VASILIOS GIKAS -Oικονομολογος Αθηνα

Χριστιανισμός και Φιλοσοφία.

Χριστιανισμός και Φιλοσοφία.
Decrease Font Size Increase Font Size Text Size Print This Page

Εξετάζω τη σχέση του Χριστιανισμού με την Αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία κι αν η Θεολογική Σκέψη των Πατέρων θα μπορούσε να ονομαστεί Χριστιανική Φιλοσοφία. Θα ήταν ορθότερο να μιλούσαμε μόνο περί Φιλοσοφίας τιθεμένης απολύτως εις την Υπηρεσίαν της Χριστιανικής Δογματικής, όχι αυτοτελώς καλλιεργούμενης. Το πρόβλημα της σύνθεσης και της συνάντησης των δύο μεγάλων Πνευματικών Μεγεθών της Ιστορίας, Ελληνισμού και Χριστιανισμού, συνήθως αντιμετωπίζεται ως επίτευγμα του 4ου ή 5ου αιώνα. Υπήρξαν προϋποθέσεις κι οι διεργασίες οι οποίες συντελέστηκαν κατά τις πρώτες δεκαετίες μετά τον Θάνατο και την Ανάσταση του Χριστού, από ανθρώπους οι οποίοι συνέλαβαν την ιδέα μίας δυναμικής σύνθεσης Ελληνισμού και Χριστιανισμού και της συμπόρευσης των δύο μεγάλων αυτών πνευματικών ρευμάτων στο ιστορικό γίγνεσθαι.
Η χρήση συναφειακών παραστάσεων κι εικόνων, προκειμένου να γίνουν κατανοητές οι Δογματικές Αλήθειες από ανθρώπους με διαφορετικό πολιτιστικό υπόβαθρο, είναι πολλές φορές θεμιτή κι επιβεβλημένη. Αυτό αποτελεί θεμελιώδη Ιεραποστολική και Παιδαγωγική Αρχή, που είναι βαθιά ριζωμένη μέσα στην ιστορία και τη ζωή της Εκκλησίας. Πρέπει όμως η χρήση των συναφειακών αυτών παραστάσεων κι εικόνων να περιορίζεται μόνο στη μορφολογία του Δόγματος και ν’ αφήνει άθικτη και απαραχάρακτη την ουσία του. Αυτή τη στάση τήρησαν τόσο οι Απόστολοι όσο κι οι Πατέρες της Εκκλησίας· αν και χρησιμοποίησαν εικονικές παραστάσεις κι Ορολογία από το Συναφειακό Πολιτιστικό Υπόβαθρο του Ελληνικού Κόσμου, περιορίζονται αποκλειστικά σε μορφολογικό επίπεδο και δεν αλλοιώνουν το μήνυμα της Θείας Αποκάλυψης.

Στο Βυζάντιο δεν γεννιούνται Αυτόνομα Φιλοσοφικά Συστήματα. Οι Πατέρες χρησιμοποιούν πολλές φορές τον όρο Φιλοσοφία με την έννοια ότι έχουν τη ζωντανή εμπειρία των Μυστηρίων του Τριαδικού Θεού, όπου χρειάζεται η κάθαρση της ψυχής και του σώματος, ο φωτισμός κι η Θέωση. Δεν μπορούν με άλλο τρόπο να προσεγγίσουν τις ενέργειες του Θεού κι έτσι δεν είναι δυνατή καμιά Φιλοσοφία.

Όταν λοιπόν κάνουν λόγο γιά την Αγία Τριάδα, τη Θεία Ουσία, τις Υποστάσεις ή τα πρόσωπα, τη Θεογνωσία και την ετερότητα των υποστάσεων, αντλούν εκφραστικά μέσα απ’ αυτή την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, όπου κυριαρχεί η Φιλοσοφική Παράδοση με τους Πλατωνισμό, Αριστοτελισμό, Στωικισμό, Νεοπλατωνισμό κι άλλες Φιλοσοφίες της Αρχαιότητας. Άλλο Εμπειρία κι άλλο διατύπωση με τη φιλοσοφική γλώσσα.
Στη Δογματικά ορισμένη Ορθόδοξη Πατερική Θεολογία, η χρήση της Ελληνικής Φιλοσοφίας αφορούσε μόνο τη χρησιμοποίηση ορολογίας και σχημάτων κι όχι αποδοχή της Θεολογούσας Αρχαιοελληνικής Σκέψης: η Πατερική Ελληνικότητα συνιστά αυθυπέρβαση έναντι της Προχριστιανικής Ελληνικότητας, όπως οι ίδιοι οι Έλληνες Πατέρες το βεβαιώνουν, ως τον 14ο αιώνα, όταν διατυπώνεται η τελική θέση στο πρόβλημα, στο «Συνοδικόν της Ορθοδοξίας».

Εκεί κωδικοποιείται η μακραίωνη αγιοπατερική στάση, που διαφοροποιεί τη σπουδή της Ελληνικής Φιλοσοφίας, την παιδευτική της δηλαδή χρήση, από την αποδοχή της Θεολογίας της. Ο Χριστιανισμός, στην αυθεντική του έκφραση ως Ορθοδοξία, είναι συνέχεια της Προφητικής Εμπειρικής Θεολογήσεως. Εγκλωβισμένες στην Αρχαιοελληνική θεολογούσα Σκέψη μένουν οι Αιρέσεις. Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω απόσπασμα από το δογματικό κείμενο που ονομάζεται Συνοδικό της Ορθοδοξίας: Ανάθεμα σε όσους ασχολούνται με τα Ελληνικά Μαθήματα και δεν τα χρησιμοποιούν μόνο γιά τη μόρφωση τους, ακολουθούν τις περιττές Διδασκαλίες τους, τις δέχονται σαν αληθινές και μάλιστα ομολογούν Πίστη σ’ αυτές.
Αυτό σημαίνει πως η επίσημη θέση της Εκκλησίας απέκρουε την περιφρόνηση των Ζηλωτών μοναχών προς τη θύραθεν Σοφία και τον προς αυτήν υπερβολικό θαυμασμό ορισμένων Λόγιων Κύκλων, ο οποίος ανέτρεπε την καθιερωμένη από τους Μεγάλους Πατέρες ισορροπία της ελληνοχριστιανικής συνθέσεως.
Στη μελέτη αυτή των σχέσεων ανάμεσα στον Ελληνικό και τον Χριστιανικό τρόπο Σκέψης, σημείο καμπής αποτελεί η μεταφορά του κηρύγματος περί του Ιησού στους Ελληνιστές Ιουδαίους, εκείνους δηλ. που μιλούν Ελληνικά κι έχουν επηρεαστεί από την Ελληνική Παιδεία: αυτοί θα μεταγγίσουν το πρώτο Ελληνικό αίμα στον Χριστιανισμό και θα θέσουν τη σφραγίδα τους στα Ευαγγέλια.
Σε σημαντικό ποσοστό, η διασάφηση των σχέσεων Ελλήνων κ’ Ιουδαίων στον Χριστιανισμό έγινε από τον Απόστολο Παύλο, Ιουδαίο και μάλιστα Φαρισαίο, συγχρόνως κι Ελληνιστή στην Παιδεία και στη σκέψη, στον οποίο μεγάλη επίδραση άσκησε η Ελληνική νοοτροπία κι ο Ελληνικός τρόπος της ζωής, καθώς εσκέπτετο, μιλούσε κι έγραφε Ελληνικά όπως στη μητρική του γλώσσα. Το ίδιο σημαντική ήταν κι η συμβολή του Ευαγγελιστή Ιωάννη, ο οποίος πιθανώς προβαίνει σε μία προσαρμογή του Ευαγγελίου στο πνευματικό περιβάλλον του Ελληνισμού. Συγχρόνως, το κήρυγμα του Πρωτομάρτυρα Στεφάνου, των 7 Διακόνων, του Ευαγγελιστού Λουκά κ’ Ιερού Συγγραφέα των Πράξεων των Αποστόλων και τα Θεολογικά Μηνύματα που ξεπήδησαν από τις Αποφάσεις της πρώτης Αποστολικής Συνόδου (48 ή 49 μ.Χ.), δεν είναι δυνατόν να κατανοηθούν σωστά μόνο μέσα στα Ιουδαϊκά πλαίσια, αλλά είναι ανάγκη να συσχετισθούν και με τα νέα δεδομένα του Οικουμενικού Ελληνισμού. Εδώ παρατηρείται και μιά ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στον Ιουδαϊσμό και τον Ελληνισμό: ο Ιουδαϊσμός εκφράζει την κλειστή ιδιαιτερότητα κι ενδοστρέφεια, ενώ ο Ελληνισμός το οικουμενικό πνευματικό άνοιγμα προς όλο τον κόσμο. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς τονίζει ότι ο Χριστιανισμός δεν είναι Εθνική Θρησκεία, όπως ο Ιουδαϊσμός, αλλά έχει παγκόσμιο χαρακτήρα, όπως άλλες Θρησκείες που δραστηριοποιούνταν ελεύθερα στην Αυτοκρατορία.
Κάθε προσπάθεια να γίνει ο Χριστιανισμός κατανοητός από τον ελληνικό τρόπο σκέψης περνούσε από τη Χριστιανική Συνείδήση, που την οδηγούσε σε μία θεμελιώδη αλλοίωση της Εβραϊκής και της Ελληνικής σημασίας των όρων. Χαρακτηριστική, όσον αφορά στη Χριστολογία της Καινής Διαθήκης, είναι η Θεολογία περί Λόγου, του Ευαγγελιστή Ιωάννη, όπου όμως η ιδέα ότι ο Λόγος σαρξ εγένετο είναι τόσο νέα, ώστε ν’ αλλοιώνει αναπόφευκτα την Ελληνική και την Εβραϊκή αντίληψη περί Λόγου. Την προτίμηση που δείχνουν οι Ιουδαίοι κι οι Χριστιανοί Συγγραφείς σ’ επιχειρήματα αντλημένα από τις Ελληνορωμαϊκές αντιλήψεις γιά να υπερασπίοουν την Πίστη τους βλέπουμε και στην Επιστολή Β΄του Πέτρου. Ο Συγγραφέας της αναδεικνύεται ως ο Πρόδρομος των Απολογητών Πατέρων, γιατί πριν από αυτούς χρησιμοποιεί την Ελληνορωμαϊκή Φιλοσοφία γιά να υπερασπίσει τη Χριστιανική Πίστη έναντι των αντιπάλων του. Οι Εσχατολογικές Ιδέες της Επιστολής παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές από τις αντίστοιχες Ελληνορωμαϊκές, με αποτέλεσμα το κείμενο να είναι τελικά Χριστιανικό κι όχι Στωϊκό, όπως θα ήταν χωρίς αυτές.
Η συνάντηση Ελληνισμού-Χριστιανισμού, υπεχρέωνε τους Κήρυκες του Χριστιανισμού να βρουν τρόπους να εκφράσουν την Πίστη τους με οντολογικές κατηγορίες, χωρίς όμως να δεχθούν την Ελληνική νοοτροπία. Τελικά, οι Πατέρες της Εκκλησίας είναι εκείνοι που εφάρμοσαν ως Ιστορική Πραγματικότητα τη Διδασκαλία του Απόστολου Παύλου, το «ουκ ένι Έλλην και Ιουδαίος». Η Ελληνική Σκέψη πέρασε από μία δημιουργική συνάντηση με τον Χριστιανισμό κι υπέστη βασικές μεταμορφώσεις, που ενώ δεν εξαφανίζουν την Ελληνικότητά της, την κάνουν ν’ αλλάξη προσανατολισμό, ν’ απόκτησει στοιχεία που δεν τα είχε προηγουμένως. Γιά παράδειγμα, στον Τομέα της Χριστολογίας, σκοπός αυτών των μεταμορφώσεων ήταν να διαφυλαχθεί η Κληρονομιά της Εβραϊκής Μονοθεΐας από παρερμηνείες κι αλλοιώσεις Πολυθεϊστικές, Νεοπλατωνικές κ.ά. Στην Ιστορία της Εκκλησίας τον τρόπο ν’ αποφευχθούν οι κίνδυνοι αυτοί προσφέρει το Ελληνικό Πνεύμα των Πατέρων, με τη βάση ήδη να δίνεται στην Καινή Διαθήκη και στις 3 πρώτες και τόσο σημαντικές δεκαετίες του Χριστιανικού πρώτου αιώνα (40-70 μ.Χ.). Οι Πράξεις των Αποστόλων αποτελούν τη βασικότερη πηγή γιά την προσέγγιση της αρχικής σύνθεσης Ελληνισμού και Χριστιανισμού, σύνθεση που εφάρμοσε κι ο Απόστολος Παύλος, ο οποίος τα ισχυρά ρεύματα της διανόησης της εποχής του τα χρησιμοποιήσε ως σημεία επαφής γιά να κτίσει το δικό του Κήρυγμα γιά τον ερχομό της Βασιλείας του Θεού όχι στο Λογικό, αλλά στις καρδιές των ακροατών του.
Σε αυτή τη συνάντηση των δύο Κόσμων ο μόνος ουσιαστικός Εξελληνισμός του Χριστιανισμού πραγματοποιήθηκε με αυτό που οι Πατέρες ονόμασαν με αρνητικό τρόπο Αίρεση και χαρακτήριζαν έτσι εκείνες τις γνώμες που κατά καιρούς έρχονταν σε αντίθεση με την μία, Καθολική Εκκλησία. Χάρη στους Πατέρες ο Χριστιανισμός δεν έγινε μία Φιλοσοφική Διδασκαλία, αφού η επίδραση της Φιλοσοφίας, όπως και στους Ιερούς Συγγραφείς, παρέμεινε μόνο εξωτερική, σ’ επίδραση μορφών κι όχι ουσίας κι ως προϋπόθεση στην Ορθόδοξη Θεολογία παρέμεινε η Αποκεκαλλυμένη Αλήθεια, η οποία κι αποτελεί την ορθή ερμηνεια της.
Τον υπαρκτό κίνδυνο να μετατραπεί ο Χριστιανισμός σε Φιλοσοφία, μέσα σε μιά ατμόσφαιρα όπου το πνεύμα των ανθρώπων ήταν πολύ λογικά καλλιεργημένο και μαθημένο να διερευνά τα ζητήματα με λεπτεπίλεπτη Λογική, τον είδαν οι Πατέρες, οι Θεματοφύλακες της Μυστικής Ουσίας του Χριστιανισμού, οι οποίοι επετέλεσαν έργο άξιο μεγάλου θαυμασμού, όπως π.χ. ο Μάξιμος ο Ομολογητής, στον οποίο ανήκει η Τιμή της ακίνδυνης προσαρμογής κι αφομοίωσης από τον Χριστιανισμό Νεοπλατωνικών θέσεων.
Η Θεολογία της Αρχαίας Εκκλησίας υπήρξε πάντοτε επιφυλακτική έναντι της Ελληνικής Φιλοσοφίας κι ουδέποτε επέτρεψε σε αυτή τη διάβρωση του πνευματικού θησαυρού αυτής της Πίστεως. Οι σκληρές εκφράσεις κατά των Φιλοσόφων και των Διδασκαλιών τους ήταν γεγονός. Τα λόγια του Γρηγορίου του Θεολόγου δεν αφήνουν περιθώρια γιά παρανοήσεις: «Βάλλε μοι Πυθαγόρου την σιωπήν και τους κυάμους τους Ορφικούς και την περί το Αυτός έφα, καινοτέραν αλαζονείαν. Βάλλε μοι Πλάτωνος τας ιδέας και τας μετενσωματώσεις και περιόδους των ημετέρων ψυχών και τας αναμνήσεις και τους ου καλούς διά των καλών σωμάτων επί ψυχήν έρωτας. Επικούρου την αθεΐαν και τας ατόμους και την αφιλόσοφον ηδονήν. Αριστοτέλους την μικρολόγον Πρόνοιαν και το έντεχνον, και τους θνητούς περί ψυχής λόγους και το ανθρωπικόν των δογμάτων της Στοάς την οφρύν, των Κυνών το λίχνον τε και αγοραίον. Βάλλε μοι το κενόν, το πλήρες των ληρημάτων, όσα περί θεών ή θυσιών, περί ειδώλων, περί δαιμόνων αγαθοποιών τε και κακοποιών, όσα περί μαντείας, θεαγωγίας, ψυχαγωγίας, άστρων δυνάμεως, τερατεύονται». Σύμφωνα με τις Διδασκαλίες των Αγίων της Εκκλησίας, ο Χριστιανός καλείται να κόψει και να διαλύσει τα δύο άκρα κακά της Φιλοσοφίας: την πεπλανημένη δόξα της γιά τις Θείες Αρχές (Κεφαλή) και τη σχετική με τα κτίσματα Μυθολογία.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας τελικά απέρριψαν με αποστροφή τη Θεολογία και τη Σωτηριολογία των Φιλοσοφικών Συστημάτων, έκαναν όμως ευρεία χρήση της Ορολογίας τους, την οποία μεταμόρφωσαν, ως αποτέλεσμα της ίδιας της Αποκάλυψης, η οποία δεν λειτουργεί μαγικά ή αυθαίρετα, αλλά μεταμορφώνοντας την ανθρώπινη γνώση. Πραγματοποιείται έτσι σαφής υπέρβαση των Φιλοσοφικών Προδιαγραφών κι εγκαινιάζεται άλλης τάξεως Λόγος κι άλλης προέλευσης Αλήθεια, ανακεφαλαιωμένη εν Χριστώ. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Ανθρωπολογίας, όπου οι Πατέρες καταφέρνουν κάτι θαυμαστό με το να παραμένουν σε πλήρη συμφωνία με τη Βιβλική Θεολογία, αν και χρησιμοποιούν μία ριζικά διαφοροποιημένη γλώσσα. Στο περιβάλλον όπου ζουν οι Πατέρες η γλώσσα είναι Φιλοσοφική, με κυρίαρχη την Πλατωνική Διαρχία σώματος και ψυχής κι όχι εικονική και περιγραφική, όπως η Βιβλική. Η ρωμαλέα προσαρμοστικότητα της Πατερικής Θεολογίας αφομοίωσε τη γλώσσα της περιρρέουσας ατμόσφαιρας και κατάφερε να παρουσιάσει τον Βιβλικό κόσμο αριστοτεχνικά μεταπλασμένο και με το ίδιο περιεχόμενο, ακολουθώντας κατά πόδας τη Βιβλική Θεολογία.
Συνήθως κατά την ιστορική έρευνα, η συνάντηση κι η τελική σύνθεση του περιεχομένου του Ελληνικού Φιλοσοφικού Πολιτισμού αντιμετωπίζεται με μία γενικοποιημένη κι αφηρημένη μορφή, ενώ αποτελεί ένα συγκεκριμένο πολιτιστικό αποτέλεσμα. Άλλοτε πάλι εγείρονται συχνά κατηγορίες ή κρίσεις οι οποίες αφορούν έναν Πολιτισμό ο οποίος ανήκει στην σφαίρα των Πολιτιστικών Αγαθών κι αντιλήψεων του Χριστιανισμού, με μιά έντονα εξελληνοποιημένη προοπτική και στις δύο περιπτώσεις όμως θα πρέπει να τονιστεί ότι περισσότερο η ιστορία αυτή μελετάται και κρίνεται υπό το πρίσμα των ύστερων κατακτήσεων της Ιστορίας κι όχι υπό το πρίσμα της πραγματικής κοσμογονικής αλλαγής την οποία επέφερε ο Χριστιανισμός κατά την εποχή του. Είναι βέβαιο δε, πως ο Πολιτισμός της εποχής και δη το φιλοσοφικό υπόβαθρο αποτέλεσε ένα έξοχο υπόστρωμα ανάπτυξης του Ευαγγελικού Λόγου, σε μιά εποχή που η Κοινωνία φαινόταν ώριμη γιά μία τέτοια αλλαγή. Διόλου τυχαίο δεν είναι πως Απολογητές και μεταγενέστεροι Συγγραφείς αναφέρουν ως Πρόδρομους του Χριστιανισμού σημαντικούς Φιλοσόφους όπως τον Πλάτωνα, τον Ηράκλειτο ή τον Σωκράτη. Συνάμα ήταν ενήμεροι, όχι λιγότερο από εμάς σήμερα, γιά τη ριζική αντίθεση ανάμεσα σε αυτόν τον Πολιτισμό και το κήρυγμά τους, τη στιγμή που κι οι αντίπαλοι είχαν σαφή επίγνωση και συνείδηση γι’ αυτή την ένταση. Ο Αρχαίος Κόσμος είναι αναμφισβήτητο πως εναντιώθηκε στη μεταστροφή αυτή, όπως άλλωστε και σημαντική μερίδα Χριστιανών. Έτσι βλέπουμε γιά παράδειγμα Συγγραφείς όπως ο Τερτυλλιανός, να είναι δριμείς έναντι του Ελληνισμού και της Φιλοσοφίας και συνάμα να χρησιμοποιούν ως εργαλεία τη Φιλοσοφία και το γενικότερο εκπαιδευτικό υπόβαθρο της εποχής. Ακόμα κι ο Ωριγένης που κατηγορήθηκε ως Εξελληνιστής του Χριστιανικού Μηνύματος ήταν ενήμερος γι’ αυτή τη διαφοροποίηση, όταν μιλούσε γιά τα πλούτη των αμαρτωλών Ειδωλολατρών (εις Ψαλμούς 36, 3, 6). Η Φιλοσοφία κι η εν γένη Παιδεία ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής και του τρόπου λειτουργίας των ανθρώπων, όπου ανήκαν κι εντάσσονταν. Η επιφυλακτική ή αρνητική στάση των πρώτων Χριστιανών προς τη Φιλοσοφία και την Τέχνη, περιλαμβανόμενης της Ζωγραφικής και της Μουσικής κ’ ιδιαίτερα προς τη Ρητορική Τέχνη, μπορούν να κατανοηθούν πλήρως μόνο εν σχέση με τη συγκεκριμένη ιστορική πραγματικότητα. Η όλη δηλαδή συγκρότηση του Πολιτισμού της εποχής προσδιοριζόταν κι εμποδιζόταν από λανθασμένη και ψευδή Πίστη. Αυτό που συνέβη ήταν πως οι Χριστιανοί κατάφεραν ν’ ανανεώσουν την πολιτιστική πορεία, χωρίς να παρασυρθούν σε προ-πολιτιστικές θέσεις και να διαγράψουν εκ νέου με καινούριο πνεύμα τα πολιτιστικά πλαίσια. Ο Αρχαίος Πολιτισμός αποδείχτηκε τελικά αρκετά εύπλαστος γιά να δεχτεί μία βαθύτατη μεταμόρφωση, όπως αυτή την απαιτούσε το νέο χριστιανικό μήνυμα. Εξού και δεν θα ήταν ορθό να μιλήσουμε γιά Εξελληνισμό του Χριστιανισμού, αλλά γιά Εκχριστιανισμό του Ελληνισμού, ο οποίος σε πολλές επαφές του ερωτοτρόπησε με αντίθετα αποτελέσματα. Αυτό που συνέβη τελικά ήταν πως ο Ελληνισμός πλέον είχε αλλάξει ριζικά κι είχε μεταμορφωθεί από τη μακραίωνη συσσώρευση των γνήσιων Ανθρώπινων Αξιών στην πολιτιστική πορεία, που παραλήφθηκαν και μεταβιβάστηκαν με το πνεύμα της Χριστιανικής Υπακοής κι αφοσίωσης στην αλήθεια του Θεού. Όταν μιλάμε γιά Φιλοσοφία, θα πρέπει ν’ αντιλαμβανόμαστε ότι αυτή δεν περιέχει μόνο Θεολογία, αλλά το κυρίως σώμα της Φιλοσοφίας ήταν πάντα η Φυσική Επιστήμη. Ενώ λοιπόν, γιά τους Πατέρες, σε κάθε ζήτημα που αποτελούσε μέρος της Χριστιανικής Θεολογίας, πρωτεύοντα ρόλο είχαν η Θεοπνευστία, η έμπνευση, το χάρισμα, η πείρα, η προφητεία, η όραση, ως δρόμος της αγιότητας τον οποίο ακολουθούν οι Χαρισματικοί Φωτοδότες και διαχέουν το φως σ’ όλο το σώμα της Κοινότητας, στο ζήτημα της Φυσικής Επιστήμης υπήρχε η δυνατότητα οι πάντες ελεύθερα να προσανατολίζονται προς την Έρευνα. Αυτό σημαίνει ότι τα σημεία που ανήκουν καθαρά στην Επιστήμη δεν αναμετρώνται διαλεκτικά με την Πίστη, αλλά το θεολογικό περιεχόμενο εκφράζεται άμεσα με το επιστημονικό και φιλοσοφικό ένδυμα του τότε περιβάλλοντος. Γιά παράδειγμα, ο Μέγας Βασίλειος δεν προβληματίζεται να δεχτεί τα επιστημονικά δεδομένα της εποχής σύμφωνα με τα οποία η Γη ήταν το κέντρο του Κόσμου κι ήταν ακίνητη. Στις περιπτώσεις όμως που η Φιλοσοφική Επιστημολογία έρχεται σε σύγκρουση με τα δεδομένα της Θείας Αποκάλυψης, άρα σχετίζεται με τη Θεολογία, τότε η εμπειρία της Αποκάλυψης προηγείται. Γι’ αυτό κι ο Μέγας Βασίλειος αποκρούει την αυτόματη γένεση του Κόσμου και πρόθεση του είναι ν’ αποκλείσει την Αριστοτελική σημασία του τυχαίου. Κατά συνέπεια, ο Κόσμος δεν είναι ένα τυχαίο αποτέλεσμα.
Τελικά, η Ορθόδοξη Διδασκαλία διαφοροποιήθηκε με σαφήνεια από κάθε φιλοσοφική δοξασία η οποία σχετιζόταν με την Ειδωλολατρική Θεολογία. Ενδεικτικά:
Στη Φιλοσοφική Οντολογία υπάρχει η ουσιοκρατική αντίληψη της Απορροής, ότι όλα απορρέουν από την Ουσία μίας πρώτης απρόσωπης Αρχής. Στον Χριστιανισμό αντιθέτως, εκτός ότι ο Θεός είναι προσωπικός, τίποτε στη Δημιουργία δεν προέρχεται από την Ουσία Του, αλλά τα πάντα είναι ετερούσια Αυτού. Έτσι, γιά πρώτη φορά εισάγεται η νέα χριστιανική αντίληψη η οποία δεν διακρίνει πιά το Νοητό από το Αισθητό ή το Υλικό, αλλά το Άκτιστο από το Κτιστό. Άκτιστος, αιώνιος, αδημιούργητος είναι μόνο ο Θεός, ο οποίος αποφασίζει ελεύθερα να δημιουργήσει, σε συγκεκριμένο χρόνο, όλη την ορατή κι αόρατη πραγματικότητα. Από αυτή τη Βασική Αλήθεια πηγάζει όλη η υπόλοιπη Χριστιανική Διδασκαλία. Δεν υπάρχει στον Χριστιανισμό γέννηση του Κόσμου, αλλά Δημιουργία. Άλλωστε κι η ίδια η ιδέα της Κτίσεως είναι ξένη προς τη Φυσική Συνείδηση κι η Αρχαία Ελληνική Σκέψη την αγνοούσε, ενώ στη Βίβλο θεωρείται κάτι το δεδομένο. Η Χριστιανική διάκριση Κτιστού-ακτίστου είναι αυτή που δίνει και το περιεχόμενο στη Χριστιανική Αποφατική Θεολογία, η οποία μόνο εξωτερικά μοιάζει προς τη Νεοπλατωνική Ορολογία. Ο Νεοπλατωνισμός εντοπίζει το Πρόβλημα Γνώσης του Θεού στην αδυναμία του σώματος κι από εκεί προκύπτει η δική του Αποφατική Θεολογία. Γιά τους Νεοπλατωνικούς η ανθρώπινη ψυχή είναι ομοούσια προς το Θείο Ον κι όταν αυτή βρεθεί εκτός του σώματος μπορεί να γνωρίσει τον Θεό. Αυτή η κατάσταση είναι μιά εμπειρία εκστάσεως, η οποία θ’ αφαιρέσει από την ανθρώπινη σκέψη όλα τα ελαττώματα και τους περιορισμούς της, είναι όμως κατάσταση απορριπτέα και δαιμονική γιά τους Πατέρες της Εκκλησίας. Γιά την Πατερική Θεολογία, οι αποφατικές εκφράσεις είναι αποτέλεσμα της αγεφύρωτης διάκρισης ανάμεσα στο Κτιστό και το Άκτιστο, όπου ο Θεός κάνει γνωστό στον άνθρωπο μέρος της Δόξας Του κατά πως Εκείνος επιθυμεί, μέσα από τις Θεοφάνειές Του. Αυτή η φανέρωση του Θεού (Θεοφάνειες στην Π.Δ., Ενανθρώπιση, Πάθη, Ανάσταση, κάθοδος του Αγίου Πνεύματος), δείχνει αγαπητική κίνηση προς τον άνθρωπο, χωρίς την οποία ο άνθρωπος δεν δύναται να κινηθεί προς τον Θεό. Επιπλέον, η Πατερική Αποφατική Θεολογία συνδέεται άρρηκτα προς την Καταφατική, εφόσον ο Θεός εισέρχεται στα ιστορικά σχήματα, όπου δημιουργεί μορφές ζωής, όμως γιά τη Νεοπλατωνική Φιλοσοφία είναι άγνωστη η έννοια της Ιστορικής Αποκάλυψης. Δεν υφίσταται στον Χριστιανισμό η έννοια του Αιώνιου Κόσμου, όπως στη Φιλοσοφία ούτε η έννοια της Προϋπάρχουσας Ύλης, αλλά, εφ’ όσον πριν από τη Δημιουργία δεν υπήρχε τίποτα παρά μόνον ο Θεός, ο Κόσμος έχει χρονική αφετηρία, δεν είναι Άναρχος. Εφ’ όσον έχει αρχή, θα έχει και τέλος.
Η Χριστιανική Διδασκαλία περί Κτιστότητας και μή προΰπαρξης της Ψυχής, βρισκόταν σε αντίθεση με τις πλατωνικές δοξασίες περί του αιωνίου κι αδημιούργητου αυτής. Τη Χριστιανική Διδασκαλία ότι σε σχέση με τον Θεό, η ψυχή είναι υλική και σωματική, ένας Πλατωνικός ή Νεοπλατωνικός Φιλόσοφος θα τη θεωρούσε εξάπαντος βλάσφημη, γιατί η Νοούσα Ψυχή είναι φυσικώς αδημιούργητη και φυσικώς συγγενής προς τον Θεό. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, η ψυχή του ανθρώπου διακρίνεται σε δύο μέρη, στο ανώτερο που είναι η Έλλογη Ψυχή και στο κατώτερο που είναι η Άλογη Ψυχή. Το ανώτερο είναι το Θείο κι Αθάνατο, ενώ το κατώτερο είναι το Θνητό και περιλαμβάνει άλλα δύο μέρη, τα οποία, όπως και το σώμα, αποτελούν κατώτερα δημιουργήματα από τα οποία προέρχονται τ’ ανθρώπινα πάθη. Σύμφωνα με την Ορθόδοξη Διδασκαλία, η ψυχή είναι ενιαία κι ως σύνολο θεωρείται φύσει καλή, ενώ οι κακοί λογισμοί δεν γεννώνται από τη φύση της ψυχής, αλλά από την αμαρτητικήν ροπήν της, από το Προπατορικό Αμάρτήμα. Η Διαρχική Οντολογία κι η Φιλοσοφική Ανθρωπολογία, που ήθελε το κακό σώμα να εγκλωβίζει την φύσει αθάνατη ψυχή, ήταν ασυμβίβαστη με τη Χριστιανική Θεολογία περί Άρρηκτης Ψυχοσωματικής Ενότητας.
Στο ίδιο πλαίσιο, ουδέποτε έγινε αποδεκτό στον Χριστιανισμό ότι η ανθρώπινη υπόσταση αποτελείται από την ψυχή μόνη, αλλά κι η διδασκαλία περί ανάστασης των σωμάτων παρέμενε αδιανόητη γιά τον πλατωνισμό. Κανείς διαχωρισμός σε Αθάνατες Νοητές Ουσίες και Θνητές Αισθητές Ουσίες δεν υπήρξε στη Χριστιανική Θεολογία. Τίποτε και κανείς, εκτός του Άκτιστου Θεού, δεν ήταν αθάνατος ή αδημιούργητος. Καταργείται έτσι κι η Διαρχική Λογική του Κόσμου, όπου το Υλικό κι Αισθητό υστερεί από το Άυλο και κυριαρχεί η ενότητα της Κτιστής Δημιουργίας, όπου τα πάντα, Άυλα ή μη, είναι Κτιστά, διαφορετικής Ουσίας από τον Θεό, αποτέλεσμα των ενεργειών Του κι όχι προϊόντα της Ουσίας Του.
Δεν υφίσταται η έννοια της επιστροφής σε κάποια αρχέγονη κατάσταση τελειότητας, αλλά ο χαμένος Βιβλικός Παράδεισος αποτελεί ένα ακόμη γεγονός μέσα στα γεγονότα της Θείας Οικονομίας. Ο άνθρωπος ευρισκόμενος σε μία διαρκή εξέλιξη, με τη Χάρη του θεού, αστοχεί αυτεξουσίως, αμαρτάνει, απομακρύνεται από τον Θεό και πρέπει να συνεχίσει τον δρόμο προς το καθ’ ομοίωσιν. Σε όλα αυτά παίζει σημαντικό ρόλο η ελευθερία κι η βούληση κι όχι κάποια υποχρεωτική έλξη της ψυχής προς το Θείο Νοητό, όπως πρέσβευε η Φιλοσοφική Οντολογία. Η τελική Συνάντηση του ανθρώπου με τον Θεό θα γίνει με τον άνθρωπο ως ψυχοσωματική ενότητα (γιά τη Φιλοσοφική Σκέψη ήταν αδιανόητο) κι όχι ως ψυχή μόνο και σε αντίθεση με την Φιλοσοφία, ο άνθρωπος δεν θα ενταχθεί στην Ουσία του Θεού, από την οποία απορρέει, αλλά θα παραμείνει Ετερούσιος του Θεού και θα γίνει Θεός μόνο κατά Χάρη. Σημαντικό είναι ακόμη το γεγονός ότι η λύτρωση και σωτηρία του ανθρώπου στον Χριστιανισμό, δεν τον οδηγεί σε μία τελική και οριστική κατάσταση, όπως πρεσβεύει η Φιλοσοφία, αλλά σε μία κατάσταση Αιώνιας Προόδου.
Στο ίδιο πλαίσιο παρουσιάζεται κι η διαφοροποίηση του Νεοπλατωνισμού από τη Χριστιανική Διδασκαλία περί Αγίας Τριάδας. Ο Πλωτίνος, κορυφαίος Εκπρόσωπος του Νεοπλατωνισμού, έχοντας γνώση των Ανατολικών Θρησκειών, του Γνωστικισμού και του Χριστιανισμού, δημιούργησε δικό του Φιλοσοφικό Σύστημα. Η Θεότητα του Πλωτίνου είναι μία Μονάδα, το Εν, το οποίο είναι Ουσία, χωρίς προσωπική ετερότητα. Αυτή η Ουσία ξεδιπλώνεται ιεραρχικά σε Νου και Ψυχή, τα οποία αποτελούν απρόσωπα ξεδιπλώματα της Ουσίας του Ενός. Αντιθέτως, στη Χριστιανική Διδασκαλία υπάρχουν ιδιαίτερες προσωπικές υποστάσεις, όπως ο Ιησούς Χριστός και το Άγιο Πνεύμα, οι οποίες, στα πλαίσια της Ετερότητάς τους, έχουν Ιδιώματα Ακοινώνητα, δηλαδή που ανήκουν μόνο στην Υπόσταση που τα έχει και σε καμμία άλλη. Επανερχόμενοι στον Νεοπλατωνισμό, το άπλωμα της Ουσίας του Ενός δεν μένει τριμερές, αλλά καταλήγει σε πολλαπλή μορφή, αφού ξεδιπλώνεται σε Φύση κι Ύλη, σε μιά ενιαία διάρθρωση της Πραγματικότητας. Έτσι, στον Νεοπλατωνισμό δεν υπάρχει η έννοια της Δημιουργίας κι η σχέση Κτιστού-Ακτίστου, αλλά μόνο απορροή από την Ουσία της Απρόσωπης Αρχής. Η όλη Πραγματικότητα είναι μόνο το Εν και σε αντίθεση με τον Χριστιανισμό, αυτό δεν κινείται προς τον άνθρωπο. Τελικός Σκοπός του ανθρώπου είναι να ενσωματωθεί η ψυχή του στο Εν, με το οποίο είναι Ομοούσια. Αδιανόητες παραμένουν γιά τον Πλατωνισμό και τον Νεοπλατωνισμό οι Διδασκαλίες περί αγιασμού του σώματος, ο Ψυχοσωματικός Άνθρωπος κι η σωτηρία του ως Ψυχοσωματική Οντότητα.
Με όλα αυτά τα δεδομένα κι άλλα περισσότερα, τελικά ο Χριστιανισμός καθιέρωσε έναν νέο Πολιτισμό, ο οποίος θεμελιώθηκε πρώτιστα στην Αλήθεια της Αποκάλυψης, η οποία επιβλήθηκε του Φιλοσοφικού Πνεύματος. Η Φιλοσοφία, γιά την Πατερική Θεολογία, είχε μεν τον ρόλο ενός τεχνητού βοηθητικού οργάνου στην υπηρεσία της κατανοήσεως των Θείων Αληθειών, όμως, ενώ η Φιλοσοφία παρέχει κάποια ικανοποίηση στο ανθρώπινο πνεύμα, όμως δεν μπορεί να λυτρώσει τον άνθρωπο. Γίνεται έτσι κατανοητό γιά ποιόν λόγο η Ορθόδοξη Θεολογία εναντιώθηκε στη Φιλοσοφία, ενώ ταυτόχρονα πολυάριθμοι Θεολόγοι υπήρξαν φιλοσοφικά πεπαιδευμένοι στο έπακρο και το κυριότερο, μαζί με την καταδίκη εξέφραζαν και τον έπαινο της Φιλοσοφίας, ενίοτε και με θριαμβευτικό τόνο. Εκκλησιαστικά πρόσωπα, όπως ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός, που υπεράσπισε με πάθος την ενασχόληση των Χριστιανών με την Ελληνική Παιδεία, όταν ο Ιουλιανός ο Παραβάτης την είχε απαγορεύσει, εξαπέλυσε βολές εναντίον της Ελληνικής Φιλοσοφίας. Η ερμηνεία του φαινομένου αυτού είναι σαφής: η Φιλοσοφία δεν ήταν μπορετό ν’ αντικαταστήσει τη Δογματική Διδασκαλία κι η πείρα δεν ήταν νοητό να είναι απόρροια συλλογισμών, αφού, κατά τον Γρηγόριο Παλαμά, αποτελούσε αποδεδειγμένη Γνώση από τα έργα και τον βίο του Εκκλησιαστικού Σώματος και των χαρισματικών Φορέων του: «Hμείς δε ου την διά λόγων και συλλογισμών ευρισκομένην γνώσιν δόξαν αληθή νομίζομεν, αλλά την δι’ έργων τε και βίου αποδεικνυμένην ή και μη μόνον αληθής, αλλά και ασφαλής εστι και απερίτρεπτος».
Εν κατακλείδι, αυτό που ήταν και παραμένει απαράδεκτο είναι η Φιλοσοφία ν’ αντικαθιστά τη Διδασκαλία γιά τη σωτηρία του ανθρώπου, κατά τα Ευαγγελικά δεδομένα, ταυτόχρονα όμως, γιά τους Πατέρες η Φιλοσοφία είναι πολύ χρήσιμη, αν προορίζεται γιά την παίδευση του ανθρώπου.
Τη χρησιμότητα της Φιλοσοφίας στην Ορθόδοξη Παράδοση μαρτυρούν εύγλωττα και δυ’ο ακόμη τεκμήρια: α) Η Αγιογραφική Παράδοση του Βυζαντίου, ως διεσώθη αυτή στην «Ερμηνεία της Ζωγραφικής Τέχνης» του Αγιογράφου Διονυσίου, όπου δίδονται «Οδηγίαι περί ζωγραφήσεως εν χριστιανικοίς ναοίς Ελλήνων σοφών (Σόλωνος, Πλάτωνος, Αριστοτέλους, Σοφοκλέους κ.ά.)» & β) το εξής Επίγραμμα του Βυζαντινού Λογίου κι Υμνογράφου Ιωάννου τον Μαυρόποδος, Επισκόπου Ευχαΐτων, κατά τον ΙΑ’ αιώνα, οπού ούτος παρακαλεί τον Χριστό: «…της σης απειλής εξελέσθαι, Χριστέ μου, Πλάτωνα και Πλούταρχον…άμφω γαρ εισί και λόγον και τον τρόπον τοις σοις νόμοις έγγιστα προσπεφυκότες…».

Share This Post | Μοιραστείτε αυτο το αρθρο

You must be logged in to post a comment Login