Dimitris Damaskinos

Όταν η Γέφυρα του Κλαδισού ποταμού χρησίμευε ως εμφυλιακό εκθετήριο νεκρών σωμάτων και κομμένων κεφαλών ανταρτών του ΔΣΕ | Φωτός

Όταν η Γέφυρα του Κλαδισού ποταμού χρησίμευε ως εμφυλιακό εκθετήριο νεκρών σωμάτων και κομμένων κεφαλών ανταρτών του ΔΣΕ | Φωτός
Decrease Font Size Increase Font Size Text Size Print This Page

…] Που να ‘στε σύντροφοι που εφάγαμε μαζί / ψωμί κι αλάτι!… / Καθόμαστε κι εκουβεντιάζαμε, κι ονειρευόμαστε. / Η λευτεριά μάς έλειπεν, η φτώχεια μάς περίσσευε, / μα πλούτος μας η συντροφιά, την καμαρώναμε. (Βικτωρία Θεοδώρου, ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ)
του Δημήτρη Δαμασκηνού,
φιλολόγου, ιστορικού και συγγραφέα
  Το κείμενο αυτό γράφτηκε για να αποδώσει την οφειλόμενη τιμή σε τέσσερις μαχητές του ΔΣΕ Κρήτης, τον Γιώργο Κοδέλα (καπετάν Γιώργη), τη Μαρία Μποράκη και άλλους δυο νεαρούς συντρόφους τους, που διαπομπεύτηκαν νεκροί στις 10 Δεκεμβρίου του 1949 από τους διώκτες τους στη γέφυρα του Κλαδισού ποταμού, όπως συνέβη άλλωστε και με μερικούς άλλους ακόμα και έπειτα από την επίσημη λήξη του εμφύλιου πολέμου στην ηπειρωτική Ελλάδα, μιας και όσοι αντάρτες είχαν απομείνει στη Δυτική Κρήτη παρέμεναν εγκλωβισμένοι στο νησί, όμηροι της εκδικητικής μανίας των νικητών.    Η επιλογή της γέφυρας του Κλαδισού ποταμού να χρησιμοποιηθεί ως εμφυλιακό εκθετήριο νεκρών σωμάτων και κομμένων κεφαλών ανταρτών του ΔΣΕ μόνο τυχαία δεν ήταν, αφού απ’ αυτή την ιστορική γέφυρα [1] περνούσε αφενός ο μοναδικός δρόμος που έπρεπε υποχρεωτικά ν’ ακολουθήσουν όσοι πήγαιναν κι έρχονταν από τις επαρχίες Κισάμου και Σελίνου στην πόλη των Χανίων -και ήταν πολλοί αυτοί κάθε μέρα. Αφετέρου και κυρίως όμως -κι αυτό έχει την ιδιαίτερη ιστορική του σημασία- η γέφυρα αυτή βρισκόταν μέσα στα όρια της προσφυγικής συνοικίας της Νέας Χώρας, στην οποία, από τον Μεσοπόλεμο ακόμα, όπως σημείωσε και η αγωνίστρια της Αντίστασης Βικτωρία Θεοδώρου: “οι κουρασμένοι από το σκληρό μόχθο προλετάριοι, οι θαλασσοβρεμένοι ψαράδες… ήταν οι περισσότεροι “κρυφοί” κομμουνιστές, ζηλωτές της ελπίδας για μια καλύτερη ζωή κι ανάμεσά τους πολλοί συνοδοιπόροι και θαυμαστικοί ακροατές των λόγων τους στο μισόφωτο [2]   Μα και στα χρόνια της Κατοχής η συνοικία υπήρξε λίκνο των δημοκρατικών και λαϊκών-απελευθερωτικών αγώνων, αφού από την πρώτη στιγμή στρατεύθηκε σύσσωμη στην Αντίσταση και δικαιολογημένα ονομάστηκε “μικρή Μόσχα” για την πάνδημη συμμετοχή της στο ΕΑΜ και την ΕΠΟΝ. Σ’ αυτή η φτωχογειτονιά ιδρύθηκε η ΠΟΕΝ [3], η πρώτη οργάνωση νεολαίας στην Κρήτη. Βαρύς υπήρξε ο φόρος αίματος των Νεοχωριτών από τις εκτελέσεις μέχρι τα στρατόπεδα θανάτου των Ναζί με 105 εξακριβωμένους νεκρούς αν και στην πραγματικότητα είναι περισσότεροι. Συνεπώς η επιλογή τη γέφυρα του Κλαδισού ποταμού ως εκθετηρίου κομμένων κεφαλών και νεκρών σωμάτων είχε και το χαρακτήρα τρομοκράτησης του δημοκρατικού κόσμου της συνοικίας “για να μην ανταρτέψει”, όπως χαρακτηριστικά λεγόταν εκείνη την εποχή.

Η σπουδαία ποιήτρια και αγωνίστρια της Αντίστασης Βικτωρία Θεοδώρου από τη Νέα Χώρα, που έφυγε πρόσφατα από κοντά μας [4], φωτογραφημένη μπροστά στη γέφυρα του Κλαδιού ποταμού. τόπου που χρησιμοποιούσε ο Στρατός και οι παραστρατιωτικές ομάδες των “εθνικοφρόνων” ως εκθετήριο νεκρών σωμάτων και κομμένων κεφαλών των ανταρτών του ΔΣΕ Δυτικής Κρήτης.

  Πριν προχωρήσουμε, όμως, στα γεγονότα που αφορούν στο κύριο θέμα αυτού του σημειώματος, είναι απαραίτητο ν’ ανοιχτεί μια παρένθεση για όσους αγνοούν τα συμφραζόμενα αυτής της κρίσιμης περιόδου, ώστε να μπορέσουν να τα τοποθετήσουν στοιχειωδώς μέσα στο ευρύτερο ιστορικό-κοινωνικό τους πλαίσιο, συνεπώς να τα κατανοήσουν και να βγάλουν τα συμπεράσματά του ο καθένας.
  Η αλήθεια είναι πως η εμφύλια αντιπαράθεση στην Κρήτη, αυτός ο άγνωστος για τους πολλούς σήμερα πόλεμος, υπήρξε πράγματι- σκληρή, ανεξάρτητα από το γεγονός πως η αντάρτικη δραστηριότητα άρχισε κάπως καθυστερημένα, όταν στα τέλη του Απρίλη του 1947, στον Ταυρωνίτη των Χανίων ομάδες μαχητών του ΔΣΕ χτύπησαν σε ενέδρα τμήμα 35 χωροφυλάκων και στρατιωτών και το διέλυσαν. Την ίδια εποχή, έκανε την εμφάνισή της στην Ανατολική Κρήτη η αντάρτικη ομάδα του Γιάννη Ποδιά, παλιού καπετάνιου του ΕΛΑΣ. Στο δυτικό, άλλωστε, τμήμα του νησιού είχαν ήδη αναπτυχθεί τρία ισχυρά αντάρτικα συγκροτήματα.
   Το πρώτο από τα συγκροτήματα αυτά δρούσε στην περιοχή Κισσάμου και Σελίνου, με αρχηγό τον Γιώργο Κοδέλα [5], που ήταν “ένα από τα πιο ικανά στελέχη του Δημοκρατικού Στρατού, γεγονός που το αναγνώριζαν όλοι οι μαχητές… Όλες οι επιχειρήσεις που σχεδιάστηκαν από τον καπετάν Γιώργη και του στενούς συνεργάτες του στέφθηκαν με πλήρη επιτυχία [6], όπως ήταν η διάλυση λόχου χωροφυλακής στην περιοχή των Εννιά Χωριών στα τέλη Απριλίου του 1947 [7] και βεβαίως η κατάληψη του αεροδρομίου του Μάλεμε στις 5 Ιουλίου του ίδιου χρόνου [8].

(1947) Η ομάδα του Γιώργη Κοδέλα συμπληρωμένη με μοντάζ με του αντάρτες που ενσωματώθηκαν μετά τον Ταυρωνίτη και το Μάλεμε. ΟΡΘΙΟΙ: Κοδέλας Γεώργιος (Καπετάν Γιώργης), από την Κορινθία Πελοποννήσου, Σολανάκης Βασίλης, από τα Παλιά Ρούματα, Ντούλος Κώστας απο τη Λίμνη Εννιά Χωριών, Μπαντουράκης Ζαχάρης από τα Καλουδιανά Κισάμου, Σπύρος Σπύρου από την Πελοπόννησο, Τάκης ο ολμιστής από την Πελοπόννησο αι Γολανάκης Δημήτρης. ΚΑΘΙΣΤΟΙ: Αναγνωστάκης Φώτης από τα Χαρχαλιανά Κισάμου, Ανδρεδάκης Αντώνης από τα Καμισιανά, Μαρκάκης Αποστόλης από τα Λυριδιανά Κισάμου, Ψαράκης Σωτήρης από την περιοχή του Κουρφαλώνα Δυτικής Κισάμου, Αθανασάκης Επιμενείδης, Ταυρωνίτης, ψευδώνυμο ενός στρατιώτη που αυτομόλησε και προσχώρησε στους αντάρτες στη μάχη του Ταυρωνίτη, την πρώτη μάχη που έδωσε ο Δημοκρατικός Στρατός στο Νομό Χανίων, Μπιτζανάκης Σήφης δεύτερος από δεξιά και τελευταίος εμφανίζεται ο Μπιτζανάκης Ευθύμης [9].

Την άνοιξη του 1948 άρχισαν, ωστόσο, εκκαθαριστικές επιχειρήσεις από τον κυβερνητικό στρατό που επέφεραν ισχυρά πλήγματα στον ΔΣΕ, αφού κατά τη διάρκεια τους σκοτώθηκε ο Γιάννης Ποδιάς. Στρατιωτικά η πλάστιγγα είχε γύρει πλέον εις βάρος του Δημοκρατικού Στρατού στην Κρήτη.
  Η σκληρότερη, όμως, και πιο αιματηρή μάχη, δόθηκε από το σύνολο σχεδόν των ανταρτών, που δεν ξεπερνούσαν τους 150 στις 26 Οκτωβρίου του 1948 στο φαράγγι της Σαμαριάς και κράτησε πέντε μέρες. Οι μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού πολέμησαν εκεί, κυκλωμένοι από κυβερνητικά στρατιωτικά τμήματα, που μαζί με παρακρατικούς που τους ενίσχυαν, αριθμούσαν τρεις χιλιάδες άνδρες, υποστηριζόμενοι μάλιστα από την αεροπορία. Την έκτη μέρα τελικά περίπου εκατό αντάρτες κατάφεραν να διαφύγουν από τον ασφυκτικό κλοιό αφήνοντας 35 συντρόφους τους νεκρούς στο πεδίο της μάχης, ανάμεσά τους και τον Γιώργη Τσιτήλο, μέλος της ΚΕ και γραμματέα ΕΠ Κρήτης του ΚΚΕ και τον Μήτσο Μακριδάκη, μέλος του ΓΠ Κρήτης, γραμματέα ΝΕ Χανίων ΚΚΕ. Στη συνέχεια χωρίστηκαν σε ολιγάριθμες ομάδες, για να μην εντοπίζονται από τον στρατό και τα καταδιωκτικά αποσπάσματα. Απομονωμένες η μια από την άλλη, με ανεπαρκή εξοπλισμό, διέτρεχαν τις ρεματιές και τις βουνοκορφές σε όλο το μήκος και πλάτος των Λευκών Ορέων, για να αποφύγουν τη σύλληψη.
  Έναν χρόνο μετά και λίγο πριν το τέλος του Εμφυλίου στην υπόλοιπη Ελλάδα είχαν μείνει γύρω στους σαράντα (40) μαχητές του ΔΣΕ Κρήτης. Όταν μπόρεσαν να συγκεντρωθούν τον Απρίλιο του 1949 σε συνέλευση, εξέλεξαν τη Βαγγελιώ Κάδου α’ γραμματέα της ΚΟ Κρήτης που ανέλαβε και την πολιτική καθοδήγηση των ομάδων του ΔΣΕ που δρούσαν στα Λευκά Όρη.
  “Όλοι όσοι είχανε μείνει, ήταν αποφασισμένοι”, δήλωσε μπροστά στην κάμερα του Σταύρου Ψυλλάκη ο Νίκος Κοκοβλής στη ταινία Άλλος δρόμος δεν υπήρχε. Και συνέχισε την αφήγησή του σημειώνοντας: “Θες το γόητρο, θες η υπεράσπιση της υπόληψής σου, θες η πίστη στο δίκαιο του αγώνα σου, μας είχαν ατσαλώσει έτσι. Όλοι ήταν πιστοί στον αγώνα… Έφτανε να πας να παρουσιαστείς στις αρχές με το όπλο σου και έπαυαν να σε διώκουν. Δεν το κάναμε και κανένας δεν το ‘κανε από αυτούς που είχανε μείνει, γιατί το θεωρούσε άτιμο πράγμα, το θεωρούσε ασυνέπεια, το θεωρούσε προσβολή για τον εαυτό του”. 

  Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αφήγηση του για το πως η
ανταρτοομάδα του πληροφορήθηκε το τέλος του εμφυλίου πολέμου: “Χτυπήσαμε
σ’ ένα σπίτι και μας δώσανε λίγο ψωμί και μία ρέγκα, τυλιγμένη σ’ ένα
χαρτί εφημερίδας. Την άλλη (ενν.: μέρα) το μεσημέρι, όταν τρώγαμε, η
Βαγγέλα η Κλάδου παίρνει το λαδωμένο χαρτί και το κοιτάζει… το χαρτί που
είχε τυλίξει τη ρέγκα στο σπίτι που μας την έδωσε και διαβάζει: “Οι
συμμορίται επιτέλους εδέχθησαν την ήττα των και σταμάτησαν τον εμφύλιον
πόλεμον”. Από ένα απόκομμα εφημερίδας πληροφορηθήκαμε ότι είχε
σταματήσει ο (ενν.: εμφύλιος).”

  Κι όμως η μανία των νικητών απέναντι στους ηττημένους πλέον
αντιπάλους τους δεν έλεγε να κοπάσει, αφού συνεχίζονταν οι δολοφονίες,
οι εκτελέσεις, το κυνήγι των κομμένων κεφαλών που στα Χανιά συνήθως τις
κρέμαγαν στη γέφυρα του Κλαδισού ποταμού υποχρεώνοντας τον λαό να περνά
και να τις φτύνει.
  
Είναι χαρακτηριστική από αυτή την άποψη η εμπειρία του Μίκη Θεοδωράκη
επιστρέφοντας εκείνη την εποχή στα Χανιά από τη Μακρόνησο, όπου
βρισκόταν εξορία. Έγινε -χωρίς φυσικά να το θέλει- αυτόπτης μάρτυρας της
δημόσιας διαπόμπευσης της Μαρίας Μποράκη [10] από το χωριό Καράνου Κυδωνίας, που το άψυχο κορμί της το είχαν κρεμάσει ανάποδα πλάι στον Γεώργιο Κοδέλα(καπετάν Γιώργη) από την Κορινθία Πελοποννήσου.
Ο τελευταίος είχε εντοπιστεί έπειτα από προδοσία χωρικού στο χωριό
Έλος των Εννέα Χωριών και προέβαλλε ένοπλη άμυνα μέσα από το σπίτι, όπου
κρύβονταν ήδη από το 1948. Αμυνόμενος κι έχοντας πάρει την απόφαση να
μη συλληφθεί ζωντανός, τραυμάτισε δύο ΜΑΥηδες [11] και σκότωσε έναν. Στις τελευταίες του στιγμές προσπάθησε να σπάσει τον
κλοιό των διωκτών του και να διαφύγει, όμως στην προσπάθεια του αυτή
έπεσε νεκρός.

Το άψυχο κορμί του εκτέθηκε αρχικά σε δημόσια θέα στο Καστέλι και μετέπειτα στη γέφυρα του Κλαδισού ποταμού, μαζί με τη Μαρία Μποράκη. 

Πάνω από το άψυχο κορμί του Γεώργιου Κοδέλα (Καπετάν Γιώργη) από την Κορινθία Πελοποννήσου, στη φωτογραφία από το Καστέλι Κισάμου, διακρίνονται ΜΑΥδες που είχαν κυκλώσει το σπίτι, όπου ο Κοδελάς κρύβονταν.

Ας σημειωθεί στο σημείο αυτό πως η νεαρή αντάρτισσα, που είχε βγει στο βουνό σε ηλικία 16 χρονών [12], αμυνόμενη μέχρι τέλους σκοτώθηκε στις 10 Δεκεμβρίου 1949 σε ανταλλαγή πυρών έπειτα από ενέδρα ισχυρής δύναμης Χωροφυλακής, πάνω από τα Μεσκλά Κυδωνίας αφού της είχαν τελειώσει και οι πενήντα σφαίρες που είχε στο φυσεκλίκι της. Οι διώκτες της, επομένως, θα μπορούσαν να την έχουν συλλάβει. Μα δεν το επιδίωξαν…

  Αναμφίβολα παρουσιάζει ιστορικό ενδιαφέρον το πως περιέγραψε αυτή του την εμπειρία ο Μίκης Θεοδωράκης στην αυτοβιογραφία του Οι δρόμοι του αρχάγγελου [13], σημειώνοντας επί λέξει:

“Όταν πλησιάζαμε στην γέφυρα του
Κλαδισού, για να μπεις στα Χανιά, ένας χωροφύλακας μας έκανε σήμα να
σταματήσουμε και να παρκάρουμε πίσω από την ουρά παρκαρισμένων
λεωφορείων και αυτοκινήτων, που είχαν στηθεί στη δεξιά πλευρά του
δρόμου. Μας διέταξε να βγούμε έξω. Ο θείος του είπε “Τμηματάρχης της
Γενικής Διοικήσεως” Όμως ο χωροφύλακας χωρίς να εντυπωσιαστεί από το
αξίωμα, θα έλεγα ζοχαδιασμένος, του λέει “Κι ο Παπάγος να ‘σουνα το ίδιο
μου κάνει. Θα βγείτε όλοι για να δείτε όλοι”. Μια ουρά από χωριάτες και
χωριάτισσες κάπου διακόσια μέτρα μάκρος, είχε σχηματιστεί και βάδιζε
αργά προς τον Κλαδισό. Εκεί είχαν κρεμάσει τον καπετάν Γιώργη, τον φόβο
και τον τρόμο της Χωροφυλακής και γενικότερα των “εθνικών δυνάμεων” της
περιοχής. Είχαν φτιάξει ένα είδος κρεμάστρας, με χοντρά κλαδιά από
δέντρα κι από εκεί κρέμονταν σαν σφαχτάρια οι σκοτωμένοι αντάρτες και
αντάρτισσες. Τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα, όλοι όσοι έμπαιναν κι
όσοι έβγαιναν από τα Χανιά και που θα περνούσαν υποχρεωτικά τη γέφυρα,
θα έπρεπε να παρελάσουν μπροστά στους κρεμασμένους για “να δουν”. Πλάι
στον καπετάν-Γιώργη είχαν κρεμασμένη τη Δασκάλα – έτσι ήταν το αντάρτικο
ψευδώνυμό της. Αυτή την είχαν κρεμάσει ανάποδα. Έτσι που φαίνονταν η
μαύρη κιλότα της. Η άσπρη κοιλιά της και ο αφαλός της που είχε
τριχίτσες. Τα δυο βυζιά της είχαν πέσει στους ώμους απ’ τις δυο πλευρές
του προσώπου που ήταν παράξενο να το βλέπεις ανάποδα. Είχε τα μάτια
ολάνοιχτα, μαύρο χρώμα. Κάτασπρη κόρη. Κι όπως σε κοίταζαν ανάποδα, σου
έρχονταν να οπισθοχωρήσεις, αυθόρμητα. Σαν να σε πρόσταζαν: “Τι κάθεσαι
προχώρα!. Πιο πέρα, άλλοι δυο αντάρτες κρεμασμένοι κανονικά. Δυο παιδιά
θα ‘λεγες δεκαέξι χρονών το πολύ. Ο ένας χαμογελούσε. Όμως και οι δύο
είχαν πολλές και βαθιές πληγές από όπου έσταζε αίμα. Σημάδι ότι τα
βασάνισαν και τα σκότωσαν εκείνο το πρωί. Πλάι στον κάθε κρεμασμένο
δεξιά ζερβά ήταν τοποθετημένοι στρατιώτες με πλήρη εξάρτυση. Άλλοι είχαν
ύφος αδιάφορο κι άλλοι φάνηκαν θλιμμένοι. Όμως οι περισσότεροι κοίταγαν
καλά στα μάτια όσους περνούσαν από μπροστά σαν να ήθελαν να μαντέψουν
τι σκέπτονται. Οι πιο πολλοί, κυρίως χωριάτες κοίταζαν τους νεκρούς με
τρόμο. Κάπου-κάπου βρίσκονταν κανένας να βρίσει να φτύσει τους νεκρούς.
Το έκαναν από φόβο ή από μίσος; Ο χωρικός που ήταν ακριβώς μπροστά μας,
έσβησε το τσιγάρο του στον αφαλό της Δασκάλας. Μύρισε καμένο κρέας.
Γέλασε με το κατόρθωμά του στον φρουρό, όμως αυτός τον αγριοκοίταξε.
Καθώς περνούσα με την σειρά μου μπροστά στους σκοτωμένους σκεπτόμουν
μονάχα μια λέξη “Εκδίκηση”. Τίποτα άλλο”.

Η αντάρτισσα του ΔΣΕ Κρήτης Μαρία Μποράκη από το χωριό Καράνου Κυδωνίας.

  Το ποίημα της Βικτωρίας Θεοδώρου ΠΑΛΙΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ, παρμένο από τη συλλογή της Βορεινό Προάστιο [14], αποδίδει μάλλον το τελετουργικό της δημόσιας διαπόμπευσης της Μαρίας Μποράκη, αν και συχνά -από κεκτημένη ταχύτητα, από άγνοια ή εκ παραδρομής- διανθίζει κείμενα που αναφέρονται στον θάνατο μιας άλλης σπουδαίας μορφής της Αντίστασης στην Κρήτη, της Βαγγελιώς Κλάδου. Η αγωνίστρια από τα Ανώγεια είχε πέσει νεκρή στα 30 της χρόνια μαζί με το συμμαχητή της Δημήτρη Τσαγκαράκη στις 5 Δεκεμβρίου 1949 στις Αποκορωνιώτικες μαδάρες [15], πάνω από το μιτάτο [16], τις “Χώσσες [17]“, στη σπηλιά “στ’ Ανυφαντοχάλαρα”. Η Αργυρώ Κοκοβλή, συντρόφισσά της και παρούσα στο θάνατό της, περιέγραψε τη σκηνή του θανάτου της σημειώνοντας εμφατικά πως: “το επόμενο βήμα τα δράματος παίχτηκε στη γέφυρα του Κλαδισού, όπου τα κεφάλια των εκτελεσμένων εκτέθηκαν σε δημόσια θέα. Σύμφωνα με τις επιταγές της εξουσίας έπρεπε να παραμείνουν εκεί για μέρες προς παραδειγματισμό, ο δε λαός ήταν υποχρεωμένος να περνά και να τα φτύνει [18].”

Βαγγελιώ Κλάδου

  Οι δήμιοι, λοιπόν, έκοψαν το κεφάλι της Βαγγελιώς Κλάδου και του Δημήτρη Τσαγκαράκη και το περιέφεραν σε πολλά χωριά των Χανίων. Αυτή η πληροφορία επιβεβαιώνεται και από τον Αλέκο Μαθιουδάκη, κρατούμενο εκείνη την περίοδο στο Ιτζεδίν, που κατέγραψε το περιστατικό τονίζοντας πως: “μεταξύ των χωριών που την πέρασαν ήταν και το μεγάλο χωριό το Καλάμι, που ήταν οι φυλακές που μας κρατούσαν, πάνω από 700 κρατούμενους, οι περισσότεροι θανατοποινίτες. Την ίδια μέρα στο επισκεπτήριο οι επισκέπτες μας έδωσαν την είδηση για την περασιά του κεφαλιού της Βαγγέλας Κλάδου έξω πριν λίγες ώρες. Μπούμερανγκ γύρισε ο “θρίαμβος” των διωκτών της Βαγγέλας. Ο κόσμος αντί να τους θαυμάζει τους έβαζε στη χορεία των μιασμάτων του έθνους”. Στο τέλος οι μισαλλόδοξοι διώκτες της εξέθεσαν το κομμένο της κεφάλι μαζί με το κεφάλι του Δημήτρη Τσαγκαράκη στη γέφυρα του Κλαδισού Ποταμού[19], στη νοτιοδυτική είσοδο των Χανίων, καλώντας το λαό να περνάει και να τα φτύνει. Επομένως, το ακέφαλο, νεκρό σώμα της Βαγγέλας (όπως την αποκαλούσαν οι σύντροφοί της κατά το Ανωγειανό ιδίωμα) παρέμεινε άταφο για χρόνια στη Μαδάρα [20].

Δημήτρης Τσαγκαράκης

   Η Βικτωρία Θεοδώρου είχε ιστορική γνώση και συνείδηση αυτού του
γεγονότος γι’ αυτό αφιέρωσε προσωπικά στη Μαρία, όπως ήταν το παρανόμι
της στο αντάρτικο, δηλαδή στη Βαγγέλα τη Κλάδου και δύο ακόμα
συντρόφισσες της (τη Μαρία Λιουδάκη και τη Μαρία Δρανδάκη) το ποίημά της
ΤΑ ΟΡΗ στη συλλογή ΑΡΕΙΟΣ ΥΠΝΟΣ που
κυκλοφόρησε το 1983. Σ’ ένα σημείο του περιγράφει με ακρίβεια αλλά και
με θαυμασμό τη σκηνή του θανάτου της Βαγγελιώς Κλάδου:

[…] ΣΤΗΝ ΚΟΡΦΗ
Σπήλαιο καταφυγής, στόμα του Άδη
άρπαξε από τη μάνα της την κόρη
αργά την απόλαυσε, κρυφά
κι έμειναν τα λιανά της κόκαλα
απείραχτα μεσ’ στ’ άγρια σέλινα.
Ελαφροπάτητα τ’ αγρίμια εκεί τ΄αφήσαν
για της αυγής τα χέρια.
Βγαίνει μες στην ομίχλη με απόφαση
το αίμα της να την ακολουθεί,
τους σύντροφους παρακαλεί να την αποτελειώσουν∙
παρακαλεί, ζητάει το βόλι το καλό
δεν της το δίνουν,
τα παίρνει απ’ τ’ απόσπασμα με πολυβόλο.
Στον πόρο πέφτει της σπηλιάς, σιμώνει
να καλοθανατίσει εκεί.
Μα εγώ, τ’ ορκίζομαι, την είδα,
μέσα στο σύννεφο χωνεύτηκε, με το τραυματισμένο
χέρι
ψηλά κρατημένο να μην αιμορραγεί,
ακέρια πάνω στην κορφή.
Ευαγγελία μηνάει από του νησιού τη στέγη [21]

  Και η Βικτωρία Θεοδώρου συνεχίζει γράφοντας:

ΤΑ ΟΡΗ
Δήμητρα του οροπέδιου
μέσα στα στάχια περπατεί τα ευγνώμονα,
δρόμο για να περάσει της ανοίγουν,
την κόρη της γυρεύει, στο σπήλαιο πάει.
Αγρίμια ξαφνιασμένα την παρηγορούν
αγριοπερίστερα τη βεβαιώνουν:
Στον Άδη δεν είναι: Είναι στα επάνω μέρη.
Στα Όρη ανέβηκε χολωμένη
γιατί ‘ναι ακόμα κατοχή, γιατί δεν είναι
ουτ’ ένας αντάρτης στα βουνά
κι ο ξένος πάλι κατοικεί
τα ψηλά σπίτια στο λιμάνι.
Με σηκωμένο φρύδι
πατάει το χώμα που υπεράσπισε μονάχη
με το ‘να χέρι, τ’ άλλο της σπασμένο –
από ριπή του ξένου πάλι.
Της μάνας της μηνάει να μη
τήνε καλεί και τη γυρεύει
γιατί ‘ναι του βουνού και της κορφής ταμένη [22]

  Κατά συνέπεια το άψυχο κορμί που οι νικητές του εμφυλίου είχαν κρεμάσει
ανάποδα πλάι στον καπετάν Γιώργη στη γέφυρα του Κλαδισού ποταμού δεν
ανήκε στη Βαγγελιώ Κλάδου, μα στη Μαρία Μποράκη, στην οποία η Βικτωρία
Θεοδώρου απέδωσε μ’ ένα άλλο ποίημά της που φέρει τον τίτλο ΠΑΛΙΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ τον οφειλόμενο φόρο τιμής:

ΠΑΛΙΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Στον Θ. Θεοδώρου
Επάνω σε μια τάβλα την έχουν ξαπλωμένη
τ’ άσπρα της χέρια σέρνουνται στο χώμα, στα χαλίκια
σέρνεται κι η πλεξούδα της στη σκόνη
κι η φούντα της σαν σκούπα ολόχρυση το δρόμο καθαρίζει
και σκουπισμένο τον αφήνει απ’ τ’ αγκαθόξυλα
για να περνούν ξυπόλητοι και ποδεμένοι [23],

όσοι την παν νεκροί να την πομπέψουνε [24]
στου Κλαδισού την ποταμιά.

Θανάτου αέρας σήκωσε τα σωθικά της
ξωπίσω της πολλοί, κι αδέλφια ακόμα, τηνε περιγελούν
και την πρησμένη της κοιλιά κεντούν μ’ ένα καλάμι …
Τ΄ αχείλι της σκισμένο δεν σαλεύει
να δώσει πάλι δίκια απόκριση στα όσα της λέγαν
σε μας παράδωσε το μετερίζι [25]της τιμής της.
Ήταν εκεί κι η μάνα μου κι άλλες μανάδες
όπου πρωί-πρωί τις σύρανε να δούνε την ντροπή
να δούνε τι μας καρτερεί και μας που ανταρτέψαμε
μα κείνες τήνε κλάψανε και τη μοιρολογήσανε
την τρυφερή της παρθενιά σπαραχτικά εμαρτύρησαν
στις λυγαριές και στα πουλιά του ποταμού,
για θυγατέρα τους την ελογάριασαν·
με τ’ ακριβό σταμνί του δρόμου της επλύναν
το κέρινό της πρόσωπο το παιδιακίσιο με τα δυο
γεφυρωτά της φρύδια απ’ όπου εδιάβηκεν
η Λευτεριά με την Αγάπη για να παν αντίπερα
σ’ άλλους καιρούς καλύτερους κι ειρηνεμένους.
Μα εκείνοι μανιασμένοι κι άσπλαχνοι
παίρνουν σπαθί και κόβουν το κεφάλι της
και σε κοντάρι το καρφώνουνε με την πλεξούδα
να σειέται στον αέρα και να γνέφει αδιάκοπα
κι η φούντα της ολόχρυση να διώχνει τα πουλιά της φρίκης.
Περαστικός ας ήταν να τη δει τραγουδιστής
για να της πει τ’ αξέχαστο τραγούδι,
εγώ είμαι ένα μικρό πουλί μέσα στην καλαμιά
δεν τραγουδώ, δεν κλαίω, μόνο θυμίζω
σημάδι έχω τη φωλιά μου εδώ, δε φεύγω
μαζί με τ’ άλλα τα πουλιά για να ξεχειμωνιάσω …[26]

Εξόριστες από τα Χανιά. Στην κάτω σειρά δεύτερη από αριστερά είναι η γυναίκα του καπετάν Γιώργη Κοδέλα.

  Ολοκληρώνοντας αυτό το σύντομο ιστορικό σημείωμα είναι περιττό να τονίσουμε τις διώξεις που υπέστησαν οι συγγενείς, οι φίλοι και οι σύντροφοι των νεκρών ανταρτών του ΔΣΕ από το μισαλλόδοξο μετεμφυλιακό νεοελληνικό κράτος, όταν δεν αποκήρυσσαν τ’ αγαπημένα πρόσωπα με το να υπογράψουν την ταπεινωτική “δήλωση μετανοίας”.

Share This Post | Μοιραστείτε αυτο το αρθρο

You must be logged in to post a comment Login