VASILIOS GIKAS -Oικονομολογος Αθηνα

753 π.Χ. – 1453 μ.Χ., από την ίδρυση της Ρώμης στην Πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας της Ανατολής και της Δύσης.

753 π.Χ. – 1453 μ.Χ., από την ίδρυση της Ρώμης στην Πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας της Ανατολής και της Δύσης.
Decrease Font Size Increase Font Size Text Size Print This Page

Άρθρο του Βασίλη Γκίκα ,

753 π.Χ. – 1453 μ.Χ., από την ίδρυση της Ρώμης στην Πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας της Ανατολής και της Δύσης.

Μέρος πρώτον: από τη Ρώμη το 753 π.Χ. μέχρι την Κωνσταντινούπολη το 337 μ.Χ.

Στον Μύθο, η Ρώμη ιδρύθηκε το 753 από τον Ρωμύλο, τον απόγονο του Αινεία, που ήταν ένας επιζών από την Άλωση της Τροίας. Η πόλη εμφανίζεται ξεκάθαρα έξω από τον Μύθο και στην Ιστορία γύρω στο 510, όταν ανακάμπτει από την Ετρουσκική Κυριαρχία της -στα Βορειοδυτικά- και γίνεται Δημοκρατία. Ταχέως μεγάλωσε σε μέγεθος και δύναμη, κατέστη η Ηγετική Πόλη της Κεντρικής Ιταλίας κι ο Ανώτατος Διοικητής του Συνδέσμου των Λατινικών Πόλεων σε περιόδους πολέμου. Το 340 οι Λατινικές πόλεις εξεγέρθηκαν, αλλά η Ρώμη τους νίκησε κι ήρθαν υπό την άμεση Ρωμαϊκή Κυριαρχία το 338.
Μεταξύ 326 – 290 η Ρώμη κέρδισε τον αγώνα γιά τον έλεγχο της Ιταλίας εναντίον του βασικού αντιπάλου της, τους Σαμνίτες στα νοτιοανατολικά, καθώς και τους Συμμάχους της Σαμνίτας -συμπεριλαμβανομένων των Ετρούσκων- και τους Γαλάτες στο βορειοδυτικό. Σχεδόν ολόκληρη η Κεντρική κι η Νότια Ιταλία εντάσσονται στη Ρωμαϊκή Κυριαρχία. Υπό την απειλή της, οι Ελληνικές Πόλεις στην «μοναδική» Ιταλία κάλεσαν τον Πύρρο, τον Έλληνα Βασιλιά της Ηπείρου. Νίκησε τις Ρωμαϊκές Λεγεώνες στις περισσότερες νότιες περιοχές της Ιταλίας το 279. Ωστόσο οι απώλειες στις δικές του Δυνάμεις ήταν τεράστιες, από τις οποίες προέκυψε η φράση Πύρρειος Νίκη. Ο Πύρρος συνέχισε να κατακτά τη Σικελία από τους Καρθαγίνους, που ήταν Σύμμαχοι της Ρώμης σε αυτόν τον πόλεμο. Οι Ρωμαίοι πήραν τελικά το καλύτερο του Πύρρου στο 275 κι από το 272 είχαν εξασφαλίσει το σύνολο της Νότιας Ιταλίας.
Ο επόμενος στόχος της επιθετικότητας της Ρώμης ήταν η μεγάλη ναυτική Αυτοκρατορία της Καρχηδόνας. Ο πρώτος Καρχηδονιακός Πόλεμος των 264-241 κατέληξε σε μία καρθαγινική ήττα. Τα δυτικά Μεσογειακά νησιά της Σικελίας, της Σαρδηνίας και της Κορσικής παραχωρήθηκαν στη Ρώμη. Η Ρώμη απέκτησε εδάφη σε όλον τον Ατλαντικό στον Πειρατικό Πόλεμο στη δεκαετία του ’20 και συγχρόνως κατέκτησε τους Κέλτες στη Βόρεια Ιταλία και συνέχισε να κατακτά το μεγαλύτερο μέρος της Χώρας από το 155. Εν τω μεταξύ, η Καρχηδόνα είχε αποκαταστήσει τη θέση της κατακτώντας μεγάλο μέρος της Ισπανίας κι εδώ ξεκίνησε ο δεύτερος Καρχηδονιακός Πόλεμος το 219, αυτή τη φορά ήταν ένας πόλεμος γιά επιβίωση. Ο Καρχηδόνιος Στρατηγός Αννίβας νίκησε τους Ρωμαίους στην Ισπανία κι εισέβαλε στην Ιταλία πάνω από τις Άλπεις. Εκεί προκάλεσε τη μιά ήττα μετά την άλλη στις Ρωμαϊκές Λεγεώνες, το χειρότερο ήταν στις Κάννες της Ιταλίας το 216, όπου οι Ρωμαίοι έχασαν περίπου 30.000 Λεγεωνάριους. Όπως κατά την εισβολή του Πύρρου, οι Σαμνίτες αποστάτησαν και το ίδιο έκανε κι ο Ελληνικός Νότος, ακολουθούμενος από τις Συρακούσες στη Σικελία το 214. Παρά τις νίκες του, ο Αννίβας δεν ήταν διατεθειμένος να κινηθεί προς τη Ρώμη κι οι Ρωμαϊκές Λεγεώνες τελικά εξασφάλισαν μία νίκη εναντίον του το 211. Αλλού οι Ρωμαϊκές Δυνάμεις είχαν το πάνω χέρι. Το 203 ο Αννίβας έφυγε από την Ιταλία, γιά να υπερασπιστεί την Καρχηδόνα ενάντια σε ρωμαϊκή επίθεση. Εκεί τον νίκησε ο Ρωμαίος Στρατηγός Σκιπίων το 202 κι ο πόλεμος ολοκληρώθηκε με σκληρούς Όρους που επιβλήθηκαν στην Καρχηδόνα. Η Ρώμη απέκτησε ολόκληρη την ανατολική ακτή της Ισπανίας.
Ως συνήθως, η Ρώμη βρισκόταν σε πόλεμο τις περισσότερες φορές και παντού οι Λεγεώνες της τελικά είχαν επιτυχίες. Η Μακεδονία προσαρτήθηκε το 148 στην Ελλάδα και στην Καρχηδόνα 2 χρόνια αργότερα. Μέχρι αυτή την εποχή, ο Δήμος Ρώμης έφτασε τα 100.000 Τμήματα κι οι μόνοι αντίπαλοι του Αντιόχεια, η Πρωτεύουσα του ταχέως συρρικνούμενου Βασιλείου των Σελευκιδών και της Αλεξάνδρειας, Πρωτεύουσας του Βασιλείου των Πτολεμαίων της Αιγύπτου. Τέτοιο ήταν το κύρος της Ρώμης ώστε ο Βασιλιάς της Περγάμου στη Δυτική Ανατολία υποκλίθηκε στο αναπόφευκτο και το 133 κληροδότησε το Βασίλειό του στη Ρώμη. Το 100 η Ρώμη στην Ανατολή εκτείνετο μέχρι το Βασίλειο της Περγάμου. Μόνο το Βασίλειο του Πόντου, στη νότια ακτή της Μαύρης Θάλασσας, τολμούσε ν’ αμφισβητήσει τη Ρωμαϊκή Υπεροχή. Μεταξύ 110 – 100, ο Βασιλιάς Μιθριδάτης (120-66) υπερτετραπλασίασε την Επικράτειά του, επεκτάθηκε προς τ’ ανατολικά και προς βορρά, κατακτώντας τα Ρωμαϊκά Προτεκτοράτα στην Κεντρική Ανατολία και βορειοανατολικά, κατακτώντας προσωρινά το Βασίλειο του Βοσπόρου στην βόρεια ακτή της Μαύρης Θάλασσας.
Το 88, καθώς η Ιταλία μόλις τελείωσε από τον Κοινωνικό Πόλεμο, ο οποίος υποχρέωσε τη Ρώμη να επεκτείνει την Ιθαγένεια σε όλη την Ιταλία, ο Μιθριδάτης κόλλησε προς τα δυτικά. Το 86 η Νότια Ελλάδα αποτάθηκε στον Μιθριδάτη κι έλαβε Ποντικό Στρατό. Η στρατηγική θέση της Ρώμης στην Ανατολή φάνηκε να καταρρέει. Οι προσπάθειες της Ρώμης να επαναφέρει τον Μιθριδάτη στη θέση του παρεμποδίστηκαν από εμφύλιες διαμάχες στη Ρώμη μεταξύ των Λαϊκών μ’ επικεφαλής τους τον Μάριο και τους Αριστοκράτες μ’ επικεφαλής τους τον Σύλλα. Ο Σύλλας νίκησε τον Μιθριδάτη το 85 και τ’ ανατολικά σύνορα αποκαταστάθηκαν το 81. Όμως, ο Μιθριδάτης δεν παραιτήθηκε κι ο διαδόχου του Σύλλα Πομπήιος στάλθηκε ανατολικά ξανά. Μέχρι το 66, η Ρωμαϊκή νίκη ήταν πλήρης: ο Μιθριδάτης αυτοκτόνησε, η ακτή του Πόντου κι η Συρία συμπεριλαμβανομένη, προσαρτήθηκε στη Ρώμη και το εσωτερικό αναγκάστηκε σε υποταγή. Στη Δύση, ο αντίπαλος του Πομπήιου Γάιος Ιούλιος Καίσαρ, ανιψιός του Μάριου, είχε ακόμη πιό θεαματικά κέρδη κατά τη διάρκεια του Στρατιωτικού Διορισμού του, κατακτώντας όλη τη Γαλατία το 51 κι έκανε επιδρομή στη Βρετανία. Μέχρι εκείνη την εποχή το Δημοκρατικό Σύστημα ήταν καθαρό, διότι οι αντίπαλοι Στρατηγοί ζήτησαν απόλυτη Εξουσία ή μερίδιο σε αυτή.
Οι Εμφύλιοι Πόλεμοι της περιόδου 49 – 30 έληξαν με αυτήν την απόλυτη Εξουσία στα χέρια του Οκταβιανού, μεγάλανιψιός κι υιοθετημένος γιός του Καίσαρα. Το 27 η Σύγκλητος του απένεμε τον τιμητικό τίτλο Augustus, Σεβαστός. Ως πρώτος Αυτοκράτορας της Ρώμης ήταν προσεκτικός, ώστε να διατηρήσει τα Θεσμικά Όργανα της Δημοκρατίας και τη μυθοπλασία του ρόλου τους στην Κυβέρνηση. Από νομική άποψη, ήταν απλώς ο Ηγεμών, ο Πρώτος Πολίτης, επομένως το Σύστημα αυτό ονομάζεται Ηγεμονικό: το Ηγεμών είναι το όνομα που δίνεται μερικές φορές στην πρώτη Περίοδο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από την ίδια την ενσάρκωση όλων των Αρετών που αποδίδονται στον Ιδανικό Κυβερνήτη (όπως και πριν από τον Ελληνικό Τύραννο), η πιό ευτυχισμένη κι η πιό Παραγωγική Περίοδος στην Ανθρώπινη Ιστορία κι αναγνώρισε το Σύστημα της Διαδοχής ως βασικό παράγοντα. Όχι απλός Πολιτικός, ο Οκταβιανός ολοκλήρωσε το εγχείρημα, προσαρτώντας ή μειώνοντας το σύνορά του νότια του Δούναβη και του Ρήνου, ανατολικά του Ευφράτη και βόρεια της Σαχάρας. Το πιό φιλόδοξο έργο ήταν να κατακτήσει τη Γερμανία, το οποίο φαινόταν απτό από το 9 π.Χ. Η Γερμανία αποδείχτηκε περισσότερο πρόβλημα απ’ ότι άξιζε, όταν 3 Λεγεώνες, περίπου 15.000 Άνθρωποι, έπεσαν στο τροπικό δάσος του Teutoburg στις 9 Αυγούστου. Τα σύνορα τραβήχτηκαν πίσω στον Ρήνο, αλλά σε άλλα μέρη η μέτρια επέκταση συνεχίστηκε από τους Συγγενείς του Οκταβιανού, τη Δυναστεία του Ιούλιου Κλαύδιου, πιό συγκεκριμένα, η Βρετανία κατακτήθηκε, 43 – 80. Το 68, ο βαθιά μη δημοφιλής Νέρων, τελευταίος από τους Ιούλιου Κλαύδιου, αυτοκτόνησε.
Από τον επακόλουθο Εμφύλιο Πόλεμο ο Διοικητής των ανατολικών Στρατευμάτων, ο Φλαβιανός, βγήκε νικηφόρος. Το τέλος της βραχύβιας Δυναστείας του το 96 ακολούθησε σχεδόν ένας αιώνας σταθερής κ’ ικανής Διακυβέρνησης από τους Υιοθετημένους Αυτοκράτορες, που ονομάστηκαν έτσι επειδή ο καθένας υιοθέτησε τον πιό υποσχόμενο από αυτόν τον πλέον συνειδητό ως Διάδοχό του.
Αυτή ήταν η εποχή που ο Γίββων την αποκάλεσε Περίοδο στην Ιστορία του Κόσμου, κατά την οποία η Κατάσταση του Ανθρώπινου Αγώνα ήταν η πιό ευτυχισμένη κι η πιό ευημερούσα. Ο πληθυσμός της Ρώμης αντικατόπτριζε αυτό, φτάνοντας ίσως 500.000, τον μεγαλύτερο στον Κόσμο. Ως επί το πλείστον οι Υιοθετημένοι Αυτοκράτορες ήταν ικανοποιημένοι να διατηρήσουν τα εδαφικά όρια της Αυτοκρατορίας, αλλά η αξιοσημείωτη εξαίρεση είναι ο Τραϊανός (98-117). Κατέκτησε τους απειλητικούς Δάκες στη βόρεια ακτή του Δούναβη (101-106) και το 114 έκανε πόλεμο με την Παρθική Αυτοκρατορία, τον αντίπαλο της Ρώμης στην Ανατολή. Προσάρτησε την Αρμενία το 114, τη Βόρεια Μεσοποταμία το 115 και κατέλαβε τη Νότια Μεσοποταμία μέχρι τον Περσικό Κόλπο το 116. Οι κατακτήσεις του Τραϊανού στην Ανατολή θα ήταν δύσκολο να κρατηθούν κι ο Διάδοχός του Αδριανός (117-138) διερεύνησε αμέσως τα σύνορα πίσω στον Ευφράτη, αν κι η Αρμενία παρέμεινε Κράτος Πελατών.
Η ακόλουθη Pax Romana διήρκεσε μέχρι τη δολοφονία του Κόμοδου, του τελευταίου Υιοθετημένου Αυτοκράτορα. Τον επακολουθήσαντα Εμφύλιο Πόλεμο (193 – 197) κέρδισε ο Σεπτίμος Σεβήρος, του οποίου η Δυναστεία διατήρησε τη σταθερότητα μέχρι το 235. Γιά μιά Αυτοκρατορία πλούσια σε κατακτήσεις και λεηλασίες, η Ειρήνη δεν σημαίνει αναγκαστικά την Ευημερία. Το Νόμισμα μειώθηκε σε αξία επανειλημμένα από το 170 και εφεξής κι από τη στιγμή που η περιεκτικότητα σε άργυρο ήταν σε μικρό ποσοστό. Το 212 όλοι οι Ελεύθεροι Άνθρωποι στην Αυτοκρατορία έγιναν Ρωμαίοι Πολίτες, σε μία προσπάθεια ν’ αυξήσουν τη Φορολογική τους Βάση. Με την Οικονομική Πτώση ήρθε η Πολιτική Αστάθεια: τον μισό αιώνα μετά το 235, υπήρχαν 15 Αυτοκράτορες, οι περισσότεροι κυβερνώντας λίγα χρόνια. Την ίδια στιγμή, οι εχθροί της Ρώμης έχουν γίνει πιό ισχυροί. Στην Ανατολή τους Πάρθιους αντικατέστησαν το 226 οι Σασσανίδες Πέρσες, που προσπάθησαν ν’ αποκαταστήσουν την από 700 χρόνια πριν Δόξα της Περσικής Αυτοκρατορίας. Έφυγαν από την Αντιόχεια το 253 και φυλάκισαν τον Αυτοκράτορα Βαλεριανό στην Έδεσσα το 260. Ταυτόχρονα, οι Γερμανοί εισέβαλαν βαθιά στην Αυτοκρατορία, φτάνοντας στη Μεσόγειο σε πολλά σημεία. Η ανικανότητα της Αυτοκρατορίας έσπρωξε τους Περιφερειακούς Διοικητές να καταλάβουν τον έλεγχο στις χειρότερες πληγείσες περιοχές. Στη Δύση, ο Marcus Cassianius Latinius Postumus ίδρυσε μια Γαλλική Αυτοκρατορία το 260, συμπεριλαμβανομένης της Ισπανίας και της Βρετανίας. Στην Ανατολή, η Ημιανεξάρτητη εμπορική πόλη Παλμύρα έγινε το Κέντρο Αντίστασης. Ο Ηγεμόνας του, Septimius Odaenathus (μικρό αυτί), χτύπησε τους Πέρσες κι ακόμη κατάλυσε την Πρωτεύουσά τους Ctephiston. Μετά τον θάνατό του το 267, η πιό φιλόδοξη χήρα του, η Ζηνοβία, πήρε την Εξουσία κι είχε μέχρι το 269 τη Ρωμαϊκή Συρία, την Παλαιστίνη και την Αίγυπτο. Υπό τον Αυτοκράτορα Αυρήλιο, η Ζηνοβία ηττήθηκε και συνελήφθη το 273, ενώ στη Δύση, η Γαλατική Αυτοκρατορία ανακαταλήφθηκε πλήρως από το 275.
Ενάντια στις πιθανότητες, η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία είχε επιβιώσει, χάνοντας περιφερειακά εδάφη κι ακόμα κερδίζοντας μάχες εναντίον των Σασσανιδών. Η σταθερή Διακυβέρνηση αποκαταστάθηκε από τον Διοκλητιανό (284 – 305), αν κι ο Πληθωρισμός συνέχιζε να παραμένει ανεξέλεγκτος. Αναγνωρίζοντας την ανάγκη γιά Περιφερειακούς Διοικητές, χώρισε την Αυτοκρατορία στα δύο, την Ανατολική και τη Δυτική, κάθε μιά κάτω από έναν Αύγουστο. Οι νομικές προθέσεις της Ηγεμονίας εγκαταλείφθηκαν, οι Πολίτες έγιναν αντικείμενο του Αυτοκράτορα, ο οποίος ήταν ο Κύριος τους (Κυριαρχία, από την οποία ονομάζεται Κυρίαρχη Κυβερνητική Μορφή). Ο Διοκλητιανός καθιέρωσε επίσης ένα τακτικό μέσο γιά τη Διαδοχή, την Τετραρχία, όπου συμμετείχαν δύο ακόμα κατώτεροι Αυτοκράτορες, οι Καίσαρες. Αυτό λειτούργησε μόνο μία φορά, όταν αποσύρθηκε ο Διοκλητιανός. Μετά από αυτό, πρακτικά, η πληθώρα των Αυτοκρατόρων και των αποδιοργανωμένους γιούς τους οδήγησαν στον Εμφύλιο Πόλεμο.
Ο τελικός νικητής και μοναδικός Αυτοκράτορας από το 324 έως το 337 ήταν ο Κωνσταντίνος ο Μέγας (κι Άγιος). Είναι αξιοσημείωτος γιά δυό ανυπολόγιστα σημαντικές Αποφάσεις: 1. Επέβαλε τον Χριστιανισμό και κάτω από τη Δυναστεία του, η οποία διήρκεσε μέχρι το 363, έγινε η Κυρίαρχη Περιφέρεια της Αυτοκρατορίας. & 2. Ίδρυσε τη Νέα Ρώμη, μία Χριστιανική Πρωτεύουσα, στην Περιοχή του Βυζαντίου, το 330. Μία δεύτερη Σύγκλητος δημιουργήθηκε γιά την Κωνσταντινούπολη -όπως σύντομα έγινε γνωστή- και κάθε Σύγκλητος όρισε τώρα έναν Σύμβουλο κάθε χρόνο. Όπως συνέβη κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας, στην οποία οι δύο Σύμβουλοι μοιράστηκαν την Εκτελεστική Εξουσία, τα ονόματά τους χρησιμοποιήθηκαν γιά τον προσδιορισμό του έτους. Στην Ανατολή, η Κωνσταντινούπολη κρατούσε επίσης το Αυτοκρατορικό Δικαστήριο, ενώ στη Δύση ήταν στο Μιλάνο κι από τα 405 στη Ραβέννα. Πρόκειται γιά μία νέα κατάσταση, μιάς Αυτοκρατορίας με δύο Πρωτεύουσες, τη Ρώμη και την Κωνσταντινούπολη. Επιπλέον, ο Κωνσταντίνος δημιούργησε ένα νέο χρυσό νόμισμα, το οποίο επρόκειτο να παραμείνει αμετάβλητο γιά αιώνες και να ξανακερδίσει κάποια εδάφη βόρεια του Δούναβη.

Share This Post | Μοιραστείτε αυτο το αρθρο

You must be logged in to post a comment Login