Dimitris Damaskinos

Ο άνθρωπος Τάσος Λειβαδίτης, του Γιώργου Μαρκόπουλου

Ο άνθρωπος Τάσος Λειβαδίτης, του Γιώργου Μαρκόπουλου
Decrease Font Size Increase Font Size Text Size Print This Page

του Γιώργου Μαρκόπουλου 1

Ο Τάσος Λειβαδίτης, σχέδιο του Γιάννη Ρίτσου

Τον Τάσο Λειβαδίτη τον γνώρισα περί τα τέλη της δικτατορίας στο μικρό μαγαζάκι του «Κέδρου» και αμέσως μου έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση η έμφυτη ευγένεια, το διάφανο βλέμμα αλλά και το εξαιρετικά προσεγμένο ντύσιμό του (σακάκι καρό, φουλάρι δεμένο κάπως σαν γραβάτα και κασκετάκι μαύρο, ναυτικό). Η γνωριμία αυτή όμως δεν είχε συνέχεια, μέχρι το 1975, οπότε χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα το ότι ήθελα να του δείξω κάποια ποιήματά μου, με κάλεσε αμέσως στο σπίτι του, ένα διαμέρισμα στην οδό Αχαρνών 35, στον 4ο όροφο, γεγονός το οποίο στάθηκε πολύ καθοριστικό στη ζωή μου, αφού από τη στιγμή εκείνη – σιγά σιγά – άρχισε να με περιβάλλει με μια πατρική σχεδόν αγάπη που μόνο εκείνος ήξερε να προσφέρει.

Γίναμε φίλοι λοιπόν και αρχίσαμε τις βόλτες μας – καθότι και γείτονες – γύρω από τον Άγιο Παντελεήμονα και τα πέριξ δρομάκια ή την περιοχή του Σταθμού Λαρίσης επίσης, πάντα μεσημεράκι για ούζο πριν το φαγητό, διότι το βράδυ πηγαίναμε σε μια ταβέρνα που λειτουργούσε και σαν παντοπωλείο, στην οδό Διδύμου, ένα μικρό στενάκι ή μαζευόμασταν στο σπίτι τους, όπου η γυναίκα του Μαρία, πρόσωπο εξόχως διακριτικό και αξιολάτρευτο, καθώς και η κόρη τους Βάσω, μου σερβίριζαν του κόσμου τα καλά, καθώς και ένα σπάνιο (χύμα) κρασί, που δεν ξέρω πού το έβρισκαν. Εκεί, στις συνάξεις μας αυτές, γνώρισα και τους φίλους του: τον Γιώργο Δουατζή, τον Γιάννη Βάγια και τη γυναίκα του Αγγελική, την Λίλα Κουκουλάκου, τον Ε. Χ. Χατζηγιάννη, τον Γιώργο Τσαγκάρη, τον Σταύρο Στρατηγάκο, τον Μάκη Χαλά (άντρα της Βάσως), τον Στέλιο (παιδί του Μάκη και της Βάσως), τον Απόστολο Μπενάτση (κάπως αργότερα), τον Γιάννη Κουβαρά και την γυναίκα του Αλεξάνδρα Μπουφέα από τους νεότερους (όλοι πολύ δικοί μου άνθρωποι μέχρι και σήμερα), καθώς και τους Νόλη Δρίβα και την γυναίκα του Μαρούσα, τον Δημήτρη Δαβία, τον Θανάση Κωνσταντίνου αλλά και τον Γιώργο Παπαλεονάρδο από τους παλαιότερους, συναγωνιστές και σύντροφοι άπαντες από τα χρόνια εκείνα, τα παλιά. Λίγο αργότερα μάλιστα, όταν προσετέθη στην παρέα μας και ο Μανώλης Πρατικάκης, πηγαίναμε βόλτες αποκλειστικά οι τέσσερίς μας (Πρατικάκης, ζεύγος Λειβαδίτη και εγώ) στη Νέα Φιλαδέλφεια, στο Κεφαλάρι, στον κήπο του Βάρσου στην Κηφισιά και στη Νέα Μάκρη, όπου νοίκιαζαν ένα σπιτάκι για την καλοκαιρινή τους ξεκούραση, κατά τις οποίες βόλτες, εγώ μακάριζα κρυφά τον εαυτό μου, για την ευτυχία που βίωνα, βλέποντας και ακούγοντας αυτόν τον από άλλον κόσμο, πράγματι, φερμένον άνθρωπο. Και όντως, από άλλον κόσμο ήταν φερμένος, ο Τάσος Λειβαδίτης. Άδολος σαν παιδί και βαθύτατα σεμνός, τόσο που δεν μιλούσε ποτέ για τον εαυτό του, άλλαζε κουβέντα αμέσως όταν εσύ ήθελες να πεις κάτι γι’ αυτόν. Αποφασιστικά απρόθυμος στο να ακούσει οτιδήποτε αρνητικό για κάποιον άλλο (Όταν κάποτε για την κακοδαιμονία της Αριστεράς, του είπα ότι πιστεύω πως ρόλο σημαντικό έπαιξαν και οι συμπάθειες είτε οι αντιπάθειες – για να μην πω μίση ορισμένων προσώπων, αναφέροντας μάλιστα και κάποιους, μου συνέστησε να περιγράφω τα πράγματα με τρόπο τέτοιο που όλα να φαίνονται χωρίς όμως για να τα στηρίξω να χρειάζεται να κατονομάζω πράξεις ή πρόσωπα).
Αταλάντευτα πιστός στις φιλίες του (μιλούσε κάθε πρωί που ξυπνούσε και κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί επί δεκαετίες με τον Γιάννη Ρίτσο και, όσες φορές είχε τύχει να είμαι αυτήκοος, με κυρίευε ένα συναίσθημα πληρότητας, σπάνιο). Ευαίσθητος όσο δεν μπορεί κανείς να φανταστεί (από κάποια χρονική στιγμή και μετά, για να πάμε στην Πλατεία Βικτωρίας κάναμε κύκλο ολόκληρο, και όταν τον ρώτησα «γιατί», μου απάντησε ότι είχε δανείσει στη Χέυδεν πεντακόσιες δραχμές σε έναν ψαρά και δεν ήθελε να περνάει για να μη θεωρήσει ότι το κάνουμε για να του υπενθυμίζει το χρέος.

Ο Τάσος Λειβαδίτης μαζί με τον Γιάννη Ρίτσο στην εξορία

Αυστηρός αλλά και εξαιρετικά προσεκτικός ώστε να μη στερήσει από τον άλλο, έστω και στο ελάχιστο, από εκείνο που πίστευε ότι του ανήκει («την ιστορία στον πόλεμο δεν την γράφουν μονάχα οι στρατηγοί αλλά, περισσότερο, οι απλοί στρατιώτες» μου απάντησε, όταν κάποτε τόλμησα να του υπαινιχθώ ότι στα κριτικά του σημειώματα ήταν κάπως περισσότερο ανοιχτός, σε συλλογές που κατά τη γνώμη μου δεν έπρεπε).

Αγιάτρευτα ρομαντικός («αυτή η σάλα είναι για να χορεύεις βαλς ύστερα από πενήντα χρόνια με την πιο αγαπημένη σου, της εποχής εκείνης, συμφοιτήτρια», μου είπε όταν περνούσαμε ένα βράδυ έξω από το «Σεσίλ»). Με ένα σπάνιο και πηγαίο χιούμορ («από τις γυναίκες πρέπει να ζητούμε συγγνώμην, όχι για να τηρήσουμε το λόγο μας, αλλά για να είμαστε καθαροί για την επόμενη αμαρτία» μου έλεγε χαμογελώντας ωραία, κάθε φορά που διαισθανόταν κάποιες δικές μου αντίθετες απόψεις).
Ονειροπόλος και «εύθραυστος» («δεν κρύβουν μια παρακμή;», του είπα κάποια μέρα επειδή με απίστευτη επιμονή μού τραγουδούσε τραγούδια του πολύ στενού του φίλου Φώτη Πολυμέρη – «Ναι – είπε – μόνο που η παρακμή σε κάνει και ματώνεις, ενώ η πρόοδος σου φέρνει μια ψευτοχαρωπή και μόνον, ελπίδα»), αλλά και ιδιαίτερα διακριτικός, τόσο που ποτέ δεν προσπαθούσε να επιβάλλει τη γνώμη του ή τα «πιστεύω» του σε κανέναν (ακόμη και στις στιγμές που η προσήλωσή του στον Θεό και τον Χριστό βρισκόταν σε έξαρση, ούτε μια φορά δεν μου πρότεινε να πάμε στην Εκκλησία ή σε κάποια άλλη εκδήλωση, σχετική).

Επειδή όμως στη ζωή τα πράγματα σχεδόν ποτέ δεν έρχονται όπως τα θέλουμε και επειδή ο «Κύριος» εκείνος για τον οποίον ο ίδιος ο Λειβαδίτης στα εξαίσια «Λυρικά» του μας είχε ειδοποιήσει λέγοντάς μας «ποιος είναι μη ρωτάς αυτός που στέκει εκεί στη δύση, πολύ να μ’ αγαπάς, αυτός θα μας χωρίσει», ο «Κύριος» εκείνος λοιπόν, για άλλη μια φορά, δεν θέλησε να καθήσει ήσυχος. Έτσι, ο Λειβαδίτης, από τις αρχές του 1988, παραπονιόταν συνέχεια ότι δεν μπορούσε να χωνέψει καλά, και ότι είχε φουσκώματα, με αποτέλεσμα ο Γιάννης Ρίτσος ένα πρωί να τον στείλει σχεδόν δια της βίας, σε κάποιον φίλο του γιατρό, στο «Γενικό Κρατικό», ο οποίος όταν τον εξέτασε, δεν τον άφησε να γυρίσει στο σπίτι ούτε για τις μπιτζάμες του, που λέμε. Ειδοποιηθήκαμε όλοι από την Μαρία και σπεύσαμε κάνοντας για όλο εκείνο το διάστημα το νοσοκομείο σπίτι μας. Υπεβλήθη σε δύο απανωτές εγχειρήσεις, ανευρύσματος αορτής και στο τέλος στις 30 Οκτωβρίου 1988, Κυριακή τα χαράματα, υπέκυψε. Στην εντατική βρισκόμουν από νωρίς το απόγευμα εγώ και ο Πρατικάκης, τον οποίο και παρεκάλεσα, μην αντέχοντας να είμαι ένας εξ εκείνων που θα ανακοίνωναν το θλιβερό νέο στους απέξω, να φύγω και να αναλάβει μονάχος του αυτόν τον άχαρο ρόλο, χατίρι, το οποίο και μου έκανε. Έφυγα λοιπόν, και πηγαίνοντας μόνο στα δεντράκια του νοσοκομειακού αλσυλλίου, έκλαψα, έκλαψα, σπαραχτικά έκλαψα, γιατί αν και από μέρες φαινόταν ότι θα συνέβαινε αυτό που συνέβη, ένα μεγάλο κεφάλαιο της ζωής μου, συνειδητοποίησα ότι είχε πλέον για πάντα χαθεί.

Ταραχή μεγάλη, πιστέψτε με, αν και έχουν περάσει τόσα χρόνια, με κατέλαβε αμέσως σαν τελείωσα το παραπάνω κείμενο, ώστε κάθισα μέσα στη λύπη και θυμήθηκα και πάλι όλα ετούτα που έγραψα.
Όπως επίσης, θυμήθηκα το σπίτι της Αχαρνών: οικογενειακές φωτογραφίες στο σαλόνι, το γνωστό πορτραίτο του ποιητή καμωμένο από την Βάσω, τραπεζαρία με λεονταρόποδα και ουδεμία διάκριση ή βραβείο κορνιζαρισμένη. Η καρέκλα του στο χολ, η τηλεόραση, η καρέκλα της Μαρίας και η καρέκλα του επισκέπτη, καθώς και ένα τραπεζάκι στη μέση, όλα μαύρα, με το δικέφαλο αετό σκαλισμένο, που ήταν εκείνη την εποχή της μόδας. Το παλιό σκούρο – κάσια – καφέ γραφείο του στο χώρο που διάβαζε ή έγραφε, την κουνιστή πολυθρόνα και την προσωπογραφία της μητέρας του. Την τρελή ζητιάνα, θυμήθηκα ακόμη, στον άγιο Παντελεήμονα, όταν μήνες πολλούς μετά το θάνατό του, με σταμάτησε και με ρώτησε: «Πού πήγε αυτός με το μούσι, που περνούσατε το μεσημέρι μαζί;», «Γιατί;», τη ρώτησα. «Γιατί ερχόταν κάθε πρώτη και δεκαπέντε και μου έδινε λεφτά», μου είπε – κάτι φυσικά που ο ίδιος δεν μου είχε ποτέ αποκαλύψει.

Την στιγμή που ψάχναμε με τον Νόλη, τον Δουατζή και τον Βάγια, έφερα επίσης στο νου, να βρούμε τι θα γράψουμε στον τάφο και κατά δική μου πρόταση μέσα στην πίκρα μας, ενθουσιασμένοι καταλήξαμε στο δίστιχο του ίδιου του Τάσου «Κάποτε θα ξανάρθω. Είμαι ο μόνος κληρονόμος./ Και η κατοικία μου είναι παντού όπου κοιτώ», αλλά και πολλά άλλα πράγματα θυμήθηκα, όπως π.χ. το ρίγος, τη στιγμή όπου μαζί με την Μαρούσα πιάσαμε στα χέρια μας τα «Χειρόγραφα το Φθινοπώρου» χωρίς τίτλους, και προσπαθούσαμε – κάτι που επωμίστηκε η Μαρούσα εν τέλει- να βάλουμε τίτλους, την συγκίνηση, τη μεγάλη συγκίνηση της Μαρίας κατά την επίσκεψή μας μαζί με τον Αντώνη Φωστιέρη, προκειμένου να μας δώσει φωτογραφίες για το αφιέρωμα της «Λέξης», αλλά και τη βαριά θλίψη μας κατά την κηδεία της, αργότερα, τη δική της και της Βασούλας – της τόσο άτυχης Βασούλας – προπάντων, την νοσταλγία για εκείνα τα παλιά μαγέρικα, τέλος, που πηγαίναμε με τον Τάσο, την τόσο έντονη και διαπεραστική νοσταλγία, που λέω κάποια μέρα που θα βρέχει, να μπω σε ένα από αυτά τα φτωχά καπηλειά, τα καρβουνιάρικα, και πίνοντας βαρελίσιο φτηνό κρασί, να θυμηθώ στίχους του. Μια βραδιά μάλιστα κρύα, το έπραξα ήδη για να είμαι ειλικρινής, κάπου στον Κεραμικό, όταν βγήκα από ένα θέατρο όπου έπαιζε ο φίλος μου ο Πάνος Σκουρολιάκος το έργο του Χουρμούζη «Ο Λεπρέντης», μα μόλις άνοιξα την πόρτα του μαγαζιού έκανα πως κάποιον ψάχνω – που δεν τον έβρισκα φυσικά – και ως εκ τούτου έφυγα, γιατί κατάλαβα από το πώς κοίταζαν την αμφίεσή μου, τη γραβάτα μου και το παλτό, ότι χτύπησα πια σε λάθος πόρτα.

  1. Το κείμενο διαβάστηκε στο «Συνέδριο στη μνήμη του Τάσου Λειβαδίτη», που οργάνωσε το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και το Μορφωτικό Ίδρυμα της Ε.Σ.Η.Ε.Α. στις 8 και 9 Μαΐου 2009, στην Αθήνα.

Ο Γιώργος Τσαγκάρης διαβάζει Τάσο Λειβαδίτη (Μέρος 1ο)

 

Τάσος Λειβαδίτης – Κ. Καραμπέτη Τα μοναχικά βήματα

Share This Post | Μοιραστείτε αυτο το αρθρο

You must be logged in to post a comment Login