©Mynima-Hellas.com

ΟΙ ΟΜΙΛΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΚΕ ΤΟΥ ΚΚΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΟΚΙΜΙΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ 1918-1949

ΟΙ ΟΜΙΛΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΚΕ ΤΟΥ ΚΚΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΟΚΙΜΙΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ 1918-1949
Decrease Font Size Increase Font Size Text Size Print This Page

Παρουσίαση της μεθοδολογίας και των περιεχομένων των τόμων από την Ελένη Μπέλλου, μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ

Το
ΚΚΕ επιδιώκει στην πράξη ν’ ανταποκρίνεται στο χαρακτήρα του, στον προορισμό
του ως επαναστατική ιδεολογική-πολιτική οργανωμένη πρωτοπορία του εργατικού
κινήματος στην Ελλάδα.

Επομένως,
είναι αδήριτη η σχέση του με την ανάγκη μελέτης και έρευνας της ιστορίας αυτού
του κινήματος, όχι μόνο στην Ελλάδα, στις γειτονικές χώρες, αλλά και στις χώρες
που το επαναστατικό εργατικό κίνημα μεγαλούργησε, πραγματοποίησε ιστορικής σημασίας
νίκες ή ήττες όπως στη Σοβιετική Ένωση και όχι μόνο.

Η ιδεολογία του ΚΚΕ, ο επιστημονικός κομμουνισμός, θεμελιώθηκε στα συμπεράσματατης ιστορικής έρευνας της κοινωνικής εξέλιξης, ενσωμάτωσε τα συμπεράσματα τηςδιαλεκτικής υλιστικής έρευνας των τρόπων παραγωγής, συνολικότερα τωνκοινωνικο-οικονομικών σχηματισμών, ειδικότερα ενσωμάτωσε τα συμπεράσματαδιαφορετικών περιόδων του εργατικού κινήματος.

Με
άλλα λόγια, η σχέση του ΚΚΕ με την Ιστορία του δεν είναι σχέση βιωματική,
βιογραφική, ούτε μπορεί να υπάρχει επαναστατικό εργατικό κόμμα, δηλαδή
κομμουνιστικό κόμμα, αν αποσπαστεί από τα επιστημονικά επιτεύγματα, επομένως
και από τα ιστορικά, αν δε διαθέτει τις απαιτούμενες επιστημονικές δυνάμεις για
να μελετά τα κοινωνικά φαινόμενα, ν’ αναπτύσσει την ιδεολογία του
ενσωματώνοντας τα επιστημονικά συμπεράσματα της φυσικής και κοινωνικής
εξέλιξης, της ταξικής πάλης.

Άλλωστε
η σχέση του Κόμματος με την πρωτοπόρα διανόηση σε μεγάλο βαθμό είναι αμφίδρομη.
Γι’ αυτό και σε σημαντικές περιόδους της ύπαρξης του ΚΚΕ, στον α΄ ή β΄ βαθμό
εμπνεύστηκαν και συσπειρώθηκαν ή και εντάχθηκαν στο Κόμμα σημαντικοί ιστορικοί,
πανεπιστημιακοί, επιστήμονες διάφορων γνωστικών αντικειμένων, λογοτέχνες,
καλλιτέχνες, γενικότερα διανοούμενοι.

Απορρίπτουμε
τους ισχυρισμούς όσων εκ του πονηρού προσάπτουν στο ΚΚΕ εμπειρισμό και
υποκειμενισμό, έλλειψη αρμοδιότητας και ικανότητας να μελετήσει την ιστορία
του.

Μετά
τις ανατροπές στη Σοβιετική Ένωση κι σε άλλες χώρες του πρώτου ιστορικού
εγχειρήματος της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, εξέλιξη που αναμφίβολα επέδρασε και
στην εκδήλωση κρίσης στο Κόμμα μας και διάσπασής του το 1991, ακολούθησε μια
πρωτόγνωρη περίοδος για το παγκόσμιο πολιτικό εργατικό κίνημα, το
κομμουνιστικό, βέβαια και στη χώρα μας. Η αναζωπύρωσή του δεν μπορούσε παρά να
γίνει μέσα από τη συνειδητοποίηση των αδυναμιών και των λαθών του, την ανάλυση
των ανώριμων και ασταθών βημάτων του, την ανοιχτή συζήτηση των συμπερασμάτων με
τα μέλη και τους φίλους του Κόμματος, της νεολαίας του, την ανοικτή συζήτηση με
πρωτοπόρους εργάτες και εργάτριες, μισθωτούς και αυτοαπασχολούμενους,
εργαζόμενους μυικά-χειρωνακτικά, αλλά και πνευματικά.

Όλ’
αυτά τα χρόνια, σχεδόν 3 δεκαετίες, οι κομματικές και ΚΝίτικες δυνάμεις, μαζί
με φιλοκομματικές, έδωσαν σκληρές ιδεολογικές – πολιτικές και κινηματικές μάχες
στα εργοστάσια, στους άλλους χώρους εργασίας, στα χωράφια, στα σχολεία και στα
ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα, έδωσαν μάχες για την επιβίωση, για να μην
εξαφανιστεί το συνδικαλιστικό εργατικό κίνημα, το αγροτικό, των
αυτοαπασχολούμενων των πόλεων, το μαθητικό, φοιτητικό-σπουδαστικό, το
ριζοσπαστικό γυναικείο κίνημα, για ν’ αναγεννηθούν και ν’ ανασυνταχθούν
σπάζοντας τα δεσμά του εκφυλισμού και της ενσωμάτωσης που είχε επιφέρει η
κεφαλαιοκρατική παρέμβαση και χειραγώγηση

Μέσα
στο καμίνι της καθημερινής ταξικής πάλης στις νέες πρωτόγνωρες συνθήκες του πιο
αρνητικού συσχετισμού εδώ και ενάμιση αιώνα, δρομολογήθηκε και πραγματοποιήθηκε
η μελέτη της ιστορίας του Κόμματος για την περίοδο από την ίδρυσή του έως
σχεδόν την πτώση της Στρατιωτικής Δικτατορίας το 1974 και την επιστροφή στο
αστικό κοινοβουλευτικό πολίτευμα.

Έγιναν
δεκάδες εκδόσεις με ανάλογα ιστορικά θέματα, όπως για τον Ιταλοελληνικό πόλεμο,
για το ΔΣΕ, ειδικότερα για τη συμμετοχή των γυναικών στο ΔΣΕ, για την επτάχρονη
στρατιωτική δικτατορία, για το αστικό πολιτικό σύστημα στις δεκαετίες
1950-1960, για το Μάη του 1936 στη Θεσσαλονίκη. Έγιναν εκδόσεις αρχειακών
υλικών για συνέδρια του Κόμματος, Ολομέλειες της ΚΕ που είχαν αποφασιστικό ρόλο
στην πορεία του Κόμματος όπως η 6η Ολομέλεια του 1956, η 7η
Ολομέλεια του 1957, η 12η του 1968. Εκδόθηκε ως Δοκίμιο ο Τόμος της
Ιστορίας του Κόμματος για την περίοδο 1949-1968, που με τη διαδικασία της
Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης το 2011 προχώρησε σε επανεκτίμηση προγενέστερων
εκτιμήσεων και αποφάσεων του Κόμματος για εκείνη την περίοδο, αποκατέστησε τον
Νίκο Ζαχαριάδη από τις άδικες αποφάσεις καθαίρεσης και διαγραφής του.

Συνειδητοποιήσαμε
την ανάγκη εκ νέου να μελετήσουμε και να γράψουμε την Ιστορία του Κόμματος με
τη μορφή Δοκιμίου, για την περίοδο 1918-1949, σε σχέση με τον τόμο που ήδη
κυκλοφορούσε από το 1995. Αυτό το καθήκον προσδιορίστηκε στο 19ο
Συνέδριο (2013).

Άλλωστε,
είχαμε πλέον νέες δυνατότητες, νέες πηγές για την μελέτη της Ιστορίας μας.

 ● Διαθέταμε πλέον ένα ηλεκτρονικά οργανωμένο Αρχείο του Κόμματος με πληθώρα ντοκουμέντων αυτής της περιόδου.

  • Αποκτήσαμε νέα πρόσβαση σε αρχειακό υλικό που αφορούσε τις σχέσεις του ΚΚΕ με το ΚΚΣΕ και τα ΚΚ των γειτονικών βαλκανικών κρατών.
  • Διαθέταμε ένα επιστημονικό δυναμικό μεδυνατότητα αξιοποίησης άλλων αρχείων, ξένης βιβλιογραφίας, αξιοποίησης σειράςμελετών για την ανάπτυξη και εξέλιξη του καπιταλισμού στην Ελλάδα, τη συμμετοχήτης στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους και ιδιαίτερα στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.Αξιοποιήσαμε μελέτες για την ελληνική οικονομία και το ελληνικό αστικό κράτος,που εκπονήθηκαν από πανεπιστήμια, την Τράπεζα της Ελλάδος, την Εθνική Τράπεζα,όπως θα διαπιστώσετε και από τη βιβλιογραφική αναφορά.

Η
ΚΕ του Κόμματός μας δεν είδε και δε βλέπει σε αντιπαράθεση την ανάγκη της
εξειδικευμένης ιστορικής μελέτης κι έρευνας με την ανάγκη για συλλογική
συζήτηση των συμπερασμάτων της και ανάληψη της ανάλογης ευθύνης.

Γι’
αυτό με την ευθύνη της ΚΕ δρομολογήθηκε η επίπονη μελέτη της Ιστορίας του
Κόμματος, μέσω του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ και ενός δικτύου ιστορικών –
συνεργατών και άλλων επιστημόνων που είναι ενταγμένοι στα Τμήματα της ΚΕ.
Παράλληλα, δρομολογήθηκε και η διεξοδική συζήτηση ανάλογων ιστορικών θεμάτων,
όχι μόνο στην ΚΕ, αλλά και στα παρακάτω καθοδηγητικά όργανα του Κόμματος.
Συγκεντρώθηκαν παρατηρήσεις από στελέχη του Κόμματος και της ΚΝΕ, μια
διαδικασία που κορυφώθηκε με την πραγματοποίηση ανάλογης θεματικής Πανελλαδικής
Συνδιάσκεψης τον περασμένο Ιούνη.

Προϊόν
όλης αυτής της διαδικασίας είναι οι 4 τόμοι του Δοκιμίου Ιστορίας που σήμερα
σας παρουσιάζουμε.

Ειδικότερα
απευθυνόμενοι στους εκπροσώπους του Τύπου, θέλουμε να επισημάνουμε:

Το
υλικό των 4 τόμων δεν αποτελεί μια αποκλειστικά κομματική ιστορία, δεν είναι
στενά φιλο-ΚΚΕ ενδιαφέροντος ή αποκλειστικά ερευνητικού από την πλευρά του
ταξικού αντίπαλου.

Θα
υποστηρίξουμε ότι είναι υλικό ευρύτερου ιστορικού ενδιαφέροντος κι αυτό
οφείλεται στη μεθοδολογία που ακολουθήθηκε. Δηλαδή οφείλεται στο γεγονός ότι η
ίδρυση, η ανάπτυξη κι η εξέλιξη της ιδεολογικής-πολιτικής ταυτότητας και δράσης
του ΚΚΕ και της Νεολαίας του εξετάζονται σε συνάρτηση ιδιαίτερα με τις
εγχώριες, αλλά και τις διαβαλκανικές και παγκόσμιες οικονομικές και πολιτικές
εξελίξεις.

Έτσι,
μέσω της ιστορίας του ΚΚΕ, βλέπουμε την ιστορία της Ελλάδας, ενταγμένης στα
Βαλκάνια, για έναν αιώνα αφού είναι αναπόσπαστο κομμάτι της. Αλλά πηγαίνουμε
και πιο πίσω, στον ένα σχεδόν αιώνα που μεσολάβησε από την Επανάσταση του 1821
έως την ίδρυση του ΚΚΕ. Επιχειρούμε μια εκτεταμένη αναφορά κι εκτίμηση των
κοινωνικών-οικονομικών-πολιτικών συνθηκών και ιδεολογικών αντιλήψεων στην
Ελλάδα του 19ου αιώνα έως τη λήξη του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου.

Πιο
συγκεκριμένα:

Ο
Tόμος Α1 έχει τίτλο: «Διεθνείς και εσωτερικές συνθήκες από
την επικράτηση του καπιταλισμού ως την Οκτωβριανή Επανάσταση». Η ύλη του
κατανέμεται σε τρία μέρη:

Στο
Πρώτο Μέρος
παρουσιάζεται συνοπτικά σε παγκόσμιο
επίπεδο η μετάβαση από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό, που αναπτύχθηκε σε μια
μακρόχρονη πορεία. Για βασικές χώρες του καπιταλισμού εξετάζεται η ωρίμανση των
παραγωγικών δυνάμεων, δηλαδή της εργασιακής ικανότητας του ανθρώπου, σε
συνδυασμό με την ταξική πάλη που αναπτύχθηκε ανάμεσα στις φεουδαρχικές εξουσίες
και στην ανερχόμενη αστική τάξη. Σε αυτή την εποχή η αστική τάξη ήταν η βασική
δύναμη της κοινωνικής προόδου, ηγήθηκε και του αγώνα που έκαναν οι αγρότες για
την ανατροπή του φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής, για την κατανομή της γης που
στον ένα ή άλλο βαθμό πραγματοποιήθηκε με την εγκαθίδρυση του καπιταλιστικού
κράτους.

Επίσης,
σ’ αυτό το μέρος του τόμου Α1, παρουσιάζεται η εμφάνιση και ανάπτυξη
της εργατικής τάξης, η διαμόρφωση του κομμουνιστικού κινήματος στο έδαφος της
μαρξιστικής θεωρίας, που υπήρξε προϋπόθεση για να κατακτήσει το εργατικό κίνημα
αυτοτελή πολιτική παρουσία σε μια εποχή που η εδραίωση της αστικής τάξης στην
εξουσία την έκανε αντιδραστική. Ως προϊόν της ανάγκης διεθνούς ενότητας της
εργατικής τάξης, συγκροτήθηκε αρχικά η Α΄ και στη συνέχεια η Β΄ Διεθνής.

Δίνονται
συνοπτικά και συγκεντρωμένα τα χαρακτηριστικά της έναρξης της εποχής του
ιμπεριαλιστικού σταδίου του καπιταλισμού, στα τέλη του 19ου και στην αρχή του
20ου αιώνα, δηλαδή της εποχής που διαμορφώνεται ως ανάγκη το πέρασμα από τον
καπιταλισμό στο σοσιαλισμό. Δίνονται οι παράγοντες που οδήγησαν στον Α΄
Παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο, από τις φλόγες του οποίου ξεπήδησε η Οκτωβριανή
Σοσιαλιστική Επανάσταση.

Το
Δεύτερο Μέρος του Τόμου Α1
πραγματεύεται
την ανάπτυξη του καπιταλισμού από την ίδρυση του ελληνικού
κράτους έως το τέλος του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου.

Υποχρεωτικά
η ιστορική ανάλυση πηγαίνει πιο πίσω, στην περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας,
στο καθεστώς της οποίας έζησαν και εξελίχθηκαν οι πληθυσμοί της μετέπειτα
ελληνικής επικράτειας.

Αναδεικνύεται
η εξής ιδιαιτερότητα στη συγκρότηση του ελληνικού καπιταλιστικού κράτους: Η
διεύρυνσή του διήρκεσε σχεδόν έναν αιώνα. Σημαντικό μέρος των πληθυσμών των
εδαφών που σταδιακά εντάχθηκαν στο ελληνικό κράτος είχαν δύο αλληλένδετα
χαρακτηριστικά στην ιστορική τους διαδρομή:

Την
ελληνιστική γλώσσα, επίσημη γλώσσα του Βυζαντίου που συνέχισε να εξελίσσεται,
και την Ορθοδοξία, κέντρο καλλιέργειας της γλώσσας. Είναι παράγοντες που στις
συγκεκριμένες οικονομικές, πολιτικές προϋποθέσεις του τέλους του 18ου αιώνα,
συνέβαλαν στη διαμόρφωση ελληνικής εθνικής συνείδησης.

Αναδεικνύονται
οι κοινωνικές δυνάμεις που πήραν μέρος στην Επανάσταση του ’21, τεκμηριώνεται ο
χαρακτήρας της επανάστασης ως αστικής εθνικοαπελευθερωτικής. Παρουσιάζεται η
πολιτική συγκρότηση των δυνάμεων της επανάστασης και η σχέση τους με τις
Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής, (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία).

Παρουσιάζονται
οι οικονομικές-κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις στην περίοδο από την ίδρυση
του ελληνικού αστικού κράτους μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Πρόκειται
για ιστορική προσέγγιση που βοηθά στη διαμόρφωση κριτηρίων για την κατανόηση
και σύγχρονων εξελίξεων, των αντιθέσεων και ανταγωνισμών για το μοίρασμα των
αγορών στην ευρύτερη περιοχή, που συχνά οδηγούν στο διαμελισμό υφιστάμενων
κρατών, στη διαμόρφωση νέων που λειτουργούν και ως προτεκτοράτα άλλων.

Ειδικότερα
αναλύεται ο θεσμός της Βασιλείας ως συστατικό θεμελίωσης του αστικού κράτους,
ως θεσμός ενοποίησης των τοπικών αρχών και συγκεντροποίησης της αστικής
εξουσίας. Αναλύονται επίσης οι αντιθέσεις που στην πορεία εκδηλώθηκαν μεταξύ
του θρόνου και των κατ’ εξοχήν αστικών οργάνων, της Βουλής και των κυβερνήσεων.

Σε
αυτό το Δεύτερο Μέρος του Τόμου Α1 γίνεται ειδική αναφορά στην
πολυπλοκότητα των σχέσεων ιδιοκτησίας γης κατά την ύστερη περίοδο της
Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, πώς αυτές επηρέασαν τις σχέσεις ιδιοκτησίας γης στο
ελληνικό καπιταλιστικό κράτος κατά τη σταδιακή ενσωμάτωση της Θεσσαλίας, της
Ηπείρου, της Μακεδονίας. Έχει ιδιαίτερη σημασία και για την κατανόηση
ιδιαιτεροτήτων στην ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού, όπως ο πολύ μικρός
αγροτικός κλήρος, η μεγαλύτερη επιβίωση της κατακερματισμένης αλλά
εμπορευματοποιημένης αγροτικής και χειροτεχνικής παραγωγής, η υπέρμετρη
ανάπτυξη της ναυτιλίας και η καθυστέρηση της Μεταποίησης, κυρίως στον κλάδο της
βιομηχανίας εργαλειομηχανών.

Η
αντικειμενική εξήγηση αυτών των ιδιαιτεροτήτων είναι αναγκαία γιατί επεξηγεί
ανάλογα λάθη στις αναλύσεις του Κόμματος για την ελληνική καπιταλιστική
οικονομία και συνολικότερα για το κράτος, θεωρητικά λάθη που επέδρασαν αρνητικά
και στην επεξεργασία της στρατηγικής του, στον προσδιορισμό των κοινωνικών
δυνάμεων, στη διαμόρφωση της πολιτικής συμμαχιών.

Το
Τρίτο Μέρος του τόμου Α1
αναφέρεται
στη γέννηση και ανάπτυξη του εργατικού και του σοσιαλιστικού
κινήματος στην Ελλάδα ως το 1918.

Καταγράφονται
τα πρώτα σκιρτήματα τους αλλά και οι διώξεις και τα θύματα της αστικής κρατικής
καταστολής.

Η
ανάπτυξη των πρώτων συνδικάτων και σοσιαλιστικών ομάδων στα αστικά κέντρα της
χώρας, αλλά και ανάμεσα στους Έλληνες εργάτες του εξωτερικού, δέχτηκαν αρχικά
τις ιδεολογικές-πολιτικές επιρροές από ρεύματα του ουτοπικού σοσιαλισμού και
του αναρχισμού και στη συνέχεια από το διεθνές κίνημα που πάταγε στον
επιστημονικό σοσιαλισμό. Όλες αυτές οι επιδράσεις αποτυπώθηκαν αρχικά στην
οργανωτική συγκρότηση και ιδεολογική-πολιτική ταυτότητα του Σοσιαλιστικού
Εργατικού Κόμματος Ελλάδος (ΣΕΚΕ).

Η
μελέτη αυτού του τρίτου μέρους πρώτ’ απ’ όλα από εργάτες, εργάτριες, μισθωτούς,
συνδικαλιστές άλλων κινημάτων βοηθά στην κατανόηση των συνθηκών μέσα στις
οποίες πραγματοποιήθηκε η ποιοτική αλλαγή στο εργατικό και σοσιαλιστικό κίνημα,
με την ίδρυση του ΣΕΚΕ.

Συνολικά
ο Τόμος Α1 είναι γενικότερου ενδιαφέροντος και ενόψει των 200 χρόνων
από την Επανάσταση του 1821, αλλά είναι και τόμος ειδικότερου ενδιαφέροντος για
εκπαιδευτικούς, φοιτητές – σπουδαστές, ακόμα και για μαθητές Λυκείου.

Ο
Τόμος Α2 έχει τίτλο «Μεσοπόλεμος: Οικονομία και πολιτική. Η
ίδρυση του ΚΚΕ, τομή στην ελληνική κοινωνία» και περιλαμβάνει δυο μέρη:

Το
Πρώτο Μέρος
αναφέρεται
στην ελληνική οικονομία στο Μεσοπόλεμο.

Αναδεικνύεται
η σύμφυση βιομηχανικού – εμπορικού – τραπεζικού κεφαλαίου, δηλαδή η ύπαρξη του
χρηματιστικού κεφαλαίου, χαρακτηριστικό γνώρισμα της ωρίμανσης του
καπιταλισμού, του ιμπεριαλιστικού του σταδίου, που εκφράζεται και στη σύνθεση
των Διοικητικών Συμβουλίων των μεγάλων τραπεζών. Η μεγαλύτερη εμπορική τράπεζα,
η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (ΕΤΕ) παρέμβαινε άμεσα στη δημιουργία καρτέλ,
συγχωνεύσεων – εξαγορών με στόχο την επιτάχυνση της καπιταλιστικής συσσώρευσης
και την επέκταση των Ανωνύμων Εταιρειών. Ταυτόχρονα ενισχυόταν και η λειτουργία
του χρηματιστηρίου. Η ΕΤΕ διαμεσολαβούσε μεταξύ κράτους (κυβερνήσεων) και ξένων
αγορών για δανεισμό ή συμπράξεις για Άμεσες Ξένες Επενδύσεις (ΑΞΕ) με στόχο
κυρίως τις υποδομές μεταφορών (λιμάνια, σιδηρόδρομο, οδοποιία) αλλά και στην
ενέργεια, στην ύδρευση, στις τηλεπικοινωνίες.

Δίνονται
στοιχεία που αφορούν την κρατική παρέμβαση στην κατεύθυνση καπιταλιστικοποίησης
της αγροτικής παραγωγής με το νόμο για τους αγροτικούς συνεταιρισμούς, την
ίδρυση της Αγροτικής Τράπεζας Ελλάδος (ΑΤΕ) και τη διασύνδεση των συνεταιρισμών
με αυτή. Επισημαίνεται, η κρατική παρακολούθηση των οικονομικών στατιστικών
στοιχείων, που επιδίωκε παράλληλα το στατιστικό διαχωρισμό της βιομηχανίας από
τη βιοτεχνία.

Επισημαίνεται
επίσης ότι το κράτος δημιούργησε Σχολές, Ινστιτούτα με στόχο την επέκταση της
επιστημονικής και τεχνικής ειδίκευσης, διαμόρφωσε πλήθος άλλων καπιταλιστικών
θεσμικών οργάνων, ενώ και τα διάφορα τμήματα του κεφαλαίου –βιομήχανοι,
τραπεζίτες, εφοπλιστές– είχαν τις δικές τους οργανώσεις.

Αναδεικνύεται
ότι στη διάρκεια του Μεσοπολέμου προχώρησε η καπιταλιστική ανάπτυξη στην
Ελλάδα, καταγράφηκαν σημαντικοί ρυθμοί αύξησης του ΑΕΠ και του αντίστοιχου κατά
κεφαλήν, αυξήθηκε το μισθωτό εργατικό δυναμικό. Ταυτόχρονα, παρέμενε το εξής
διαχρονικό διαρθρωτικό πρόβλημα που, τηρουμένων των αναλογιών, υπάρχει και
σήμερα: Η ανάπτυξη αφορούσε τους κλάδους της Μεταποίησης που παρήγαγαν προϊόντα
άμεσης κατανάλωσης και πολύ περιορισμένα μέσα παραγωγής. Γενικότερα, η
καπιταλιστική ανάπτυξη δε συμβάδιζε με αξιόλογη ανάπτυξη της χρησιμοποιούμενης
ιπποδύναμης, ενώ με τη μαζική εισροή προσφύγων μετά τη Μικρασιατική εκστρατεία
παρουσιάστηκε και μία οπισθοχώρηση στη συγκέντρωση εργατικού δυναμικού, που
δείχνει ότι η βιοτεχνική επέκταση ήταν ισχυρότερη από την βιομηχανική επέκταση.

Η
αντικειμενική εκτίμηση της καπιταλιστικής ανάπτυξης στην Ελλάδα κατά το
Μεσοπόλεμο έχει ιδιαίτερη σημασία και για τον καθορισμό της στρατηγικής του
Κόμματος, αφού η αιτιολόγηση της σταδιοποιημένης στρατηγικής, αρχικά με την
αστικοδημοκρατική επανάσταση ως αναγκαία πριν τη σοσιαλιστική, στηριζόταν στη
βάση και λαθεμένων θέσεων για την ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων στην
Ελλάδα, την εκτίμηση για ημιφεουδαρχικές σχέσεις, που χαρακτήριζαν και το
κράτος, με το θεσμό της Βασιλείας.

Το
Δεύτερο Μέρος του Τόμου Α2
αναφέρεται
στην ηρωική πάλη του ΚΚΕ στο Μεσοπόλεμο αλλά και στη διαμόρφωση
της στρατηγικής του κόμματος.

Αναδεικνύει
τις διεθνείς συνθήκες μέσα στις οποίες ιδρύθηκε, καθώς και τις εσωτερικές που
αποτέλεσαν και τη βασική πηγή της ίδρυσής του ως κόμμα «ώριμο τέκνο της ανάγκης
και ώριμο τέκνο της οργής».

Γίνεται
αναλυτική αναφορά στη σκληρή πορεία του Κόμματος προκειμένου να κατακτήσει
επαναστατικά χαρακτηριστικά, στη διαπάλη που αναπτύχθηκε στο εσωτερικό του για
το χαρακτήρα του, αλλά και στην επίδραση που είχε στις γραμμές του η διαπάλη
στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα.

Έχει
ιδιαίτερη σημασία και για σήμερα, η ιστορική ανάλυση του κατασταλτικού
χαρακτήρα του κράτους, ανεξάρτητα από τη μορφή του πολιτεύματος ή τη μορφή της
διακυβέρνησης, έχει σημασία η διερεύνηση των μεθόδων του ταξικού εχθρού
προκειμένου να διεισδύσει στα ανώτατα κλιμάκια του Κόμματος, η θωράκιση του
Κόμματος με την εξαγωγή ανάλογων συμπερασμάτων.

Αξίζει
να μελετηθούν οι μορφές πάλης του εργατικού-λαϊκού κινήματος, η στάση των
κομμουνιστών, αγωνιζόμενων εργατών και αγροτών στις διώξεις.

Επίσης,
αναδεικνύεται ο διεθνιστικός χαρακτήρας του Κόμματος ως τμήματος της
Κομμουνιστικής Διεθνούς, η εναντίωση του ΚΚΕ στην ιμπεριαλιστική Μικρασιατική
εκστρατεία.

Σε
αυτό το μέρος του Τόμου Α2 ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη στρατηγική
που διαμόρφωσε το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, ιδιαίτερα από το 1928 (6ο
Συνέδριο της ΚΔ) και στη συνέχεια (7ο Συνέδριο της ΚΔ-1935). Αυτή η στρατηγική
άσκησε καθοριστική επίδραση στη στρατηγική του ΚΚΕ.

Πρόκειται
για θεμελιακό ζήτημα, διαχρονικής σημασίας όσο θα υφίσταται ο καπιταλισμός στη
γη, ζήτημα στο οποίο ήδη αναφέρθηκε ο Γ.Γ.

Από
το 1934 αλλά και σ’ όλη τη δεκαετία του 1940 στις προγραμματικού χαρακτήρα
αποφάσεις του Κόμματος, κυριάρχησε η σταδιοποίηση με τη μία ή άλλη μορφή,
δηλαδή παρεμβλήθηκαν ένας κυβερνητικός στόχος πριν τη σοσιαλιστική επανάσταση,
ή και πιο καθαρά ένας μεταρρυθμιστικός-μεταβατικός κυβερνητικός στόχος που
αποδυνάμωνε και απενεργοποιούσε το διακηρυγμένο στόχο της σοσιαλιστικής
επανάστασης, οδηγούσε σε πολιτική συμμαχίας με αστικές δυνάμεις, αρχικά με
δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας κι ας είχαν αστικοποιηθεί, στη συνέχεια με τις
λεγόμενες «δημοκρατικές», «φιλειρηνικές» ή αντιφασιστικές αστικές δυνάμεις.

Το
Δοκίμιο χρησιμοποιεί όσα στοιχεία διέθετε που δείχνουν τη σχετική διαπάλη στο
Κόμμα και στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Συνεχίζουμε να διερευνάμε τις
αιτίες που οδήγησαν την ΚΔ στο να μη διαμορφώσει επαναστατική στρατηγική στις
παραμονές του ιμπεριαλιστικού πολέμου,και φιλοδοξούμε να έχουμε
κάτι περισσότερο να πούμε την επόμενη χρονιά με αφορμή τα 100 χρόνια από την
ίδρυση της ΚΔ.

Ο
Τόμος Β1 αναφέρεται στη δράση τουΚΚΕ στο Β’ Παγκόσμιο
ιμπεριαλιστικό Πόλεμο. Περιλαμβάνει τη στάση του Κόμματος στον ιταλοελληνικό
πόλεμο και την ανασυγκρότησή του στις συνθήκες της Τριπλής Φασιστικής Κατοχής.
Αναδεικνύεται ο πρωτοπόρος ρόλος του στην ίδρυση της Εθνικής Αλληλεγγύης, του
Εργατικού ΕΑΜ, του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ, του ΕΛΑΝ, της ΕΠΟΝ, της ΟΠΛΑ και άλλων
οργανώσεων. Πραγματεύεται τη δράση των κομμουνιστών στη Μέση Ανατολή για τη
συγκρότηση της Αντιφασιστικής Στρατιωτικής Οργάνωσης (ΑΣΟ) και των
Αντιφασιστικών Οργανώσεων του Ναυτικού και της Αεροπορίας. Τεκμηριώνεται η
μεγάλη συνεισφορά του ΚΚΕ και των απελευθερωτικών οργανώσεων μέσα από τις
οποίες έδρασε εναντίον των κατοχικών στρατευμάτων και των ντόπιων συνεργατών
τους.

Αναλύεται
ο ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας του πολέμου, και αυτοκριτικά κρίνεται το γεγονός
ότι το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα δεν μπόρεσε να διαμορφώσει στρατηγική πάλης
για την εργατική εξουσία σε συνθήκες πολέμου και επαναστατικής κατάστασης σε
μια σειρά χώρες, βέβαια και στην Ελλάδα. Αναδεικνύεται ο καθοριστικός ρόλος του
Κόκκινου Στρατού και γενικότερα της ΕΣΣΔ στη συντριβή του ναζισμού-φασισμού
στην Ευρώπη και στην πάλη για την ανατροή της αστικής εξουσίας κυρίως σε 6
χώρες, επισημαίνονται όμως και οι αδυναμίες λόγω έλλειψης ενιαίας επαναστατικής
στρατηγικής, ιδιαίτερα με τον τρόπο και το λόγο που προβλήθηκε για τη διάλυση
της ΚΔ.

Αυτός
ο τόμος είναι θεμελιακός για τη στρατηγική αντίληψη του ΚΚΕ. Τα συμπεράσματά
του έχουν σημασία για το σήμερα και το αύριο του εργατικού κινήματος.

Ο
Τόμος Β2 έχει τίτλο του: Η εποποιία του Δημοκρατικού
Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ).

Δεν
είναι ένας τόμος που ταυτίζεται με την αντίστοιχη έκδοση. Περιλαμβάνει πολύ πιο
πλούσιο υλικό, την ανάλυση του διεθνούς μεταπολεμικού συσχετισμού δυνάμεων και
της στρατηγικής του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος σε συνθήκες που είχε
συγκροτηθεί το Γραφείο Πληροφοριών των Κομμουνιστικών Κομμάτων, γνωστό ως
Κομινφόρμ.

Παρουσιάζονται
αυτοκριτικά οι εκτιμήσεις και οι θέσεις του 7ου Συνεδρίου του ΚΚΕ
(1-6 Οκτώβρη 1945), που δεν μπόρεσε να επανεκτιμήσει τη γραμμή πάλης του ΚΚΕ
και έγκαιρα να ανταποκριθεί στις ανάγκες της ένοπλης πάλης σε συνθήκες
επαναστατικής κατάστασης.

Γίνεται
η εκτίμηση ότι και οι μετέπειτα Ολομέλειες της ΚΕ δεν διόρθωσαν τη στρατηγική
του Κόμματος, αν και φαίνεται ότι προσανατολίζονταν στον ένοπλο αγώνα, όμως με
ασάφεια και αντιφατικότητα για το χαρακτήρα του. Στην αντίληψη για τον ένοπλο
αγώνα κυριαρχούσε ο περιορισμένος και αμυντικός του χαρακτήρας κι όχι ο
γενικευμένα οργανωμένος επιθετικός ενάντια στην αστική εξουσία. Ακόμα και στην
πλήρη ανάπτυξή του, ο ΔΣΕ στηριζόταν στο αγροτικό στοιχείο, κι αυτό ήταν
επόμενο, αφού δεν είχε έγκαιρα σχεδιαστεί, οργανωθεί και πραγματοποιηθεί ο ΔΣΕ,
ως επαναστατική εργατική εξέγερση, στηριγμένη πρώτ’ απ’ όλα στις πόλεις.

Βέβαια,
η έκβαση μιας τέτοιας επαναστατικής εργατικής εξέγερσης, δεν μπορεί να
προκαθοριστεί αφού εξαρτάται και από το διεθνή συσχετισμό δυνάμεων. Ωστόσο, δεν
υποτιμάμε ότι τα λάθη στρατηγικής του Κόμματος και οι αδυναμίες στην οργάνωση
του ένοπλου αγώνα έδωσαν περιθώρια στην ανασυγκρότηση του ελληνικού
καπιταλιστικού κράτους με την αποφασιστική παρέμβαση αρχικά του βρετανικού και
στη συνέχεια του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, με το Δόγμα Τρούμαν, το Σχέδιο
Μάρσαλλ.

Συνεχίζουμε
να διερευνούμε αν η καθυστέρηση στη γενίκευση του ένοπλου αγώνα οφειλόταν
κυρίως σε δισταγμό του Κόμματος ή κυρίως σε δισταγμό των αδελφών ΚΚ, πρώτα απ’
όλα του ΚΚΣΕ. Στον Τόμο παρουσιάζουμε μια σειρά στοιχείων και ντοκουμμέντων που
προσανατολίζουν στο συμπέρασμα ότι από το Κόμμα υπήρχε ένας προσανατολισμός και
ορισμένη προετοιμασία για γενική λαϊκή εξέγερση, χωρίς βέβαια να απαλλάσσονται
οι αποφάσεις του Κόμματος από τη σύγχυση ως προς το χαρακτήρα της ένοπλης
λαϊκής εξέγερσης, που συνέχιζε να θεωρεί ως μαζική λαϊκή αυτοάμυνα και πίεση
για «ομαλές δημοκρατικές εξελίξεις».

Σημειώνουμε
ακόμα, ότι το ΚΚΕ πάντα έβλεπε ότι αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα του διεθνούς
κομμουνιστικού κινήματος και ως τέτοιο επιδίωκε τη συμφωνία των αδελφών
γειτονικών ΚΚ και του ΚΚΣΕ στον ένοπλο ταξικό αγώνα και γενικότερα ενδιαφερόταν
για τη σταθεροποίηση της σοσιαλιστικής εξουσίας σ’ αυτές τις χώρες, για την
προστασία τους από ενδεχόμενη ιμπεριαλιστική επίθεση.

Όμως,
δίδαγμα διαχρονικής σημασίας απ’ όλη αυτή την περίοδο είναι ότι ο σταθερός
επαναστατικός στρατηγικός προσανατολισμός σε κάθε χώρα είναι η καλύτερη συμβολή
για την ευνοϊκή αλλαγή στο διεθνή συσχετισμό δυνάμεων.

Φίλοι
και σύντροφοι,

Στο
σύνολο των σελίδων των 4 Τόμων του Δοκιμίου Ιστορίας του ΚΚΕ για τα χρόνια
1918-1949 μπορείτε να βρείτε τις πραγματικές κι όχι τις παραποιημένες θέσεις
του ΚΚΕ για σειρά σύγχρονων πολιτικών προβλημάτων, όπως το Κυπριακό, το
λεγόμενο Μακεδονικό, που έχουν ιστορικές ρίζες. Θα βρείτε και την εξήγηση, τους
παράγοντες που οδήγησαν ακόμα και σε λαθεμένες θέσεις ή και το πώς διορθώθηκαν
στην πορεία.

Θα
βρείτε, επίσης, την εξήγηση για ιδιαιτερότητες της αγροτικής και βιομηχανικής
παραγωγής στην Ελλάδα σε σύγκριση και με καπιταλιστικά κράτη ανάλογου
πληθυσμιακού μεγέθους. Θα βρείτε μια εξήγηση για τις σημερινές αμφισβητήσεις στην
ιδιοκτησία δασικών, λειβαδικών κι άλλων εκτάσεων, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει
ακόμα κτηματολόγιο και να μην είναι ξεκαθαρισμένοι τίτλοι ιδιοκτησίας.

Θα
βρείτε την πρωτοποριακή επαναστατική αντίληψη και πρακτική του ΚΚΕ για σειρά
σύνθετων κοινωνικών προβλημάτων όπως είναι το ζήτημα της ισοτιμίας και
χειραφέτησης της γυναίκας. Καθοδηγητικά όργανα, κομμουνιστές σε συνδικαλιστικά
όργανα, κομμουνίστριες και συναγωνίστριες στο κίνημα, Κνίτισσες, διαβάζοντας
τις αντίστοιχες σελίδες μπορούν να αποκτήσουν αντικειμενική ιδεολογική –
πολιτική αντίληψη για την ιστορία και την εξέλιξη της κοινωνικής θέσης της
γυναίκας, να εμπνευστούν για την εξειδικευμένη δουλειά του Κόμματος και της ΚΝΕ
στις γυναίκες της εργατικής τάξης και λαϊκών στρωμάτων.

Τ’
αναλυτικά περιεχόμενα κατά τόμο είναι οδηγός για τη μελέτη του Δοκιμίου, την
αξιοποίησή του από κάθε μέλος και φίλο του Κόμματος και της ΚΝΕ, κάθε συνεπή
συναγωνιστή και συναγωνίστρια. Εννοείται ότι ο όγκος του δεν θα πρέπει να
λειτουργήσει ανασταλτικά στη αγορά και μελέτη του. Γι’ αυτό άλλωστε προσφέρεται
το πακέτο και των 4 Τόμων σε εξαιρετικά χαμηλή τιμή.

Η
σημασία της μελέτης του Δοκιμίου νομίζουμε ότι συνοψίζεται στα λόγια του
κομμουνιστή ποιητή Γιάννη Ρίτσου:

Το
«χτές» της ιστορίας το δρόμο παίρνει

και
πίσω του ακολουθεί ο κουρνιαχτός

στις
πλάτες μας η μνήμη κι αν γέρνει

στοφως του όμως ο δρόμος ανοιχτός.

Ομιλία της Αλέκας Παπαρήγα, μέλους της
ΚΕ & του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ, με θέμα: “Η αντιμετώπιση της
Ιστορίας του ΚΚΕ από την αστική και οπορτουνιστική βιβλιογραφία και προπαγάνδα”

            Η πλατιά κυκλοφορία του νέου
Δοκιμίου, όπως και του παλαιότερου δεν αφήνει αδιάφορους τα επιτελεία της
αστικής τάξης, κομματικά, επιστημονικά, δημοσιογραφικά, όπως και τους
οπορτουνιστικούς θύλακες. Τα τελευταία χρόνια έχει οργανωθεί, με αύξουσα
κλιμάκωση, πολύμορφη αντικομμουνιστική αντεπίθεση ή αντιΚΚΕ πολεμική, με
εκδόσεις, ημερίδες, σειρές τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών εκπομπών.

            Ανθίζουν όλα τα λουλούδια του
αντικομμουνισμού, με χοντροκομμένο περιεχόμενο, αλλά και επιμελημένα
εκλεπτυσμένο. Ανάμεσα στους ιστορικούς και πολιτικούς επιστήμονες ξεχωρίζουν οι
αυτοπροσδιοριζόμενοι «αναθεωρητές του μεσαίου χώρου» που -τάχα- δεν
διακατέχονται από εμπάθεια, αναγνωρίζουν ορισμένες ακρότητες σε βάρος του ΚΚΕ,
ως απάντηση σε βίαιες ενέργειες και προκλήσεις που δήθεν πρώτο το ΚΚΕ οργάνωσε.
Επιδιώκουν να εξαγνίσουν τα αστικά κόμματα που προκύψαν από τα σπλάχνα των
παλαιότερων, να απενοχοποιήσουν ορισμένους πολιτικούς όπως π.χ. τον Γ.
Παπανδρέου του Δεκέμβρη του ‘44, που πέθανε με το προσωνύμιο «Γέρος της
Δημοκρατίας» ή τον Π. Κανελλόπουλο, ως διανοούμενο ήπιων δεξιών τόνων, βεβαίως
είναι και πολλοί άλλοι.

            Όλες οι τάσεις και αποχρώσεις,
πάντως, από τις ακροδεξιές, συντηρητικές ως τις οπορτουνιστικές, το κύριο βάρος
στρέφουν στη περίοδο της κατοχής του Δεκέμβρη του ‘44, και του ταξικού εμφύλιου
1946-1949, στις σχέσεις του ΚΚΕ με το ΔΚΚ, ιδιαίτερα με το ΚΚΣΕ.

            Είναι γεγονός ότι η αντιΚΚΕ επίθεση
και πολεμική, μετά το 1975 και ιδιαίτερα μετά το 1980, προσέλαβε πιο ήπια μορφή
-πάντα ταξικά καθαρή- σε σχέση με τον χυδαίο αντικομμουνισμό που επικρατούσε
στην 10ετία του ‘50 και ‘60. Το μετεμφυλιακό πολιτικό εποικοδόμημα είχε
εξαντλήσει τα όριά του, ήταν φανερή η τάση ριζοσπαστικοποίησης πλατιών λαϊκών
μαζών, και υποχώρησης του άγριου αντικομμουνισμού. Το νομιμοποιημένο ΚΚΕ ήταν
άμεσα ετοιμοπόλεμο να απαντήσει στον χοντροκομμένο αντικομμουνισμό. Από την
10ετία του ‘80 η σοσιαλδημοκρατία, που πέρασε στην κυβέρνηση, είχε κομματικό
συμφέρον να εμπεδώσει στη συνείδηση του ελληνικού λαού πλαστή διαχωριστική
γραμμή Δεξιά – Αντιδεξιά, ως σύγκρουση ανάμεσα στο «σκότος» και το «φως». Έτσι,
διαφοροποιήθηκε η σύνθεση του πανεπιστημιακού επιστημονικού προσωπικού, καθώς
στις καθηγητικές έδρες αναδείχθηκαν στελέχη της σοσιαλδημοκρατίας, αλλά και
σημαντικός αριθμός οπορτουνιστών.

            Σε νέα φάση πέρασε ο αντικομμουνισμός
με τη νίκη της αντεπανάστασης και την στρατηγική επιλογή της ΕΕ να κηρύξει την
«αναθεώρηση και αναδιατύπωση της ιστορίας», με αιχμή του δόρατος την ιστορία
του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς αυτός δεν έληξε μόνο με τη ήττα της φασιστικής
Γερμανίας, αλλά οδήγησε στην απόπειρα οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε 8 χώρες της
κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης. Το ξαναγράψιμο της ιστορίας συνδέθηκε από την
πρώτη στιγμή με την εξίσωση φασισμού και κομμουνισμού ως επίσημης κρατικής
ιδεολογίας της ΕΕ.

            Αυτό το «νέο» ρεύμα στην αστική
ιστοριογραφία δεν στηρίχθηκε σε μια νέα επιστημονική έρευνα, αντίθετα
χρησιμοποίησε ως μήτρα τον αντικομμουνισμό του παρελθόντος, πρόσθετε τις
μαρτυρίες των συνεργατών των ναζί ιδιαίτερα στις βαλτικές χώρες, τις εκτιμήσεις
των νέων ηγετών στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, αρχεία που εύκολα μπορούσαν να παραποιηθούν
ή να μείνουν στο σκοτάδι σελίδες που δεν συνέφεραν στην αντισοσιαλιστική
εκστρατεία.

            Ένα απλό φυλλομέτρημα της
βιβλιογραφίας του Δοκιμίου 1918-1949, όπως και του Δοκιμίου 1950-1968,
αποδεικνύει ότι το Κόμμα δεν αξιοποίησε μόνο το δικό ιστορικό αρχείο, αλλά και
εκτεταμένη ξένη και ελληνική αστική βιβλιογραφία. Αντίθετα, σε μεγάλο μέρος των
εκδόσεων κριτικής και πολεμικής στο ΚΚΕ περιέχονται ελάχιστα αποσπάσματα από
ντοκουμέντα του ΚΚΕ, προβάλλονται επιλεκτικά δηλώσεις κομμουνιστών ηγετών, χωρίς
να παίρνεται υπόψη σε ποιες συνθήκες ή σε ποια συγκεκριμένη στιγμή γίνονταν η
μια ή άλλη τοποθέτηση. Εμφανίζονται ως σημερινές θέσεις του ΚΚΕ και εκείνες για
τις οποίες το Κόμμα μας έχει κάνει κριτική ή τις άλλαξε σε σύντομο χρονικό
διάστημα, ασκώντας κριτική στις προηγούμενες. Τέτοιο παράδειγμα αφορά στη θέση
του ΚΚΕ για το λεγόμενο μακεδονικό ζήτημα. Η επιλεκτικότητα, η
αποσπασματικότητα και ο εκλεκτικισμός δεν έχει καμία δικαιολογία, παρά μόνο ως
σκοπιμότητα.

            Η αστική ιστοριογραφία εγκαλεί το
ΚΚΕ ότι τέθηκε επικεφαλής της Εθνικής Αντίστασης, με σκοπό να καταλάβει
πραξικοπηματικά την εξουσία, αδιαφορώντας για την εδαφική ακεραιότητα της
χώρας. Παραπλήσια εκδοχή συνιστά ότι το ΚΚΕ έδινε τη μάχη στην Ελλάδα μόνο και
μόνο για να διευκολύνει την νίκη της ΕΣΣΔ, ως κομματικός και μάλιστα «έμμισθος
υπάλληλος» της Μόσχας.

            Όσοι υποστηρίζουν ότι το ΚΚΕ είχε
στόχους άσχετους ή και ασυμβίβαστους με το συμφέρον του ελληνικού λαού να
απαλλαγεί από την τριπλή κατοχή, δεν βγάζουν άχνα ή υποβαθμίζουν ένα
αδιαμφισβήτητο γεγονός: Ότι στις 17 Απριλίου 1941 και ενώ ξεκινούσε τμηματικά η
διαδικασία παράδοσης ελληνικών εδαφών στο γερμανικό και ιταλικό στρατό, άρχισαν
να φεύγουν για την Κρήτη τα μέλη της βασιλικής οικογένειας και πλήθος αυλικών,
στη συνέχεια ο βασιλιάς Γεώργιος και η κυβέρνηση Τσουδερού. Όλοι μαζί έφυγαν
από την Ελλάδα τρεις μέρες αφού άρχισαν οι γνωστές ηρωικές μάχες της Κρήτης,
ενώ στην πορεία και άλλοι αστοί πολιτικοί, όπως ο Π. Κανελλόπουλος και ο Γ.
Παπανδρέου βρέθηκαν στο Κάιρο, πλήρως αποσπασμένοι από το λαό, τα ολοκαυτώματα
και τις εκτελέσεις, την πείνα και τα βασανιστήρια.

            Μια άλλη αστική αντίληψη αφορά στην
εκτίμηση ότι το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ δεν χρειαζόταν να ιδρυθούν, γιατί όχι μόνο δεν
έπαιξαν ουσιαστικό ρόλο για την απελευθέρωση, αλλά επέφεραν ζημιές, προκαλώντας
τα γερμανικά αντίποινα, ενώ αδιάντροπα υποστηρίζουν ότι αν δεν υπήρχε ο ΕΛΑΣ
δεν θα υπήρχαν και οι δοσίλογοι. Προσθέτουν, μάλιστα, ότι την Ελλάδα δεν την
απελευθέρωσε ο ΕΛΑΣ, αλλά ήταν συνέπεια της ήττας των Γερμανών εκτός Ελλάδας.
Δεν υποστηρίζουμε ότι η πλάστιγγα του πολέμου μπορούσε να γείρει κατά της
συμμαχίας του Άξονα, μόνο από το ηρωικό εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα στην Ελλάδα
ή στη μια ή την άλλη μεμονωμένη βαλκανική χώρα. Είτε θέλουν να το αναγνωρίσουν
είτε όχι η πλάστιγγα άρχισε να γέρνει χάρις στο Κόκκινο Στρατό, τον αγώνα της
Σοβιετικής Ένωσης, αλλά και με την συμβολή των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων
στην Ελλάδα, στις βαλκανικές χώρες και όπου αλλού αναπτύχθηκαν, γιατί εκτός των
άλλων κρατούσαν διασπασμένες τις γερμανικές δυνάμεις σε πολλά μέτωπα,
προκαλούσαν απώλειες.

            Η δράση του ΚΚΕ στην κατοχή, όπως
και όλων των ΚΚ, περιείχε και το καθήκον της υπεράσπισης της ΕΣΣΔ, που ναι μεν
είχε συμπήξει συμμαχία με ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, όμως ο αγώνας του λαού της
ήταν για την υπεράσπιση της εργατικής εξουσίας, δεν απέβλεπε σε προσάρτηση
εδαφών. Η νίκη της ΕΣΣΔ, όπως αποδείχθηκε ήταν ο απαραίτητος, όρος για την νίκη
κατά του Αξόνα.

            Ένα από τα πολύ προσφιλή αστικά και
όχι μόνο επιχειρήματα που αναφέρονται στην ιστορία της κατοχής, τον Δεκέμβρη
του ‘44 και την περίοδο 46-49, υποστήριζε ότι οι κομμουνιστές ήταν εχθροί της
δήθεν οικουμενικής αξίας της «εθνικής ενότητας» και «ομοψυχίας», που δεν πρέπει
να διαταράσσεται είτε σε περίοδο πολέμου είτε σε κρίση ή σε περίοδο
καπιταλιστικής ανάκαμψης και ανάπτυξης. Πρόκειται για συνθήματα συγκάλυψης της
πραγματικότητας της ταξικής διαίρεσης της κοινωνίας, που την παρουσιάζουν ως
μια κοινωνία ατόμων, πολιτών, που συμβιώνουν μεταξύ τους και έχουν την
υποχρέωση να υποταχθούν και να υπηρετήσουν τα συμφέροντα της αστικής τάξης.

            Η ταξική πάλη, ανεξάρτητα με ποιες
μορφές ή ένταση εκφράζεται, δεν καταργείται ποτέ, είτε σε περίοδο πολέμου είτε
μη πολέμου. Ο ΕΔΕΣ ιδρύθηκε ως φιλοαγγλική οργάνωση κατά του ΚΚΕ και έδρασε
κατά του ΕΑΜ και ΕΛΑΣ, επόμενο ήταν να εκδηλωθούν συγκρούσεις ανάμεσα στον ΕΛΑΣ
και τον ΕΔΕΣ. Η αστική τάξη και το κράτος της αναγνωρίζουν την βία ως δικό της
μονοπωλιακό δικαίωμα, ενώ η εργατική τάξη, το λαϊκό, το επαναστατικό, κίνημα
δεν έχει δικαίωμα να υπερασπιστεί τα συμφέροντα του με όλα τα μέσα που διαθέτει
και επιλέγει.

            Αυτή την προπαγάνδα διακινούν κατά
κόρον τόσο οι χρυσαυγίτικες ναζιστικές χυδαιότητες και νεοδημοκρατικές
εφημερίδες με τις κίτρινες σελίδες που προβάλλουν τα δήθεν εγκλήματα των
κομμουνιστών, όσο και αστοί ιστοριογράφοι, οι επονομαζόμενοι «αναθεωρητές» της
ιστορίας. Όλοι μαζί έχουν ένα στόχο: Το τσάκισμα της ταξικής πάλης σήμερα. Γι’
αυτό το σκοπό δεν διστάζουν να αναμασούν τα πιο βρώμικα επιχειρήματα, να
διαστρεβλώνουν τα ιστορικά γεγονότα και να κάνουν το μαύρο-άσπρο, στοχεύοντας
ιδιαίτερα στη νέα γενιά, που δεν έχει αποκτήσει ακόμα την πείρα της ταξικής
πάλης.

            Η πιο τυπική αστική αντίληψη για τον
Δεκέμβρη του ‘44 είναι ότι συνιστούσε προϊόν ενός προετοιμασμένου σχεδίου
βίαιης κατάληψης της εξουσίας. Στην πραγματικότητα οι πρώτες μέρες της
απελευθέρωσης και τα Δεκεμβριανά απέδειξαν ότι από την πλευρά του ΚΚΕ δεν
υπήρχε τέτοιος σχεδιασμός, αν και είχε ξεσπάσει ανοικτά επαναστατική κατάσταση.
Ο Δεκέμβρης δεν ήταν αποτέλεσμα της δολοφονίας άοπλων διαδηλωτών στις 3 και 4
Δεκέμβρη, είχε προετοιμασθεί το έδαφος πολύ πριν η λεγόμενη κυβέρνηση της
«εθνικής ενότητας» πατήσει το πόδι της στην Ελλάδα. Η ηρωική μάχη των 33 μερών
δεν συνιστούσε σχεδιασμένη επαναστατική εξέγερση, αν και στην πραγματικότητα
ήταν μια ανώτερης μορφής ένοπλη ταξική σύγκρουση με την αστική τάξη και τις
βρετανικές στρατιωτικές δυνάμεις που προσκλήθηκαν από τον Γ. Παπανδρέου για να
τσακίσουν το ΕΑΜικό κίνημα και το ΚΚΕ.

            Η αστική και οπορτουνιστική
προπαγάνδα, παρά τις μεταξύ τους διαφορές, αποκρύπτουν το γεγονός ότι ενώ τα
αστικά κόμματα είχαν στα χέρια τους το πλεονέκτημα της απαράδεκτης συμφωνίας
της Βάρκιζας, δεν αισθάνονταν ασφάλεια λόγω της επιρροής και των δεσμών που το
ΚΚΕ και το ΕΑΜ διατηρούσαν με το λαό. Επομένως ήθελαν όλα μαζί, είτε ήταν
φιλοβασιλικά είτε αντιβασιλικά κόμματα, δεξιά ή δημοκρατικά, να καταφερθεί
ολοκληρωτικό χτύπημα στο Κόμμα και στο ΕΑΜ, ωθώντας σε μια εφ΄ όλης της ύλης
σύγκρουση.

            Επινόησαν κατηγορίες ότι ο ΔΣΕ ήταν
ξενοκίνητος, με στόχο παραχώρηση ελληνικών εδαφών, ότι τάχα απαρτίζονταν από
βίαια επιστρατευμένους μαχητές ή από ανθρώπους που είχαν προσωπικούς
λογαριασμούς με άλλους ανθρώπους ή και προσωπικές φιλοδοξίες. Δεν είναι καθόλου
τυχαίο ότι σε εκδόσεις και κυρίως ημερίδες και συζητήσεις, χρησιμοποιούνται
επιλεκτικά προσωπικές μαρτυρίες, μετανοημένων σε πολλές περιπτώσεις ή
εμφανίζονται μεμονωμένες ιστορίες για πρόκληση συναισθηματικής φόρτισης,
σύμφωνα με τις οποίες το γενικό χαρακτηριστικό του εμφύλιου τάχα ήταν ο αδελφός
να σκοτώνει αδελφό, οικογένειες να χωρίζονται μεταξύ τους και
αλληλοσκοτώνονται. Αυτά επικαλούνται αυτοί που και σήμερα δικαιώνουν τους
ιμπεριαλιστικούς πολέμους, αποδέχονται τα ιμπεριαλιστικά προσχήματα και καλούν
ο ένας λαός να χύνει το αίμα του άλλου, προκειμένου να νικήσει η μια ή άλλη
αστική τάξη στον ανταγωνισμό για τη επέκταση των αγορών, την διεκδίκηση της
πρωτοκαθεδρίας στην εκμετάλλευση περιοχών π.χ. με ενεργειακό πλούτο. Άλλοι
επιμελημένα κρύβουν ότι χιλιάδες αγωνιστές αναγκάσθηκαν να πάρουν το δρόμο του
βουνού, λόγω των διωγμών και του κινδύνου δολοφονιών, ενώ κάποιοι υποστηρίζουν
ότι την ευθύνη για τους διωγμούς βάραινε το ΚΚΕ, που δήθεν δεν τήρησε την
Συμφωνία της Βάρκιζας, ότι όλα θα είχαν αποσοβηθεί αν το ΚΚΕ δεχόταν να
συμβιβαστεί, εκθέτοντας την εθνική αντίσταση σε ανυποληψία ή αν έπαιρνε μέρος στις
κοινοβουλευτικές εκλογές του ‘46. Ένα πράγμα αποδείχθηκε: Η αστική τάξη δεν
αρκείται στους συμβιβασμούς, αντίθετα, τους κάνει εφαλτήριο για την οριστική
αντεπίθεση, για να ξεμπερδέψει με το ΚΚΕ και γενικότερα το εργατικό κίνημα.

            Ο οπορτουνισμός με την γνωστή και
χωρίς αρχές ευελιξία του, κατά την 10ετία του ‘70 και ‘80, εμφανίζονταν ως το
ρεύμα που υπεράσπιζε την ανάγκη αναθεώρησης της μαρξιστικής θεωρίας, θεωρώντας
θεμελιακές της θέσεις ως απαρχαιωμένες. Καμία σχέση, βεβαίως, δεν είχε με την
αναγκαιότητα ανάπτυξης της θεωρίας, με βάση την μελέτη των εξελίξεων και τη
γενίκευση της πείρας, στόχος ήταν η ανατροπή των θεμελιακών αρχών.

            Σ΄ αυτό το πλαίσιο υπερακόντιζε σε
επιχειρηματολογία ενάντια στην ΚΔ και το ΚΚ της Σοβιετικής Ένωσης, εμφανίζοντας
το ΚΚΕ ως θύμα μιας πολιτικής που έβαζε πάνω απ’ όλα τα κρατικά συμφέροντα της
ΕΣΣΔ, αδιαφορώντας για το μακελειό σε βάρος σειράς λαών. Αυτή η πολιτική, κατά
τους οπορτουνιστές, οδήγησε το ελληνικό κίνημα σε τραγωδίες π.χ. με το δήθεν
μοίρασμα του κόσμου κλπ.

            Ο κάλπικος διεθνισμός των
οπορτουνιστικών δυνάμεων, του λεγόμενου ευρωκομμουνισμού, εκφραζόταν με την
υποκριτική αρχή της μη ανάμιξης κάθε ΚΚ στα εσωτερικά του άλλου, καθώς και με
την εφεύρεση των “εθνικών δρόμων προς το σοσιαλισμό”, όπως π.χ. υποστήριζε το
γαλλικό και ιταλικό ΚΚ, το λεγόμενο ΚΚΕ «Εσωτερικού» κλπ. Όμως όλοι αυτοί οι
δρόμοι ήταν ένας και μοναδικός: Η σοσιαλδημοκρατική μετάλλαξή τους, με
κομμουνιστική φρασεολογία, για τον εκσυγχρονισμό του καπιταλισμού. Στη θέση του
προλεταριακού διεθνισμού τοποθέτησαν ως σύγχρονη επεξεργασία την επίθεση σε
κάθε ΚΚ που υποστήριζε τη διεθνή ενότητα της εργατικής τάξης και άρα την ανάγκη
ενιαίας στρατηγικής του ΔΚΚ. Βέβαια, το ζήτημα ήταν ότι αυτή η στρατηγική
έπρεπε να διαμορφωθεί σε επαναστατική βάση, που τέτοια δεν υπήρχε στο ΔΚΚ από
μια περίοδο και μετά.

            Μετά την αντεπανάσταση και ενώ στην
Ελλάδα το ΚΚΕ ξεκίνησε βασανιστικά την αποκατάσταση του επαναστατικού του
χαρακτήρα, ο οπορτουνισμός, ιδιαίτερα ορισμένοι θύλακες του, εμφανίστηκαν ως οι
αυθεντικοί ερμηνευτές του μαρξισμού-λενινισμού, εγκαλώντας το ΚΚΕ ότι
παρεκκλίνει από αυτόν. Επιστρατεύονται αποκομμένα αποσπάσματα του Μαρξ, την
περίοδο αστικών και αστικοδημοκρατικών επαναστάσεων ή του Λένιν, την περίοδο
της αστικής επανάστασης κατά του τσαρισμού το 1905-7 ή της ειδικής περιόδου της
ΝΕΠ.

            Υποστηρίζουν ότι τα ιστορικά
γεγονότα πρέπει να εξετάζονται αποκλειστικά και μόνο μέσα στις συγκεκριμένες
συνθήκες που πραγματοποιήθηκαν, αρνούμενοι την ύπαρξη γενικών γνωρισμάτων,
προσάπτονται στο ΚΚΕ αυθαίρετες σκοπιμότητες που αφορούν το σημερινό Πρόγραμμά
του και τις εκτιμήσεις του για την σοσιαλιστική οικοδόμηση, με τα οποία, ως
γνωστό, ριζικά διαφωνούν. Αναμφίβολα η ιστορική διερεύνηση και μελέτη πρέπει να
πατάει σε έγκυρο αρχειακό υλικό, να παίρνει υπόψη τις συγκεκριμένες
αντικειμενικές συνθήκες που επικρατούσαν στην Ελλάδα, ακόμα και το επίπεδο
ανάπτυξης του Κόμματος, επίσης τις διεθνείς εξελίξεις, τις κατευθύνσεις του
ΔΚΚ, που ποτέ το ΚΚΕ δεν έπαψε να θεωρεί τον εαυτό του ως αναπόσπαστο τμήμα
του.

            Η ιστορική αποτίμηση της δράσης του
Κόμματος αφορά τον υποκειμενικό παράγοντα, άρα τίθεται υπό κρίση πώς κατάφερνε
να κατανοεί, να υπολογίζει τους συγκεκριμένους αντικειμενικούς παράγοντες, το
συσχετισμό δυνάμεων, την αστική πολιτική διαχείρισης, την επίδραση των διεθνών
εξελίξεων, ώστε να διαμορφώνει και να προσαρμόζει, ανάλογα με τις συνθήκες, τη
γραμμή συσπείρωσης και ρήξης με σκοπό την στήριξη της νικηφόρας πορείας υπέρ
της εργατικής τάξης και των συμμάχων της. Η αποτίμηση των γεγονότων μιας
ολόκληρης περιόδου, δεν μπορεί να εξαντληθεί με την εκτίμηση κατά τις τρέχουσες
εξελίξεις, συμπεράσματα που επαληθεύονται συμπληρώνονται ή διορθώνονται όταν
έχουν πια αποκρυσταλλωθεί οι τάσεις, τα αποτελέσματα. Αυτός είναι ο δρόμος για
την ωρίμανση του Κόμματος.

            Η συγγραφή της ιστορίας του Κόμματος
δεν είναι μια επανάληψη προηγούμενων εκτιμήσεων, απαιτεί αντικειμενικότητα,
μακριά από συναισθηματισμούς και απαλλαγή από το φόβο -εκεί που χρειάζεται-
δημόσιας κριτικής και αυτοκριτικής, που δεν έχει καμία σχέση με την λαθολογία,
η οποία μόνο μοιρολατρία και απογοήτευση προκαλεί. Η θετική ή αρνητική έκβαση
ενός αγώνα δεν κρίνεται μόνο στο πεδίο του ηρωισμού και της ετοιμότητας για
προσφορά και αυτοθυσία, αλλά και στη στρατηγική γραμμή, ιδιαίτερα στην επιλογή
του κύριου καθήκοντος-κρίκου κατά την διάρκεια κορυφαίων μαχών, που αλλάζουν
και ανατρέπουν το συσχετισμό δυνάμεων είτε υπέρ του επαναστατικού κινήματος
είτε σε βάρος του. Το ΚΚΕ π.χ. δεν ασκεί κριτική γιατί το θέμα της εξουσίας δεν
τέθηκε στην ημερήσια διάταξη το 1940 ή το 1941 ή ακόμα και το 1942, αλλά κατά
πόσο το ΚΚΕ είχε συνδέσει τον αγώνα κατά της κατοχής με την κατάκτηση της
εξουσίας, εφόσον διαμορφωνόταν επαναστατική κατάσταση, όπως και συνέβη.

            Η οπορτουνιστική φιλολογία ότι το
ΚΚΕ γράφει την ιστορία με μοναδικό στόχο να επιβεβαιώσει την στρατηγική του,
δεν συνιστά την αποκάλυψη ενός μυστικού. Εμείς δημόσια έχουμε δηλώσει και
γράψει στα ντοκουμέντα μας ότι το χρέος μας είναι, ιδιαίτερα μετά την νίκη της
αντεπανάστασης που μας βρήκε, όπως παντού, απροετοίμαστους και αιφνιδιασμένους,
να αντλήσουμε διδάγματα, ώστε να ενισχυθεί ο επαναστατικός χαρακτήρας του
Κόμματος, η ικανότητα και ωριμότητά μας .

            Ο οπορτουνισμός μας εγκαλεί για την
εκτίμησή μας για τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, που
τον θεωρεί αντιφασιστικό, επειδή από την μια πλευρά βρίσκονταν η ναζιστική
Γερμάνια και η Ιταλία. Η πάλη μέχρι αυτοθυσίας, για να μη καταληφθεί ούτε μια
σπιθαμή εδάφους από άλλη αστική τάξη είναι απολύτως εφικτή και συμβατή με την
εκτίμηση για τον χαρακτήρα του πολέμου ως ιμπεριαλιστικού.

            Αυτό που ενοχλεί είναι η θέση μας
ότι σε συνθήκες ιμπεριαλιστικής πολεμικής εμπλοκής, είτε σε αμυντικό είτε σε
επιθετικό πόλεμο, το ΚΚΕ πρέπει να ηγηθεί της εργατικής – λαϊκής πάλης, με όλες
τις μορφές και με πολύτιμη παρακαταθήκη την πείρα του ΕΑΜ, ΕΛΑΣ, της ΕΑ, της
ΕΠΟΝ και της ΟΠΛΑ, να οδηγήσει σε ολοκληρωτική ήττα της αστικής τάξης, εγχώριας
και ξένης ως εισβολέα, να συνδεθεί με την κατάκτηση της εξουσίας.

            Εγκαλούν το ΚΚΕ -με αφορμή τη
κριτική για τις συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας- ότι βλέπουμε με
ισοπεδωτικό τρόπο την συμμετοχή σε κυβερνήσεις εθνικής ενότητας, αρνούμαστε το
φιλολαϊκό ρόλο μεταβατικών κυβερνητικών προγραμμάτων στο έδαφος του
καπιταλισμού, ότι δεν δεχόμαστε την ύπαρξη ενδιάμεσης εξουσίας ανάμεσα στα δύο
συστήματα. Ως επιχείρημα προβάλλουν ότι κατά την κατοχή η εξουσία είχε
πραγματοποιηθεί στα απελευθερωμένα εδάφη, ότι αυτό που έλλειψε ήταν η ικανότητα
του Κόμματος να δράσει με τακτικό στόχο και όχι στρατηγικό. Στην πραγματικότητα
αρνούνται την ανάγκη ανατροπής της καπιταλιστικής εξουσίας.

            Καλούν το ΚΚΕ, με άλλοθι τα οξυμένα
προβλήματα των μαζών, να υιοθετήσει αιτήματα, όχι με την έννοια ότι αυτά
μπορούν να συγκινήσουν και να κινητοποιήσουν, αλλά αιτήματα που διευκολύνουν
την διεκδίκηση μιας κυβέρνησης στο καπιταλιστικό έδαφος.

            Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ένα
σημαντικό μέρος των σημερινών οπορτουνιστών, το 2012 κατηγορούσαν το ΚΚΕ όταν
αρνιόταν να υποκύψει στις πιέσεις συνεργασίας με το ΣΥΡΙΖΑ ή να δηλώσει
ετοιμότητα στήριξης κυβέρνησής του. Η αποκάλυψη του πραγματικού χαρακτήρα της
πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ δεν αφορά μόνο αυτό το κόμμα, αλλά και όλους εκείνους που
κατακεραύνωναν το ΚΚΕ γιατί αρνήθηκε ή αρνείται την μια ή την άλλη μορφή
πολιτικής συνεργασίας μαζί του.

            Η μελέτη του Δοκιμίου της περιόδου
αυτής είναι βέβαιο ότι θα δώσει απαντήσεις σε ερωτήματα που υπάρχουν, σε
ακαταστάλακτους προβληματισμούς. Αν και αφορά το παρελθόν τα συμπεράσματά είναι
ένα καλό εφόδιο για τα προβλήματα που μας απασχολούν σήμερα, που απαιτούν και
γνώση και διευρυμένο πολιτικό και ιδεολογικό ορίζοντα, ανεξάρτητα από το
αντικείμενο χρέωσης στην κομματική δουλειά και στο κίνημα. Μελετάμε το παρελθόν
κοιτώντας μπροστά!

19/12/2018                                          ΤΟ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΤΗΣ ΚΕ ΤΟΥ ΚΚΕ

Share This Post | Μοιραστείτε αυτο το αρθρο

You must be logged in to post a comment Login