VASILIOS GIKAS -Oικονομολογος Αθηνα

ΛΟΡΕΝΤΖΟΣ ΜΑΒΙΛΗΣ, Λήθη (Λ. Μαβίλης, Τα ποιήματα).

ΛΟΡΕΝΤΖΟΣ ΜΑΒΙΛΗΣ, Λήθη (Λ. Μαβίλης, Τα ποιήματα).
Decrease Font Size Increase Font Size Text Size Print This Page

 

 

Λορέντζος Μαβίλης (Ιθάκη 1860 – Δρίσκος Ιωαννίνων 1912), Φιλόλογος, Μεταφραστής, συνθέτης σκακιστικών προβλημάτων, Ποιητής -τελευταίος Εκπρόσωπος της Επτανησιακής Σχολής, επηρεάστηκε από το Λογοτεχνικό Κίνημα του Παρνασσισμού [Παρνασσισμός: αναπτύχθηκε ως αντίδραση στις υπερβολές του Ρομαντισμού. Αντλεί τα θέματά του από τη Μυθολογία και την Ιστορία. Πηγή έμπνευσης: ο αρχαίος Ελληνικός κι ο Ρωμαϊκός Πολιτισμός, φροντισμένη επεξεργασία του στίχου, του μέτρου, της ομοιοκαταληξίας, μουσικότητα του στίχου, ακριβολογία, Λιτότητα, περιορισμένη χρήση εκφραστικών μέσων]-, κυρίως Σονέτων [Σονέτο: δύσκολο ποιητικό είδος, με περίτεχνη και ποικίλη ομοιοκαταληξία. Αποτελείται από 14 ιαμβικούς στίχους που δομούνται σε 2 τετράστιχες και 2 τρίστιχες στροφές], Δημοτικιστής κι Εθνικός Αγωνιστής: θερμός Πατριώτης, συμμετείχε εθελοντικά στους Εθνικούς Αγώνες γιά την υλοποίηση της Μεγάλης Ιδέας (πολέμησε στον Απελευθερωτικό Αγώνα της Κρήτης το 1896, στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897 και στους Βαλκανικούς Πολέμους, όπου έπεσε στη Μάχη του Δρίσκου, το 1912).

Το κύριο νόημα του Ποιήματος επικεντρώνεται στους 2-3 τελευταίους στίχους. Η ποιητική του γλώσσα χαρακτηρίζεται από μουσικότητα κι υποβλητικότητα. Το ποίημα είναι Σονέτο και δημοσιεύτηκε το 1899. O Μαβίλης καλοτυχίζει τους νεκρούς, διότι έχουν πιεί το νερό της λησμονιάς και δεν θυμούνται τα βάσανα της επίγειας ζωής. Παράλληλα τους συγκρίνει με τους ζωντανούς που υποφέρουν, επειδή δεν μπορούν να λησμονήσουν τ’ αγαπημένα τους πρόσωπα.

Καλότυχοι οι νεκροί, που λησμονάνε

την πίκρια της ζωής. Όντας βυθίσει

ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήσει,

μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και να ‘ναι!

Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε

στης Λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση·

μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίσει,

α στάξει γι’ αυτές δάκρυ, όθε αγαπάνε.

Κι αν πιουν θολό νερό, ξαναθυμούνται,

διαβαίνοντας λιβάδι’ απ’ ασφοδίλι,

πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται.

Α δεν μπορείς παρά να κλαις το δείλι,

τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν·

θέλουν – μα δε βολεί να λησμονήσουν.

 

Θέματα προς ανάπτυξη και προς συζήτηση μαζί σας.

1 Γιατί καλοτυχίζει τους νεκρούς ο Ποιητής, ενώ θεωρεί αξιοθρήνητους τους ζωντανούς;

2 Ποιά μυθολογικά στοιχεία και λαϊκές δοξασίες γιά τους νεκρούς και τον Κάτω Κόσμο συναντάμε στο ποίημα;

3 Ποιά αφηγηματικά πρόσωπα χρησιμοποιεί ο Ποιητής όταν αναφέρεται στους νεκρούς και στους ζωντανούς; Σε ποιά από τις δύο κατηγορίες δίνει περισσότερη έμφαση και γιατί;

4 Βρείτε τους υποθετικούς λόγους του κειμένου κι εξηγήστε το περιεχόμενό τους.

5 Αναφέρτε στοιχεία γιά τη ζωτική σημασία του νερού (Βιολογία, Γεωγραφία) κι αναζητήστε διάφορους συμβολισμούς του (Μύθους, Λαϊκές Παραδόσεις και Λογοτεχνικά κείμενα). &    6 Ποιές από τις παραπάνω χρήσεις του νερού πιστεύετε ότι συνδέονται περισσότερο με την ειδική σημασία που αποκτά το νερό της λησμονιάς στο ποίημα του Μαβίλη;

 

Η ‘»Λήθη’ του Λ. Μαβίλη στηρίζεται σε μια σειρά από αντιθέσεις: οι νεκροί θεωρούνται καλότυχοι κι ευτυχείς (οξύμωρο σχήμα), σε αντίθεση από τους ζωντανούς, διότι οι νεκροί πίνουν καθημερινά ,κάθε δειλινό, το νερό της λήθης, που τους χαρίζει τη γαλήνη και την απαλλαγή από τις θλιβερές αναμνήσεις της ζωής. Αντίθετα, οι ζωντανοί βιώνουν καθημερινά την πίκρα της ζωής. Η ζωή συνδέεται με την ανάμνηση (πηγή πίκρας), ενώ ο θάνατος με τη λησμονιά και τη λύτρωση από τον ψυχικό πόνο. Το νερό της Λήθης αναβρύζει στον Κάτω Κόσμο από κρυστάλλινη πηγή. Μπορεί όμως να μετατραπεί σε βούρκο’ και να χάσει τη μαγική του επενέργεια, αν μολυνθεί από το δάκρυ των ζωντανών που θρηνούν τους νεκρούς τους.

Το ποίημα διανθίζεται με υποβλητικές κι εξωπραγματικές εικόνες του σούρουπου και της πομπής των νεκρών στον Κάτω Κόσμο. Αξιοποιείται η κυκλική σύνθεση και το σχήμα της αποστροφής, καθώς στους στ. 4 και 12 – 13 ο Ποιητής απευθύνεται σε β΄ πρόσωπο στους ζωντανούς. Στους υπόλοιπους στίχους, όπου γίνεται αναφορά στους νεκρούς, χρησιμοποιείται το γ΄ πρόσωπο.

Αξιοποιούνται υποθετικοί λόγοι, ενώ ο τόνος του Σονέτου είναι παραινετικός κι αποτρεπτικός. Η επιμελημένη επεξεργασία του στίχου φαίνεται από τη χρήση ποιητικών λέξεων, τις συνιζήσεις, την ποικιλία της ομοιοκαταληξίας, τη χρήση εκφραστικών μέσων, όπως: Οξύμωρο: καλότυχοι νεκροί. Συνεκδοχή: την πίκρια ( αντί: τις πίκριες), λιβάδι’  απ’ ασφεδίλι (αντί: από ασφοδίλια). Μεταφορά: κρουσταλλένια βρύση, Υπερβατό:  ξαναθυμούνται διαβαίνοντας λιβάδι’ απ’ ασφοδίλι πόνους παλιούς. Μετωνυμία: τα μάτια σου ας θρηνήσουν (= εσύ ας θρηνήσεις με δάκρυα από τα μάτια σου), κρουσταλλένια βρύση (= βρύση με το κρουσταλλένια νερό). Αντίθεση: κρουσταλλένια βρύση – βούρκος το νεράκι θα μαυρίσει, Κύκλος: με το ρήμα λησμονώ αρχίζει και κλείνει το Ποίημα σχηματίζοντας κυκλική σύνθεση (αρχικά αναφέρεται στους νεκρούς και στο τέλος στους ζωντανούς). Αποτροπή: Μην τους κλαις. Προτροπή: Να κλαις Στίχος: Ιαμβικός 11σύλλαβος. Ομοιοκαταληξία: σταυρωτή στις δύο πρώτες στροφές, πλεχτή και ζευγαρωτή στις δύο τελευταίες στροφές.

Οι  νεκροί διατηρούν ιδιότητες των ζωντανών :Έχουν ανθρώπινες συνήθειες. Σωματικές ανάγκες κι αισθήσεις (διψούν). Ψυχικές λειτουργίες (θυμούνται, νοσταλγούν). Το Σονέτο αξιοποιεί στοιχεία της Παράδοσης (το λιβάδι με τα ασφοδίλια όπου οι ψυχές των νεκρών τριγυρνούν γαλήνια, η πηγή με νερό της λήθης στον Κάτω Κόσμο). Κατά τον Ησίοδο, στην Ελληνική Μυθολογία η Λήθη ήταν θυγατέρα της Έριδας και προσωποποίηση της λήθης, δηλαδή της λησμονιάς και της αγνωμοσύνης. Τη θεωρούσαν μιά από τις Ναϊάδες Νύμφες. Σύμφωνα με ορισμένες πηγές, η Λήθη ήταν η μητέρα των τριών Χαρίτων. Από τη Λήθη πήραν τ’ όνομά τους μία πηγή κι ένας από τους πέντε ποταμούς του Άδη [ο Άδης στην Ελληνική Μυθολογία γενικά  σήμαινε τον Κάτω Κόσμο όπου μεταβαίνουν οι ψυχές μετά θάνατο, αλλά και την ιδεατή ανθρωπόμορφη δύναμη που κυβερνούσε αυτόν τον χώρο. Η λέξη αρχικά αναφερόταν αποκλειστικά στον Θεό Άδη.

Η γενική πτώση της λέξης (Άδου), ήταν συντόμευση της φράσης σπίτι του Άδη, αλλά τελικά κι η ονομαστική της λέξης άρχισε να περιγράφει την κατοικία των νεκρών], από τα ύδατα του οποίου έπιναν οι κατερχόμενοι νεκροί γιά να λησμονήσουν το παρελθόν, την επίγεια ζωή τους, η ‘Αρνη [είναι μία πηγή στην Άνδρο, αν και στην Αρχαία Ελληνική Μυθολογία, Άρνη ήταν η πηγή που βρισκόταν στον Κάτω Κόσμο, στη Λήθη, από όπου έπιναν οι νεκροί γιά να ξεχάσουν τι άφηναν στον επάνω Κόσμο. Επίσης κυριαρχεί η πίστη στην ιαματική και μαγική  δύναμη του νερού, που υμνήθηκε από τη Λαϊκή μας Παράδοση ως σύμβολο ζωής.

Μόνο που αυτά τα στοιχεία χρησιμοποιούνται με ανοίκειο τρόπο κι έχουμε αντιστροφή της παράδοσης, αφού:  ο θάνατος, τον οποίο ο Λαός μας αποστρέφεται, όπως φαίνεται από χαρακτηριστικά μοιρολόγια και τραγούδια του Κάτω Κόσμου, παρουσιάζεται στο συγκεκριμένο Σονέτο  ως λύτρωση κι απαλλαγή από τις πίκρες της ζωής]. Τον ποταμό Λήθη παρίσταναν ως ένα γέροντα που κρατούσε στο ένα χέρι υδρία και στο άλλο κύπελλο. Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι υπήρχε βωμός της Λήθης στο Ερέχθειον των Αθηνών. Στη Βοιωτία υπήρχε κοντά στο Μαντείο του Τροφωνίου η πηγή της Λήθης και η πηγή της Μνημοσύνης. Οι Αρχαίοι πίστευαν ότι η Λήθη ήταν αδελφή του Θανάτου και του Ύπνου.

Το  Σονέτο του Λ. Μαβίλη μπορεί να συνεξεταστεί με το απόσπασμα της Ομηρικής Οδύσσειας (ραψωδία Λ , στ.534-550) στο οποίο ο Οδυσσέας , κατεβαίνοντας στον Κάτω Κόσμο, γιά να ζητήσει μαντεία από τον Τειρεσία , συναντά την ψυχή του Αχιλλέα και τον καλοτυχίζει γιά την εξέχουσα θέση που είχε όσο ζούσε ανάμεσα στους Ήρωες κι ως Άρχοντας των Νεκρών στον Κάτω Κόσμο. Η απάντηση του Αχιλλέα είναι αποστομωτική: θα προτιμούσε να ζει ξενοδουλεύοντας παρά να είναι Άρχοντας των Νεκρών. Τόσο πολύ του λείπουν οι χαρές της ζωής, ώστε αναιρεί το ίδιο το ηρωικό ιδεώδες και την επιλογή του ένδοξου θανάτου που έκανε ο ίδιος ο Αχιλλέας.

Στο νερό της λησμονιάς αναφέρεται και το ποίημα » Ο Τάφος» του Κωστή Παλαμά. Μόνο που ο τραγικός πατέρας προτρέπει το αδικοχαμένο παιδί του να μην γευτεί αυτό το νερό και χάσει κάθε ανάμνηση της ζωής και των αγαπημένων του προσώπων και κάθε επιθυμία επανασύνδεσης με τον κόσμο των ζωντανών.

Αλλά και το ποίημα »Φωνές» του Κωνσταντίνου Καβάφη προτείνει μία διαφορετική στάση ζωής: οι ζωντανοί  δεν οφείλουν να λησμονήσουν τα αγαπημένα πρόσωπα που έχασαν γιά να μην τους προκαλέσουν πρόσθετη πίκρα. Αντίθετα, οι φωνές και τα λόγια των αγαπημένων που χάσαμε είναι μία παρηγοριά, μία γοητευτική μουσική την οποία με τη μνήμη -συνειδητά ή ασυνείδητα- ανακαλούμε.

 

Share This Post | Μοιραστείτε αυτο το αρθρο

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Mynima Hellas News *