VASILIOS GIKAS -Oικονομολογος Αθηνα

Διονύσιος Σολωμός .Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας 9η Φεβρουαρίου .

Διονύσιος Σολωμός .Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας 9η Φεβρουαρίου .
Decrease Font Size Increase Font Size Text Size Print This Page

Διονύσιος Σολωμός.

Εισαγωγή.

Ο Διονύσιος Σολωμός (Ζάκυνθος, 8 Απριλίου 1798 − Κέρκυρα, 9
Φεβρουαρίου 1857, η ημερομηνία θανάτου του έχει οριστεί ως η Παγκόσμια Ημέρα
Ελληνικής Γλώσσας), ο Εθνικός μας Ποιητής, αφού έγραψε το Ποίημα “Ύμνος
εις την Ελευθερίαν”, οι πρώτες δύο στροφές του έγιναν ο Εθνικός μας Ύμνος
της Ελλάδας και της Κύπρου, Κεντρικό πρόσωπο της Επτανησιακής Σχολής [η
λογοτεχνική παραγωγή των Ιονίων Νήσων από τις τελευταίες δεκαετίες του 18ου αι.
έως το τέλος του 19ου αι. Ο όρος Επτανησιακή Σχολή εισήχθη από τον Ροΐδη και
τον Ασώπιο στο 2ο μισό του 19ου αιώνα και τον υιοθέτησε αργότερα ο Κωστής
Παλαμάς στα Κριτικά του Δοκίμια γιά τους Επτανήσιους Ποιητές. Επίκεντρο αυτής
της αξιόλογης παραγωγής είναι ο Διονύσιος Σολωμός. Σε αυτή την περίοδο
-αντίθετα απ’ ό,τι συμβαίνει με την Ποίηση έχουμε μικρή παραγωγή πεζογραφικών
κειμένων. Σε τούτη τη μικρή παραγωγή ξεχωρίζει η Αυτοβιογραφία, της Ελισάβετ
Μουτζάν-Μαρτινέγκου 1831, το πρώτο Ελληνικό Γυναικείο Πεζογράφημα, μαρτυρία γιά
την περιθωριοποιημένη θέση της Γυναίκας σε σχέση με την πνευματική και
κοινωνική ζωή της Επτανησιακής Πολιτισμικής Επικράτειας. Στον αντίποδα της
πεζογραφικής παραγωγής βρίσκεται η παραγωγή Κριτικών Δοκιμίων, Φιλολογικών κι
Αισθητικών Μελετών, όπως ο Διάλογος του Δ. Σολωμού, τα Προλεγόμενα του Ιάκωβου
Πολυλά, στην έκδοση του έργου του Σολωμού κι η μελέτη του Καλοσγούρου γιά τη
μετάφραση του Σαιξπηρικού Άμλετ από τον Ιάκωβο Πολυλά. Δυναμικό επίσης
εμφανίζεται και το μεταφραστικό έργο σε ό,τι αφορά στην Αρχαία Ελληνική
Γραμματεία και τις νεότερες Δυτικές Λογοτεχνίες. Εκπρόσωποι της θεατρικής
παραγωγής, γιά την ίδια περίοδο, στην Επτανησιακή Σχολή, είναι οι Θεατρικοί
Συγγραφείς Σαβόγιας Ρούσμελης, Δ. Γουζέλης κι ο Ιωάννης Ζαμπέλιος] και διότι
αξιοποίησε την προγενέστερη Ποιητική Παράδοση (Κρητική Λογοτεχνία, Δημοτικό
τραγούδι), ήταν ο πρώτος που καλλιέργησε συστηματικά τη Δημοτική γλώσσα κι
άνοιξε το δρόμο γιά τη χρησιμοποίησή της στη Λογοτεχνία, αλλάζοντας την ακόμη
περισσότερο. Σύμφωνα με τις απόψεις του, δημιουργούσε από τον Ρομαντισμό μαζί
με το Κλασικισμό ένα μικτό, αλλά νόμιμο είδος [ο Σολωμός, μαζί με τον Παλαμά
και τον Κάλβο, αντιμετωπίζονται ως Ποιητές που περισσότερο από κάθε άλλον
αναμετρήθηκαν με τις Ιδέες, τις λογοτεχνικές τεχνικές και τα οράματα του Ρομαντισμού,
έτσι όπως εκδηλώθηκε σε άλλα μέρη της Ευρώπης].

Εκτός από τον Ύμνον εις την Ελευθερίαν, τα σπουδαιότερα έργα
του είναι: Ο Κρητικός, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, Ο Πόρφυρας, Η Γυναίκα της
Ζάκυθος και Λάμπρος. Το βασικό χαρακτηριστικό της ποιητικής παραγωγής του είναι
η αποσπασματική μορφή: κανένα από τα Ποιήματα που έγραψε μετά τον Ύμνο εις την
Ελευθερίαν δεν είναι ολοκληρωμένο και μ’ ελάχιστες εξαιρέσεις, τίποτα δεν
δημοσιεύτηκε από τον ίδιο.

Βίος.

Καταγωγή και παιδικά χρόνια.

Γεννήθηκε στη Ζάκυνθο στις 8 Απριλίου 1798. Γονείς του ήταν
ο Κόντε Νικόλαος Σολωμός κι η Υπηρέτριά του, Αγγελική Νίκλη. Ο πατέρας του
καταγόταν από οικογένεια Κρητικών Προσφύγων που ζούσαν στο Ηράκλειο, που
εγκαταστάθηκαν στη Ζάκυνθο το 1670, μετά την κατάληψη της Κρήτης το 1669 από
τους Οθωμανούς. Το Οικογενειακό τους όνομα στα Ιταλικά παραδίδεται με διάφορες
μορφές: Salamon, Salomon, Solomon, Salomone. Η καταγωγή της μητέρας του είναι
πιθανό να ήταν από τη Μάνη. Ο Κόντε Νικόλαος Σολωμός χήρεψε το 1802 από τη
νόμιμη Σύζυγό του, Μαρνέττα Κάκνη, με την οποία είχε αποκτήσει δύο παιδιά, τον
Ρομπέρτο και την Έλενα. Από το 1796 όμως είχε δεσμό με την Υπηρέτριά του,
Αγγελική Νίκλη, με την οποία απέκτησε, εκτός από τον Διονύσιο, άλλον έναν γιό,
τον Δημήτριο, μετέπειτα Πρόεδρο της Ιονίου Βουλής, το 1801. Το ζευγάρι
παντρεύτηκε μόλις την προπαραμονή του θανάτου του (27 Φεβρουαρίου 1807) και τα
παιδιά τους απέκτησαν τα Δικαιώματα των νόμιμων τέκνων.

Ο Ποιητής πέρασε τα παιδικά του χρόνια, ως το 1808, στο
πατρικό του σπίτι στη Ζάκυνθο, υπό την επίβλεψη του Δασκάλου του, Αβά Σάντο
Ρόσι, Ιταλού Πρόσφυγα. Μετά τον θάνατο του πατέρα του ανέλαβε την Κηδεμονία του
ο Κόντε Διονύσιος Μεσσαλάς, ενώ η μητέρα του παντρεύτηκε στις 15 Αυγούστου της
ίδιας χρονιάς τον Μανόλη Λεονταράκη. Την επόμενη χρονιά ο Μεσσαλάς έστειλε τον
μικρό Διονύσιο στην Ιταλία γιά σπουδές, σύμφωνα με τη συνήθεια των Ευγενών των
Επτανήσων, αλλά και λόγω του γάμου της Αγγελικής Νίκλη.

Σπουδές στην Ιταλία.

Ο Σολωμός αναχώρησε γιά την Ιταλία μαζί με τον Δάσκαλό του,
ο οποίος επέστρεφε στην πατρίδα του, την Κρεμόνα. Γράφτηκε αρχικά στο Λύκειο
της Αγίας Αικατερίνης στη Βενετία, όμως δυσκολευόταν να προσαρμοστεί στην
αυστηρή πειθαρχία του Σχολείου και γι’ αυτό ο Ρόσι τον πήρε μαζί του στην
Κρεμόνα, όπου τελείωσε το Λύκειο το 1815. Τον Νοέμβριο του 1815 γράφτηκε στη
Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Παβίας, από την οποία αποφοίτησε το 1817.

Δεδομένων των φιλολογικών ενδιαφερόντων του, η άνθηση της
Ιταλικής Λογοτεχνίας δεν τον άφησε ανεπηρέαστο. Καθώς μιλούσε πλέον θαυμάσια
την Ιταλική γλώσσα, άρχισε να γράφει Ποιήματα στα Ιταλικά. Τα σημαντικότερα από
τα πρώτα Ιταλικά Ποιήματα που έγραψε εκείνην την περίοδο ήταν το Ode per la
prima messa, Ωδή για την πρώτη λειτουργία και La distruzione di Gerusalemme, Η
καταστροφή της Ιερουσαλήμ. Γνωρίστηκε με γνωστά ονόματα της Πνευματικής Ιταλίας
(πιθανώς Μαντσόνι, Μόντι κ.ά.) οι οποίοι τον περιέβαλλαν με το κλίμα του
Γαλλικού Διαφωτισμού. Ενσωματώθηκε στους Λογοτεχνικούς Κύκλους τους και
τελειοποιούμενος στις ποιητικές κατακτήσεις του, εξελισσόταν σ’ έναν καλό
Ποιητή της Ιταλικής Γλώσσας.

Επιστροφή στη Ζάκυνθο.

Ο Σολωμός επέστρεψε στη Ζάκυνθο το 1818, μετά το τέλος των
Σπουδών του. Στη Ζάκυνθο υπήρχε αξιόλογη Πνευματική Κίνηση από τον 18ο αιώνα
[αυτοί οι Ποιητές χαρακτηριστούν κι ως Πρόδρομοι, επειδή προετοίμασαν το έδαφος
γιά την μετέπειτα πνευματική πρόοδο των Επτανήσων. Οι Ποιητές αυτοί είναι
σχεδόν όλοι Ζακύνθιοι. Χαρακτηριστικά: Επικαιρικά Ποιήματα που απηχούν τις
Φιλελεύθερες Ιδέες του Διαφωτισμού και ροπή τους προς την Αρκαδική Ποίηση, Αρκαδικό
Λογοτεχνικό Ύφος: Ο Ρωμαίος Ποιητής Βιργίλιος άντλησε την έμπνευσή του από τους
Ελληνικούς Μύθους κι από τους Έλληνες Βουκολικούς Ποιητές -ιδιαίτερα τον
Θεόκριτο-, όταν έγραψε τις Εκλογές του, μία σειρά Ποιημάτων που προσδιορίζονται
τοπικά στην Αρκαδική γη. Ως αποτέλεσμα της επιρροής του Βιργίλιου στη
Μεσαιωνική Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία (γιά παράδειγμα, η Θεία Κωμωδία), η Αρκαδία
έγινε σύμβολο του Βουκολικού Ποιήματος. Στην Τέχνη -είτε πρόκειται γιά τη
Λογοτεχνία, τη Ζωγραφική ή άλλη μορφή-, ο όρος συνδέεται με Αγροτικά Θέματα,
όπως τα χωριά και τα ειδυλλιακά τοπία της Φύσης, που απεικονίζονται με τρόπο
ιδιαίτερα μη ρεαλιστικό και σημαντική απλότητα. Το θέμα επισκέφθηκαν ξανά οι
Ευρωπαίοι Συγγραφείς της Αναγέννησης (π.χ. ο Ισπανός ποιητής Garcilaso de la
Vega), και τ’ όνομα αποδόθηκε σε οποιοδήποτε ειδυλλιακό τοπίο ή Παράδεισο.
Αντίθετα από τη λέξη Ουτοπία του Τόμας Μορ, η Αρκαδία δεν υποδηλώνει κάποιον
Ανθρωπογενή Πολιτισμό. Ροπή προς την Αρκαδική Ποίηση απαντάται στους
Προσολωμικούς Ποιητές της Επτανησιακής Σχολής, στη νεανική περίοδο του Σολωμού,
στα μικρά Ερωτικά Ποιήματα του Π. Σούτσου κ.ά. Το Βουκολικό Ειδύλλιο Arcadia
του Ιταλού Δραματουργού Τζάκοπο Σαννατσάρο (Jacopo Sannazaro, 1457 – 1530), το
οποίο γνώρισε μεγάλη επιτυχία στην εποχή του, αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης του
Θαλασσοπόρου Τζοβάννι ντα Βερρατσάνο, όταν ο τελευταίος ονόμασε Αρκαδία κάποιες
Αμερικανικές ακτές του Ατλαντικού.

Σημαντικότεροι Εκπρόσωποι: 1. Αντώνιος Μαρτελάος (1754 –
1819): είχε Φιλελεύθερες Ιδέες κι ήταν Μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Τα έργα του
είναι κυρίως Πατριωτικά (Θούριος, Ύμνος εις την περίφημον Γαλλίαν κ.α.) και
κάποια από αυτά επηρέασαν τον Σολωμό. 2. Θωμάς Δανελάκης: είχε Φιλελεύθερες
Ιδέες, έγραψε Πατριωτικά (Θούριος, διασκευή της Μασσαλιώτιδας) και Σατιρικά
Ποιήματα. & 3. Νικόλαος Κουτούζης (1741 – 1813): κατ’ εξοχήν Σατιρικός
Ποιητής, με Συντηρητικές Ιδέες].

Επιστροφή στη Ζάκυνθο.

Ο Σολωμός βρήκε έναν κύκλο από Ανθρώπους μ’ ενδιαφέρον γιά
τη Λογοτεχνία, με τους οποίους γρήγορα ανέπτυξε φιλικές σχέσεις. Οι σημαντικότεροι
από αυτούς ήταν ο Αντώνιος Μάτεσης (Συγγραφέας του Κοινωνικού Ρομαντικού
Δράματος του Ο Βασιλικός), ο Γεώργιος Τερτσέτης (με τη σημαντική προσπάθειά του
γιά τη διάδοση της Δημοτικής γλώσσας: Το φίλημα, Οι Γάμοι του Μ. Αλέξανδρου,
Κόριννα και Πίνδαρος), ο Διονύσιος Ταγιαπιέρας (Γιατρός, Δημοτικιστής, φίλος
του Ιωάννη Βηλαρά), ο Νικόλαος Λούντζης κι ο επίσης Δημοτικιστής Ιουλ.
Τυπάλδος, ο οποίος απέδωσε στα Ελληνικά τμήμα της Ελευθερωμένης Ιερουσαλήμ του
Torquato Tasso. Συγκεντρώνονταν συχνά σε φιλικά σπίτια και διασκέδαζαν με
αυτοσχέδια Ποιήματα. Συχνά σατίριζαν στα Ποιήματά τους έναν Ζακυνθινό Γιατρό,
τον Ροΐδη (τα Ποιήματα του Σολωμού που σατιρίζουν τον Γιατρό είναι Το
Ιατροσυμβούλιο, Η Πρωτοχρονιά κι οι Κρεμάλες). Επίσης, αυτοσχεδίαζαν Ποιήματα σε
δοσμένες ομοιοκαταληξίες και θέμα. Ο Σολωμός ξεχώριζε εξ αιτίας του ποιητικού
ταλέντου του. Τα Ιταλικά Ποιήματα που αυτοσχεδίασε εκείνην την εποχή, εκδόθηκαν
το 1822, με τον τίτλο Rime Improvvisate, η μοναδική ζώντος του Σολωμού
δημοσιευμένη συλλογή. Με την επιστροφή στη Ζάκυνθο ο Σολωμός εκπληρώνει το
Ιδανικό του και μαζεύει Εθνικά Τραγούδια, δηλαδή Δημοτικά τραγούδια από όλα τα
μέρη της Ελλάδας, σε μία προσπάθεια ανακάλυψης υλικού που θα εμπλουτίσει το
δικό του ποιητικό σχήμα με υλικό από τη Λαϊκή Παράδοση, κίνηση που σηματοδοτεί
μιά ηθελημένη στροφή της Ποίησής του από την Ιταλική επιρροή σε μιά Εθνική, με
σαφή παραδοσιακά στοιχεία, Ποίηση.

Τα πρώτα Ελληνικά έργα κι η συνάντηση με τον Λόγιο, Ιστορικό
και Πολιτικό Σπυρίδωνα Τρικούπη.

Παράλληλα με τα Ιταλικά Ποιήματα, ο Σολωμός έκανε και τις
πρώτες απόπειρες να γράψει στα Ελληνικά. Αυτό το εγχείρημα ήταν δύσκολο, επειδή
ο Ποιητής δεν γνώριζε καλά την Ελληνική γλώσσα, αφού η Παιδεία του ήταν Κλασική
κ’ Ιταλική κι επειδή δεν υπήρχαν πολλά αξιόλογα ποιητικά έργα στη Δημοτική
γλώσσα, τα οποία θα μπορούσε ν’ αξιοποιήσει ως Πρότυπο. Γιά να διαμορφώσει τη
γλώσσα του άρχισε να μελετά συστηματικά τα Δημοτικά τραγούδια, το έργο των
Ποσολωμικών Ποιητών, Δημώδη και Κρητική Λογοτεχνία, που ήταν τα καλύτερα ώς
τότε δείγματα της χρήσης της Δημοτικής γλώσσας στη Νεοελληνική Λογοτεχνία. Τα
Ποιήματα που ξεχωρίζουν από τα έργα αυτής της Περιόδου είναι η Ξανθούλα, η
Αγνώριστη, Τα δυο αδέρφια κι Η τρελή μάνα. Σημαντική γιά τη στροφή του προς τη
συγγραφή στα Ελληνικά θεωρείται η συνάντησή του το 1822 με τον Σπυρίδωνα
Τρικούπη. Ο Τρικούπης επισκέφθηκε τη Ζάκυνθο το 1822 ως προσκεκλημένος του
Λόρδου Γκίλφορντ, η φήμη του Σολωμού στο νησί ήταν ήδη μεγάλη κι ο Τρικούπης
θέλησε να τον γνωρίσει. Στη δεύτερη συνάντησή τους ο Σολωμός του διάβασε το
Ιταλικό “Ωδή” γιά την πρώτη Λειτουργία κι ο Τρικούπης του είπε: η
ποιητική σας ιδιοφυΐα σας επιφυλάσσει μία διαλεχτή θέση στον Ιταλικό Παρνασσό.
Αλλά οι πρώτες θέσεις εκεί είναι πιασμένες. Ο Ελληνικός Παρνασσός δεν έχει
ακόμη τον Δάντη του. Ο Σολωμός του εξήγησε ότι δεν γνώριζε καλά τα Ελληνικά κι
ο Τρικούπης τον βοήθησε στη μελέτη των Ποιημάτων του Αθανασίου Χριστοπούλου [ο
Αθανάσιος Χριστόπουλος, ο άλλος Ανακρέων κατά τον Γεώργιο Σακελλάριο -(1767 –
1838), ιατροφιλόσοφος και Ποιητής από την Κοζάνη- γεννήθηκε στην Καστοριά το
Μάιο του 1772 κι απεβίωσε στο Βουκουρέστι 19 Ιανουαρίου 1847. Ήταν Ποιητής,
Νομικός, Ανώτατος Δικαστικός, Θεατρικός Συγγραφέας, Λόγιος και Φιλικός. Γιά το
ποιητικό του έργο χαρακτηρίζεται Πρόδρομος (μαζί με τον Ιωάννη Βηλαρά και τον
Ρήγα Βελεστινλή), επειδή θεωρείται ότι, με τη χρήση της Δημοτικής γλώσσας,
άνοιξε νέους ποιητικούς δρόμους. Το επιστημονικό του έργο περιλαμβάνει
Πραγματείες σε θέματα Γλωσσικά, Πολιτικά, Φιλοσοφικά και Φυσικών Επιστημών,
πολλές από τις οποίες όμως δεν έχουν σωθεί. Ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, ο
Δημήτριος Βερναρδάκης, ο Εμμανουήλ Ροΐδης κ.α. μίλησαν με πολύ επαινετικά λόγια
γιά τη Λυρική του προσφορά και το 1891 ο Κωνσταντίνος Καβάφης έγραψε
Στιχούργημα με τίτλο Αθανάσιος Χριστόπουλος]. Ο Αριστοκράτης Σολωμός, αντίθετα
από τον Κάλβο, ξεκινώντας από την Ιταλική Παιδεία, ανακάλυψε τον Νέο Ελληνισμό
ως μιά άγνωστη Δύναμη, θαυμαστή και γονιμοποιό.

Ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν κι η καθιέρωση του Ποιητή.

Ταπεινότατή σου γέρνει

ἡ τρισάθλια κεφαλή,

σὰν πτωχοῦ ποὺ θυροδέρνει

κι εἶναι βάρος του ἡ ζωή.

Ναί, ἀλλὰ τώρα ἀντιπαλεύει

κάθε τέκνο σου μὲ ὁρμή,

ποὺ ἀκατάπαυστα γυρεύει

ἢ τὴ νίκη ἢ τὴ θανῆ.

Ἀπ’ τὰ κόκαλα βγαλμένη

τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,

καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,

χαῖρε, ὦ χαῖρε, Ἐλευθεριά!

Ύμνος εις την Ελευθερίαν, στροφές 14 – 16.

Ο πρώτος σημαντικός Σταθμός στην Ελληνόγλωσση Δημιουργία του
Σολωμού ήταν ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν, που ολοκληρώθηκε τον Μάιο του 1823,
Ποίημα εμπνευσμένο από την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Το Ποίημα δημοσιεύθηκε
και στην Ελλάδα (το 1824 στο πολιορκούμενο Μεσολόγγι) και στην Ευρώπη (1825 στο
Παρίσι, σε Γαλλική μετάφραση, αργότερα και σε άλλες γλώσσες) κι η φήμη του
Ποιητή εξαπλώθηκε πέρα από τα στενά όρια του νησιού του. Σε αυτό το έργο του
οφείλεται κι η εκτίμηση που απολάμβανε ο Σολωμός μέχρι τον θάνατό του, αφού τα
υπόλοιπα έργα του ήταν γνωστά μόνο στον στενό κύκλο των θαυμαστών και
“Μαθητών” του. Με τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν άρχισε μία σημαντική
Περίοδος γιά τη μετέπειτα διαμόρφωση του Ποιητή: είναι η εποχή στην οποία έχει
κατακτήσει πλέον τη γλώσσα και προσπαθεί να δοκιμαστεί σε συνθετότερες μορφές,
να διευρύνει τον κύκλο των εμπνεύσεών του και να εγκαταλείψει την ευκολία του
Αυτοσχεδιασμού. Καρπός των αναζητήσεων αυτής της Περιόδου ήταν η Ωδή εις τον θάνατο
του Λόρδου Μπάιρον, Ποίημα που έχει πολλά κοινά στοιχεία με τον Ύμνο, αλλά και
πολλές αδυναμίες [παρόλο που στο Ποίημα διαφαίνεται ο πόθος του Ποιητή γιά την
Ελευθερία, υστερεί ως προς τον πλούτο έκφρασης και την τεχνική διάρθρωσης], Η
Καταστροφή των Ψαρών, ο Διάλογος, που αναφέρεται στη γλώσσα κι η Γυναίκα της
Ζάκυθος.

Η εγκατάσταση στην Κέρκυρα: Τα πρώτα χρόνια.

Στα τέλη του 1828, μετά από προστριβές κι οικονομικές
διαφορές με τον αδελφό του Δημήτριο γιά κληρονομικά ζητήματα, ο Σολωμός
μετακόμισε στην Κέρκυρα, σημαντικό Πνευματικό Κέντρο των Επτανήσων εκείνη την
εποχή. Αιτία της αναχώρησής δεν ήταν τα οικογενειακά προβλήματα, επίσης
σχεδίαζε, ήδη από το 1825, να ταξιδέψει στο νησί. Η Κέρκυρα του προσέφερε ένα
περιβάλλον πνευματικότερο και την απομόνωση που ταίριαζε στον μονήρη κ’
ιδιότροπο χαρακτήρα του κι η οποία ήταν απαραίτητη γιά τη μελέτη και την
ενασχόλησή του με την Ποίηση, σύμφωνα και με τις υψηλές αντιλήψεις που είχε γιά
την Τέχνη. Γι’ αυτό και τα πρώτα χρόνια της ζωής του στην Κέρκυρα ήταν τα πιό
ευτυχισμένα χρόνια. Την εποχή εκείνη ξεκίνησε την εντατική μελέτη της
Γερμανικής Ρομαντικής Φιλοσοφίας και Ποίησης (Hegel. Schlegel, Schiller,
Goethe). Επειδή δεν γνώριζε Γερμανικά, τα διάβαζε από Ιταλικές μεταφράσεις που
εκπονούσε γι’ αυτόν ο Φίλος του Νικόλαος Λούντζης. Όμως η Γερμανική Αισθητική
δεν πρόκειται να επιδράσει ολοκληρωτικά πάνω στην Ποίηση του. Επίσης συνέχισε
να επεξεργάζεται τα έργα Γυναίκα της Ζάκυθος και Λάμπρος, που είχε αρχίσει το
1826.

1833: Η Δίκη και τα μεγάλα έργα της Ωριμότητας.

Την περίοδο 1833 – 1838 κι ενώ οι σχέσεις με τον αδελφό του
είχαν αποκατασταθεί, η ζωή του συνταράχθηκε από μία σειρά Δίκες, με τις οποίες
ο ετεροθαλής αδελφός του (από την πλευρά της μητέρας του), Ιωάννης Λεονταράκης,
διεκδικούσε τμήμα της Πατρικής Περιουσίας, με το επιχείρημα ότι ήταν κι αυτός
τέκνο του Κόντε Νικόλαου Σολωμού, αφού η μητέρα του ήταν έγκυος πριν από το
θάνατό του. Παρόλο που η κατάληξη της περιπέτειας ήταν ευνοϊκή γι’ αυτόν και
τον αδελφό του, η δικαστική διαμάχη οδήγησε σε αποξένωση του Σολωμού από τη
μητέρα του (πληγώθηκε πολύ από τη στάση της, κυρίως επειδή την υπεραγαπούσε)
και στην απόσυρσή του από τη Δημοσιότητα. Παρόλο που η Δίκη επηρέασε πολύ τον
ψυχισμό του Ποιητή, δεν στάθηκε ικανή να αναστείλει την ποιητική του δημιουργία.
Το 1833 ξεκίνησε η ωριμότερη περίοδος της ποιητικής δημιουργίας του Σολωμού,
αποτέλεσμα της οποίας ήταν τ’ ανολοκλήρωτα Ποιήματα Ο Κρητικός (1833),
Ελεύθεροι Πολιορκημένοι (έως το 1845) κι Ο Πόρφυρας (1847), τα οποία
αναγνωρίζονται ως τα καλύτερα έργα του. Παράλληλα σχεδίαζε κι άλλα έργα, τα
οποία όμως έμειναν είτε στο στάδιο των σχεδιασμάτων είτε σε πολύ αποσπασματική
μορφή, όπως τα Νικηφόρος Βρυέννιος, Εις το θάνατο Αιμιλίας Ροδόσταμο, Εις
Φραγκίσκα Φραίζερ και Carmen Seculare.

Ο Κύκλος της Κέρκυρας.

Στην Κέρκυρα ο Σολωμός βρέθηκε σύντομα στο επίκεντρο ενός
κύκλου θαυμαστών και Ποιητών, ενός πυρήνα από Πνευματικούς Ανθρώπους με μεγάλη
μόρφωση, με Προοδευτικές και Φιλελεύθερες Ιδέες, με Αισθητική κατάρτιση και με
αυστηρές αξιώσεις γιά την Τέχνη. Τα σημαντικότερα πρόσωπα με τα οποία
συσχετίστηκε ο Ποιητής ήταν ο Νικόλαος Μάντζαρος, ο Ιωάννης κι ο Σπυρίδων
Ζαμπέλιος, ο Ερμάννος Λούντζης, ο Nicolo Tommaseo, ο Ανδρέας Μουστοξύδης, ο
Πέτρος Βράιλας Αρμένης, ο Ιάκωβος Πολυλάς, ο Ιούλιος Τυπάλδος, ο Ανδρέας Λασκαράτος
κι ο Γεράσιμος Μαρκωράς. Οι Πολυλάς, Τυπάλδος και Μαρκοράς ήταν οι
“Μαθητές” του Σολωμού, οι Ποιητές που συγκροτούν τον Κύκλο των
Σολωμικών Ποιητών [το έργο τους φέρει τα ίχνη της σολωμικής επίδρασης, ενώ οι
ίδιοι συνέβαλαν στη μελέτη και τη διάδοση της Ποίησης του Σολωμού. Ανάμεσά τους
ξεχωρίζουν ο Αντ. Μάτεσης και το Κοινωνικό Ρομαντικό Δράμα του Ο Βασιλικός, ο
Γεώργιος Τερτσέτης και η σημαντική προσπάθειά του για τη διάδοση της δημοτικής
γλώσσας -Το φίλημα, Οι Γάμοι του Μ. Αλέξανδρου, Κόρρινα και Πίνδαρος- και ο
επίσης δημοτικιστής Ιουλ. Τυπάλδος, ο οποίος απέδωσε στα Ελληνικά τμήμα της
Ελευθερωμένης Ιερουσαλήμ του Torquato Tasso. Ακολουθούν οι Γεράσιμος Μαρκοράς
με το έργο Ο Όρκος και ο Ιάκωβος Πολυλάς με περιορισμένο μεν ποιητικό και
πεζογραφικό έργο, αλλά σημαντική συμβολή σε μεταφραστικά και κριτικά έργα.
Εξέδωσε τα Ευρισκόμενα, το σύνολο των έργων του Δ. Σολωμού], από τον οποίο
αρχίζει η ποιητική άνοδος της Ελληνικής Ποίησης, πολλές δεκαετίες πριν από την
Αθήνα, όπου ο Κωστής Παλαμάς επιχείρησε μία δεύτερη Ποιητική Αναγέννηση, ως
Αρχηγός της Νέας Αθηναϊκής Σχολής [το σύνολο των Ποιητών που εμφανίστηκαν στη
Νεοελληνική Λογοτεχνία μετά το 1880, με προεξάρχουσα μορφή τον Κωστή Παλαμά. Ο
όρος χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή προς την Α΄ Αθηναϊκή Σχολή [το σύνολο των
Ποιητών της χρονικής περιόδου 1830 – 1880, που έδρασαν στην Αθήνα. Η ποιητική
παραγωγή του τότε νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους αναπτύχθηκε σε δύο Κέντρα με
διαφορετικά χαρακτηριστικά: την Αθήνα και τα Επτάνησα. Στην Αθήνα κυριάρχησαν οι
Φαναριώτες, ενώ στα Επτάνησα ο Κύκλος του Σολωμού. Το κύριο χαρακτηριστικό της
Α΄ Αθηναϊκής Σχολής είναι ο Ρομαντισμός. Παρ’ όλο που και στην Επτανησιακή
Ποίηση εντοπίζονται ρομαντικές εκδηλώσεις, έχει επικρατήσει χώρος ανάπτυξης του
Ρομαντισμού να θεωρείται κυρίως η Αθηναϊκή Σχολή]. Αντ’ αυτού συχνά
χρησιμοποιείται κι ο όρος Γενιά του 1880, επειδή τα πρώτα ανανεωτικά έργα
εμφανίστηκαν το 1880. Οι Ποιητές αυτής της Γενιάς, ήταν νέοι Ποιητές που
αντιδρούσαν στις υπερβολές του Αθηναϊκού Ρομαντισμού κι ενδιαφέρονταν γιά την
καθιέρωση της Δημοτικής στον Ποιητικό Λόγο].

Τα τελευταία χρόνια.

Ο Σολωμός μετά το 1847 άρχισε να ξαναγράφει στα Ιταλικά. Τα
έργα της Περιόδου είναι ημιτελή Ποιήματα και Πεζά Σχεδιάσματα και κάποια από
αυτά ίσως σχεδίαζε να μεταφέρει στα Ελληνικά. Στις 3 Φεβρουαρίου του 1849
παρασημοφορήθηκε με το Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος, διότι με την Ποίηση του
διέγειρε τα αισθήματα του Λαού στον Αγώνα γιά Εθνική Ανεξαρτησία. Το 1851
εμφανίστηκαν σοβαρά προβλήματα υγείας κι ο χαρακτήρας του έγινε ακόμη πιό
ιδιόρρυθμος. Αποκόπηκε από φιλικά του πρόσωπα, όπως τον Πολυλά (οι σχέσεις τους
αποκαταστάθηκαν το 1854) και μετά και την τρίτη εγκεφαλική συμφόρηση που έπαθε
το 1856 δεν έβγαινε πλέον από το σπίτι. Πέθανε τελικά τον Φεβρουάριο του 1857.
Ήταν τόσο γενική και στέρεη η φήμη του, ώστε όταν μαθεύτηκε ο θάνατός του, όλος
ο Λαός πένθησε. Το Θέατρο της Κέρκυρας έκλεισε, η Ιόνιος Βουλή σταμάτησε τις
Εργασίες της κι αποφάσισε να κηρυχθεί Πένθος γιά τον Ποιητή. Τα οστά του
μεταφέρθηκαν στη Ζάκυνθο το 1865.

Έργο. Τα κυριότερα έργα.

Τα πρώτα ποιήματα του Σολωμού, αυτά της Ζακυνθινής Περιόδου,
ήταν κυρίως σύντομα Στιχουργήματα στα πρότυπα των Ιταλικών Ποιημάτων, στο κλίμα
του Αρκαδισμού (γιά παράδειγμα Ο θάνατος του βοσκού κι Ευρυκόμη) και του
Πρώιμου Ρομαντισμού (Τρελή μάνα). Πρώτος σημαντικός Σταθμός είναι ο Ύμνος εις
την Ελευθερίαν (1823), χάρη στον οποίο καθιερώθηκε ως Εθνικός Ποιητής κι
απέκτησε τη φήμη που απολάμβανε ως το θάνατό του. Η δεκαετία 1823 – 1833 είναι
καθοριστική γιά τη μετέπειτα εξέλιξή του. Τότε ο Ποιητής προσπάθησε να
εγκαταλείψει την ευκολία του Αυτοσχεδιασμού κι άφησε οριστικά τον Νεοκλασικισμό
των Ποιημάτων Ύμνος εις την Ελευθερίαν, Ωδή στον θάνατο του Λόρδου Βύρωνα και
Εις Μάρκο Μπότσαρη, το μόνο Ποίημα που αφιερώνεται σε Αγωνιστή του ’21. Συντέθηκε
σε μορφή Μοιρολογιού, με αναφορά “στην κλάψα την πολλή” των Ελλήνων.
Το 1824 συνέθεσε τον Διάλογο γιά τη γλώσσα. Συμμετέχουν τρία πρόσωπα: ο
Ποιητής, ο Φίλος (σε πρώτο Σχεδίασμα αναφέρεται ότι είναι ο Σπυρίδων Τρικούπης)
κι ο Σοφολογιότατος, αλλά στο μεγαλύτερο τμήμα συζητούν μόνο ο Ποιητής κι ο
Λόγιος. Ο Ποιητής προσπαθεί ν’ αποδείξει ότι η Καθαρεύουσα είναι μία τεχνητή
γλώσσα που δεν την έχουν ανάγκη ο Λαός κι η Λογοτεχνία. Υποστηρίζει μία
λογοτεχνική γλώσσα που θα στηρίζεται στη γλώσσα του Λαού, αλλά θα είναι
επεξεργασμένη από τον Ποιητή, με τη χαρακτηριστική φράση: υποτάξου πρώτα στη
γλώσσα του Λαού κι αν είσαι αρκετός, κυρίεψέ την. Χρησιμοποιεί τα επιχειρήματα
του Γαλλικού Διαφωτισμού γιά τη χρήση των Εθνικών γλωσσών και με παραδείγματα
από την Ιταλική Ποίηση προσπαθεί ν’ αποδείξει ότι καμία λέξη από μόνη της δεν
είναι χυδαία, αλλά αποκτά την ιδιαίτερη Αξία της μέσα στο Ποίημα, σε συνδυασμό
με τις άλλες λέξεις. Στο τέλος του έργου ο Ποιητής εγκαταλείπει τα Ορθολογικά
Επιχειρήματα κι εκφράζει τις απόψεις του με πάθος. Στις ψυχρές αυτές
Νοησιαρχικές Θεωρίες που ασπάστηκε ο Σολωμός, πρόσθεσε μία δική του ατομική
συμβολή: το ποιητικό πάθος της ψυχής του.

Το διάστημα 1824 – 1826 άρχισε να επεξεργάζεται το Ποίημα
Λάμπρος, το οποίο δεν ολοκληρώθηκε. Ο Λάμπρος είναι ακραίος Ρομαντικός Ήρωας:
έχει κάνει σχέση με μία νεαρή, τη Μαρία κι έχουν αποκτήσει 4 παιδιά χωρίς να
παντρευτούν. Τα παιδιά τους τα έβαλε σ’ ένα Ορφανοτροφείο. Όσον καιρό πολεμούσε
κατά του Αλή Πασά, συναντήθηκε με την κόρη του χωρίς να την αναγνωρίσει κι
έκανε ερωτικό δεσμό μαζί της. Όταν τελικά ανακάλυψε την αιμομιξία, από κάποια
σημάδια που είχε η κόρη και της το ομολόγησε, η κοπέλα αυτοκτόνησε.
Επιστρέφοντας στο σπίτι του ο Λάμπρος αναγκάστηκε να ομολογήσει στη Μαρία το
Έγκλημά του και κατέφυγε σε μιά Εκκλησία γιά να βρει γαλήνη. Εκεί όμως η Θεία
Δίκη του έστειλε τα φαντάσματα των τριών αγοριών του που τον καταδίωξαν. Ο
Ήρωας, κυνηγημένος, γκρεμίστηκε τελικά από ένα βράχο και η Μαρία, που είχε ήδη
τρελαθεί, έπεσε στη λίμνη ελπίζοντας ότι στον ουρανό θα έβρισκε επιτέλους τη
γαλήνη.

Το 1826 παραδίδει το Η Φαρμακωμένη εκφράζοντας την
αγανάκτησή του έναντι των Συμπατριωτών του διότι καταδίκασαν σε Ηθικό Θάνατο
μία νέα κοπέλα. Αναφέρεται στη Μούσα του Ποιητή, τη Μαρία Παπαγεωργοπούλου, η
οποία αγαπούσε την Ποίηση και τη Μουσική. Ερωτευμένη με έναν ξένο -μιαρό για
την κλειστή νησιωτική Κοινωνία- και γιά να μην αποκαλυφθεί, προτίμησε ν’
αυτοκτονήσει.

Στην περίοδο 1826 – 1829 επεξεργαζόταν το Πεζόμορφο Ποίημα
Γυναίκα της Ζάκυθος, εφιαλτική Σάτιρα, που επεκτείνεται στο θέμα του Κακού. Το
έργο είναι αφήγηση ενός ιερομόναχου, του Διονυσίου κι η “Γυναίκα”
είναι η χαρακτηριστικότερη έκφραση του Κακού. Λέγεται ότι αφορμή γι’ αυτήν τη
Σύνθεση ήταν ένα συγγενικό πρόσωπο του Σολωμού και γι’ αυτό ο αδερφός του
Ποιητή δεν επέτρεψε στον Πολυλά να το εκδώσει. Το 1829 έγραψε το Εις Μοναχήν
γιά την Άννα Γεωργομίλα, όταν ενδύθηκε το μοναχικό σχήμα στη μονή Αγίων
Θεοδώρων στην Κέρκυρα.

Το 1833 έγραψε το πρώτο σημαντικό έργο της Ωριμότητας, τον
Κρητικό, σε στίχο ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο, εμπνευσμένο από την Κρητική
Λογοτεχνία. Αφηγείται την ιστορία ενός Κρητικού που έφυγε από την Κρήτη μετά
την αποτυχημένη Επανάσταση του 1826, το ναυάγιο και την προσπάθειά του να σώσει
την αγαπημένη του από την τρικυμία. Κεντρικό σημείο του Ποιήματος είναι η
εμφάνιση ενός οράματος, μίας Φεγγαροντυμένης. Ο αφηγητής της ιστορίας είναι ο
ίδιος ο Κρητικός: την αφηγείται χρόνια μετά, όταν ζει μόνος ζητιανεύοντας, με
αναδρομές στο παρελθόν (τη ζωή στην Κρήτη και το ναυάγιο) και προβολές στο μέλλον
(τη Δευτέρα Παρουσία και τη συνάντηση με την αγαπημένη του στον Παράδεισο). Ο
Κρητικός είναι Αισθητικά το πιό ολοκληρωμένο Ποίημα. Το κεντρικό πρόβλημα που
απασχολεί τους Φιλολόγους είναι η ερμηνεία της μορφής της Φεγγαροντυμένης.

Κατά τη δεκαετία 1833 – 1844 επεξεργάστηκε και το Β΄
Σχεδίασμα των Ελεύθερων Πολιορκημένων, έργου που αναφέρεται στη δεύτερη
πολιορκία του Μεσολογγίου και την Ηρωική Έξοδο των κατοίκων, σε ομοιοκατάληκτο
δεκαπεντασύλλαβο. Μετά το 1845 άρχισε να το επεξεργάζεται σε άλλη μορφή, χωρίς
ομοιοκαταληξία. Το Ποίημα περιγράφει την κατάσταση στο Μεσολόγγι τις τελευταίες
ημέρες της Πολιορκίας, όταν είχαν εξαντληθεί τα τρόφιμα κα ήταν βέβαιο ότι η
πόλη θα έπεφτε. Γιά την ερμηνεία του Ποιήματος είναι ιδιαίτερα χρήσιμες οι
Ιταλικές σημειώσεις του Ποιητή, που έχουν προταχθεί στην έκδοση σε μετάφραση
του Πολυλά. Κεντρικό θέμα είναι η Δύναμη της Θέλησης κι η πάλη με τους
πειρασμούς της Φύσης, που γεννούν την επιθυμία γιά ζωή και μπορούν ν’
αποπροσανατολίσουν τους Αγωνιστές.

Το τελευταίο έργο της Ωριμότητας είναι ο Πόρφυρας, 1847,
εμπνευσμένος από ένα πραγματικό περιστατικό, όταν ένας καρχαρίας κατασπάραξε
έναν Άγγλο Στρατιώτη που κολυμπούσε στο λιμάνι της Κέρκυρας. Ο Πόρφυρας είναι
το πιό προβληματικό, ως προς την ερμηνεία, έργο, κυρίως λόγω της μορφής στην
οποία έχει παραδοθεί. Αναφέρεται κι αυτός στη σχέση Φύσης – Ανθρώπου και στη
διάσταση μεταξύ σώματος (Ύλης) και πνεύματος.

Η αντιμετώπιση του έργου του.

Μικρὸς προφήτης ἔρριξε σὲ κορασιὰ τὰ μάτια,

καὶ στοὺς κρυφούς του λογισμοὺς χαρὰ γιομάτους εἶπε:

«Κι ἂν γιὰ τὰ μάτια σου Καλή, κι ἂν γιὰ τὴν κεφαλή σου,

κρίνους ὁ λίθος ἔβγανε, χρυσὸ στεφάνι ὁ ἥλιος,

δῶρο δὲν ἔχουνε γιὰ Σὲ καὶ γιὰ τὸ μέσα πλοῦτος.

Ὄμορφος κόσμος, ἠθικός, ἀγγελικὰ πλασμένος.

Εἰς Φραγκίσκα Φράιζερ.

Ο Σολωμός είχε εξ αρχής σημαντική θέση στους Φιλολογικούς
Κύκλους της Ζακύνθου. Μετά και τη δημοσίευση του Ύμνου εις την Ελευθερίαν η
φήμη του επεκτάθηκε και στο Ελληνικό Κράτος, αν κι ο ίδιος δεν ταξίδεψε ποτέ
στην Ελεύθερη Ελλάδα, ,διότι:δεν εσυνηθούσε να θεατρίζει στο εθνικό του φρόνημα
αλλά μες το άγιο βήμα της ψυχής. Στο ευρύ Κοινό των Επτανήσων και στην Αθήνα ο
Ποιητής ήταν γνωστός μόνο γιά τα Ποιήματα που είχε δημοσιεύσει: τον Ύμνο εις
την Ελευθερίαν, το απόσπασμα Η δέηση της Μαρίας από τον Λάμπρο, την Ωδή εις
Μοναχήν, καθώς και τα νεανικά του Ποιήματα, πολλά από τα οποία διαδίδονταν
προφορικά κι αρκετά από αυτά είχαν μελοποιηθεί. Η άποψη των Συγχρόνων του
στηριζόταν σε αυτά τα έργα και χάρη σε αυτά τα έργα είχε αποκτήσει τη φήμη που
τον συνόδευσε μέχρι τον θάνατό του. Θαυμασμό γιά το έργο του Σολωμού εκδήλωναν
κι οι σημαντικότεροι Εκπρόσωποι της Α’ Αθηναϊκής Σχολής, εκφράζοντας τις
αντιρρήσεις τους γιά τη γλώσσα του. Ο Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός, ο πρώτος που
επιχείρησε να συγγράψει Ιστορία της Νεότερης Ελληνικής Λογοτεχνίας, έγραφε το
1827 στο Cours de la litterature grecque moderne: τα Ποιήματα του Διονύσιου
Σολωμού έχουν τη σπάνια αξία κάποιου δυνατού και συναρπαστικού οίστρου, μίας
φαντασίας γεμάτης τόλμη και γονιμότητα. Ο Αλέξανδρος Σούτσος, στο Ποίημά του Επιστολή
προς τον Βασιλέα Όθωνα, χαρακτήρισε τον Σολωμό και τον Κάλβο “μεγάλον ὠδοποιό”,
που όμως παραμέλησε τα κάλλη της γλώσσας και παρουσίασε πλούσιες ιδέες πτωχά
ενδεδυμένες, ενώ ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής στο Esquisses de la literature
grecque moderne έγραφε: το πνεύμα του τον κάνει να είναι μια από τις
μεγαλύτερες δόξες της Ελλάδας. Ο Σολωμός έλαμψε σαν το πιό όμορφο πετράδι του
ποιητικού στέμματος της Ελλάδας. Ήδη πριν τον θάνατό του το ποιητικό έργο του
Σολωμού είχε ταυτιστεί με την έννοια της Πατρίδας: το 1849 η Εφημερίδα Αιών
έγραφε:αἱ ποιήσεις τοῦ Σολωμοῦ δὲν εἶναι ποιήσεις ἀτόμου, ἀλλὰ ὁλοκλήρου ἔθνους.
Ανάλογες κρίσεις διατυπώθηκαν και μετά τον θάνατο του Ποιητή. Το Περιοδικό
Πανδώρα έγραψε: ἐκ τῶν ἐξοχωτέρων τῆς Ἑλλάδος, δὸς δ’ εἰπεῖν καὶ τῆς Εὐρώπης αὐτῆς,
ποιητῶν, ὁ συγγραφεὺς τοῦ πρὸς τὴν Ἐλευθερίαν Διθυράμβου ἐκείνου, ὁ ἐκ Ζακύνθου
Διονύσιος Σολομός, ἀπέθανεν εἰς ἀκμάζουσαν ἔτι ἡλικίαν. Οι επικήδειοι των
“Μαθητών” του Σολωμού ήταν βεβαίως πιό ουσιαστικοί κι αναφέρονταν και
στ’ ανέκδοτα έργα, πολλά από τα οποία είχαν ακούσει τον Ποιητή ν’ απαγγέλλει. Ο
Ιούλιος Τυπάλδος χαρακτήρισε τον Σολωμό πρώτο και μέγα Θεμελιωτή της νέας μας
Φιλολογίας κι ο Ιάκωβος Πολυλάς στα “Προλεγόμενα” των Ποιημάτων του
Σολωμού το 1859 τον ονόμασε Εθνικό Ποιητή.

Η εικόνα γιά το έργο του Σολωμού άλλαξε ριζικά μετά την
εμφάνιση της πολυαναμενόμενης έκδοσης, το 1859. Το ημιτελές έργο εξέπληξε
δυσάρεστα και προκάλεσε αμηχανία κι οι Εφημερίδες που επαινούσαν τον μεγαλύτερο
Έλληνα Ποιητή μετά τον θάνατό του, δεν έγραψαν τίποτα γιά την έκδοση των έργων.
Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του Βαλαωρίτη: το 1857, μετά τον θάνατο του
Σολωμού, έγραφε στον Κωνσταντίνο Ασώπιο ότι ἐψεύσθησαν αἱ ἐλπίδες τοῦ ἔθνους
και το 1877 έγραφε στον Ροΐδη ότι ο Σολωμός άφησε πίσω του ἕναν μόνο ὕμνον καὶ ὀλίγας
ἀσυναρτήτους στροφάς. Αρνητικές κρίσεις για τα ποιήματα του Σολωμού διατύπωσε
κι ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος στο Δοκίμιό του Πόθεν η κοινή λέξις τραγουδώ;, το 1859.

Η πρώτη ουσιαστική επανεκτίμηση του σολωμικού έργου, εκτός
του Επτανησιακού χώρου, έγινε μετά το 1880, κυρίως από το κριτικό έργο του
Παλαμά, ο οποίος αναγνώρισε την ιστορική σημασία του έργου του Σολωμού,
εξαιτίας της δημιουργίας προσωπικής ποιητικής γλώσσας και του γόνιμου
συνδυασμού όλων των στοιχείων της Ποιητικής Παράδοσης και των Ευρωπαϊκών
Ποιητικών Ρευμάτων κ’ Ιδεών. Μορφές, όπως ο Σολωμός, ο Κάλβος ή ο Παλαμάς,
βοήθησαν την Ελληνική Λογοτεχνία να ξεφύγει από τον χαρακτηρισμό της Ελάσσονος
Ποίησης του 19ου αιώνα και να την εντάξουν στο ευρύτερο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού
Ρομαντισμού.

Σταθμό στη μελέτη του Σολωμικού έργου αποτέλεσε το βιβλίο
του Κώστα Βάρναλη Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική (1925), σφοδρή πολεμική ενάντια
στην Ιδεαλιστική -κι άγονη- θεώρησή του από τον Γιάννη Αποστολάκη στο
κακογραμμένο, φλύαρο και πλαδαρό βιβλίο του Η ποίηση στη ζωή μας (1923). Όπως
λένε ο Κωνσταντίνος Δημαράς κι ο Βάρναλης, αγνοεί το ιστορικό κομμάτι του
θέματος. Ο Ιδανισμός του Σολωμού ήταν το αντίδοτο στις ενδοοικογενειακές
απογοητεύσεις.

Η αποσπασματικότητα του έργου.

Το πρόβλημα της αποσπασματικής μορφής του σολωμικού έργου
και της έκδοσής του είναι ένα από τα σημαντικότερα θέματα της μελέτης της
Σολωμικής Ποίησης και της Ελληνικής Φιλολογίας εν γένει.

Τα μόνα έργα του Σολωμού που δημοσιεύθηκαν όσο ζούσε ήταν ο
Ύμνος εις την Ελευθερίαν (1825), ένα απόσπασμα του Λάμπρου (Η δέηση της Μαρίας)
(1834), το Ωδή εις Μοναχήν (1829) και το επίγραμμα Εις Φραγκίσκα Φραίζερ
(1849). Τα υπόλοιπα έργα του έμειναν ανολοκλήρωτα. Ο Σολωμός επεξεργαζόταν
συνεχώς τα έργα του κι αγωνιζόταν γιά την επίτευξη της απόλυτης τελειότητας στη
μορφή, προσπαθώντας να τ’ απαλλάξει από οτιδήποτε περιττό, που κατέστρεφε την
καθαρά λυρική ουσία. Τα χειρόγραφά του δεν περιέχουν τα έργα καθαρογραμμένα,
αλλά αποκαλύπτουν όλα τα στάδια επεξεργασίας τους, χωρίς απαραίτητα η τελευταία
επεξεργασία να είναι η τελική. Ο Ποιητής συνελάμβανε πρώτα ένα Προσχέδιο του
Ποιήματος σε Πεζό, το οποίο κατέγραφε στα Ιταλικά και στη συνέχεια άρχιζε την
Ελληνική επεξεργασία. Γιά πολλούς στίχους σώζονται διάφορες παραλλαγές, οι
στίχοι συχνά δεν είναι στη σωστή σειρά, κάποιοι είναι ανολοκλήρωτοι, ενώ
υπάρχουν και χάσματα. Συχνά στην ίδια σελίδα ο Ποιητής μπορεί να έγραφε στίχους
από διαφορετικά ποιήματα.

Ο πιστός “Μαθητής” του Σολωμού, Ιάκωβος Πολυλάς,
όταν ανέλαβε μετά τον θάνατο του “Δασκάλου” του να εκδώσει το έργο
του, το οποίο ανέμεναν με αγωνία στα Επτάνησα και στην υπόλοιπη Ελλάδα, είχε ν’
αντιμετωπίσει μεγάλες δυσκολίες. Κατ’ αρχάς, έπρεπε να πάρει την άδεια από τον
αδερφό του Ποιητή, Δημήτριο, να μελετήσει τα τετράδια. Στη συνέχεια έπρεπε να
ταξινομήσει το ακατάστατο υλικό, με τον δυσανάγνωστο γραφικό χαρακτήρα του
Σολωμού, γιά να παρουσιάσει ένα έργο όσο το δυνατόν πιό ολοκληρωμένο και
νοηματικά συνεκτικό κι αυτοτελές. Ο Πολυλάς συγκέντρωσε και ταξινόμησε αυτό το
υλικό και προσπάθησε να το ανασυνθέσει επιλέγοντας τους στίχους που εκείνος
θεωρούσε ότι ανταποκρίνονταν περισσότερο στις αισθητικές απόψεις του Ποιητή.
Κάποιες φορές προσέθεσε και στίχους που είχε ακούσει τον Σολωμό ν’ απαγγέλλει
και κατέγραψε και κάποιες από τις παραλλαγές των στίχων. Εξέδωσε το έργο του
Σολωμού το 1859 με τον τίτλο Άπαντα τα Ευρισκόμενα και με μιά εξαιρετική
κριτική εισαγωγή, στην οποία διατύπωνε και την άποψη ότι τα χειρόγραφα του
Ποιητή με την οριστική μορφή των Ποιημάτων έχουν χαθεί. Όμως του Πολυλά του
λείπει η προοπτική κι η ουδετερότητα, αυτός βάζει το θεμέλιο λίθο της
μυθολογίας του Σολωμού.

Απόπειρες ερμηνείας της αποσπασματικότητας.

Ο Σολωμός πάντα τα έγραφε, αλλά ποτές του δεν τα έγραψε, Κ.
Βάρναλης, Σολωμικά, 1957.

Η μορφή που παρουσίασε το έργο του Σολωμού με την πρώτη
έκδοσή του προκάλεσε απογοήτευση, καθώς τότε δεν μπορούσε να γίνει κατανοητή
και να εκτιμηθεί η αξία ενός έργου με τόσες ατέλειες. Ο Πολυλάς τόνισε στα
Προλεγόμενά του ότι τα κυριότερα χειρόγραφα, με την οριστική μορφή των
Ποιημάτων είτε είχαν χαθεί είτε είχαν καταστραφεί. Επικρατούσαν τότε οι
υποθέσεις ότι μπορεί τα έργα να εκλάπησαν από τον Υπηρέτη του Σολωμού ή από τον
αδερφό του Δημήτριο ή ίσως ότι μπορεί να τα κατέστρεψε ο ίδιος ο Ποιητής. Μόνο
από τις αρχές του 20ου αι. είχε γίνει πλέον κατανοητό ότι δεν υπήρχαν άλλα
χειρόγραφα κι ότι ο Ποιητής δεν είχε ολοκληρώσει τα έργα του. Οι πρώτες
απόπειρες ερμηνείας του φαινομένου της αποσπασματικότητας ήταν περισσότερο
εξωκειμενικές: η αδυναμία ολοκλήρωσης ερμηνευόταν ως αιτία της απουσίας της
κατάλληλης πνευματικής ατμόσφαιρας που θα του έδινε κίνητρο να ολοκληρώσει τα
έργα του ή της απουσίας ικανοποιητικής Λογοτεχνικής Παράδοσης την οποία θα
μπορούσε ν’ ακολουθήσει ή δίνονταν ψυχολογικές ερμηνείες σχετικά με τον
αλκοολισμό του Ποιητή, την έλλειψη συνθετικής ικανότητας, τη δυσμενή επίδραση
της Δίκης του 1833 – 1838 ή την τελειομανία και το αίσθημα του ανικανοποίητου.

Άλλοι Μελετητές αντιθέτως επισήμαναν ότι ο Σολωμός σε μεγάλο
βαθμό αδιαφορούσε γιά την ολοκλήρωση των Ποιημάτων. Ενδεικτική είναι η φράση
που αποδίδεται στον Ποιητή: ο Λάμπρος θα μείνει απόσπασμα, διότι το όλο Ποίημα
δεν φτάνει το ύψος μερικών μερών. Ο Λίνος Πολίτης λέει σχετικά με την
αποσπασματικότητα των Ελεύθερων Πολιορκημένων: δεν θέλησε ή δεν ενδιαφέρθηκε να
εντάξει τα λυρικά αυτά κομμάτια σ’ ένα σύνολο αφηγηματικό. Έμεινε στην καθαρή
λυρική έκφραση, αδιαφορώντας γιά τη μη λυρική συνδετική ουσία, προχωρώντας έτσι
προς μία κατάκτηση ενός καθαρού λυρικού χώρου, πολύ πιό πριν από την εποχή του.
Κάτι ανάλογο διαπιστώσαμε και στον Κρητικό, το ίδιο ισχύει και γιά τ’ άλλα του
αποσπασματικά έργα.

Αργότερα ο Σολωμός θεωρήθηκε από αρκετούς Ποιητές και
Κριτικούς ως Πρόδρομος της Καθαρής Ποίησης κι η αποσπασματικότητα του έργου του
δεν ενοχλούσε, αντιθέτως εθεωρείτο μεγάλο πλεονέκτημα. Ο Δημήτρης Λιαντίνης
αναφερόμενος στο φαινόμενο της αποσπασματικότητας του Σολωμικού έργου του
αναγνωρίζει μία νόμιμη συντριβή: ο Σολωμός ταιριαστός στον καιρό του ήταν
ανάγκη να δημιουργήσει Τέχνη Ευρωπαϊκή, αλλά ταιριαστός και στον τόπο του ήταν
ανάγκη να δημιουργήσει Τέχνη Κλασική. Αυτή η σύγκρουση τον οδήγησε στο
παράταιρο σμίξιμο του Ρομαντικού και του Κλασικού και στη συντριβή της Τέχνης
του.

Τέλος, έγινε απόπειρα συσχετισμού των ανολοκλήρωτων
σολωμικών έργων με τ’ αποσπασματικά έργα της Ρομαντικής Λογοτεχνίας (όπως τα
Kubla Khan του Coleridge, Giaour του Byron, Heinrich von Oftendingen του
Novalis), αν κι αυτή η ερμηνεία δεν είναι αποδεκτή από άλλους.

Το εκδοτικό πρόβλημα.

Το πρόβλημα της έκδοσης του έργου του Σολωμού τέθηκε κατά
τις δεκαετίες 1920 – 1930, μετά την έκδοση από τον Κ. Καιροφύλα το 1927 έργων
που δεν είχαν συμπεριληφθεί στην έκδοση Πολυλά, όπως Η Γυναίκα της Ζάκυθος, η
σάτιρα Οι Κρεμάλες κι αρκετά Ιταλικά Σονέτα, αλλά και την απόφαση της Ακαδημίας
Αθηνών να εκδοθούν τα Ποιήματα του Σολωμού με κριτική έκδοση από τον Ν.Β.
Τωμαδάκη. Τότε ξεκίνησε συζήτηση σχετικά με τη μορφή της έκδοσης που θα ήταν
καταλληλότερη: κριτική ή πανομοιότυπη, όπως υποστήριζε ο Λίνος Πολίτης. Η
κριτική έκδοση τελικά δεν πραγματοποιήθηκε, ενώ κι οι δύο Φιλόλογοι ετοίμασαν
χρηστικές εκδόσεις των Ποιημάτων, που απευθύνονταν στο ευρύ Κοινό. Ο Λ. Πολίτης
εξέδωσε το 1964 τα χειρόγραφα του Ποιητή σε φωτογραφική ανατύπωση και
τυπογραφική μεταγραφή. Η έκδοση αυτή αποτέλεσε σημαντικό σταθμό στην πορεία των
Σολωμικών Ερευνών, διότι αποκαλύφθηκε ο τρόπος εργασίας του Ποιητή και διότι
δόθηκε πλέον στους Φιλολόγους η δυνατότητα να μελετήσουν όλες τις φάσεις
επεξεργασίας των Ποιημάτων κι ενδεχομένως να διατυπώσουν νέες εκδοτικές
προτάσεις.

Οι τωρινές εκδοτικές απόπειρες του σολωμικού έργου μπορούν
να διακριθούν σε δύο Κατηγορίες, ανάλογα με τη λύση που προτείνουν: η αναλυτική
έκδοση αποκαλύπτει τα διαδοχικά στάδια επεξεργασίας του Ποιήματος και τις
διάφορες παραλλαγές, όπως είχε εξηγήσει ο Λίνος Πολίτης και σκόπευε να
πραγματοποιήσει. Η συνθετική έκδοση αντιθέτως παρουσιάζει το έργο σε μορφή με
λογική αλληλουχία και μορφική πληρότητα κι αποκλείει όσους στίχους ή όσα
αποσπάσματα δεν πληρούν αυτές τις προϋποθέσεις. Δείγμα συνθετικής έκδοσης είναι
η εκδοτική δοκιμή του Στυλιανού Αλεξίου (1994), η οποία όμως δέχτηκε σφοδρή
κριτική από τους υποστηρικτές της αναλυτικής προσέγγισης.

Εργογραφία Διονύσιος Σολωμός.

Ελληνικά Ποιήματα.

Τα πρώτα έργα.

Εις κόρην η οποία ανεθρέφετο μέσα εις μοναστήρι

Στο θάνατο της μικρής ανεψιάς

Πόθος (απόσπασμα)

Η σκιά του Ομήρου

Ανάμνησις

Η Ευρυκόμη

Εις φίλον ψυχορραγούντα

O θάνατος της ορφανής

Το όνειρο

Ο θάνατος του βοσκού

Προς τον Κύριον Λοδοβίκον Στράνη

Η Ψυχούλα

Προς τον Κύριον Γεώργιον Δε Ρώσση

Η Αγνώριστη

Κάκιωμα

Η Ξανθούλα

1823-1833: Η περίοδος της Διαμόρφωσης.

Ύμνος εις την Ελευθερίαν (1823)

Νεκρική Ωδή

Ποίημα Λυρικό εις το θάνατο του Λορδ Μπάϊρον (1824)

Εις μοναχήν (1829)

Εις Μάρκο Μπότσαρη (1823)

Εις το θάνατο κυρίας Αγγλίδας

Η καταστροφή των Ψαρών (1824)

Η Φαρμακωμένη στον Άδη

Η Φαρμακωμένη (1826)

Ο Λάμπρος (1829)

Τα μεγάλα έργα της Ωριμότητας.

Ο Κρητικός (1833)

Ελεύθεροι Πολιορκημένοι (1826-1844)

Ο Πόρφυρας (1849)

Τα τελευταία Σχεδιάσματα.

Νικηφόρος ο Βρυέννιος

Προς τον Βασιλέα της Ελλάδας

Εις το θάνατο Αιμιλίας Ροδόσταμο (1848)

Ο Ανατολικός Πόλεμος

Εις Φραγκίσκα Φραίζερ (1849)

Carmen Seculare

Εις το θάνατο της ανεψιάς του

Ελληνίδα Μητέρα

Σατιρικά.

Η Πρωτοχρονιά (1824)

Το Ιατροσυμβούλιο (1825)

Η Βίζιτα

Το όνειρο (1826)

Η Τρίχα (Σατιρικό του 1833)

Ελληνικά Πεζά.

O Διάλογος (1824)[44]

Η γυναίκα της Ζάκυθος (1826-1829)

Μεταφράσεις.

Η άνοιξη του Μεταστάσιου

Το καλοκαίρι του Μεταστάσιου

Ωδή του Πετράρχη

Ωδή του (επιλογή).

Πρώιμα έργα .

La Distruzione di Gerusalemme (Η καταστροφή της Ιερουσαλήμ)

Ode per prima messa (Ωδή για την πρώτη λειτουργία)

Rime Improvvisate (συλλογή, 1822)

Ημιτελή Ποιήματα της τελευταίας Περιόδου.

La navicella Greca (Το ελληνικό καραβάκι)

L’ albero mistico (frammento- απόσπασμα) (Το μυστικό δέντρο)

Saffo (Σαπφώ)

L’ avvelenata (frammenti) (Η φαρμακωμένη)

Orfeo, sonetto (Ορφέας)

Il giovane guerriero (frammenti)(ο νέος πολεμιστής)

Sonetto in morte di Stelio Marcoran (Σονέτο στο θάνατο του
Στέλιου Μαρκορά)

Πεζά Σχεδιάσματα Ποιημάτων.

La madre Greca (Η ελληνίδα μητέρα)

Orfeo (Ορφέας)

La donna velata (Η γυναίκα με το μαγνάδι)

Ο Πόρφυρας

L’usignolo e lo sparviere (Το αηδόνι και το γεράκι)

Ιταλικά Πεζά.

Per Dr. Spiridione Gripari (Επικήδειος λόγος, 1820)

Share This Post | Μοιραστείτε αυτο το αρθρο

You must be logged in to post a comment Login