Dimitris Damaskinos

Πέθανε η αγωνίστρια της Αριστεράς και της Αντίστασης Αργυρώ Κοκοβλή

Decrease Font Size Increase Font Size Text Size Print This Page

Έφυγε σήμερα το βράδυ από τη ζωή σε ηλικία 92 ετών η Αργυρώ Κοκοβλή, αγωνίστρια της Αριστεράς και της Αντίστασης και σύζυγος του Νίκου Κοκοβλή.   Η Αργυρώ Πολυχρονάκη – Κοκοβλή γεννήθηκε το 1927 στο χωριό Δρακώνα του Ν. Χανίων από εύπορη για τα τοπικά δεδομένα οικογένεια.   Συμμετείχε στην Αντίσταση οργανωμένη στην ΕΠΟΝ.   Το 1947 συλλαμβάνεται και κρατείται στη φυλακή. Αποφυλακίζεται ελλείψει στοιχείων.   Αρχές του 1948 βγαίνει στο βουνό και εντάσσεται στο Δημοκρατικό Στρατό.   Ο Νίκος και η Αργυρώ γνωρίστηκαν στα βουνά.   Τις τύχες τους τις ένωσαν μετά τον τερματισμό του εμφυλίου πολέμου, όταν από το 1950 ανασυγκροτούν και καθοδηγούν τις παράνομες οργανώσεις του ΚΚΕ και της ΕΠΟΝ στην πόλη. Μένουν καταδιωκόμενοι και επικηρυγμένοι μέχρι το 1962 (16 χρόνια) που δραπέτευσαν κρυφά στο εξωτερικό μαζί με τέσσερις ακόμα συντρόφους τους ύστερα από εντολή της Κ.Ε. του ΚΚΕ. Μετά έξι μηνών περιπέτειες έφθασαν στη Σοβιετική Ένωση, όπου έζησαν 14 χρόνια. Επαναπατρίστηκαν το 1976.   Ο Νίκος ήταν πτυχιούχος Οικονομικών Επιστημών και η Αργυρώ Κοινωνικών Επιστημών και Δημοσιογραφίας. Είχαν γράψει από κοινού τα βιβλία: Βάσανα και καημοί, Στα βουνά της Κρήτης και στην παρανομία, ΕΣΣΔ, Προσδοκίες και πραγματικότητα, Μνήμες που ποτέ δεν σβήνουν.   Έγιναν ευρύτερα γνωστοί με το βιβλίο τους «Άλλος Δρόμος δεν Υπήρχε» (εκδόσεις: Πολύτυπο, 2002), ένα συγκλονιστικό ντοκουμέντο το οποίο ζωντανεύει την ιστορία της Ελλάδας από τα μέσα του περασμένου αιώνα έως την μεταπολίτευση αφηγούμενο την περιπετειώδη ζωή των συγγραφέων του. Μέσα από τα προσωπικά τους βιώματα αναδεικνύονται οι βασικές πτυχές της κατάστασης στη χώρα μας, και ιδιαίτερα στα Χανιά: τέσσερα χρόνια Αντίστασης κατά των Γερμανών κατακτητών, τρία χρόνια ένοπλης εμφύλιας σύγκρουσης, τα μετέπειτα δεκατρία χρόνια της παρανομίας και της δίωξής τους, καθώς επίσης και τα δεκατέσσερα χρόνια της πολιτικής προσφυγιάς στην Τασκένδη.

Ο Νίκος και η Αργυρώ Κοκοβλή σε μία παλαιότερη συνέντευξή τους

Η Αργυρώ Κοκοβλή σε παλιότερη συνέντευξή της αναφέρθηκε σε εκείνα τα γεγονότα:   «Για ποιο λόγο έπεσε η Κρήτη;», αναρωτιόταν. «Γιατί την είχαν αφήσει ανοχύρωτη. Είχαν πάρει την 5η Μεραρχία από την Κρήτη και όλοι οι ένοπλοι κρητικοί ήταν στην “πάνω Ελλάδα”. Έτσι η Κρήτη έμεινε χωρίς τακτικό στρατό. Τότε ήρθαν οι Άγγλοι εδώ [στην Κρήτη] με σκοπό, υποτίθεται, να οχυρώσουν το νησί. Όμως δεν έκαναν πραγματικά τίποτα. Άφησαν ανοχύρωτο το νησί, και μάλιστα δεν έδωσαν όπλα στους Κρητικούς που ήθελαν να πολεμήσουν στο πλάι τους. Οι Κρητικοί ήταν αφοπλισμένοι από τον Μεταξά». Να σημειωθεί εδώ ότι ο Μεταξάς είχε αφοπλίσει τους Κρήτες επειδή διεξάγονταν στο νησί έντονος αντιμεταξικός αγώνας.   «Τα παιδιά μας, τα παιδιά της Κρήτης, θέλαν να γυρίσουν να υπερασπιστούν το νησί, αλλά ήταν εγκλωβισμένοι επάνω. Έπεσε η Κρήτη, αλλά ο λαός της δεν υποτάχτηκε. Πολέμησε με ό,τι είχε, με πέτρες και ξύλα. Και όμως, πολέμησαν και με αυτά. Τελικά, όσα όπλα βρήκαν οι Κρητικοί και οργάνωσαν αντίσταση ήταν από τους χωροφυλάκους και από τους σκοτωμένους Γερμανούς».   «Ίσως να ήταν σκόπιμο να πέσει η Κρήτη», συνεχίζει η Αργυρώ Κοκοβλή, «για να μείνει μέσα στην επιρροή της Αγγλίας. Ας μην ξεχνάμε πως στο τέλος του πολέμου η συμφωνία του Τσόρτσιλ με τον Χίτλερ ήταν να μην αφήσουν ΕΑΜίτες να μπουν στα Χανιά για να έχουν στην κατοχή τους την Κρήτη».   Στο βιβλίο τους ο Νίκος και η Αργυρώ Κοκοβλή περιγράφουν με συγκλονιστική ακρίβεια πως, ενώ ο γερμανικός στρατός υποχωρούσε παντού στην Ελλάδα, στην Κρήτη άργησε κατά 9 μήνες. Εννέα μήνες που κόστισαν τη ζωή σε αρκετούς έλληνες αντάρτες. Η κυβέρνηση Παπανδρέου, του «Γέρου της Δημοκρατίας», ήταν όχι απλώς ενήμερη αλλά και αυτή που έδωσε την εντολή. Παραθέτω ένα απόσπασμα από το βιβλίο Άλλος Δρόμος δεν Υπήρχε: «Η Ελλάδα, μαζί και οι τρεις νομοί της Κρήτης, είναι ελεύθερη από τον Οκτώβρη του ’44. Στα Χανιά κάθισαν [οι Γερμανοί] μέχρι τον Ιούνη. Εννέα μήνες παραπάνω. Το ΕΑΜ επανειλημμένα πρότεινε “να τους υποχρεώσουμε να παραδοθούν”. Οι Άγγλοι αρνούνταν πεισματικά. Στο επιπλέον διάστημα οι Γερμανοί εκτέλεσαν εικοσιτρείς πατριώτες και άλλοι πενήντα βρήκαν το θάνατο από τις κάθε τόσο εξορμήσεις τους.

Εγκληματίες πολέμου δεν ήταν μόνο οι Γερμανοί υπεύθυνοι. […] Αργότερα έγινε λόγος για κρυφή συμφωνία Τσόρτσιλ-Χίτλερ να μη χτυπηθούν μεταξύ τους στην Ελλάδα. Έτσι οι μεν Άγγλοι θα καταλάμβαναν γρήγορα την Ελλάδα για να την προσαρτήσουν στη σφαίρα επιρροής τους, οι δε Γερμανοί θα απόσυραν αλώβητες τις δώδεκα μεραρχίες τους για να τις ρίξουν στο μέτωπο υπεράσπισης της Γερμανίας… Σχετικά με την Κρήτη ο καθηγητής Σταύρος Βλοντάκης στο βιβλίο του Η Οχυρά θέση της Κρήτης έφερε το φως μια διαταγή τις διορισμένης από τον Γ. Παπαδρέου Στρατιωτικής Διοίκησης Κρήτης (αρ. πρωτ. 239 της 5/5/45) που υπογραμμίζει ότι στον δυτικό τομέα –σε περίπτωση “εθελούσιας” αποχώρησης των Γερμανών- τα στρατεύματά τους θα παραμείνουν “…προς απαγόρευσιν εισόδου αντάρτικων ομάδων εις Χανιά…”. Δηλαδή χρησιμοποιούσαν τους κατακτητές σαν αντίβαρο κατά του ΕΑΜ» (Άλλος Δρόμος δεν Υπήρχε, σελ 67).   Η Αργυρώ Κοκοβλή μιλούσε επίσης για τους εορτασμούς που γίνονται για τη Μάχη της Κρήτης και μια άλλη άποψη. «Καλές είναι οι τιμές και οι φανφάρες που κάνουν για να γιορτάσουν το γεγονός όμως πρέπει να πούμε και την ουσία. Η ουσία είναι ότι οι Άγγλοι άφησαν ανοχύρωτο το νησί. Και αυτό αποφεύγουν να το πούνε στους εορτασμούς. Δεν το αναφέρουν πουθενά».   Ας κλείσουμε αυτή την ιστορική αναφορά με μια άλλη επισήμανση της αγωνίστριας:   «Βλέπω και “τσακώνονται” ποιος έπεσε πρώτος στη μάχη κλπ. Αυτό είναι ασέβεια. Σε όλα τα χωριά υπάρχουν μνημεία πεσόντων, με πλήθος ονομάτων. Όλοι οι κρητικοί, άνδρες, γυναίκες και παιδιά σηκώθηκαν όλοι. Είναι ασέβεια να λέμε ποιος έπεσε πρώτος…».

Δείτε την ταινία του  Σταύρου Ψυλλάκη: «Άλλος Δρόμος δεν υπήρχε»

Ο ήλιος επιάστηκε (διήγημα του Νίκου και της Αργυρώς Κοκοβλή)

  1965 Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις, (Βουκουρέστι)

  Τυπώθηκε το Δεκέμβρη του 1965 σε 2000 αντίτυπα/Τυπογ. Φύλλα 10 1/2/Σχήμα Βιβλίου 16/54 X 84

  Ο μπάρμπα Νικόλας έφερε την παλάμη πάνω απ’ τα φρύδια, στο πλατύ
ρυτιδωμένο του μέτωπο και κοίταξε τον ουρανό γύρω τριγύρω. Απ’ τα χοντρά
ξασπρισμένα χείλη του έφυγε μια οργισμένη βρισιά: «Ούλ’ οι διαόλοι στο
μιλέτι σας, ρημάδια». Ύστερα, μετέφερε το δρεπάνι απ’ τ’ αριστερό στο
δεξί χέρι έσκυψε κι’ άρχισε πάλι να θερίζει τις μαραμένες κουκιές.

  Σχεδόν μια ώρα απ’ το χωριό, κάτω στον κάμπο, είναι το χωράφι τούτο
του μπάρμπα Νικόλα. Πρωί πρωί, όπως κάθε μέρα όταν έχει την υγειά του,
πήγε και σήμερα στη δουλειά. Μαζί του είναι και η νύφη του, μια
στρογγυλοπρόσωπη και δυνατή εικοσάχρονη κοπέλα. Τριάντα μέτρα πιο πέρα
κι ο παπάς. Θερίζει κι αυτός. Καθώς είναι σκυμένος του αναδεύει το
αεράκι την πυκνή σαν λιονταριού χαίτη μαύρη γενειάδα του. Πού και πού
στένει ίσιο το κορμί του για να ξεκατσουνιάσει η μέση του και να
ξαποστάσει. Η μέρα είναι απ’ τις πιο όμορφες της άνοιξης. Ο ουρανός,
καταγάλανος, χαμογελάει καλωσυνάτα στη στολισμένη φύση. Τα ολοπράσινα
δέντρα και τ’ ανθισμένα χαμόκλαδα, τα πολύχρωμα μαγιάτικα λουλούδια κι’ η
μυρωμένη γη, τα μεστά στάχυα και το βαθυπράσινο χορτάρι, τα πουλιά με
το γλυκό τους κελάιδημα και τα ζώα με τα χαρούμενα ξεφωνητά τους, όλα
τραγουδούνε στον ίδιο σκοπό την ομορφιά και τη χαρά της ζωής και τη
διαιώνισή της που παίρνει μια ξεχωριστή σημασία τούτη την ευλογημένη
εποχή. Μόνο ένα πλάσμα, το ανώτερο πλάσμα της φύσης, ο άνθρωπος, δεν
τραγουδούσε. Δεν τραγουδούσε αυτός που έπρεπε να χαίρεται, να τραγουδά,
να γελά πιο πολύ. Τη ζωή του σήμερα τη σκιάζει μια μαύρη καταχνιά: Ο
Πόλεμος. Μήπως ήθελε χειρότερο; Χαμοί, χωρισμοί, πόνοι, φόβοι,
καταστροφές, γδύμια και πείνα. Α, αυτός ο εφιάλτης της πείνας! Μα να,
από τούτο το πανηγύρι του χρόνου που λέγεται άνοιξη, έχει κι’ ο άνθρωπος
το μερτικό του. Πολλά από τα κακά που βαραίνουν τη ζωή του γίνονται
τώρα πιο μικρά. Με το φευγιό του χειμώνα δεν ξαναραχνιάζει μήπως λίγο
και το στόμα του; Ευλογημένη εποχή, σκέφτεται ο μπάρμπα Νικόλας. Δυο
κουκιά σήμερα, λίγο σταροκρίθαρο αύριο, δυο χόρτα την άλλη μας κρατούνε
στη ζωή… Την πείνα σήμερα την πολεμάς όσο νάναι. Κι’ ύστερα και τον
οχτρό δεν τον έχεις στο σπίτι σου. Βέβαια πώς λευτεριά δεν είναι σαν τ’
αδέρφια σου είναι σκλαβωμένα. Όμως και το ίδιο δεν είναι. Νοιώθεις του
καταχτητή την άχνα του μα δεν αντικρίζεις τη φαρμακερή ματιά του. Δεν
τον έχεις στο σπίτι σου, στην αυλή σου, να σε σκοτώνει, να σ’ ατιμάζει,
ν’ αρπάζει το βιος σου, ό,τι βρει. Δεν τον συναντάς κάθε μέρα, κάθε ώρα
στην πορπατησιά σου. Μα κείνοι κει στην άλλη Ελλάδα τον έχουνε ένα μήνα
τώρα το γερμανό καταχτητή στην πλάτη τους. Και τάχουνε κι’ όλα τ’ άλλα
τα κακά του πολέμου. Στο νησί μας ναι, δεν πάτησε ακόμα το πόδι του ο
τρισκατάρατος τύραννος. Μα τούτα τα ρημάδια τ’ αεροπλάνα του
ανασκάφτουνε μέρα νύχτα τον τόπο, και σκορπούνε το θάνατο.

  – Μωρέ συ Ελένη- φώναξε ο μπάρμπα Νικόλας στη νύφη του- Παραμέρισε
παιδί μου όθε ντη ν’ελιά, μην είσαι στα μάθιαντωνε, θωρείς τα πούναι σαν
τα λυσσιασμένα.

  Ένα μεγάλο κύμα από αεροπλάνα είχε περάσει. Μα τούτη τη στιγμή ένα
άλλο κύμα πετώντας χαμηλά γάζωνε με μανία τον τόπο. Η Ελένη βοηθούσε και
σήμερα τον πεθερό της, όπως τόκανε συχνά συχνά. Ένοιωθε μ’αυτό
ανακούφιση. Δεν πρόλαβε κι αυτή η καϋμένη να πάρει χαρά και της ήρθε ο
πόλεμος, η λύπη. Ότι που της είχε αφίσει δαχτυλίδι ο γιος του μπάρμπα
Νικόλα όταν έγινε η επιστράτευση. Κι’ όσο καιρό ήτανε στο μέτωπο είχε
έστω ένα γράμμα του. Μα με την οπισθοχώρηση τώρα κι ενάμιση μήνα δεν
έχει καμιά είδησή του, δεν ξέρει αν ζει ή πέθανε.

  – Και να πούμε πατέρα πως θα τσι ξαναδούμε; τούλεγε με τρεμουλιαστή φωνή πολλές φορές του πεθερού της.

  Δεν έλειπε μονάχα ο αρραβωνιαστικός της. Έλειπε κι ο αδελφός της, κι ο
κουνιάδος της, ο δεύτερος γιος του μπάρμπα Νικόλα, κι όλα τα παλικάρια
του χωριού λείπανε.

  – Δεν πρέπει να τσι χάνουμε τσ’ ολπίδες μας. Θάρθουνε θέλει, μιαν
ημέρα θάρθουνε. Μα κι ανε πούμε πως εχαθήκανε, για την πατρίδα
εχαθήκανε. Και τουτοσάς δεν είναι θάνατος παρά ‘ναι αθανασία. Μήμπας κι
έπρεπε να δένομε τα χέρια και νάρχεται ο κάθε εις να μασε τσαλαπατεί;
Και τότες είντα διάολο τη θέλουμε τη ζωή; Έτσα ‘ναι, δε γίνεται αλλοιώς.
Χάνονται όσοι χρειαστεί για να ζήσουνε οι γιαποδέλοιποι, οι πολλοί,
ελεύτεροι και με ψηλά την κεφαλή.

  Έτσι της μίλαγε. Και κείνη πες και πες, τάχε καταλάβει. Κι ο πόνος
της μίκραινε από περηφάνεια. Μα σήμερα ήτανε βαριά η καρδιά της. Με το
ζόρι εμπόδιζε ένα δάκρυ που ώρες ώρες επέμενε να κυλήσει. Πιο επίμονα ο
νους της κάπου τριγύριζε. Προδόθηκε και τότες που ο μπάρμπα Νικόλας της
είπε να τραβηχτεί κάτω απ’ την ελιά για να φυλαχτεί. Δε βιάστηκε
καθόλου’ Μ’ αρκετή απάθεια απομακρύνθηκε απ’ το επικίνδυνο τ’ ανοιχτό
μέρος. Ο μπάρμπα Νικόλας έσμιξε για μια στιγμή τα παχιά φρύδια του.
Ύστερα κούνησε το κεφάλι. Κατάλαβε τι είχε η Ελένη σήμερα. Ήτανε η μέρα
που ήτανε. Εικοσιμιά του Μάη. Του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης. Κώστα ο
αρραβωνιαστικός της, Κώστα κι’ ο αδελφός της. Στη σκέψη της θάρθε
σήμερα πιο έντονα η θύμισή τους.

  – Σαν να μην είσαι καλά σήμερα της είπε. Και για να της διώξει τη
λύπη πρόστεσε: Ε, να ξανάρθουνε θέλει τα παλιά ζαμάνια. Κι οι γι
άνθρωποί μας θα ξανάρθουνε και τα παλιά ζαμάνια.

  Αλήθεια, κείνα τα παλιά ζαμάνια!  Τι γινότανε κείνη την ειρηνική
εποχή! Ελένες και Κωστήδες πολλοί στο χωριό. Από βραδύς γέμιζαν οι
λεκάνες με λιχουδιές. Κι’ ας ήταν άδεια τα σπίτια από τέτοιες άλλες
μέρες. Και την άλλη μέρα τα στομάχια των ανθρώπων με μεζέδες και μαύρο
κρασί, με λιχουδιές και δυνατό ρακί, κι’ η καρδιά φούσκωνε απ’ το κέφι.
Σήμερα όμως…

  – Τι λες παπά-Γιώργη κι απατός σου, θα ξανάρθουνε θέλει τα παλιά
ζαμάνια; φώναξε με την κατσαρή ηλικιωμένη φωνή του ο μπάρμπα Νικόλας
στον παπά που είχε αφήσει κι’ εκείνος τη δουλειά του και στέκονταν
απέναντι κάτω από μια ελιά.

  – Με τη δύναμη του θεού!… είπε ο παπάς, και σήκωσε το δάχτυλό του δείχνοντας κατά πάνω.

  Κείνη τη στιγμή μια παρατεταμένη φοβερή βροντή ακούστηκε κι’ η γη τράνταξε σαν να ταράζονταν απ’ τα βάθη της.

  – Ε τσ’ άτιμους! Στη Σούδα και στα Χανιά αμολάρανε τσι μπόμπες πάλι…
λέει ο μπάρμπα Νικόλας με μιλιά που έμοιαζε περισσότερο με βρυχηθμό.

  – Ελυσσιάξανε τα καταραμένα- συμπλήρωσε κι ο παπάς και το μελαχρινό
πρόσωπό του, όσο ήταν όξω απ’ τα γένια, το σκέπασε λύπη και συλλογή.

  Τα λόγια του τάπνιξε η ξεκουφαντική βοή π’ άφηνε ένα άλλο κύμα από αεροπλάνα που περνούσαν από πάνω τους.

  Μα όλα τούτα δεν τους προκαλούσαν ξεχωριστή εντύπωση. Γιατί και χθες
και την άλλη και την παραπάνω, τόσες μέρες τώρα το νησί σφυροκοπούντανε
ακατάπαυστα, δαιμονισμένα από την αεροπορία του φασιστικού Γ’ Ράιχ που
ήθελε να ρημάξει τα πάντα, να βγάλει απ’ τη θέση της την καρδιά των
ανθρώπων τούτου του τόπου με τον όλεθρο, το φόβο και την καταστροφή.

  Όσο όμως περνούσε η ώρα έβλεπε ο μπάρμπα Νικόλας πως δεν μπορούσε να
ξεμυτίσει πέρα από την ελιά. Το σημερινό κακό δεν είχε διαλείμματα. Το
ένα σμήνος αεροπλάνα έφτανε πίσω απ’ τ’ άλλο σαν τα κύματα της θυμωμένης
θάλασσας που φαίνονται να κυνηγάνε το ένα τ’ άλλο χωρίς να φτάνονται
ποτέ. Τα στούκας πλακώσανε τώρα όλο τον κάμπο. Πετούνε ίσαμε τα δέντρα,
ξερνούνε το μίσος τους σκάφτοντας πιθαμή με πιθαμή τη γη. Χτενίζαν με
ψιλό χτένι τον τόπο. Τα μυδράλλια και τα πολυβόλα τους γαζώνουν,
κομματιάζουν ανθρώπινα κορμιά. Ξεκοιλιάζουν ζώα. Τσακίζουν δέντρα και
θάμνους. Θερίζουν κάθε τι το στεκούμενο, η γη σκεπάζεται από φούντες και
κλαδιά. Τ’ ανθρώπινο μάτι δεν προλαβαίνει να συλλάβει την καταστροφή.
Πίσω τους τα βομβαρδιστικά κάρφωναν χιλιάδες βόμβες σε διάφορα σημεία.
Χώμα και πέτρες ξύλα και σάρκες σαν είδος γιγάντιας βεντάλιας τινάζονται
στον αέρα. Πιο πίσω και πιο ψηλά μεγάλα αεροπλάνα που φάνταζαν σαν
δράκοντες με πελώρια κοιλιά αφήναν κάτι σαν άσπρα σεντόνια που
χαμηλώνουν σιγά σιγά. Τα μουγκρίσματα των αεροπλάνων, τα ουρλιαχτά των
σειρήνων, οι μπόμπες τα μυδράλια, τα πολυβόλα, οι βρόντοι, οι μικρές και
μεγάλες εκρήξεις που σκίζαν τον αέρα κοντά και μακριά, η σκόνη η φωτιά,
ο καπνός, οι θερισμένες από το μαύρο χιτλερικό δρεπάνι υπάρξεις, οι
βόγγοι τ’ αλυχτίσματα, τα τρελά τρεξίματα των ζώων όλα μαζί σμίγανε και
φιάχνανε τη φριχτή κόλαση πάνω στη γη. Ο χανιώτικος κάμπος με τους
απέραντους βαθυπράσινους ελαιώνες και πορτοκαλιώνες του, με τ’ ανοιχτά
χωράφια στολισμένα με χρυσοκίτρινα στάχυα και τους πρασινωπούς κήπους
του τυλίχθηκε σ’ ένα μαύρο κουρνιαχτό. Κι αν ανθρώπινο μάτι κατάφερνε να
τρυπήσει το μαύρο αυτό πέπλο, πάλι τον ουρανό δεν αντίκριζε γιατί
σκεπάζονταν απ’ τις γκριζοσκότεινες σιλουέτες των αεροπλάνων.

  – Παναγία μου!… Κι ο ήλιος επιάστηκε!…- ξεφώνησε η Ελένη μια στιγμή που άφησε τη ματιά της να ψάξει τριγύρω.

  – Ναι αλήθεια!- σκέφτηκε ο μπάρμπα Νικόλας. Κι ο ήλιος πιάνεται, κι ο
αέρας χάνεται σα θα πατήσουν καταχτητές σ’ ένα τόπο. Μαζί με τον παπά
βλέπανε πως κείνα που μακριά φαίνονταν ακαθόριστα σαν άσπρα σεντόνια εδώ
κοντύτερα παίρνανε το σχήμα τεράστιας ομπρέλας και αργά κατεβαίνανε στη
γη. Τώρα πια κατάλαβαν.

  Ο παπάς χύμηξε κι’ άρπαξε το ράσο του που τόχε κρεμασμένο κάτω απ’
ένα λιανόκλαδο κι’ ανέμιζε σαν μαύρη παντιέρα. Σύρθηκαν κι οι τρεις τους
μέσα σε μια κουφαλόριζα μεγάλης ελιάς κι απ’ τις μικρές και μεγάλες
τρύπες της που ήταν σαν καλοβαλμένες πολεμίστρες κοίταζαν τι γίνεται. Η
κόλαση γύρω τους έβραζε. Η γη ταράζεται  και μουγκρίζει σαν πληγωμένο
θεριό. Τεράστιοι λάκκοι ανοίγονται στο πρόσωπό της και βοή φοβερή
πλακώνει τα πάντα. Και να, καμιά πεντακοσαριά μέτρα μακριά τους βλέπανε
τώρα τους οχτρούς να πέφτουν μέσα σ’ ανοιχτό χωράφι ύστερα να
ξετυλίγονται απ’ τα αλεξίπτωτα να πηδούν σαν αλλόκοτα θεριά με τ’
ατσαλένια κράνη τους και την τέλεια πανοπλία τους και να πιάνουν
μετερίζι.

  Ο μπάρμπα Νικόλας που με την άσπρη γενειάδα του και το ξερακιανό
αυλακωμένο του πρόσωπο έμοιαζε μ’ άγιο, τώρα φυσούσε και ξεφουσούσε σαν
ανήμερο θεριό. Κι’ ο παπάς στριφογύριζε ανήσυχος και τα μεγάλα μαύρα
μάτια του κοιτούσαν ερωτηματικά το σύντροφό του. Και των δυονών η σκέψη
στο ίδιο τριγυρνούσε. Κάτι έπρεπε να κάνουν. Μα πώς; Τρία δρεπάνια, ένα
τσεκούρι κι ένα σουγιά είχαν στην κατοχή τους. Κι’ όμως έπρεπε να
δράσουν. Έστω και μ’ αυτά. Έστω και με πέτρες. Κι’ η Ελένη συμφωνούσε κι
αυτή. Μόνο να σκιάζονταν λιγάκι. Θα μπορούσαν να τα βγάλουν πέρα; Ή θα
τους σκότωναν προτού ξεμυτίσουν ανώφελα; Ήταν και κείνα τα ρημάδια τ’
αεροπλάνα που δε σ’ άφηναν να κουνήσεις και σφύριζαν σαν χιλιάδες
δαίμονοι.

  Καθώς σκέφτονταν και σχεδίαζαν είδαν οχτρούς να πέφτουν πιο κοντά
τους. Κι ένα αλεξίπτωτο πιάστηκε στα ξέκλωνα του διπλανού τους μεγάλου
δέντρου. Τα πανιά και τα σκοινιά σκάλωσαν στα ξεράδια κι’ ο γερμανός που
μόνο με τα δάχτυλα των ποδιών του πατούσε στη γη προσπαθούσε με μανία
να ξεμπερδέψει. Κείνη τη στιγμή θάλεγες πως αν η αστραπή είχε πόδια το
ίδιο κι ο μπάρμπα Νικόλας. Μ’ ένα σάλτο που και τίγρις θα τον ζήλευε
βρέθηκε πλάι στο γερμανό, τέντωσε το χέρι και του κατέβασε το τσεκούρι
στον τράχηλα. Εκείνος τινάχτηκε. Το κεφάλι του λύγισε. Μα ενστικτώδικα
θαρρείς τράβηξε τη σκαντάλη τ’ αυτόματου κι’ άφισε μια δυο ριπές. Μια
τρίχα έλειψε να βρουν το μπάρμπα Νικόλα. Κι όμως δεν πρόσεξε τίποτα.
Όρμησε κι άρπαξε απ’ τα χέρια του γερμανού τ’ αυτόματο. Τα αγαθά
βαθουλωτά μάτια του πετούσαν τώρα κοφτερά ατσάλια. Γύρω τριγύρω τ’
αυτόματα κακάριζαν. Έπιασε μετερίζι δίπλα σε μια πέτρα κι έκανε νόημα
στον παπά-Γιώργη και την Ελένη να πάρουν τον υπόλοιπο οπλισμό.

  Καθώς πλησίαζαν σερνάμενοι είδαν το χέρι του γερμανού να κινιέται
προς το μέρος του μπιστολιού του. Χύμηξαν και τον αποτέλειωσαν με τα
δρεπάνια. Το άψυχο κουφάρι κρέμονταν τώρα σαν άψυχο και ντροπιασμένο. Η
Ελένη παραξενεύτηκε με τον εαυτό της. Απορούσε κι’ η ίδια για το θάρρος
και τη δύναμή της τούτη τη στιγμή. Μα καθώς γύρισε ξανά και κοίταξε το
σώμα το άψυχο σαν να λυπήθηκε για την πράξη της.

  – Μήπως και τούτοι δεν έχουν μανάδες, αδελφές, γυναίκες κι αρραβωνιαστικές; Καημένες κι αυτές!…

  Αλλά δεν νταλαντεύτηκε για πολύ. Όχι δεν χρειάζεται λύπηση. Ετούτοι
είναι κάτι άλλο. Ήρθανε να μας φάνε, να μας σκοτώσουν, να μας
σκλαβώσουν. Πρέπει να αντισταθούμε, να πολεμήσουμε.

  – Φονιάδες και ληστές είντα γυρεύετε στον τόπο μας; Κατέχετέ το δε θα σας αφήσουμε ζωή.

  Τώρα καταλάβαινε καλά τα λόγια του μπάρμπα Νικόλα για το τι θα πει
λευτεριά. Αλήθεια, τι αξίζει να ζεις σαν στην πλάτη σου θάχεις
καταχτητές; Ένοιωθε πως με τα νύχια της, με τα δόντια της μπορούσε να
ξεσκίσει τους οχτρούς. Και χωρίς να προφυλαχτεί χύμηξε με υψωμένο το
τσεκούρι κατά του Γερμανού που κρέμονταν έτοιμος να πατήσει τη γη λίγα
μέτρα δίπλα της. Τα μάτια της άστραφταν από ικανοποίηση που μόνη της
τάβγανε πέρα. Την ίδια στιγμή μια σφαίρα την έσκισε στο αριστερό
μπράτσο. Γύρισε και κοίταξε αδιάφορα το αίμα πούτρεχε.

  Ο παπάς στα θρησκευτικά του βιβλία δεν είχε βέβαια συναντήσει ποτέ
την έννοια αντίσταση. Μα θεωρούσε χρέος ιερό την υπεράσπιση του πατρικού
εδάφους. Μήπως τέτοιο εξάλλου δεν είχε ακούσει για τον Παπαφλέσσα, τον
ηγούμενο Γαβριήλ στ’ Αρκάδι και τόσους άλλους; Και πίστευε με πεποίθηση
πως τούτοι οι άρπαγες που πέφτουν τώρα στη γη μας δεν μπορούν νάχουν
θέση στη συνείδηση του θεού. Έτσι κάθε φορά που πιέζει τη σκανδάλη του
καινούργιου πολυβολακιού που με το μπράτσο του κατάχτησε, λέει:

  – «Στ’ όνομα του θεού». Είχε συνήθεια αυτό το λόγο να τον βάζει
μπροστά από κάθε δουλειά π’ άρχιζε. Τώρα με το «στ’ όνομα του θεού»
ξάπλωνε στο χώμα κι’ απ’ ένα οχτρό. Και το μελαχροινό αδρύ πρόσωπό του
είχε έκφραση αγριάδας μα και ιερής μυσταγωγίας. Πιο πέρα, κατά το βοριά
κι άλλοι απ’ τα διπλανά χωριά, άντρες και γυναίκες χτυπούσαν. Κι όμως οι
οχτροί ήταν πολλοί. Κι’ όλο και πλήθαιναν. Τα μεταγωγικά μούγκριζαν κι
όλο και νέες ομπρέλες άφηναν. Το έμπειρο μάτι του μπάρμπα Νικόλα είχε
συλλάβει εκεί προς τ’ ανατολικά μέσα στα σπαρμένα χωράφια Γερμανούς να
συντάσσονται για να δράσουν κατά ομάδες.

  Τα γύρω, τα κοντινότερα χωριά είχαν πάρει χαμπάρι την εισβολή του
οχτρού. Μα τα μακρύτερα ακόμα τίποτα. Και το χωριό του μπάρμπα Νικόλα
ήταν μακρούτσικα, στην άκρη του κάμπου, ψηλά καμιά τετρακοσαριά μέτρα
μέσα σ’ ένα βαθούλωμα τριγυρισμένο από δέντρα και λόφους, που συνδέονταν
μ’ άλλες λοφοσειρές των Λευκών Ορέων. Άλλος χωριανός χωράφι δεν είχε σ’
αυτό το μέρος εκτός απ’ αυτόν και τον παπά. Θα τα βλέπανε λοιπόν απ’ το
χωριό τ’ αεροπλάνα μα μπορεί να νομίζανε πως είναι από τις συνηθισμένες
επιδρομές.

  – Δεν είναι τούτη δουλειά παπά-Γιώργη- φώναξε ο μπάρμπα Νικόλας. Και
στο χωριό μας πρέπει να το μάθουνε. Ούλοι πρέπει να ξεσηκωθούνε. Θα
πεταχτώ ως εκειά…

  Στάθηκε ένα λεπτό, βολιδοσκόπησε γύρω τριγύρω κι ύστερα πετάχτηκε απ’ το ταμπούρι του.

  Τον πρώτο που συνάντησε καθώς πλησίαζε στο χωριό ο μπάρμπα Νικόλας
ήταν ο Πετράκης, ο γιος της Αραπογιώργαινας. Εδώ, έξω απ’ το χωριό είχε
έρθει πριν από κάμποσο ο Πετράκης για να μεταδέσει τα ζα τους
ακολουθώντας μια γειτονοπούλα τους την Αννίτσα που ήρθε κι αυτή για τα
δικά της ζα. Και με τ’ αεροπλάνα τα δυο παιδιά καθηλώθηκαν. Από μικρά
ακούγανε πως είχαν γεννηθεί όχι μόνο την ίδια μέρα παρά και την ίδια
ώρα. Και θέλανε ως φαίνεται να ενώσουνε τη ζωή τους που πριν δεκαέξι
χρόνια φάνηκε στον κόσμο την ίδια στιγμή. Ποτές τους βέβαια δεν τόχαν
πει το ένα στ’ άλλο. Όμως τόδειχναν με τη στάση τους με το κάθε τους
φέρσιμο, όταν βρίσκονταν μαζί.

  Τώρα καθισμένα πίσω απ’ ένα βράχο που σκεπάζονταν απ’ τα πυκνά κλαδιά
μιας πελώριας χαρουπιάς, άλλοτε γελούσαν χωρίς λόγο ευχαριστημένα που η
επιδρομή των αεροπλάνων τούς επιτρέπει νάναι άφοβα μαζί κι άλλοτε
μιλάνε σοβαρά. Ο Πετράκης παρατηρούσε τον ουρανό και συχνά ανάσαινε
αγανακτισμένα πετώντας κάθε τόσο και καμιά βλαστήμια.

  – Στο διάολο… ευρίσκετε και παίζετε ρημάδια…. Στράφου στραβοκανονιές… Άαααχ!…

  Πολλές φορές τόχε σκεφτεί και τώρα τόλεγε κιόλας πως αν εκείνος είχε
ένα κανόνι στημένο εκεί στην κορφή κανένα αεροπλάνο δε θ’ άφηνε να περνά
από τούτη τη μεριά, όλα θα τάριχνε. Μα κείνοι οι εγγλέζοι δε νιώθανε.
Δεν βάραγαν ίσια. Και τα γερμανικά αεροπλάνα αλώνιζαν. Σαν τον έβλεπε η
Αννίτσα να σφίγγει τα δόντια και να χειρονομεί έκανε πως κοίταζε τον
ουρανό. Ύστερα γύριζε και τούλεγε… ναι… ναι… Δεν καταλάβαινε τίποτα. Κι’
απ’ το φόβο όλα -αεροπλάνα και κανονιές που σκάγαν στον αέρα- είταν στα
μάτια της ένα. Μα τούλεγε «ναι» έτσι για να συμφωνά μαζί του.

  Όταν είδαν το μπάρμπα Νικόλα να προβάλλει τρεχάτος απ’ το μικρό
δρομάκο που έρχεται κάτω απ’ τη ρεματίτσα και περνούσε από κει κοντά
τους, ο Πετράκης πετάχτηκε και με δυο δρασκελιές, τράβηξε προς τα κει.

  – Ε μπάρμπα Νικόλα –τούπε- είντα τρέχει… Γιάντα γλακάς… πράμα κακό συμβαίνει;

  Ο γέρος στάθηκε. Μ’ ένα πήδημα μπήκε κάτω από μια χαρουπιά και
κόλλησε την πλάτη του στον κορμό της. Προσπάθησε να φορτώσει το βάρος
του κορμιού του πάνω της για να το ξαλαφρώσει απ’ την κούραση. Στις
βαθειές ρυτίδες του προσώπου του φάνταζε ο ιδρώτας σαν καθαρό διάφανο
νερό μέσα σε μικροσκοπικά αυλακάκια. Πού και πού τα αυλακάκια σπάνε κι ο
ιδρώτας τρέχει. Απ’ τα χοντρά και πεταχτά σαν εξώστες φρύδια του κυλάνε
χοντρές στάλες. Η ασκητική άσπρη γενειάδα του σα νάναι βουτηγμένη στο
νερό. Όπως και στο τσόχινο γελέκι του κι η μαύρη κρητικιά βράκα του. Όλο
το κορμί του είναι μούσκεμα. Και το στήθος του φουσκώνει και
ξεφουσκώνει με τέτοια ορμή λες και λίγο θα σπάσει. Θαύμα πώς τα κατάφερε
να φτάσει. Ο εχτρός φτερουγούσε από πάνω του. Μα βρισκόνταν και μπροστά
του και πίσω του. Με άλματα από δέντρο σε δέντρο, από κλαδί σε κλαδί,
μπρούμυτα από πέτρα σε πέτρα, σερνάμενος από χαντάκι σε χαντάκι με το
δάχτυλο στη σκανδάλη προχωρούσε. Προχωρούσε αδιάκοπα λες και τα
εβδομήντα και πάνω χρόνια πούχαν σωριαστεί στην πλάτη του δεν του
προσθέτουν βάρος. Σήμερα αισθάνεται όπως τότες στις Κρητικές
επαναστάσεις του 89, του 95, του 1905, του 1908. Όπως τότε… και ακόμα
όπως πριν τρία χρόνια, το 1938 στο αντιδιχτατορικό κίνημα.

  Ένα τσούρμο αεροπλάνα πρόβαλαν απ’ τα δυτικά, πετούσαν χαμηλά χαμηλά με πλώρη κατά πάνω τους.

  – Πέσε χάμω!… φωνάζει ο μπάρμπα Νικόλας, στον Πετράκη. Ίσα ίσα που
πρόλαβαν και μπρουμούτισαν. Ξύλα, φούντες, χώμα και πέτρες τινάζονταν
από τριγύρω και τους σκέπασαν.

Μόλις απομακρύνθηκε το θανατικό ο μπάρμπα Νικόλας είπε τα γεννούμενα.
Ο Πετράκης άκουγε με τεντωμένα αυτιά. Και τα γουρλωμένα μάτια του δεν
ξεκολούσαν από κείνο το πολύπλοκο πολεμικό σύνεργο που ο γέρος κρατούσε
στα ροζιασμένα χέρια του.

  – Εχ και να τόχα γω- σκεφτόταν το Πετράκι- Νάχα ένα τέτοιο τουφεκάκι
σίγουρα θα σκότωνα χίλιους Γερμανούς. Μα αφού δεν τόχε, η σκέψη του
αμέσως έκαμε άλλους συνδυασμούς. Μ’ ένα μαχαίρι ή μ’ ένα μακρύ λοστό που
είχαν στο σπίτι θα τα κατάφερνε να σκοτώσει τον πρώτο να του πάρει το
τουφεκάκι έτσι όπως τόκαμε κι ο μπάρμπα Νικόλας… Κι ύστερα…

Συνεπαρμένος απ’ τη σκέψη του έκαμε να πάρει το δρόμο πριν ακόμα τελειώσει ο γέρος την κουβέντα του.

  – Στάσου μη βιάζεσαι- τούπε τότες πιάνοντάς τον απ’ το χέρι- το πρώτο
που χρειάζεται είναι να πάρουν χαμπάρι ούλοι οι χωριανοί. Γλάκα (τρέξε)
το λοιπός εσύ απού ‘σαι κοπέλι. Στα χωράφια του Πέρα Λάκκου, πήγαινε
κι’ ‘δοποίησε…

  Κείνη τη στιγμή μια καμπανιστή φωνή ακούστηκε απ’ τον τοίχο του διπλανού λιόφυτου.

  -Ε σύντεκνε Νικολή, εμάθετέ τα!

Και προτού πάρει απάντηση συνέχισε:

  – Τουφέκια θέλουμε! Τουφέκια! Δεν γκατέω (δεν ξέρω) γη (ή) να ζητήξει κιαείς απού τσι ‘γγλέζους…

  Ήταν ο Χαρακομιχάλης, ένας ψηλός, ευλύγιστος και νευρώδικος χωριανός
καμιά πενηνταριά χρονώ ονομαστός για τη σβελτοσύνη των ποδιών του και τη
δυνατή του φωνή.

  Ο μπάρμπα Νικόλας γύρισε ξαφνιασμένος κατά κει. Έμεινε ένα
δευτερόλεπτο σκεφτικός κι ύστερα σούφρωσε τα φρύδια και κούνησε
επιδοκιμαστικά το κεφάλι. Σωστή ήταν αυτή η σκέψη. Τουφέκια βέβαια
χρειάζονταν για να καταπολεμηθεί όπως πρέπει ο οχτρός. Και τουφέκια οι
χωριανοί δεν είχανε. Βέβαια μια φορά υπήρχανε μια δεκαριά στο χωριό, μα η
διχτατορία τα μάζωξε.

  Το Πετράκι είχε γουρλώσει ακόμα πιο πολύ τα μάτια και κρατώντας την
ανάσα του κοίταζε πότε τον ένα πότε τον άλλο. Κάμποσα θραύσματα
αντιαεροπορικού πέσαν απ’ τον ουρανό ανάμεσά τους. Μικρά και μεγάλα
κομμάτια πέτρες τους χτύπησαν.

  – Καλά το λέεις μπρε Μιχάλη, είπε τέλος ο μπάρμπα Νικόλας. Και μη
στέκεις καθόλου. Πετάξου τζιριτιχτός (τρεχάτος) στην Αγιά από τούτηνε τη
μπάντα, από λιόφυτο σε λιόφυτο. Ζήτηξε κι από τσοι ‘γγλέζους κι από το
σταθμό. Πες τωνε τουφέκια να μασε δώσουνε. Τουφέκια να δώσουνε στον
κόσμο… Και γάυρε (γύρισε) να δούμε είντα θα κάνουμε…

  Ο Πετράκης χύμηξε να φύγει με μεγάλα αεράτα πηδηχτά βήματα. Πήγαινε
να εκπληρώσει κι αυτός τη δική του αποστολή. Καθώς ξεμάκραινε γύρισε και
κοίταξε την Αννίτσα. Στην έκφρασή του φαινόταν να ζωγραφίζεται η
περηφάνια, και η ανυπομονησία να βρεθεί μπροστά στον οχτρό. Και σε
κείνης την καρδιά καρφώθηκε η πίστη ότι οι δικοί μας θα νικήσουν. Μα
ακόμα σκέφτηκε πως κι’ η ίδια κάτι έπρεπε να κάνει. Να ας πούμε, να
τρέξει κι’ αυτή σ’ άλλη κατεύθυνση και να ειδοποιήσει.

  Ήξερε ο μπάρμπα Νικόλας πού θα έβρισκε τις πιο πολλές ψυχές. Στα
δυτικά του χωριού σχηματίζονταν μια μικρή χαράδρα που στο βάθος της
υπάρχουνε δυο τρεις μεγάλες σπηλιές. Άλλοτε, σε στιγμές βροχερές ή σε
μέρες καυτερές καλοκαιριάτικες οι σπηλιές αυτές χρησίμευαν στα ζώα για
τη ζεστασιά ή τη δροσιά τους. Τώρα όμως είτανε για τους ανθρώπους. Εδώ
καταφεύγανε στους μεγάλους βομβαρδισμούς. Και με τις τελευταίες
ακατάπαυστες κοσμοχαλασιές, εδώ και κάμποσες μέρες πολλές φαμίλιες του
χωριού κουβαλήσανε στις σπηλιές κάμποσα συμπράγκαλα και μένουνε εκεί.
Κι’ όχι μόνο φαμίλιες του χωριού. Με το κοπαδιαστό φεύγα κατά έξω κι απ’
τα Χανιά, κι’ απ’ τα γύρω χωριά της πόλης πολλές οικογένειες εδώ
ξεπέσανε. Εδώ έβρισκε η μάνα λίγη σιγουριά για το παιδί της και το παιδί
λίγη ηρεμία για να σκάσει στο μάγουλό του κάποια στιγμιαία ξενοιασιά.

  – Πούναι μωρέ σεις οι άντρες σας; φώναξε ο μπάρμπα Νικόλας πριν ακόμα
πλησιάσει τις σπηλιές. Οι γυναίκες ξαφνιάστηκαν μαζί και τρόμαξαν.
Γυναίκες και παιδιά μαζεύτηκαν γύρω του. Εκείνος ζήτησε ένα μαστραπά
νερό, έκατσε σε μια πέτρα να ξαποστάσει, επήρε κάμποσες βαθιές ανάσες
κι’ ύστερα αργά αργά κι’ ήρεμα εξήγησε:

  – Στον κάμπο πέφτουνε Γερμανοί!… Πρέπει να τσι πολεμήσουμε. Φωνάξτε
τσ’ άνδρες σας. Η ώρα να μη χάνεται. Ό,τι μπορεί κάθε εις πρέπει να το
κάμει…

  Οι γυναίκες ένοιωσαν ένα πλάκωμα στην καρδιά. Μερικές έσφιξαν τα
παιδιά τους με δύναμη πάνω τους. Κι’ άλλες χτυπούσαν το χέρι στο μηρό
τους κι’ έλεγαν και ξανάλεγαν:

  – Κακοντόοοπαθα (κακό που τόπαθα) κακοντόοοπαθα! Έτσι εκδήλωναν τη
φρίκη τους για το μεγάλο κακό που ‘ρχότανε. Όλα όμως αυτά ήτανε για μια
στιγμή. «Η ώρα δεν πρέπει να χάνεται, είχε πει ο μπάρμπα Νικόλας. Πρέπει
να τσι πολεμήσουμε». Αυτό κυριάρχησε σ’ ολωνών τη σκέψη. Πιάσανε τ’
ανάπλαγα. Η κάθε μια όπου καταλάβαινε πως θάναι ο δικός της. Στο θέρος,
στα πρόβατα, στ’ αμπέλια παντού.

  Δεν πέρασε πολλή ώρα κι’ άρχισαν να καταφθάνουνε. Κάτω από μια μεγάλη
φουρφουλιά δέντρα έφτανε ένας- ένας με τρόπο. Μαζεύτηκαν μεσοκαιρίτες
και γέροι, γυναίκες κι αμούστακα κοπέλια. Σε λίγο έφτασε κι’ ο
Χαρακομιχάλης.

  – Δε μάσε δούανε τουφέκια μουδ’ οι δικοί μας άρχοντοι, μούδ’ οι γ’
ιγγλέζοι καπετανέοι. Οι φαντάροι ντωνε λέει πολεμούνε μα οι επικεφαλής
δεν έχουνε διαταγή να μάσε δώσουνε. Μιλούσε κι’ η φωνή του έτρεμε απ’
οργή.

  Ο μπάρμπα Νικόλας μπήκε στη μέση.

  – Δε θέλουνε να μάσε δώσουνε τουφέκια; Δε μπειράζει, ως θωρώ μουδ’
αεροπλάνα, μουδέ κανόνια είχαν απαέ όσά’ πρεπε να μας υποστηρίξουνε. Μα
δε μάσε νοιάζει. Πολεμούμε και μοναχοί μας. Δεν είναι η πρώτη βολά.
Λείπουνε τα παλικάρια μας απάνω μα μεις οι γερόντοι και τ’ αμούστακα θα
τσι φάμε τσι σκατόψυχους. Στον τόπο μας δε θα τσ’ αφήσουμε να κάτσουνε.
Είμαστε Έλληνες, είμαστε Κρητικοί και θα πολεμήσουμε μ’ ό,τι μπορούμε.
Ομπρός, ας πάρει κάθα εις τσιφτέ, μαχαίρι, τσεκούρι, σκαλίδα, ό,τι βρει…

  Είπε ύστερα να σκορπίσουνε για να φυλαχτούνε απ’ τα αεροπλάνα και
στον κάμπο να σμίξουνε. Στο χωράφι το δικό του εξήγησε πως άφησε τον
παπά και τη νύφη του την Ελένη και πολεμούνε. Όλοι σαν σίφουνας
ξεχύθηκαν…

  Ο μπάρμπα Νικόλας πλησίασε τον Πετράκη έπιασε το λουρί του πολυβολακιού και του το κρέμασε στον ώμο.

  – Πάρτο μωρέ, τούπε… Εσείς τα κοπέλια θα πολεμήσετε καλιά από μας…
Αυτός πήγε και ξετρύπωσε ένα παλιό σισανέ. Ήταν κειμήλιο ιερό. Μ’ αυτόν
πολεμούσε ο πατέρας του στη μεγάλη επανάσταση του 1866.

  Στον κάμπο σαν βροχή πέφταν στη γη τα πάνοπλα τέρατα. Το φονικό
συνεχίζονταν, κι η φωτιά όλο και περισσότερο άπλωνε. Ο παπα-Γιώργης κι η
Ελένη μάχονταν σαν περίφημοι πολεμάρχοι. Η μέρα άρχισε να πέφτει πολύ
πριν την ώρα της. Ο τόπος ήταν σκοτεινός απ’ τα σύννεφα του καπνού και
της σκόνης που τον πλάκωναν.

  Ο παπα-Γιώργης ετοιμάστηκε να πει και πάλι «στ’ όνομα του Θεού». Μα
τούτη τη φορά δεν πρόλαβε. Μια ριπή από πίσω τον γάζωσε. Έπεσε με το
πλάι κι’ ύστερα γύρισε ανάσκελα. Απ’ το στόμα του έτρεχε αίμα, και τα
γένια του βάφτηκαν κόκκινα. Τα μάτια του καρφώθηκαν στον ουρανό και τα
φρύδια είχαν σμίξει σαν να κάκιζε το θεό που ευλογούσε τα έργα των
φονιάδων. Μια φωνή ακούστηκε κείνη τη στιγμή από πιο πέρα.

  – Αγάντα παπά-Γιώργη! Βάστα γερά!…

  Ήταν κάποιοι χωριανοί που ‘φτάσαν κιόλας ως εδώ. Η Ελένη άκουσε και
δάκρυσε. Μ’ αμέσως έσφιξε τα δόντια και με λύσσα τράβηξε τη σκαντάλη.
Ένας Γερμανός που πρόβαλε απ’ την ελιά κυλίστηκε σαν τ’ άλογο κάτω. Σε
λίγο, με το σούρουπο πια κατάφερε κι’ ενώθηκε με τους χωριανούς της.
Αναζήτησε τον πεθερό της, μα κείνος δεν είχε έρθει.

  – Θάρθει- της είπαν- εμείς πρωτοφύγαμε… Θάρθει…

  Τρεχάτος μπήκε στη μέση ο Χαρακομιχάλης.

  -Το χωριό χτυπιέται… Ελάτε… είπε με σπαστή φωνή.

  Όλοι όρμησαν κατά κει. Και μες στους πρώτους η Ελένη. Ο μπάρμπα
Νικόλας με κάμποσους άλλους δεν είχαν προλάβει να βγουν απ’ το χωριό.
Βρέθηκαν μπροστά σ’ οργανωμένη γερμανική δύναμη. Κι’ η θανάσιμη πάλη
ανάμεσα σ’ αόπλους και πάνοπλους άρχισε.

  Την άλλη, το κολατσιό, οι Γερμανοί μπαίνανε στο χωριό. Αλαφιασμένοι,
με μάτια πεταγμένα όξω και θολά, δεν μοιάζανε μ’ ανθρώπους. Τα πάντα
σκιάζονταν και τα πάντα χτυπούσαν. Ακόμα και τα ζωντανά τούτου του τόπου
ήταν γι’ αυτούς θεριά. Το χωριό τυλιγμένο στον καπνό καίγονταν. Φωτιά
και πύρινη βροχή απ’ άκρη σ’ άκρη. Οι χωριανοί, άντρες και γυναίκες, μ’
επικεφαλής το Χαρακομιχάλη και την Ελένη τράβηξαν σ’ άλλο χαράκωμα για
να συνεχίσουν μαζί μ’ άλλους τη δεκαήμερη μάχη που στοίχισε στον οχτρό
τα δύο τρίτα της επίλεχτης στρατιάς του. Στο χωριό βρήκαν το θάνατο
αμέτρητοι οχτροί. Και δίπλα τους κοίτονταν κουφάρια παιδικά, κουφάρια
γυναικεία κι αντρικά με ξύλα, μαχαίρια και πέτρες στα χέρια. Πίσω από
ένα τοιχαλάκι στο έμπα του χωριού ήταν πεσμένο το Πετράκι μ’ ανοιγμένο
το κεφάλι και χυμένα τα μυαλά. Και πάρα δίπλα ο μπάρμπα Νικόλας. Σαν η
μάχη ζύγωνε στο τέλος της μια σφαίρα μπήχτηκε στα γεροντικά πλευρά του.
Έπεσε μπρούμυτα και λίγο πλάι και δε σάλεψε πια. Τα χέρια ήταν ανοιχτά
λες και προσπαθούσε ν’ αγκαλιάσει τη γη. Τη γη τούτη που τόσο αγαπούσε.
Και στο πρόσωπό του διάκρινες ένα περήφανο χαμόγελο λες κι άκουε τα
ερτζιανά κύματα που μετέφεραν απ’ τα πέρατα της γης το θαυμασμό του
κόσμου…

Αναδημοσίευση από τον Αγώνα της Κρήτης

Share This Post | Μοιραστείτε αυτο το αρθρο

You must be logged in to post a comment Login