Πετρούλα Σίνη

Μαριάννα Παπουτσοπούλου από τον Ανεμοδείκτη της ( μυθιστόρημα υπό έκδοση )

Μαριάννα Παπουτσοπούλου από τον Ανεμοδείκτη της ( μυθιστόρημα υπό έκδοση )
Decrease Font Size Increase Font Size Text Size Print This Page

 

…… Παλιότερα έπαιζα διαλύοντας τις νερομπογιές μου σε μικρά μπουκαλάκια – περισσευούμενα – έπειτα τα κοίταζα στο φως. Τώρα πια ζωγραφίζω. Στο σχολείο κάτι τέτοια τα ενθαρρύνουν οι δάσκαλοι. Ο πατέρας όμως δεν θέλει ούτε ν’ ακούσει για καλλιτεχνικά μελλούμενα. Θα σπουδάσω, όπως όλοι μου οι φίλοι. Διαβάζω. Διαβάζω ό,τι θέλω εγώ, από πάνω τα θρησκευτικά κι από κάτω το Λεωφορείον ο Πόθος. Τέλειο ταίριασμα, αμαρτία κι εξιλέωση. Δεν είναι χιαστό, είναι αναλογία. Οι γονείς μου βγαίνουν πολύ τα βράδια μετά τις δουλειές τους. Με τους φίλους τους, με τους ανθρώπους από τη δουλειά του πατέρα. Η μαμά είναι ένα όραμα ομορφιάς που ευωδιάζει όταν φεύγει – η ψυχή μου παλιότερα πήγαινε να σπάσει όποτε έφευγαν. Διψούσαν για λίγη ζωή πιο καλή, βλέπεις, για λίγη άνεση – δεκαετία του ’60. Ακόμα θυμάμαι τα λάτιν και τις μόδες εκείνου του καιρού, όσο και τις σαμπάνιες για τη νίκη του κέντρου στις εκλογές. Χάλι γκάλι, που λες κι εσύ.

Τ’ αμερικάνικα αυτοκίνητα με τα γατίσια μάτια που με τρόμαζαν τις νύχτες στο δημοτικό, έχουν γίνει γαλλικά κι εγγλέζικα, τα τάνκς όμως παραμένουν μάλλον αμερικανικής εμπνεύσεως. Ωστόσο οι παλιοί μακρονησιώτες θείοι μου τρώνε ελβετικές σοκολάτες χωρίς ενοχές και θεωρούν πως βρίσκονται σε διαρκές πάρτυ. Όλα τούτα δεν μιλούν στην ψυχή μου. Η Όλγα είναι πιο καλή.

Ακούει τον Καζαντζίδη της στο ραδιόφωνο με το μεγάλο πράσινο μάτι – τον Πολύφημο – κι έτσι έμαθα κι εγώ τι λέει ο κόσμος νταλκά, σεβντά και νοσταλγία. Ο Μάνθος της είναι στρατευμένος μακριά και η Όλγα όλο σιγοκλαίει. Τη λυπάμαι, αν ποτέ μάθω να γράφω, πρέπει κάπου να τη θυμηθώ˙ τόσο αίσθημα και τόσο αληθινό. Δεν ξέρω αργότερα σαν τον παντρεύτηκε και έφυγαν μαζί στην Αυστραλία, τί ν’ απέγινε; Πώς να έζησαν; Πώς νά ’ναι τάχα τα παιδιά τους; Η Όλγα με δίδαξε πόσο είναι σκληρό να δουλεύεις έτσι, υπηρετικό προσωπικό, ας είναι και στους πιο καλούς αφεντάδες. Δεν αντέχω να έρχονται στο σπίτι γυναίκες για τις δουλειές, προσπαθώ κι ό,τι προλάβω. Πάλι βρωμίσαμε. Άσε που μου έμεινε ένα κουσούρι που μοιάζει δουλικό – όποιος ζητήσει τίποτε – χάρη, εξυπηρέτηση, νερό – τρέχω πρώτη να προλάβω μή κι αγγαρέψουν κάποιαν Όλγα, που στα μάτια της νεανικής ζωής μου ήταν και μένει η προσωποποίηση της Σταχτοπούτας. Μόνο μια καλή νονά της έλλειψε. Εγώ, που είχα μια καλή νονά, την είδα πολύ σκεπτική σαν γύρισε από το Παρίσι με τη μεταπολίτευση να μου λέει˙ «Τι γυρεύεις εσύ σ’αυτό το κόμμα της αριστεράς, εσύ ήσουν τρυφερό παιδί.» Είχε δίκιο βέβαια. Στα κόμματα θα βρείς – αν τη βρείς – την καρδιά της αριστεράς; Καλλίτερα κοντά τους ή και λίγο μακρύτερα.

Share This Post | Μοιραστείτε αυτο το αρθρο

You must be logged in to post a comment Login