει με νόημα τη ζωή του. Γι’ αυτό το λόγο η αφήγηση δεν ακολουθεί τη χρονολογική σειρά των γεγονότων. Σημειώνονται δηλαδή αναχρονίες, γιατί η εξέλιξη στην πλοκή ακολουθεί περισσότερο τις ψυχολογικές διεργασίες που συντελούνται στη συνείδηση του.

Η εκπαιδευτικός Δ.Ε.
Βίκυ Παπαναγιώτου
που προλόγισε το βιβλίο

Ο αφηγητής είναι δραματοποιημένος και συμμετέχει σα βασικό πρόσωπο-πρωταγωνιστής στην ιστορία, αφηγούμενος με εσωτερική εστίαση. Διαβάζουμε όσα έχει να μας πει σε πρώτο πρόσωπο παρακολουθώντας τον στην ανακάλυψη σιγά-σιγά της αλήθειας, μιας αλήθειας ωστόσο υποκειμενικής, στηριγμένης στο προσωπικό του βίωμα.

Η αλήθεια αυτή εμπεριέχει ένα αισιόδοξο μήνυμα για τη ζωή: παρά την τραγωδία και τη ζοφερή πραγματικότητα της προσφυγιάς, η ιστορία του Φαζίλ έχει αίσιο τέλος. Ο μικρός ξαναβρίσκει την οικογένειά του και φεύγει στην Ευρώπη. Επανασυνδέεται μαζί τους στη Γερμανία, όπου έχουν τα υπόλοιπα μέλη της καταφύγει.

Πριν το τέλος, όμως, της ιστορίας παρεμβάλλεται ο εφιάλτης του ήρωα-αφηγητή. Ο Λευτέρης Αντωνίου κατηγορείται για τον φόνο του μικρού Αφγανού! Το όνειρο αποκαλύπτει την προσωπική του ενοχή γι’ αυτά που δεν έκανε, γιατί παρέμεινε τόσα χρόνια στην ασφάλεια της καθημερινότητας. Η στάση του αυτή έχει τις ρίζες της στον φόβο, στην άρνηση των επιθυμιών και την πραγματοποίησή τους, στο φόβο των συνεπειών που απομακρύνει από την ίδια την εμπειρία και τη ζωή. Και ο αφηγητής καταλήγει:

«Διεκδικώ και αγωνίζομαι κι αυτή η διεκδίκηση δεν προσφέρεται στο πιάτο. Μα μέσα σε όλη αυτή την αναζήτηση της διεξόδου, που είναι ο προσωπικός μας δρόμος, ο δρόμος του καθενός, χαράζει η αυγή της υπέρβασης. Η αυγή μιας νέας ανθρώπινης προοπτικής. Τότε ο δρόμος ακτινοβολεί και σε άλλα μάτια. Γίνεται ορατός και σε άλλους ανθρώπους. Έτσι, παύει σ’ εκείνη τη φάση να είναι προσωπική υπόθεση. Τότε, η διήγηση μιας φανταστικής ιστορίας -μιας ιστορίας επινοημένης που εκτυλίσσεται μέσα σ’ ένα όνειρο, σταθμισμένη έτσι ώστε να χωρά στο πλαίσιο του ρόλου και στις ιδιαιτερότητες του πρωταγωνιστή- γίνεται σύνθημα βαμμένο με κόκκινη μπογιά στον τοίχο της καρδιάς μας. «Migozarad«! Αυτό είναι γραμμένο στον τοίχο. «Θα περάσει»! Μόνο εάν αποφασίσεις να κάνει την υπέρβαση. Γιατί έχει γίνει ο μεγαλύτερος άθλος το να καταφέρεις να δεις με μάτια καθαρά την ψυχή και τον εαυτό σου διαβαίνοντας την ανηφόρα της ζωής». 10

Το Migozarad είναι ένα βιβλίο για την ανθρωπιά που μαζί της φέρνει και την ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο. Και όπως γράφει ο αφηγητής:

«Σώθηκε μία ζωή. Σώθηκε ένα παιδί, ενώθηκε μια οικογένεια. Μπορώ κι εγώ να αντικρίσω στα μάτια το παιδί μου σήμερα. Το γεγονός αυτό όμως δεν αναιρεί την ανάγκη να γίνουν όλες οι απαραίτητες ενέργειες στο μέτρο του δυνατού, από όλους όσους διαθέτουν ανθρωπιά. Από όλους εκείνους που δεν υιοθετούν τα κηρύγματα του μίσους, του ρατσισμού και της ξενοφοβίας. Γι’ αυτούς που έρχονται αντιμέτωποι με το βίαιο ξεριζωμό από τις εστίες τους, με τα τείχη της ντροπής στην Παλαιστίνη, στα σύνορα των ΗΠΑ με το Μεξικό ή με τα συρματοπλέγματα και τις νάρκες στις όχθες του Έβρου, το σύνθημα που γράφτηκε στον τοίχο του καφενείου της Καμπούλ: «Migozarad«, δεν έχει ισχύ. Γιατί… «θα περάσει» μόνο εάν… 11

 Σημειώσεις-Παραπομπές

  1. Βλ. Χρήστος Τσαντής, Φάρος, νουβέλα, εκδόσεις Περί τεχνών, 2014.
  2. Βλ. Χρήστος Τσαντής, Migorazad-Η εποχή των υπερπολιτισμένων πιθήκων, εκδόσεις Ραδάμανθυς, Χανιά 2016.
  3. Βλ. Χρήστος Τσαντής, Migorazad, ο.π., σελ. 15.
  4. Βλ. Χρήστος Τσαντής, Migorazad, ο.π., σελ. 16.
  5. Βλ. Χρήστος Τσαντής, Migorazad, ο.π., σελ. 16.
  6. Βλ. Χρήστος Τσαντής, Migorazad, ο.π., σελ. 73.
  7. Βλ. Χρήστος Τσαντής, Migorazad, ο.π., σελ. 40-41.
  8. Βλ. Χρήστος Τσαντής, Migorazad, ο.π., σελ. 41.
  9. Βλ. Χρήστος Τσαντής, Migorazad, ο.π., σελ. 96.
  10. Βλ. Χρήστος Τσαντής, Migorazad, ο.π., σελ. 94.
  11. Βλ. Χρήστος Τσαντής, Migorazad, ο.π., σελ. 94.

Δες ακόμα: 

Share This Post



Τελευταίες Ειδήσεις

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Mynima Hellas News *